Σύνδεση συνδρομητών

Μια μεθυσμένη Θεία Κωμωδία

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2025 22:45
Ο Μάλκολμ Λόουρι από τον Αλέκο Παπαδάτο.
Αλέκος Παπαδάτος
Ο Μάλκολμ Λόουρι από τον Αλέκο Παπαδάτο.

Malcolm Lowry, Κάτω από το ηφαίστειο, μετάφραση από τα αγγλικά: Κατερίνα Σχινά, Μεταίχμιο, Αθήνα 2024, 642 σελ.

Malcolm Lowry, Ουλτραμαρίν, μετάφραση από τα αγγλικά: Κατερίνα Σχινά, Μεταίχμιο, Αθήνα 2025, 321 σελ.

No puede vivir sin amar θα λέγαμε πως είναι το ρεφραίν, η ρήση-μάντρα που είναι γραμμένη στον τοίχο, το κυριολεκτικό και μεταφορικό writing on the wall που καθορίζει τη μοίρα του Τζέφρι Φέρμιν, του Προξένου, κεντρικού και τραγικού ήρωα στο Κάτω από το ηφαίστειο, το opus magnum του Μάλκολμ Λόουρι. Δίχως αγάπη για τον εαυτό του, για την ίδια τη ζωή, πασχίζοντας να συγχωρέσει την προδοσία των πιο κοντινών κι αγαπημένων του ανθρώπων, ο Πρόξενος οδηγείται σαν μαριονέτα στα χέρια της Μοίρας στην εκπλήρωση της προφητείας: δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς αγάπη.

Βρισκόμαστε στο 1939. 2 Νοεμβρίου, Ημέρα των Νεκρών στην Κουαουναγουάκ (ή Κουερναβάκα στη γλώσσα Ναουάτλ των ιθαγενών Αζτέκων) με τις δεκαοκτώ εκκλησίες και τις πενήντα πέντε καντίνες (είδος μεξικάνικου μπαρ), στα νότια της Πόλης του Μεξικού. Ο γιατρός Αρτούρο Ντίας Βιγκίλ με τον γάλλο σκηνοθέτη Ζακ Λαρυέλ, ενόψει της αναχώρησης του δεύτερου από τη χώρα, πίνουν και συζητούν όχι για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που έχει μόλις έχει ξεσπάσει αλλά για τα γεγονότα των εορτασμών της Ημέρας των Νεκρών της περασμένης χρονιάς και όσα οδήγησαν στην τραγική απώλεια του Προξένου, όπως τον αποκαλούν, του αγαπημένου παιδικού φίλου τού Λαρυέλ. Στη σκιά των δίδυμων ηφαιστείων, του ενεργού ακόμη Ποποκατέπετλ και του αδρανούς Ιστακσίουατλ, οι δυο άντρες αναρωτιούνται για το αν θα μπορούσε να είχε αποτραπεί η περσινή τραγωδία. Από το δεύτερο κεφάλαιο και εξής, η δράση μεταφέρεται στη μέρα που η τρικυμιώδης ζωή του Προξένου έφτασε στο τέλος της.

Ανήμερα των εορτασμών της ημέρας που τα πνεύματα των αγαπημένων νεκρών επιστρέφουν για λίγες ώρες στη γη, το 1938, ο πρώην Βρετανός Πρόξενος, Τζέφρι Φέρμιν, περιπλανιέται άσκοπα στους δρόμους και τις χαοτικές αναμνήσεις του. Μόνη επιδίωξη και παρηγοριά του το ποτό, η τεκίλα ή το μεσκάλ, κι ας ξέρει πως τον καταστρέφει. Τη μοιραία αυτή μέρα επιλέγει να επιστρέψει η Υβόν, η εν διαστάσει σύζυγός του, μια γυναίκα που θυμίζει έντονα τις άπιαστες ηρωίδες του Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ, αποφασισμένη να σώσει το γάμο τους. Κόρη και σύζυγος αλκοολικών, η όμορφη αλλά αποτυχημένη πρώην ηθοποιός προσδοκά να αναζωπυρώσει την αγάπη τους και να πείσει τον Πρόξενο να ξεχάσει τις απιστίες της (με τον Λαρυέλ και με τον ιδεολόγο δημοσιογράφο σε μια προοδευτική εφημερίδα του Λονδίνου και ετεροθαλή αδερφό του άντρα της, Χιου, που αγωνίστηκε υπέρ των Δημοκρατικών στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο[1] και έχει επιστρέψει κι αυτός στο σπίτι του Φέρμιν), να τον σώσει από τα δόντια του εθισμού και να αποσυρθούν σε ένα αγρόκτημα στον Καναδά – ο ίδιος ο Λόουρι πράγματι έζησε για ένα διάστημα σε μια ψαροκαλύβα στο Βόρειο Βανκούβερ του Καναδά με τη δεύτερη σύζυγο, πρώην ηθοποιό (όπως η Υβόν) και επιμελήτρια του έργου του, Margerie Bonner. Η άφιξη της Υβόν, όμως, πυροδοτεί μια ωρολογιακή βόμβα –ή το ηφαίστειο– που από καιρό περίμενε να εκραγεί.

 

Μεθυσμένο ημερολόγιο ενός δωδεκάωρου

Με μια πρώτη ανάγνωση, το Κάτω από το ηφαίστειο είναι μια ιστορία για την αναζήτηση του ανέφικτου έρωτα και τον αλκοολισμό. Αφορμώμενος από την προσωπική του μάχη με τον εθισμό και το δικό του επώδυνο οδοιπορικό, ο Λόουρι πλάθει έναν ήρωα κατ’ εικόνα και ομοίωσή του: κάτω από τη δυσοίωνη σκιά των καταστροφικών δυνάμεων των ηφαιστείων, για δώδεκα μόλις ώρες (συμβολικός αριθμός για τη μυστικιστική εβραϊκή παράδοση της Καμπάλα, την οποία ακολουθούσε ο συγγραφέας[2]), ένας άνδρας που δεν σταματά να πίνει από την αυγή μέχρι το σούρουπο[3] δίνει τη δική του τελική εσωτερική μάχη, παλεύει με τους προσωπικούς του δαίμονες, νιώθει την πραγματικότητα να τον συνθλίβει και έρχεται αντιμέτωπος με την ψυχική κατάρρευση και το αναπόδραστο της μοίρας. Η κατάσταση του ήρωα αντανακλάται στις δαιδαλώδεις διαδρομές της σκέψης του, στον πυρετώδη ρυθμό αφήγησης και βυθίζει τον αναγνώστη σε έναν λαβύρινθο αλκοολικών παραισθήσεων και συμβολισμών. Ο Λόουρι αναπαράγει έξοχα τον παραληρηματικό αλλά με εσωτερική συνοχή λόγο του Προξένου και αποδίδει εμπνευσμένα τη θολή σχέση με την πραγματικότητα που έχει ο Φέρμιν ως ένας άνθρωπος που βρίσκεται στα τελευταία στάδια του αλκοολισμού, την καταβύθιση στον εαυτό, τις ανησυχίες, τους φόβους και το βάρος της συνείδησής του· το φόβο πως θα αποκαλυφθεί η αλήθεια για τη συμμετοχή του στη βάναυση θανάτωση  γερμανών αιχμαλώτων κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, πράξη στην οποία χρωστά το διορισμό του σε ένα αξίωμα που ποτέ δεν τον ικανοποίησε· την αγωνία για την κατάληξη της σχέσης του με την Υβόν. Μαζί με τον Μερσώ του Ξένου του Καμύ, τον άνδρα του Υπογείου του Ντοστογιέφσκι και τον Μπάρτλμπι του Μπάτρλμπι, ο Γραφιάς του Μέλβιλ, ο Πρόξενος, έχοντας μετατραπεί σε μια θλιβερή σκιά του εαυτού του, κατατάσσεται στην ομάδα εκείνη των τραγικών λογοτεχνικών ηρώων, προϊόντων ενίοτε «καταραμένων» δημιουργών, που παρότι έχουν πλήρη συνείδηση της κατάστασής τους επιλέγουν την αδράνεια και την παραίτηση.

Δεν είναι η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που ο αλκοολισμός αποτελεί μια από τις βασικές θεματικές ενός λογοτεχνικού έργου. Αρκεί να θυμηθούμε το Και ο ήλιος ανατέλλει (1926), το πρώτο και για πολλούς καλύτερο μυθιστόρημα του Χεμινγουέι, ή τα προβλήματα που δημιουργεί το ποτό στους ήρωες πολλών έργων του Φιτζέραλντ όπως το Τρυφερή είναι η νύχτα (1934). Μάλιστα, η διαδικασία έκδοσης της τελικής μορφής του Κάτω από το ηφαίστειο συνέπεσε με την έκδοση του Χαμένου Σαββατοκύριακου του Τσαρλς Τζάκσον (Charles R. Jackson) που μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη σχεδόν αμέσως – το 1945 και προτού το μυθιστόρημα του Λόουρι πάει στο τυπογραφείο. Ήρωες απελπισμένους αλκοολικούς που πασχίζουν να διαφύγουν από την οδυνηρή πραγματικότητα, καθώς αδυνατούν να την αντιμετωπίσουν, και συνάμα πασχίζουν να διατηρήσουν έστω και τα τελευταία ψήγματα αξιοπρέπειας που τους έχουν απομείνει συναντάμε σε έργα όπως το Μπιγκ Σερ (1962) του Κέρουακ, στα μυθιστορήματα του Μπουκόφσκι και σχεδόν σε κάθε ιστορία του Ρέιμοντ Κάρβερ, ενώ Ο μεγάλος αποχαιρετισμός (1953) του Ρέιμοντ Τσάντλερ ξεκινά με τη φράση: «Την πρώτη φορά που συνάντησα τον Τέρι Λένοξ ήταν μεθυσμένος…».

Στο Κάτω από το ηφαίστειο, όμως, η κατάβαση του κεντρικού ήρωα στην κόλαση του αλκοολισμού είναι αυτή που καθορίζει τον τρόπο της αφήγησης στο μεγαλύτερο μέρος του έργου. Πολύ εύστοχα, ο συγγραφέας επιλέγει να γράψει την ιστορία μέσα από διαφορετικές οπτικές γωνίες, μέσα από διαφορετικές φωνές, που αφενός απογειώνουν την αναγνωστική εμπειρία, αφετέρου δυσκολεύουν στην απόδοσή τους τον μεταφραστή. Στο καθένα από τα δώδεκα κεφάλαια του έργου η υπόθεση εξελίσσεται εναλλάξ μέσα από τη ματιά και τις σκέψεις των τεσσάρων βασικών ηρώων, του Φέρμιν, της Υβόν, του Χιου και του Λαρυέλ – με εμφανείς υφολογικές διαφορές. Στα κεφάλαια που τα μάτια μας είναι ο Πρόξενος, η επίδραση του αλκοόλ στον ειρμό της σκέψης του τον καθιστά αναξιόπιστο τόσο ως χαρακτήρα όσο και ως αφηγητή και δίνει τη δυνατότητα στον Λόουρι να αξιοποιήσει και να συνθέσει δημιουργικά μια ποικιλία αφηγηματικών τεχνικών, με τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, τον εσωτερικό, συχνά παραληρηματικό, μονόλογο, τη ροή συνείδησης και τις κινηματογραφικού τύπου αναδρομές στο παρελθόν να επικρατούν. Ο Λόουρι έχει επιλέξει την τριτοπρόσωπη αφήγηση, με μακροσκελείς προτάσεις, αλλά μπορεί κανείς να φανταστεί πόσο θα απογείωνε τη σκιαγράφηση του κεντρικού χαρακτήρα ένας ομοδιηγητικός αφηγητής. Η μεταφορά του έργου στη μεγάλη οθόνη το 1984 από τον Τζον Χιούστον χαιρετίστηκε ως σκηνοθετικός άθλος, καθώς πρόκειται για μια θαυμάσια μεταφορά που δεν θυμίζει τόσο το βιβλίο. Ο 78χρονος τότε έμπειρος σκηνοθέτης επέλεξε να διασκευάσει σε σημαντικό βαθμό το κινηματογραφικά δυσπρόσιτο αυτό μυθιστόρημα με την περίπλοκη αφηγηματική δομή και να ακολουθήσει μια συμβιβαστικά απλή γραμμική αφήγηση, καταφέρνοντας ωστόσο να μεταφέρει στον θεατή την παραισθησιογόνα διάσταση του μυθιστορήματος που τόσο γοήτευσε τους αναγνώστες ανά τον κόσμο.

 

Συγγραφική και εκδοτική Οδύσσεια

Όπως συμβαίνει συχνά σε έργα που μιλούν για τον εθισμό, το μυθιστόρημα είναι ημι-αυτοβιογραφικό, καθώς αντικατοπτρίζει την πάλη του ίδιου του Λόουρι με τον αλκοολισμό και τις προβληματικές προσωπικές του σχέσεις. Αιτία (ή ίσως μόνο αφορμή;) για την ψυχολογική κατάρρευση και την αυτοκαταστροφική στροφή στο ποτό τόσο του Λόουρι όσο και του Φέρμιν ήταν η εγκατάλειψη από μια γυναίκα: στην περίπτωση του Λόουρι, ο χωρισμός του με την πρώτη του σύζυγο, Jan Gabriel, στο Μεξικό το 1937, όταν είχε ξεκινήσει τη συγγραφή του έργου. Η ίδια η Γκάμπριελ περιγράφει σε αυτοβιογραφικό βιβλίο της τις συνθήκες γέννησης του έργου.[4] Η πρώτη εκδοχή του μυθιστορήματος, αυτή που συχνά αναφέρεται ως «το χειρόγραφο του 1940», βασίζεται στο ομώνυμο διήγημα που ο Λόουρι έγραψε το 1936, αλλά δεν ήταν αυτή που εντέλει δημοσιεύτηκε.[5] Αλλαγές έγιναν πολλές (όπως σε όλα τα έργα του, μια και ο Λόουρι διαρκώς έχανε ή ξαναδούλευε τα χειρόγραφά του), κυρίως ως προς τις οικογενειακές και προσωπικές σχέσεις μεταξύ των ηρώων: στην πρώτη εκδοχή, η Υβόν είναι η κόρη του Προξένου και ο Χιου ο πρώην εραστής της και το τέλος του έργου τούς βρίσκει μαζί. Από το 1940 ώς το 1944, ο συγγραφέας βελτίωνε αδιάκοπα με τη βοήθεια της δεύτερης συζύγου του το χειρόγραφο, λες και εκείνο αρνούνταν να πάρει ή αυτός να του δώσει οριστική μορφή, ώσπου, μετά από πολλές απορρίψεις, κατάφερε να το δημοσιεύσει πρώτα τον Φεβρουάριο του 1947 στη Νέα Υόρκη και τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους στην πατρίδα του.

Η έκδοση του έργου, έτυχε, δικαίως, θερμής υποδοχής και διθυραμβικών κριτικών, παρότι το κοινό στον Καναδά (σε αντίθεση με τους αναγνώστες στη Γαλλία και στις ΗΠΑ)[6] δεν το αγάπησε όσο οι κριτικοί και μέχρι το 1957, που ο Λόουρι άφησε (υπό αδιευκρίνιστες μάλλον συνθήκες) την τελευταία του πνοή, ήταν πια εκτός κυκλοφορίας – όπως και το Ουλτραμαρίν, το πρώτο του μυθιστόρημα. Με το ιδιοφυές αυτό έργο, και μόνο με αυτό,[7] ο Λόουρι κέρδισε μια θέση στο Πάνθεον των μοντερνιστών και υπέγραψε συμβόλαιο για την έκδοση ενός ακόμη βιβλίου – που δεν εκδόθηκε ποτέ όσο ζούσε. Σιγά σιγά και ιδιαίτερα μετά το θάνατο του δημιουργού του το βιβλίο κέρδισε το κοινό, παραμένει δημοφιλές και πολύ συχνά εντάσσεται στις λίστες με τα καλύτερα μυθιστορήματα του 20ού αιώνα. Μάλιστα, κατατάχθηκε στην 11η θέση στη λίστα της Modern Library με τα 100 καλύτερα αγγλόφωνα μυθιστορήματα του 20ού αιώνα. Στη χώρα μας το έργο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1983 από τις εκδόσεις Αστάρτη σε μετάφραση της Μαρίνας Λώμη, με πρόλογο του Φίλιππου Δρακονταειδή. Τη νέα μεταφραστική ματιά, που μετά από σαράντα και πλέον χρόνια ήταν όντως απαραίτητη, χρωστάμε στο μόχθο της Κατερίνας Σχινά που όχι μόνο έφερε εις πέρας αυτό το δύσκολο εγχείρημα και παρέδωσε μια μετάφραση που θα ικανοποιήσει και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη, αλλά συμπεριέλαβε και μεγάλο αριθμό ιδιαίτερα κατατοπιστικών επεξηγηματικών υποσημειώσεων οι οποίες υποστηρίζουν την καλύτερη κατανόηση του κειμένου (ας μην ξεχνάμε πως οι αγγλόφωνοι αναγνώστες μπορούν να ανατρέξουν σε ικανοποιητικό αριθμό μελετών και companions για το μυθιστόρημα και τον συγγραφέα του).

 

Πολλαπλές αναγνώσεις

Μυθιστόρημα που βρίθει διακειμενικών αναφορών[8] στον Δάντη, τον Σαίξπηρ, τον Γκαίτε, τον Μάρλοου, τον Σέλεϊ, τον Έλιοτ και τον Τζόυς, που συμπλέκει το μυστικιστικό, το φιλοσοφικό με το πολιτικό, τη θρησκεία, τον αποκρυφισμό και την ποίηση με την Ιστορία, τον υπαρξισμό με το χιούμορ, τη μεξικανική ιστορία με την Καμπάλα και την ελληνική μυθολογία,[9] την ερωτική και αδερφική αγάπη με την προδοσία και την απελπισία, αντανακλώντας τους εφιάλτες, τις εμμονές και τα τραύματα της παιδικής και ενήλικης ζωής του ίδιου του συγγραφέα αλλά και ολόκληρης της γενιάς του που οδηγούνταν με μαθηματική ακρίβεια σε μια ακόμη κρίση, τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Κάτω από το ηφαίστειο είναι «ένα φαουστιανό αριστούργημα» κατά τον Άντονι Μπέρτζες ή μια έντονα επηρεασμένη από την τζαζ, πληθωρική, «μεθυσμένη Θεία Κωμωδία», όπως υποστήριζε ο δημιουργός της, με λυρικές περιγραφές και εκπληκτική εικονοποιία. Άλλωστε, κατά τον βιογράφο του Λόουρι, Ντάγκλας Ντέι, η απλότητα δεν συγκαταλεγόταν στα χαρίσματα της γραφής του.[10]

Παράλληλα με την προσωπική κατάρρευση του ήρωά του, ο Λόουρι σκιαγραφεί με ζωηρό και ανάγλυφο τρόπο τη σχεδόν γκροτέσκα ατμόσφαιρα των εορτασμών που αντανακλά τον πολιτισμικό πλούτο της χώρας, με το αλκοόλ να ρέει άφθονο στις cantinas, τις λιτανείες και τους χορούς, αλλά και τη μεξικάνικη διαφθορά. Στην πραγματικότητα και παρότι όλοι συνεχίζουν να τον αποκαλούν Πρόξενο, ο Φέρμιν παραιτήθηκε από το αξίωμά του μόλις το Ηνωμένο Βασίλειο και το Μεξικό διέρρηξαν τις διπλωματικές τους σχέσεις το 1938, με βασική αιτία την εθνικοποίηση των αποθεμάτων πετρελαίου της χώρας από τον αριστερό πρόεδρο Λάσαρο Κάρδενας. Τα μέλη της Εθνικής Συναρχιστικής Ένωσης βρίσκουν το τηλεγράφημα του Χιου, εκλαμβάνουν λανθασμένα τον Πρόξενο για κατάσκοπο και υποστηρικτή του αντιφασισμού και τον σκοτώνουν· πρόκειται για παραστρατιωτική ομάδα οπαδών του Μεξικανικού Φασιστικού Κινήματος που εναντιώθηκε στις αρχές της Επανάστασης του 1911 και υποστήριζε τις ευρωπαϊκές φασιστικές δικτατορίες. Παρότι η τελική μορφή του έργου δημοσιεύτηκε μετά τη λήξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, είναι έκδηλη η ανησυχία του συγγραφέα για τη γενικευμένη ηθική κατάπτωση που προηγήθηκε και εν μέρει οδήγησε σε αυτόν.

Θα υποτιμούσαμε τον Λόουρι και τη δύναμη της πένας του αν παραμέναμε στο πρώτο επίπεδο ερμηνείας του κειμένου και υποστηρίζαμε πως πρόκειται απλώς για ένα πεζογράφημα με θέμα τον αλκοολισμό. Ειδικά όταν έχουμε να κάνουμε με ένα διαχρονικό έργο για τις υπαρξιακές επιλογές και τις συνέπειές τους, με μια θρησκευτική και συμβολική αλληγορία, με ένα καλοσκηνοθετημένο κοινωνικοπολιτικό σχόλιο για τις δύσκολες συνθήκες σε παγκόσμιο επίπεδο (Ισπανικός Εμφύλιος, Ιαπωνικός Πόλεμος) και, κυρίως, για το φάντασμα του φασισμού που είχε εξαπλωθεί στην Ευρώπη και άγγιζε και την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, για ένα λογοτέχνημα που βρίθει πολιτικών και ιστορικών συνδηλώσεων και που συνομιλεί δημιουργικά με το μύθο και τη μεταφυσική (αναφορές στην Καμπάλα, την ελληνική και τη σκανδιναβική μυθολογία) και τη λογοτεχνία (αναφορές, φράσεις, στίχοι ποιημάτων αλλά και ολόκληρα αποσπάσματα από έργα άλλων συγγραφέων εμπλουτίζουν το κείμενο του Λόουρι, συχνά δίχως την αναγνώριση της πατρότητάς τους) για να επισημάνω μερικές μόνο από τις βασικές διαστάσεις του έργου.

Στον Όσκαρ Ουάιλντ με το πνευματώδες και ενίοτε φλεγματικό χιούμορ αποδίδεται το γνωμικό: «Αν δεν βρίσκεις απόλαυση στο να διαβάσεις ένα βιβλίο ξανά και ξανά, δεν υπήρχε λόγος να το διαβάσεις καν». Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες είχε δηλώσει πως το αριστούργημα του Λόουρι ήταν το μυθιστόρημα που είχε ξαναδιαβάσει περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο στη ζωή του. Η συντριπτική πλειονότητα των κριτικών και των αναγνωστών του έργου συγκλίνουν στην άποψη πως πρόκειται για ένα έργο πυκνό, μεστό και πολύπλευρο, που αξίζει να διαβαστεί πολλές φορές, τόσο για την απόλαυση της ανάγνωσης όσο και για την ανακάλυψη των πολλαπλών επιπέδων ερμηνείας του. Πράγματι, όπως συμβαίνει με τα αριστουργήματα, «χρειάζεται» μια δεύτερη και γιατί όχι και τρίτη ανάγνωση, μια και η πρώτη μόλις και μετά βίας θα ξύσει την επιφάνεια αυτού του τόσο πλούσιου σε νοήματα και σύμβολα[11] έργου ζωής. Ενδεχομένως τη δεύτερη και την τρίτη φορά που ο αναγνώστης θα πιάσει το βιβλίο στα χέρια του να μη συγκλονιστεί όπως την πρώτη ή να τον ξενίσουν στοιχεία που δεν πρόσεξε αρχικά και μοιάζουν παράταιρα, όπως το ότι οι ήρωες μιλούν στα αγγλικά «πετώντας» συχνά πυκνά φράσεις στα ισπανικά – το πιθανότερο είναι πως πολλοί από αυτούς θα επικοινωνούσαν μεταξύ τους αποκλειστικά στα ισπανικά. Επιστρέφοντας στο κείμενο ο αναγνώστης θα εστιάσει αναπόφευκτα σε διαφορετικά σημεία του αφηγήματος και θα εισέλθει σε άλλα αναγνωστικά βάθη· και αυτό από μόνο του συνιστά μια από τις μεγαλύτερες απολαύσεις της ανάγνωσης.

 

Ταξίδι ενηλικίωσης

Δυο μήνες μετά την έκδοση της νέας μετάφρασης του γνωστότερου έργου του Λόουρι, κυκλοφόρησε  στα ελληνικά, και αυτό από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση Κατερίνας Σχινά, το πρώτο έργο του συγγραφέα, το επίσης ημι-αυτοβιογραφικό[12] Ουλτραμαρίν. Την άνοιξη αναμένεται η έκδοση της αμιγώς αυτοβιογραφικής νουβέλας Πέτρα της Κόλασης (Lunar Caustic, 1963 στα γαλλικά, 1968 στα αγγλικά). Πρόκειται για τον απολογισμό του προσωπικού ναυαγίου ενός ακόμη alter-ego του Λόουρι, του Μπιλ Πλανταγενέτη, και για ένα έργο το οποίο, σε αντίθεση με τα άλλα δυο, κυκλοφόρησε μετά το θάνατο του συγγραφέα και αποτελεί σύνθεση δυο χειρόγραφων εκδοχών του έργου, με φροντίδα της χήρας και επιμελήτριας του συγγραφέα, Margerie, και του ποιητή Earle Birney. Στη συνέχεια θα κυκλοφορήσουν, όλα από την ίδια μεταφράστρια και τον ίδιο εκδοτικό οίκο, και άλλα μεταθανάτια έργα του Λόουρι: Το μονοπάτι της βρύσης (The Forest Path to the Spring [1961], που είχε κυκλοφορήσει στα ελληνικά το 1968 από τις εκδόσεις Κέδρος σε μετάφραση Στρατή Τσίρκα) και το In Ballast to the White Sea που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 2014. Έτσι, ο έλληνας αναγνώστης θα έχει επιτέλους την ευκαιρία να εντρυφήσει στο σύνολο σχεδόν της πεζογραφίας του Λόουρι μέσα από προσεγμένες, σύγχρονες μεταφράσεις και να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι γιατί οι μελετητές του έργου του καταλήγουν στο συμπέρασμα πως πολλά από τα μυθιστορήματα και τις νουβέλες του αποτελούν παραλλαγές του ίδιου θέματος.

Όπως συνέβη και με το Κάτω από το ηφαίστειο, ο Λόουρι δούλευε για καιρό στο Ουλτραμαρίν με τις επεξεργασμένες εκδοχές να διαδέχονται η μια την άλλη: και σε αυτή την περίπτωση βάση του έργου αποτέλεσε ένα διήγημά του, το οποίο σε συνδυασμό με ένα άλλο σύντομο πεζό του κατέληξε να πάρει τη μορφή μυθιστορήματος. Για τη συγγραφή αμφοτέρων άντλησε υλικό από την πρώτη του εμπειρία ως ναυτικός, όταν μπάρκαρε σε ηλικία δεκαοκτώ ετών το 1927. Απόγονος μιας ευκατάστατης οικογένειας, ο Ντέινα Χίλιοτ, πραγματοποιεί το παρθενικό του ταξίδι ως ναυτικός με τον Οιδίποδα Τύραννο (το πλοίο που μεταφέρει τον Χιου στο Κάτω από το ηφαίστειο[13]) με προορισμό την Άπω Ανατολή. Εμφανώς επηρεασμένος από τα πρώτα θεατρικά έργα του Ευγένιου Ο’Νηλ, ο Λόουρι ξεκίνησε με βάση τις σημειώσεις από το παρθενικό του ταξίδι να δουλεύει το έργο ενόσω φοιτούσε στο Christ’s College του Cambridge – η εκεί εμπειρία του σημαδεύτηκε από την αυτοκτονία ενός συμφοιτητή του ο οποίος ήταν ερωτευμένος μαζί του και, έκτοτε, το στοιχείο της ομοφυλοφιλίας θα τοποθετηθεί άλλοτε σε λιγότερο κι άλλοτε σε περισσότερο εμφανή θέση σε αρκετά από τα έργα του. Γόνος μιας πλούσιας οικογένειας και ο ίδιος, συστηματικός πότης από την τρυφερή ηλικία των δεκατεσσάρων ετών, ο ατίθασος Λόουρι αρνήθηκε να αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση και προτίμησε την περιπέτεια και την πραγματοποίηση του ονείρου του να ταξιδεύει. Μάλιστα, σαν τον ήρωά του, ο συγγραφέας έφτασε στην αποβάθρα με την οικογενειακή λιμουζίνα προκαλώντας τον χλευασμό των συναδέλφων του.

Κεντρική θεματική του έργου είναι η αναζήτηση ταυτότητας. Όπως πολλοί από τους ήρωες του Τζόζεφ Κόνραντ, του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, του Πολ Φρέντερικ Μπόουλς, ο πρωταγωνιστής του Λόουρι αισθάνεται την ανάγκη να μάθει περισσότερα για τη ζωή, τον εαυτό του, να εξερευνήσει τον κόσμο και να κατανοήσει καλύτερα τι υπάρχει εκεί έξω. Ο Ντέινα προσπαθεί να ταιριάξει με τους συντρόφους του που τον αντιμετωπίζουν με καχυποψία, να κερδίσει την έγκρισή τους και να εισαχθεί στον κόσμο των ανδρών, ακόμη κι όταν αυτό περιλαμβάνει την επίσκεψη σε οίκους ανοχής (ο φόβος για τα αφροδίσια νοσήματα είναι διάχυτος στο έργο) και την προδοσία της μνηστής του, Τζάνετ, που του στέλνει επιστολές από την πατρίδα και με την οποία είναι βαθιά ερωτευμένος. Τον αναγνώστη θα προβληματίσει από τη μία πλευρά η επιθυμία του Ντέινα να ενταχθεί στην παρέα του πληρώματος και από την άλλη η απροθυμία και αδυναμία του να κοπιάσει πραγματικά, σε συνδυασμό με την αναπόληση της Τζάνετ και τον διακαή πόθο του να βρεθεί στο πλευρό της. Στα μάτια των μελών του πληρώματος του ο Ντέινα είναι ένας ξένος, μέλος μιας άλλης κοινωνικής τάξης, που κάνει το κέφι του και δεν έχει ανάγκη να εργαστεί για να επιβιώσει. Τον ειρωνεύονται και τον περιθωριοποιούν ώς τη στιγμή που θα αποφασίσει να ακολουθήσει τις συνήθειές τους στη στεριά, αλλά και να συγκρουστεί με τον Άντυ, τον σκωτσέζο μάγειρα, που ήταν επιθετικός απέναντί του από την πρώτη στιγμή. Οι δυο τους τελικά «γίνονται φίλοι», ο Ντέινα δέχεται να εργαστεί ως θερμαστής αντικαθιστώντας έναν ασθενή συνάδελφό του και, καθώς η τελετή μύησής του στον κόσμο των ενηλίκων ολοκληρώνεται, διαβάζει το τελευταίο γράμμα της Τζάνετ και συνειδητοποιεί πως άδικα μέχρι τώρα θεωρούσε εαυτόν κατώτερο των ναυτικών.

Παρότι το μυθιστόρημα εκδόθηκε το 1933, αρκετά χρόνια πριν από το Κάτω από το ηφαίστειο, το Ουλτραμαρίν είναι δείγμα γραφής που προοικονομεί την ένδοξη πορεία του δημιουργού του στην τέχνη της συγγραφής. Κοινωνική αποδοχή, μοναξιά, αρρενωπότητα, ταξικές διακρίσεις, περιπλάνηση, ταξίδι και σεξουαλικότητα αναμειγνύονται με τρόπο απόλυτα φυσικό και αληθοφανή. Ο αναγνώστης γρήγορα διαπιστώνει πως ακόμη και σε αυτό το τόσο πρώιμο έργο η εξαίσια εικονοποιία και η γλωσσική δεξιοτεχνία χαρακτηρίζουν τη γραφή του Λόουρι, ενώ σίγουρα θα εκτιμήσει τον αριστοτεχνικό τρόπο με τον οποίο θίγει το θέμα των κοινωνικών ανισοτήτων και προκαταλήψεων και διαφόρων ηθικών διλημμάτων, με αποκορύφωμα την «προδοσία» του έρωτα για χάρη των απολαύσεων της σάρκας. Ο Λόουρι είχε το ταλέντο να εισαγάγει τον αναγνώστη στην καρδιά της ιστορίας με το χαρακτηριστικά δικό του στυλ γραφής που στηρίζεται κυρίως στη ροή συνείδησης και τις αναδρομές στο παρελθόν.[14] Η αξιοποίηση αυτών των τεχνικών δίνει στον συγγραφέα τη δυνατότητα να αποτυπώσει με ανάγλυφο σχεδόν τρόπο τη συνθήκη ασταθούς ισορροπίας στην οποία βρίσκεται διαρκώς ο Ντέινα, καθώς και την αίσθηση έλλειψης οποιασδήποτε σταθεράς στη ζωή του (με εξαίρεση την αγάπη για την αρραβωνιαστικιά του), παράλληλα με την αίσθηση ρευστότητας που προκαλεί το μοτίβο ανάμειξης της μνήμης με την επιθυμία που κυριαρχεί στις μέρες του στο κατάστρωμα. Η αφήγηση εναλλάσσεται μεταξύ των εσωτερικών, διερευνητικών μονολόγων του Ντέινα (άλλοτε τριτοπρόσωπων, άλλοτε πρωτοπρόσωπων) και αλληλεπικαλυπτόμενων συζητήσεων μεταξύ των μελών του πληρώματος. Ο συγγραφέας αποδίδει άψογα την πολυποίκιλη αργκό των ναυτικών, τις μεταξύ τους πλάκες και διαμάχες και, συνάμα, η λυρικότητα και η ποιητικότητα ορισμένων περιγραφών και των αναστοχασμών στους οποίους συχνά προβαίνει ο κεντρικός ήρωας φέρνουν αναπόφευκτα στον νου το ύφος και τη φιλοσοφική αύρα του magnum opus του.

Το πιθανότερο είναι πως η ανάγνωση αυτής της ενδιαφέρουσας ιστορίας μαθητείας και εισαγωγής στον κόσμο των ενηλίκων για τους περισσότερους έπεται της ανάγνωσης του Κάτω από το ηφαίστειο καθιστώντας τη μεταξύ τους σύγκριση μάλλον αναπόφευκτη. Είναι το Ουλτραμαρίν ισάξιο του Κάτω από το ηφαίστειο; Ασφαλώς και όχι. Το Κάτω από το ηφαίστειο δικαιολογημένα επισκίασε όλα τα άλλα έργα του Λόουρι, ενώ το Ουλτραμαρίν φέρει αρκετές από τις αδυναμίες των πρωτόλειων μυθιστορημάτων, παρότι δεν ήταν το πρώτο πεζό του κείμενο και παρότι το βελτίωνε για καιρό. Αξίζει, τότε, το εισιτήριο επιβίβασης στον Οιδίποδα Τύραννο του Ουλτραμαρίν; Μέχρι τελευταίας δεκάρας.

 

[1] Υπό μία έννοια ο Λόουρι πλάθει τον Χιου κατ’ εικόνα του Τζορτζ Όργουελ, του Ώντεν (W. H. Auden) και άλλων Ά

άγγλων μυθιστοριογράφων και ποιητών της γενιάς του που έσπευσαν στην Ισπανία για να πολεμήσουν στο πλευρό των Δημοκρατικών και κατέγραψαν τις τρομακτικές συνέπειες της επικράτησης του φασισμού.

[2] Όπως εξηγεί ο ίδιος ο Λόουρι στην επιστολή του προς τον εκδότη του, αρνούμενος να μειώσει τον αριθμό των κεφαλαίων όπως του είχε υποδείξει, η δομή των 12 κεφαλαίων είναι σημαντική, καθώς αντιπροσωπεύει τις 12 ώρες της ημέρας που διαρκεί η ιστορία του και τους 12 μήνες του προηγούμενου έτους στο οποίο κάνουν αναδρομές οι ήρωές του. Βλ. και σελ. 19 του Προλόγου της ελληνικής έκδοσης.

[3] Στο άρθρο του Dale Edmonds, “Mescallusions or the Drinking Man’s Under the Volcano”, Journal of Modern Literature 6/2 (1977) 277-288, περιλαμβάνεται πίνακας στον οποίο καταγράφονται όλα τα ποτά που καταναλώνει τις τελευταίες δώδεκα ώρες της ζωής του ο Πρόξενος, τα αίτια που τον ωθούν να καταναλώσει το κάθε ποτήρι και το είδος του ποτού.

[4] «Είμαι ευγνώμων που ήμουν παρούσα καθώς γεννιόταν ένα τέτοιο μνημειώδες έργο», γράφει απολογιστικά η Jan Gabriel, Inside the volcano: my life with Malcolm Lowry, Macmillan, London 2010 (2000), σελ. 198. Ήταν μια γνωριμία που ξεκίνησε σχεδόν αδιάφορα για να κλείσει τραυματικά. Όπως καταλήγει (σελ. 199), «Φώτισε πολλές ζωές, έφτιαξε ένα αριστούργημα και πέθανε νεότατος. Μοιραστήκαμε μερικά όνειρα, μερικά χρόνια και τη νεότητά μας. Αυτά τα χαρίσαμε ο ένας στον άλλον».

[5] Το διήγημα έχει δημοσιευθεί και σε ειδικό τεύχος Μπορεί κανείς να το διαβάσει στο πρωτότυπο: Malcom Lowry, “Under the Volcano”, Prairie Schooner 37/4 (1963/64, Malcom Lowry Issue) 284-300. Το χειρόγραφο του 1940 κυκλοφορεί με τον τίτλο The 1940 Under the Volcano. A Critical Edition, επιμ.-εισαγωγή Miguel Mota & Paul Tiessen, University of Ottawa Press, Ottawa 2015.

[6] Sherrill E. Grace, The Voyage that never ends: Malcom Lowry’s fiction, University οf British Columbia Press, Vancouver, 1982, σελ. 34.

[7] Όπως, ίσως καθ’ υπερβολήν, έγραψε ο κατεξοχήν βιογράφος του, ο Λόουρι είναι «ένας σπουδαίος συγγραφέας που συνέβη να έχει γράψει μόνο ένα σπουδαίο βιβλίο». Douglas Day, Malcolm Lowry: A Biography, Oxford University Press, New York 1973, σελ. 471.

[8] Η μελέτη του Nigel H. Foxcroft, The Kaleidoscopic Vision of Malcolm Lowry: Souls and Shamans, Lexington Books, Lanham 2019, συζητά τον μοντερνισμό του Lowry και τις διασυνδέσεις σε όλο το έργο του διάφορων πολιτισμών, σκιαγραφώντας έτσι το ιστορικό, γεωγραφικό και ψυχικό υπόβαθρο του, ετερογενές και μεταβαλλόμενο.

[9] Ειδικά για την ενδιαφέρουσα παρουσία της ελληνικής μυθολογίας στο μυθιστόρημα, βλ. David Markson, “Myth in Under the Volcano”, Prairie Schooner 37/4 (1963/64) 339-346.

[10] Η βιογραφία του Ντέι (βλ. σημ. 7) είναι η πληρέστερη. Εύχρηστο είναι το συνοπτικό βιβλίο του Tony Bareham, Malcolm Lowry, Macmillan, Hampshire 1989.

[11] Για την ιδιαίτερα πλούσια παρουσία συμβόλων στο μυθιστόρημα έχουν γραφτεί πολλά. Ενδιαφέρουσα και κατατοπιστική είναι η σύνοψη που επιχειρεί ο Patrick A. McCarthy, “Lowry's Forest of Symbols: Reading in Under the Volcano”, Journal of Modern Literature 19/1 (1994) 55-72.

[12] Βλ. και Elizabeth D. Rankin, “Beyond Autobiography: Art and Life in Malcolm Lowry's Ultramarine”, Studies in Canadian Literature 6/1 (1981) 53-64.

[13] Όπως σημειώνει η Margerie Lowry, αρχικά το όνομα του πλοίου ήταν Nawab αλλά μετά την κυκλοφορία του Κάτω από το ηφαίστειο ο Lowry το μετέτρεψε σε Οιδίποδα Tύραννο – με αυτή τη μικρή λεπτομέρεια τα δυο βιβλία «επικοινωνούν». Βλ. Margerie Lowry, “Introductory Note”, Ultramarine, Overlook, New York 2005, σελ. 5-8.

[14] Για τις τεχνικές αφήγησης στο μυθιστόρημα, βλ. και Abhinav Chauhan, “Narrative Technique in Malcolm Lowry’s Ultramarine”, International Journal of Research and Analytical Reviews 5/4 (2018) 18-21.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.