Σύνδεση συνδρομητών

Ό,τι μας επιφυλάσσει το παρελθόν

Σάββατο, 23 Αυγούστου 2025 12:20
O αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος στο Παναθηναϊκό Στάδιο, στη διάρκεια των κιτς εορτών της Πολεμικής Αρετής των Ελλήνων, που διοργάνωνε η χούντα. Το δικτατορικό καθεστώς με τη συναίνεση του Ιερωνύμου Α´ επιχείρησε να μεταβάλει ριζικά τον τρόπο συγκρότησης της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, να μη σεβαστεί δηλαδή τη Συνοδική Πράξη του 1928, με αποτέλεσμα προβλήματα στη σχέση της Εκκλησίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και με το ελληνικό κράτος, τα οποία έγινε προσπάθεια να ρυθμιστούν με το Σύνταγμα του 1975.
Αρχείο The Books’ Journal
O αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος στο Παναθηναϊκό Στάδιο, στη διάρκεια των κιτς εορτών της Πολεμικής Αρετής των Ελλήνων, που διοργάνωνε η χούντα. Το δικτατορικό καθεστώς με τη συναίνεση του Ιερωνύμου Α´ επιχείρησε να μεταβάλει ριζικά τον τρόπο συγκρότησης της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, να μη σεβαστεί δηλαδή τη Συνοδική Πράξη του 1928, με αποτέλεσμα προβλήματα στη σχέση της Εκκλησίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και με το ελληνικό κράτος, τα οποία έγινε προσπάθεια να ρυθμιστούν με το Σύνταγμα του 1975.

Ιωάννης Μ. Κονιδάρης, Πολιτεία και Εκκλησία στην πράξη. Απάνθισμα άρθρων, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2024, 388 σελ.

Ο Ιωάννης Μ. Κονιδάρης συγκεντρώνει την αρθρογραφία του στο Βήμα για ζητήματα της Εκκλησίας, της εκκλησιαστικής κουλτούρας, για τη σχέση νομιμότητας και κανονικότητας ή για τα μεγάλα θέματα των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας καθώς και τα θέματα που συνδέονται με τη θρησκευτική ελευθερία. Μεταξύ άλλων, στο βιβλίο συζητιούνται τα μεγάλα γεωπολιτικά ζητήματα, η γεωπολιτική της Ορθοδοξίας, το ουκρανικό αυτοκέφαλο και, βεβαίως, η ύπαρξη δύο ορθοδοξιών, μιας ορθοδοξίας των δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και της ειρήνης και μιας ορθοδοξίας του αυταρχισμού και του πολέμου*. [ΤΒJ]

Ο Γιάννης Κονιδάρης είναι πρωτίστως φίλος και αγαπητός συνάδελφος, ομότεχνος, γιατί το Εκκλησιαστικό Δίκαιο τελεί πάντα σε μία σχέση συναλληλίας με το Συνταγματικό Δίκαιο. Αλλά είναι ο πρύτανης των ελλήνων ειδικών του Εκκλησιαστικού Δικαίου. Είναι ο πνευματικός πατέρας και μέντορας σημαντικών επιστημόνων στο πεδίο του Εκκλησιαστικού Δικαίου, διευθυντής πολλών διδακτορικών διατριβών, είναι ο κτήτωρ του σημαντικότερου περιοδικού του κλάδου, των Νομοκανονικών, είναι Άρχων του Οικουμενικού Πατριαρχείου (ως εκ τούτου προσφωνείται «Εντιμολογιώτατος», σε αντίθεση με εμάς τους ταπεινότερους που προσφωνούμαστε απλώς  «Ελλογιμώτατοι», και αυτό υπό επιφύλαξη) και, βεβαίως, κανοναρχεί σε όλα τα ζητήματα Εκκλησιαστικού Δικαίου και εκκλησιαστικής πολιτικής εδώ και πάρα πολλά χρόνια.

Πίσω από κάθε άρθρο, ολιγόλογο και εύστοχο, δημοσιευμένο στο Βήμα και στο Βήμα της Κυριακής, κρύβεται ένα πολύ μεγάλο βάθος μελέτης, ιστορικής, κανονολογικής, νομικής.  Άρα καθετί που λέγεται με έναν εκλαϊκευμένο, απλό και εύστοχο τρόπο υποστηρίζεται επιστημονικά με τουλάχιστον μία εκτενή δημοσίευση και ενδεχομένως με σειρά μονογραφιών. Ιδίως η σχέση νομιμότητας και κανονικότητας ή τα μεγάλα θέματα των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας καθώς και τα θέματα που συνδέονται με τη θρησκευτική ελευθερία. Το βιβλίο αυτό, κατά συνέπεια, είναι πολύ σημαντικό γιατί αποτελεί σύνοψη ενός μεγάλου, βαρυσήμαντου και κοπιώδους επιστημονικού έργου.

Το έργο του Γιάννη Κονιδάρη και γενικότερα το Εκκλησιαστικό Δίκαιο μας φέρνει αντιμέτωπους με μια φράση φαινομενικά παράδοξη, που έχει απασχολήσει και λογοτέχνες και φιλοσόφους: «Δεν ξέρουμε τι μας επιφυλάσσει το  παρελθόν».

Στο πεδίο του Εκκλησιαστικού Δικαίου πάντα προσπαθούμε να καταλάβουμε τι μας επιφυλάσσει το παρελθόν. Η Ιστορία. Το έχει διατυπώσει ο Μίλαν Κούντερα, το έλεγε ο ημέτερος Μάνος Ελευθερίου αλλά ως ζήτημα έχει απασχολήσει τους πάντες: τον Μπένγιαμιν, τον Χάιντεγκερ, τον Πωλ Ρικαίρ, τον Φουκώ. Ως εκ τούτου νομίζω ότι πρέπει να δώσουμε λίγη προσοχή στη φράση αυτή. Όλα εξηγούνται από την Ιστορία.

 

Σύνταγμα και Εκκλησία

Για να καταλάβουμε το σχήμα, πρέπει να απαντήσουμε σε ένα θεμελιώδες ερώτημα το οποίο το έχει αντιληφθεί ο Μακαριότατος παλαιόθεν. Τι είναι νομικά η Εκκλησία; Τι τη συμφέρει να είναι; Τη συμφέρει να είναι το υποκείμενο της θρησκευτικής ελευθερίας, το σημαντικότερο, το πιο μεγάλο, το πιο πολυπρόσωπο, το πιο καλά δικτυωμένο, αυτό που χειρίζεται στην πραγματικότητα το corpus mysticum, τον λαό ως λαό του Θεού, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας ως εκκλησία; Ή συμφέρει στην Εκκλησία να είναι το προνομιακό υποκείμενο της επικρατούσας θρησκείας; Δηλαδή συμφέρει στην εκκλησία να επικαλείται το άρθρο 3 ή το άρθρο 13;

Την κρίσιμη στιγμή της μεγάλης σύγκρουσης για το νόμο Τρίτση, η Εκκλησία σκέφτηκε ότι προστατεύεται όταν επικαλείται τη θρησκευτική ελευθερία, όταν ανάγεται στο άρθρο 13 και όχι στο άρθρο 3. Γι’ αυτό, όταν η Ελλάδα έπειτα από πολλούς δισταγμούς αναγνώρισε την ατομική προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όλοι πίστευαν ότι οι πρώτοι που θα προσέφευγαν θα ήταν θρησκευτικές μειονότητες, οι οποίες, για παράδειγμα, είναι εγκατεστημένες στη Θράκη. Προσέφυγαν όμως οι Ιερές Μονές, προκειμένου να διαφυλάξουν τα περιουσιακά τους δικαιώματα.

Έκτοτε, η  πολύ πλούσια ελληνική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει διαμορφώσει έτσι το κανονιστικό περιεχόμενο του άρθρου 13 του Συντάγματος, ώστε να έχουν επιλυθεί στην πραγματικότητα όλα τα θέματα για τους μη Ορθοδόξους, για τους μη χριστιανούς – αλλά σε αυτό το πλούσιο κανονιστικό περιεχόμενο βρίσκει την προστασία της κάθε φορά που υπάρχει μείζον, οριακό πρόβλημα και η Εκκλησία της Ελλάδος.

Αλλά γιατί το παρελθόν είναι αυτό που καθοδηγεί το μέλλον; Διότι το άρθρο 3 έχει διατυπωθεί έτσι το 1975, επειδή μεσολάβησε η προσπάθεια της δικτατορίας και του Ιερωνύμου Α´ να μεταβάλει ριζικά τον τρόπο συγκρότησης της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, να μη σεβαστεί δηλαδή τη Συνοδική Πράξη του 1928. Ως εκ τούτου ήρθε ο συντακτικός νομοθέτης το 1975  (γιορτάζουμε τώρα τα 50 χρόνια του Συντάγματος του 1975)  και διαμόρφωσε μια διάταξη η οποία, όπως έχω γράψει και όπως μας εξηγεί με πολλούς τρόπους ο πολύτροπος Ιωάννης Κονιδάρης, επιβάλλει στην πραγματικότητα δύο συστήματα σχέσεων.

Το πρώτο σύστημα σχέσεων είναι αυτό της Πολιτείας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Είναι ένα σύστημα ομοταξίας, γιατί πρέπει να διαφυλάξουμε το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως υποκείμενο του Διεθνούς Δικαίου και, πρωτίστως, ως υποκείμενο της θρησκευτική ελευθερίας εκεί όπου βρίσκεται, άρα στην πραγματικότητα το αναγνωρίζουμε εν πολλοίς ως συν-νομοθέτη  στο άρθρο 3, και ρητά στο άρθρο 105 για το καθεστώς του Αγίου Όρους, όπου νομοθετεί μαζί με τη Βουλή των Ελλήνων το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Το δεύτερο σύστημα σχέσεων είναι το σχήμα των σχέσεων της Πολιτείας με την Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία  ποτέ δεν κατέστη κατά κυριολεξία και πλήρως αυτοκέφαλη. Όπως πάλι μας έχει εξηγήσει πάμπολλες φορές και με διδακτική υπομονή ο Γιάννης Κονιδάρης, η Εκκλησία της Ελλάδος εμπεριέχει την αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, την παλαιά του Πατριαρχικού Τόμου του 1850, και τις νέες χώρες – και αυτή η νέα οντότητα, η Εκκλησία της Ελλάδος, είναι αυτοκέφαλη, υπό τους όρους όμως της Πράξης του 1928 και του Συντάγματος.

Άρα και η κανονική σχέση του Πατριαρχείου με την Εκκλησία της Ελλάδος ή της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, είναι συνταγματικώς ρυθμισμένη. Έχουμε δηλαδή ένα σύστημα ομοταξίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ένα σύστημα στην πραγματικότητα πολιτειοκρατικό, ένα σύστημα νόμω κρατούσης πολιτείας, πολιτειοκρατικό για να είμαστε ειλικρινείς, ως προς την Εκκλησία της Ελλάδος.

Πού θα αμυνθεί η Εκκλησία της Ελλάδος θέτοντας όρια; Στη θρησκευτική ελευθερία. Αυτό είναι λίγο-πολύ το σχήμα. Και στο σχήμα αυτό, υπαινίχτηκα, εντάσσονται και τα ιδιαίτερα εκκλησιαστικά καθεστώτα στα οποία αφιερώνει πλειάδα άρθρων ο Ιωάννης Κονιδάρης (ο οποίος άλλωστε έχει αφιερώσει και μια πολύ μεγάλη μονογραφία για τα ιδιαίτερα εκκλησιαστικά καθεστώτα). Χάρη σε  έναν συνταγματικό, υπαινιγμό, έχουμε το καθεστώς όχι  των νέων χωρών που εμπεριέχονται στην Εκκλησία της Ελλάδος ως οντότητα, αλλά της Κρήτης, την ημιαυτόνομη Εκκλησία της Κρήτης και τις Μητροπόλεις των Δωδεκανήσων για τις οποίες υπάρχει πλέον και ειδική νομοθετική ρύθμιση.

Άρα, σε έναν συνταγματικό υπαινιγμό για τα ιδιαίτερα καθεστώτα, έχουμε τη συνταγματική θεμελίωση αυτού που συμβαίνει σε μεγάλες περιοχές της πατρίδας μας. Και η Εκκλησία της Ελλάδος με ιστορική αντίληψη, με ταπεινότητα και με διάθεση να προστατεύσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τον οικουμενικό του ρόλο, αποδέχεται αυτές τις ιστορικές «κυρώσεις» ως προς το περιορισμένο αυτοκέφαλό της. Τα αυτοκέφαλα ξεκινούν με την Ελλάδα αλλά, στην πραγματικότητα, η Ελλάδα τιμωρείται επειδή κήρυξε αυτογνωμόνως το αυτοκέφαλο το 1833. Να  λοιπόν κάτι που έκανε η Αντιβασιλεία και που δεν θα έκανε ο Ιωάννης Καποδίστριας. Ήταν η βασική διαφορά του με την Αντιβασιλεία.

Αυτό λοιπόν την ακολουθεί, διότι επιδέχεται περιορισμούς και καταναγκασμούς από το 1850 έως σήμερα. Άρα πρέπει να αποδεχθούμε το βασικό περιεχόμενο του άρθρου 3, που  είναι η προστασία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Υπό την έννοια αυτή, χαίρομαι γιατί εδώ και πολλά χρόνια συμφωνούμε με τον Γιάννη Κονιδάρη πως δεν μπορεί να καταργηθεί το άρθρο 3 αλλά πρέπει να προστεθεί ερμηνευτική δήλωση που θα λέει ρητά ότι το άρθρο 3 δεν θεμελιώνει περιορισμούς της θρησκευτικής ελευθερίας.

Άρα, η επικρατούσα θρησκεία δεν είναι ούτε η επίσημη θρησκεία ούτε η θρησκεία των προνομίων. Τι θέλει να κάνει το Σύνταγμα; Θέλει να εξοπλίσει την Εκκλησία με προνόμια; Όχι. Θέλει να θεμελιώσει νομικά τον έλεγχο της Πολιτείας επί της Εκκλησίας, γιατί είναι πάρα πολύ σημαντικό, κοινωνικό και πολιτικό υποκείμενο η Εκκλησία. Αυτό είναι το θέμα. Από εκεί απορρέουν όλα τα ζητήματα τα οποία τίθενται στη διαρκή σύγκρουση μεταξύ νομιμότητας και κανονικότητας. Κάτι που σημαίνει (όλα αυτά έχουν γίνει) ότι μπορείς να είσαι κανονικός αλλά να μην είσαι νόμιμος, να έχεις εκλεγεί κανονικός Μητροπολίτης και να έχεις τελέσει το μικρό και μέγα μήνυμα, αλλά να μην εκδίδεται διάταγμα αναγνώρισής σου και να μην μπορείς να επανεκλεγείς αν δεν παραιτηθείς κανονικώς προκειμένου να επανεκλεγείς νομίμως. Αυτό δίδαξε το παράδειγμα ενός μεγάλου ιεράρχη με πυκνό θεολογικό λόγο και νομοκανονική συνείδηση, του μακαριστού Θεοκλήτου Ιωαννίνων.

Από εκεί απορρέουν όλα όσα αφορούν και την περιουσία για την οποία αγωνίζεται επιμόνως και συστηματικώς ο σημερινός Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος. Φυσικά αυτό αφορά και τις οργανικές θέσεις του εφημεριακού κλήρου και το μισθό. Ο καθένας μιλάει με τα βιώματά του, με το παρελθόν του.

Δεν ξέρουμε τι μας επιφυλάσσει το παρελθόν. Ξέρω τι σημαίνει εφημεριακός κλήρος, δηλαδή παπάς, σε ένα ορεινό χωριό της μικρής Μητρόπολης Καρυστίας και Σκύρου, που δεν έχει μισθό και δεν έχει εισοδήματα γιατί δεν υπάρχουν τυχερά, αλλά υπάρχει μόνο ένα μικρό αμπελάκι για να επιβιώσει μια οικογένεια με πέντε παιδιά ορφανά από μητέρα και με πατέρα ιερέα χήρο, μη δυνάμενο να συνάψει δεύτερο γάμο.

 

Εκκλησιαστική πολιτική και πολιτική θεολογία

Ο Ιωάννης Κονιδάρης έχει την πλήρη συνείδηση όλων αυτών των πραγμάτων και μας προτείνει μια ξενάγηση στην εκκλησιαστική πολιτική, κατά βάθος και στην πολιτική θεολογία, με τη διπλή, όπως έχω πει με αφορμή ένα πρόσφατο βιβλίο μου, έννοια, δηλαδή και ως δογματικό θεολογικό ζήτημα και ως δογματικό πολιτειολογικό ζήτημα, αλλά και ως εφαρμοσμένη πολιτική πρακτική του κράτους, που θέλει να ασκήσει πολιτική επί της Εκκλησίας και διά της Εκκλησίας, αλλά και ως πολιτική επιλογή της Εκκλησίας, που απευθύνεται στην κοινωνία και, διατυπώνοντας έναν θεολογικό λόγο, θέλει να παρέμβει πολιτικά.

Η εξισορρόπηση όλων αυτών των υστεροβουλιών ή, αν θέλετε, των στόχων, οι οποίοι μπορούν να υπηρετούνται  καλή τη προθέσει και καλή τη πίστει, είναι κάτι εξαιρετικά δύσκολο και αυτό περιγράφει με άπειρες αφορμές, με επιμονή, επί δεκαετίες, ο Γιάννης Κονιδάρης, με την υψηλής ποιότητας αρθρογραφία του.

Αυτό τώρα το παρακολουθούμε και σε όλα τα θέματα τα οποία εκκρεμούν. Από τα μεγάλα γεωπολιτικά ζητήματα, από τη γεωπολιτική της Ορθοδοξίας, από το ουκρανικό αυτοκέφαλο, από την ύπαρξη δύο ορθοδοξιών, μιας ορθοδοξίας των δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και της ειρήνης, και μιας ορθοδοξίας του αυταρχισμού και του πολέμου, μέχρι τα ζητήματα που αφορούν, για παράδειγμα, το μεταθετό στην Εκκλησία της Κρήτης, για το οποίο δεν θα αναφερθώ.

Σε αυτή τη διαρκή σχέση με το παρελθόν θα αναζητήσουμε το μέλλον, με τη βοήθεια αυτού του πάρα πολύ ωραίου βιβλίου που μας προσφέρει ο Ιωάννης Κονιδάρης, εκ του αποθέματός του. Διότι όταν έχεις ένα τέτοιο απόθεμα συνεισφοράς μπορείς άνετα αυτό να το χειρίζεσαι και να το ξαναπροσφέρεις. Στην πραγματικότητα, το βιβλίο αυτό, το απάνθισμα, είναι πνευματικά μια πολύ μεγάλη «λειτουργία των προηγιασμένων δώρων». Τα δώρα του είναι «προηγιασμένα» μέσα στην έρευνά του, στις μονογραφίες του, στα εγχειρίδια του. Τα άρθρα είναι δημοσιευμένα αλλά διάχυτα, δυσεύρετα. Συνάγονται εδώ και επανεκδίδονται. Στην πραγματικότητα δεν έχουμε νέα «αναφορά», έχουμε τα «προηγιασμένα δώρα» τα οποία προσφέρονται σήμερα χάρη στον Γιάννη Κονιδάρη.

*Κείμενο ομιλίας σε εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου, στην αίθουσα Γεώργιος Καράντζας της ΕΣΗΕΑ, στις 13 Μαΐου 2025. Μίλησαν ακόμα ο τέως υπηρεσιακός πρωθυπουργός και επίτιμος πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου Ιωάννης Σαρμάς και ο ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών Φίλιππος Σπυρόπουλος, ενώ την εκδήλωση συντόνισε ο Πέτρος Παπασαραντόπουλος.

 

 

 

Ευάγγελος Βενιζέλος

Καθηγητής του συνταγματικού δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, γενικός εισηγητής της Αναθεώρησης του Συντάγματος του 2001, πρώην εισηγητής της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την εκτέλεση των αποφάσεων του ΕΔΔΑ, πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, πρώην βουλευτής, πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ. Πιο πρόσφατο βιβλίο του: Πολιτική θεολογία και Συνταγματική ηθική (2024). Σε λίγο θα κυκλοφορήσει ο Ανταποδοτικός Τόμος, Η θεωρία της συνταγματικής πράξης. Μελέτες διαλόγου με το έργο του Ευάγγελου Βενιζέλου.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.