Συχνά ανακαλούμε το περίφημο απόφθεγμα του Βίσμαρκ για τους νόμους και τα λουκάνικα, αποτυπώνοντας γλαφυρά την υποψία μας για την ποιότητα της νομοπαραγωγικής διαδικασίας και τις (παρα)πολιτικές ή παρασκηνιακές δυνάμεις που υπονομεύουν την καθολικότητα του δικαίου. Εξάλλου, τα όρια νόμου και πολιτικής δεν είναι στεγανά. Ανάμεσα στα δύο πεδία ανακύπτει μια διαρκής ένταση, η οποία στο σύγχρονο Κράτος Δικαίου καταλαμβάνει την προβληματική της καλής νομοθέτησης, δηλαδή την υπαγωγή του νομοθέτη σε κριτήρια ορθολογικού σχεδιασμού, με την έννοια της προβλεψιμότητας, της αποτελεσματικότητας και της αιτιολογίας της ρύθμισης. Έτσι αναδύεται ένα νέο ερευνητικό και διεπιστημονικό αντικείμενο, που συναρμόζει τις θεμελιώδεις αρχές του συνταγματικού δικαίου με τον θεσμικό σχεδιασμό και την τέχνη της νομοθέτησης[1].
Υπό την επίδραση των αλλεπάλληλων κρίσεων, το Κοινοβούλιο έχει βρεθεί στο στόχαστρο του κριτικού λόγου, με την έμφαση να δίνεται στις δικαστικά ανέλεγκτες εσωτερικές του διαδικασίες (interna corporis)[2] ή στην κατάχρηση των διαδικασιών του επείγοντος και του κατεπείγοντος και τη fast-track νομοθέτηση με τις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου[3]. Η υπερτροφία της εκτελεστικής εξουσίας έχει συμβάλει στην αποδυνάμωση της αναπαράστασης του νόμου, ο οποίος ανάγεται στη συγκυριακή ή ιδιοτελή σύλληψη των κυβερνώντων, παρά στη γενική βούληση. Παράλληλα, η πραγματικότητα του δικαίου αποδεικνύεται αμείλικτη: η πληθώρα των πηγών του και η μοιραία εκνομίκευση της κοινωνικής μας συμβίωσης, ειδικά σε περιόδους έντασης, απολήγουν στην προσφιλή στους κυβερνώντες υποκατάσταση των δημόσιων πολιτικών (public policies) από τους νόμους. Ο νέος ρόλος του κράτους, ρυθμιστικός και επιτελικός, προσανατολισμένος στην επίτευξη σκοπών υπαρξιακής σημασίας, όπως η αποτροπή της άτακτης χρεοκοπίας στην οικονομική κρίση και της κατάρρευσης του ΕΣΥ στην πανδημία, δεν συνιστά πρόκληση μόνον ως προς την ιδεολογική ή την πολιτική στόχευση των νόμων. Αναδιατάσσει, ενόψει της σύνθετης φύσης της κρατικής αποστολής, το ρόλο του νομοθέτη, όπως και των άλλων οργάνων του Κράτους. O βαθμός της τεχνοκρατικής επάρκειας και εξειδίκευσης, σε συνδυασμό με το πολύπλευρο αντικείμενο της πολιτικής, επικαιροποιεί τη θέση της κανονιστικώς δρώσης διοίκησης και του νομοθέτη. Η αρμοδιότητά τους υπόκειται σε αυξημένες γνωστικές προϋποθέσεις και, σε ένα βαθμό, θέλοντας και μη, από-πολιτικοποιείται. Σε αυτό το δυναμικό και αβέβαιο περιβάλλον εγγράφεται η βιβλιογραφία των τελευταίων ετών πάνω σε ζητήματα σχεδιασμού και εφαρμογής της (κυβερνητικής) νομοθετικής πρωτοβουλίας ή της αρχιτεκτονικής του επιτελικού Κράτους[4].
Στο τελευταίο βιβλίο του Παναγιώτη Μαντζούφα, η ολιστική και συνάμα αναλυτική προσέγγιση της καλής νομοθέτησης πραγματεύεται με ενάργεια και σε βάθος την πρόσληψη και την ερμηνεία αφενός της έννοιας και της ιστορίας της, μέσα από τη γενεαλογία και την κριτική περιγραφή του ζητήματος, όπως αυτό προκύπτει στο δικαιοκρατικό συγκείμενο, αφετέρου των μεθοδολογικών αρχών και των δικαιοπολιτικών αξιών που υποστηρίζουν την εφαρμογή της. Πρόκειται για έργο αναφοράς που συγκροτεί, εντοπίζει και συνθέτει το επιχείρημα, ανατρέχοντας σε συναφή γνωστικά αντικείμενα, ενώ διατηρεί τον δογματικό του κορμό στο συνταγματικό και το δημόσιο δίκαιο, για να καταλήξει, υπηρετώντας εκτός από τη θεωρία και την πράξη, σε στοχευμένες και ρεαλιστικές προτάσεις συνταγματικής και νομοθετικής πολιτικής.
Ένας νέος θαυμαστός κόσμος
Όπως παρατηρεί ο συγγραφέας, το όψιμο ενδιαφέρον για τη νομοθετική θεωρία ή επιστήμη απορρέει «από τη διαπίστωση ότι τα προβλήματα που συνδέονται με τη θέσπιση του ορθού δικαίου είναι διαφορετικής φύσεως από τα προβλήματα που συνδέονται με την εφαρμογή του δικαίου». Παρά ταύτα, σύμφωνα με τον ίδιο, το μεθοδολογικό υπόβαθρο που συνδέει τις δύο φάσεις του νόμου παραμένει κοινό, διότι οι αρχές και οι αξίες που διέπουν τη δράση του νομοθέτη δεν συρρικνώνονται στον εμπειρισμό, καθώς αναφέρονται στην αιτιολογία και τα γνωστικά περιθώρια συναίνεσης στη νομοθετική επιλογή. Ο ορθός νόμος, ο οποίος θα σχεδιαστεί και θα κριθεί, πρέπει να αναδειχθεί μέσα από ένα φάσμα θεμιτών, ορθολογικών και δικαιολογήσιμων επιλογών του νομοθέτη. Δεν εξαντλείται τελικά στην ανεύρεση μιας και μόνης ορθής απάντησης, αλλά της ευρύτερης και πλουραλιστικής δυνατότητας θεμελίωσής του. Η δεδομένη απροσδιοριστία της πραγματικότητας είναι αυτή που δίνει στα όργανα του δικαίου την ευχέρεια να αιτιολογούν και από αυτή την άποψη η καλή νομοθέτηση παραπέμπει σε θεωρίες επιχειρηματολογικές και διυποκειμενικές[5] και λιγότερο σε ουσιοκρατικές ή ηθικοπολιτικές θέσεις περί αντικειμενικότητας των αξιών και των λόγων του πράττειν, δίχως ωστόσο να τις παραγνωρίζει[6]. Κοντολογίς, η νομοθετική θεωρία υποδηλώνει καταρχήν την προσήλωση στο θετικιστικό αξίωμα της διάκρισης του ορθού έναντι του αγαθού.
Τα ερείσματα του νέου ερευνητικού πεδίου ανάγονται λιγότερο στη δογματική περιέργεια και περισσότερο στις δυσλειτουργίες της νομοθετικής εξουσίας. Το τρίπτυχο πολυνομίας, ενίσχυσης της εκτελεστικής εξουσίας και κανονιστικής απορρύθμισης (με τη συνύπαρξη πολλών και διαφορετικών κανόνων, από τους ανώτερους σε ισχύ μέχρι τους κώδικες δεοντολογίας, τις ερμηνευτικές εγκυκλίους και το soft law) διαμορφώνει ένα απαιτητικό, σύμφωνα με τις επιταγές της εποχής μας, και ενίοτε αντιφατικό σύμπαν. Η νομοθετική και η εκτελεστική λειτουργία –που σχεδιάζει, ας μην το αμελούμε, τους νόμους– υποκύπτει σε έναν ασυγκράτητο, ειδικά στο ελληνικό παράδειγμα, νομικισμό. Η επίκληση, από την άλλη, των συνταγματικών αρχών για την ποιότητα των νόμων παραπέμπει στην ασφάλεια και τη βεβαιότητα του δικαίου και λειτουργεί ως μια αυτοτελής, έναντι της πολιτικής ταυτότητας του νόμου, συνθήκη. Όσο πιο πολλούς νόμους ψηφίζουμε, τόσο πιο επιμελείς οφείλουμε να αποδειχθούμε στην τεκμηρίωση και το design τους.
Διαφορετικά, όπως μας προειδοποιεί ο Παναγιώτης Μαντζούφας, ενδίδουμε στην παθολογία της κακονομίας, την άλλη όψη της αναπόφευκτης πολυνομίας, την «υστερόβουλη ή αμελέτητη μικρονομοθεσία, η οποία συνήθως, αντί να περιορίζει, αυξάνει τα νομοθετικά κενά». Λεπτομερειακοί νόμοι, ρυθμίσεις που ανατρέπουν την ιεραρχία των κανόνων δικαίου και η έλλειψη συντονισμού μεταξύ των κρατικών οργάνων οδηγούν στην «κακή νομοθέτηση», στην απώλεια εμπιστοσύνης συνολικά προς το κράτος και την αποδυνάμωση του νόμου. Ταυτόχρονα, η κακονομία υπονομεύει την αναπτυξιακή προοπτική της πολιτείας, επειδή λειτουργεί αποθαρρυντικά για τις επενδύσεις και την επιχειρηματική δράση, συντελεί στην καθυστέρηση της απονομής της δικαιοσύνης και επιφέρει σημαντικό κόστος στις συναλλαγές. Για αυτό και το αίτημα της καλής νομοθέτησης αποκτά στη συγκυρία των τελευταίων ετών κρίσιμη σημασία για τη μεταρρυθμιστική ορμή του ελληνικού κράτους. Η πλούσια περιπτωσιολογία και ιστορία της κακής εφαρμογής ή και της αδράνειας των νόμων στην Ελλάδα που προσφέρει η μελέτη, από την πολυβασανισμένη χωροταξία-πολεοδομία και τη δασική νομοθεσία έως τις θολές σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας ή ακόμη και τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, φέρνει στην επιφάνεια την πρακτική διάσταση του ποιοτικού ελλείμματος της νομοθέτησης. Έτσι θρέφεται η γραφειοκρατία και εκκολάπτεται, πίσω από τις δαιδαλώδεις ρυθμίσεις, η διαφθορά, πέρα από την αναποτελεσματικότητα στη δημόσια διοίκηση. Συνοπτικά, η κακονομία είναι σαν το υγρό που διαβρώνει την κρατική μηχανή, διότι αναπαράγει διαρκώς την κακοδιοίκηση, με το υψηλό κόστος που αυτή συνεπάγεται για τον πολίτη. Και όπως εύστοχα σημειώνει ο συγγραφέας, δεν έγκειται στο Σύνταγμα να την αποτρέψει, αλλά σε μια σειρά από πρόσφορες νομοθετικές παρεμβάσεις και, το σημαντικότερο, πρακτικές.
Κανονιστικές και θεσμικές εγγυήσεις
Ο συγγραφέας αφιερώνει σημαντική έκταση της μελέτης του στην καταγραφή και στην αποτίμηση των θεσμών και των διαδικασιών που λειτουργούν ως εγγυήσεις καλής νομοθέτησης στην ελληνική έννομη τάξη, από την προ-κοινοβουλευτική διαδικασία, δηλαδή την τεχνική προετοιμασία των νομοσχεδίων και των κανονιστικών διοικητικών πράξεων μέχρι την αίθουσα του Κοινοβουλίου και την ψήφιση των νόμων. Στο πανόραμα αυτό αναδεικνύεται η σημασία της τεχνικής αρτιότητας, της αιτιολογίας, της αναγκαιότητας και της λυσιτέλειας των ρυθμίσεων σε όλα τα στάδια επεξεργασίας τους (π.χ. στις νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, τη Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης, την ΚΕΝΕ και την Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής), καθώς και η προϋπόθεση της ορθής ένταξής τους στην πυραμίδα του δικαίου, ώστε να μην προκύπτουν, ως συνήθως, ζητήματα εξουσιοδότησης και ανεπίτρεπτης υποκατάστασης της νομοθετικής από την εκτελεστική εξουσία. Τα διάφορα συνοδευτικά έγγραφα του νόμου, όπως η αιτιολογική έκθεση ή η ανάλυση συνεπειών, η έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου και της διαβούλευσης, δεν πρέπει να εκπίπτουν σε τυπικά στοιχεία που καταλήγουν σε γραφειοκρατικά βάρη. Αντιθέτως, συνιστούν ουσιαστικές εγγυήσεις του έξυπνου σχεδιασμού του νόμου. Ύστερα από την αποτυχημένη στην πράξη νομοθετική κατοχύρωση των αρχών ρυθμιστικής διακυβέρνησης με το ν. 4048/2012, η καλή νομοθέτηση επανέρχεται και συνιστά βασικό άξονα του επιτελικού κράτους και του ν. 4622/2019 (ο οποίος δεν περιλαμβάνεται στο βιβλίο, καθότι μεταγενέστερος). Ειδικότερα, η Γενική Γραμματεία Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων αναλαμβάνει την τελική επεξεργασία των νομοσχεδίων, πριν αυτά κατατεθούν στη Βουλή. Επίσης, μεριμνά για την έγκαιρη δημοσίευση κάθε νόμου ή κανονιστικής πράξης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συντονίζει κάθε δράση κωδικοποίησης και αναμόρφωσης του δικαίου, όπως και την εφαρμογή των αρχών της καλής νομοθέτησης και τις δράσεις για την καταπολέμηση της πολυνομίας και της κακονομίας, υποστηρίζει νομικά τον πρωθυπουργό, την προεδρία της κυβέρνησης και την κυβέρνηση, συνεργάζεται με τις υπηρεσίες της Βουλής για θέματα που άπτονται των σχέσεων κυβέρνησης-Βουλής και διενεργεί όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την εφαρμογή των διατάξεων περί δεοντολογίας και αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων για τα κυβερνητικά στελέχη[7]. Το 2020, η Γενική Γραμματεία Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων εξέδωσε ένα αναλυτικό και διεξοδικό εγχειρίδιο για την αναβάθμιση της ποιότητας της ρυθμιστικής διακυβέρνησης στην Ελλάδα, όπου και ενσωματώνονται οι σχετικές συνταγματικές και νομοθετικές επιταγές, καθώς και οι διεθνείς καλές πρακτικές της καλής νομοθέτησης[8]. Η στροφή και εστίαση του επιτελικού κράτους στον καλύτερο σχεδιασμό και προγραμματισμό και την επιτήρηση του κυβερνητικού έργου, με άξονα την προεδρία της κυβέρνησης, ως προς τα policies, περιλαμβάνει, σε πρώτο πλάνο, και την αναβάθμιση της νομοτεχνικής, με την κομβική λειτουργία της Γενικής Γραμματείας Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων, στην οποία έχει συσταθεί Γραφείο Καλής Νομοθέτησης.
Όμως, όπως υπογραμμίζει επί της αρχής ο Παναγιώτης Μαντζούφας, δεν είναι μόνο η προετοιμασία του νομοσχεδίου στους κυβερνητικούς διαδρόμους που διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο για την ποιότητα της νομοθέτησης. Σημαντικά ερωτήματα εγείρει και η κοινοβουλευτική διαδικασία της ψήφισης του νόμου. Η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής υποβοηθά ενεργά στην άσκηση του νομοθετικού έργου, με τον προληπτικό έλεγχο που διενεργεί και συμβάλλει στο μέτρο του δυνατού στην αποτροπή κακοτεχνιών και πρόδηλων αντισυνταγματικών ρυθμίσεων, όταν λαμβάνεται υπόψη από υπουργούς και βουλευτές. Στο επίκεντρο της νομοθετικής λειτουργίας, ωστόσο, ανακύπτουν ζητήματα που αφορούν στα interna corporis και την τήρηση των σχετικών με τη νομοθέτηση διατάξεων του Συντάγματος (άρθρα 70 επ.) και του Κανονισμού της Βουλής (άρθρα 84-123). Η αυτονομία της Βουλής μπορεί από τη μία να λειτουργεί ως εγγύηση που συνδέεται με τη δημοκρατική αρχή, αλλά από την άλλη εξωραΐζει τις παραβιάσεις συνταγματικών διατάξεων, όπως για παράδειγμα την παρεμβολή άσχετων διατάξεων/τροπολογιών με το κύριο αντικείμενο του νόμου. Σε αυτό το σημείο, ο συγγραφέας ασπάζεται την καθαρή δικαιοκρατική θέση περί δικαστικού ελέγχου των διαδικαστικών προϋποθέσεων που θέτει το Σύνταγμα με επιτακτική διατύπωση ή που συνάγονται ερμηνευτικά από αυτό, εφόσον οι προϋποθέσεις αυτές προκύπτουν από το κείμενο του νόμου και είναι ευθέως ελέγξιμες. Συναφώς, εισηγείται τη μη εισαγωγή του νόμου σε συζήτηση, όταν αυτός δεν έχει κύριο αντικείμενο, αλλά αποτελεί ένα πολυνομοσχέδιο με νομοθετική ύλη περισσοτέρων υπουργείων. Καθώς δε τα δικαστήρια δεν προχωρούν ερμηνευτικά στον συγκεκριμένο τύπο ελέγχου, σκόπιμη κρίνεται η σχετική αναθεώρηση του Συντάγματος, ώστε να αρθεί η επιφύλαξη. Στην ίδια κατεύθυνση, ο Παναγιώτης Μαντζούφας αξιοποιεί πορίσματα της πρόσφατης νομολογίας, ιδίως της οικονομικής κρίσης, με αιχμή τον αυστηρότερο έλεγχο της αιτιολογίας του νόμου, όπως η απαίτηση αναλογιστικών μελετών στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλισης.
Η διαδικασία ως ουσία της δημοκρατίας
Αρκεί να διατρέξει κανείς την τελευταία ενότητα του βιβλίου του Παναγιώτη Μαντζούφα, στην οποία επεξεργάζεται τα πλούσια εμπειρικά δεδομένα μελετών πολιτικής και διοικητικής επιστήμης (ιδίως την περίοδο 2001-2016), για να διαπιστώσει το εύρος και τη διαχρονία της πολυνομίας και της κακονομίας. Προσφυώς, ο συγγραφέας εντάσσει την καλή νομοθέτηση σε μια «μέτα» αντίληψη της νομοθεσίας που υπερβαίνει τη φωτογραφία της στιγμής ή τα επιμέρους συμφέροντα ή βέβαια την πολιτική εργαλειοποίηση των κανόνων. Στις πρακτικές και τις αρχές της καλής νομοθέτησης στηρίζεται η διαδικαστική ορθότητα ως προϋπόθεση της ουσιαστικής, η τεχνική ως τέχνη της νομοθέτησης. Η ασφάλεια και η βεβαιότητα του δικαίου, η εμπεριστατωμένη αιτιολογία των κανόνων και η πρόβλεψη των συνεπειών τους, δεν μεταφράζονται σε ιδεολογικές εντολές, ούτε προκαλούν το πάθος της ισότητας, της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας. Δεν έχουν τη ρητορική γοητεία των πολιτικών συνθημάτων ή το δογματικό βάθος άλλων κατηγοριών του δημοσίου δικαίου. Στον δημόσιο λόγο, τα επιχειρήματα της σκοπιμότητας κατέχουν, όπως είναι λογικό, προνομιακή θέση και κατά καιρούς υπερβαίνουν τις διαδικαστικές ευαισθησίες. Μολαταύτα, στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, ο τύπος του νόμου δεν πρέπει ποτέ να υποτιμάται[9]. Αντιθέτως, η τήρηση της διαδικασίας εγγυάται τη βασική αρχή του πολιτικού μας συμβολαίου, τη δυνατότητα της συναίνεσης και της νόμιμης -και νομιμοποιημένης- εκφοράς του νομοθετικού λόγου[10]. Στην περίπτωση της καλής νομοθέτησης, αυτή εμπλουτίζεται με αρχές και τεχνικές, ώστε να εγγυηθεί το υψηλό ιδανικό, που εμπνέει και διατρέχει τη μελέτη του Παναγιώτη Μαντζούφα, δηλαδή την ποιότητα της δημοκρατίας μας.
[1] Βλ. τις μελέτες των Δ. Α. Σωτηρόπουλου-Λ. Χριστόπουλου, Πολυνομία και κακονομία στην Ελλάδα. Ένα σχέδιο για ένα καλύτερο και αποτελεσματικότερο κράτος, διαΝΕΟσις, 2017, Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι (επιμ.), Η καλή νομο-θέτηση ως αναγκαία προϋπόθεση μιας δίκαιης και αποτελεσματικής λειτουργίας της πολιτείας, Δημοσιεύματα Εργαστηρίου Μελέτης για τη Διαφάνεια, τη Διαφθορά και το Οικονομικό Έγκλημα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2018. Επίσης, Π. Καρκατσούλη, Η νομοθέτηση ως επιστήμη, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 1990.
[2] Γ. Γεραπετρίτης, Σύνταγμα και Βουλή, Νομική Βιβλιοθήκη, 2012.
[3] Βλ. ενδεικτικά Γ. Καραβοκύρη, Το Σύνταγμα και η κρίση, Κριτική, 2014, σελ. 140-165.
[4] Βλ. ιδίως Π. Δραμαλιώτη, Το επιτελικό κράτος, Ρυθμιστική συνοχή και συντονισμός στο κέντρο διακυβέρνησης, Παπαζήση, 2021, Μ. Χατζηπαναγιώτου, Το επιτελικό κράτος. Συνταγματική διαρρύθμιση και συνέπειες του Ν. 4622/2019, Νομική Βιβλιοθήκη, 2021.
[5] Στη διαβουλευτική όψη της δημοκρατίας και στη διυποκειμενική θεώρηση του δικαίου, επικεντρώνεται η θεωρία του J. Habermas (κυρίως ως προς τις διαδικασίες). Η θεωρία της επικοινωνίας λειτουργεί ως μέσο εξορθολογισμού του στοιχείου της δύναμης στην κυριαρχία και ενισχύει τη δημοκρατία ως καθεστώς του (επικοινωνιακού) λόγου. Βλ. Σχετικά, J. Habermas, Théorie de l’agir communicationnel: rationalité de l’agir et rationalisation de la société, τ. 1, μετ. J.–L. Schlegel, Fayard, Paris, 1987, Morale et communication: conscience morale et activité communicationnelle, μετ. και εισ. C. Bouchindhomme, Champs - Flammarion, Paris, 1999 και ειδικότερα για το δίκαιο Ιδίου, Droit et démocratie: entre faits et normes, Essais, Gallimard, 1994.
[6] Εξ ου και στη μελέτη του, ο Παν. Μαντζούφας αντλεί θεωρητικά επιχειρήματα από το έργο του Π. Σούρλα, Νομοθετική θεωρία και νομική επιστήμη, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 1981.
[7] Βλ. Στ-Ι. Κουτνατζή, «Πώς και γιατί νομοθετούμε; Το επιτελικό κράτος στην πράξη», Τα Νέα, 8/2/2020, Γ. Καραβοκύρη, «Το επιτελικό Κράτος: κανόνας δικαίου και μεταρρυθμιστική πρόκληση», Πειραϊκή Νομολογία, 1/2020, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 14 (υποσημ. 13).
[8] Πρόκειται για το εγχειρίδιο νομοπαρασκευαστικής μεθοδολογίας, διαθέσιμο σε https://diavgeia.gov.gr/doc/60ΙΙ46ΜΓΨ7-ΡΕΗ?inline=true.
[9] Βλ. σχετικά H. Kelsen, La démocratie. Sa nature – Sa valeur, Dalloz, 2004. Ο Κelsen τονίζει ότι η μάχη για τον κοινοβουλευτισμό υπήρξε μια μάχη για την πολιτική ελευθερία. Η ουσία του κοινοβουλευτισμού έγκειται στο ότι είναι η «διαμόρφωση της διευθυντικής κρατικής βούλησης από ένα συλλογικό όργανο εκλεγμένο από το λαό στη βάση της καθολικής και εξισωτικής ψηφοφορίας, δηλαδή της δημοκρατικής, και το οποίο λαμβάνει τις αποφάσεις του κατά πλειοψηφίας», σελ. 33-34.
[10] Όπως το έχει αποδώσει ο Hobbes, “auctoritas et non veritas facit legem ».