Σύνδεση συνδρομητών

«Για κάθε Λιγνάδη ένα βαθύ πηγάδι»;[1]

Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2022 12:21
Ο Δημήτρης Λιγνάδης.
Φωτογραφία αρχείου
Ο Δημήτρης Λιγνάδης.

«Τα σημερινά παιδιά είναι πολύ προχωρημένα, εμείς στην ηλικία τους…».

Στις μέρες μας, η συγκεκριμένη κοινοτοπία διατυπώνεται υπό την εξής παραλλαγή: «Τα σημερινά παιδιά είναι πολύ προχωρημένα (ας όψεται το διαδίκτυο), εμείς στην ηλικία τους…».

Κατά πρώτον, δεν υπάρχουν σήμερα ούτε υπήρξαν ποτέ «τα σημερινά παιδιά». Οι έφηβοι και νέοι είναι τόσο πολυσχιδής κατηγορία, όσο οι άνθρωποι εν γένει. Κατά δεύτερον, η συγκεκριμένη κοινοτοπία κρύβει, τις περισσότερες φορές, και έναν καημό: «Εγώ στην ηλικία τους δεν ήξερα πού πάνε τα τέσσερα». Κατά τρίτον (αν είναι να ακολουθήσουμε τις κοινοτοπίες), οι «σημερινοί» έφηβοι και νέοι είναι πολύ πιο ανενεργοί ως προς τα ερωτικά σε σχέση με μια γενιά πριν. Σε σχέση μάλιστα με δύο, είναι μωρές παρθένες. Έχετε επαφή με κύκλους εικοσάρηδων-τριαντάρηδων; Μετρήστε πόσοι από αυτούς βρίσκονται σε μονογαμικές σχέσεις, ή απλά αξιολογήστε το βαθμό που τα ερωτικά αποτελούν θέμα στις καθημερινές τους συζητήσεις. Πόσοι, για παράδειγμα, διηγούνται στο περιβάλλον τους «σχέσεις πάθους ή/και μανίας»;

Ναι, τον παλιό καιρό υπήρχαν και σχέσεις που απεκαλούντο έτσι.

Στο σημερινό μεταμοντέρνο, κατά βάση απολιτικό, και ως εκ τούτου φαινομενικά και μόνον δια-πολιτικό consensus, επιτρέπεται να διακατέχεσαι από μανία και πάθος αποκλειστικά και μόνον αν πολεμάς έναν από τους παρακάτω εχθρούς: την πατριαρχία, τον ρατσισμό, την ομοφοβία, τον σεξισμό, την άρνηση της διαφορετικότητας· δειλά δειλά, έρχεται να προστεθεί στην παραπάνω λίστα και η κρεοφαγία. Μην εκπλαγείτε αν, σε μια γενιά από τώρα, αυτός ο τελευταίος αγώνας γιγαντωθεί, και το διαδίκτυο πλημμυρίζει από αγαλλίαση, κάθε φορά που ένας «ορθός αγωνιστής» ξεμπροστιάζει ρατσιστές/μισογύνηδες/φαλλοκράτες κ.λπ. καθώς καταναλώνουν παϊδάκια. Παρωδώ; Όχι απαραίτητα. Επί της αρχής, αυτός θα ήταν (είναι ήδη) ένας, υπό μία έννοια, ορθολογικός αγώνας. Κάποια έμβια όντα εκτρέφονται σε άθλιες συνθήκες, προκειμένου να σφαγιαστούν και να γίνουν βορά της παμφάγου δυτικής ανθρωπότητας. Και υπάρχει σίγουρα μια ασυνέπεια μεταξύ ζωής και θεωρίας, όταν από τη μια καταγγέλλουμε την εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο και από την άλλη καταβροχθίζουμε αμέριμνοι τους τόνους της ζωικής πρωτεΐνης των άθλιων βιομηχανικών δυτικών σφαγείων. Ένας τέτοιος αγώνας έχει νόημα. Είναι ορθολογικός και πολύ πιθανόν είναι και ένας δίκαιος αγώνας. Αυτός ακριβώς είναι και ο κίνδυνος.

Έστω ότι κάποιος έχει το δίκιο με το μέρος του. Μέχρι πού δικαιούται να φτάσει;

Ο αρχαϊκός (προψηφιακός) δυτικός πολιτισμός είχε μια πολύ συγκεκριμένη απάντηση ως προς αυτό: μέχρι εκεί που του επιτρέπει να φτάσει το Κράτος Δικαίου.

«Τι συμβαίνει, όμως, όταν το Κράτος Δικαίου αντί να προασπίζεται τον εκάστοτε δίκαιο αγώνα, τον υπονομεύει ή και τον καθυστερεί· τότε τι κάνουμε; Στο κάτω κάτω ούτε το Κράτος Δικαίου, ούτε οι θεσμοί, ούτε τίποτα δεν είναι αυταξία. Η μόνη αυταξία είναι η ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια. Το Κράτος Δικαίου είναι εκεί για να την εγγυάται και να την υπερασπίζεται. Όχι το αντίστροφο».

Μία από τις μεγαλύτερες παγίδες του ορθολογισμού ή, για να το θέσω καλύτερα, του υπερτροφικού ορθολογισμού, είναι η απολυτοποίηση. Ο ορθολογισμός, όταν δεν μπορεί να συμβιώσει με το άλογο μέρος της ψυχής, αποκτά μια νοσηρή δυσανεξία στην αντίρρηση. Αποκτά δυσανεξία στη σχετικοποίηση και τυφλότητα στις αποχρώσεις μεταξύ του απολύτως λευκού και απολύτως μαύρου. Για την ακρίβεια, η οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς τα κελεύσματά του τού φαίνεται αδιανόητη. Το discours που εκφράζει αμφιβολία, ακόμη και την πιο καλοπροαίρετη, φαντάζει τόσο παρά-λογο που δεν αξιολογείται καν. Αντ’ αυτού, αξιολογείται ο πομπός του: «Πώς είναι δυνατόν ο/η τάδε «αιρετικός/ή» να μην επικροτεί 100% το θεάρεστο έργο του Κινήματος;»

Αυτό το ρητορικό ερώτημα θέτει αντανακλαστικά ο κάθε φανατικός κινηματίας. Και ξέρετε τι απαντά εξίσου αντανακλαστικά στον φανατικό εαυτό του; «Δεν το επικροτεί 100%, γιατί κι αυτός είναι μέρος του σάπιου κατεστημένου που πολεμώ. Μου πουλάει τώρα φιλοσοφικές μπαρούφες περί Κράτους Δικαίου ή περί της σχετικότητας των πάντων, για να καμουφλάρει τη σιχαμένη ψυχή του. Για να μην τον πάρω πρέφα, δηλαδή. Αλλά τον πήρα πρέφα. Ξέρω καλά γιατί τα λέει όλ’ αυτά. Ας πάει, λοιπόν, και το Κράτος Δικαίου και το τεκμήριο της αθωότητας και όλες οι παλλαϊκές τυπικότητες στο διάολο κι ας ξεβρωμίσουμε από τα γουρούνια μια ώρα αρχύτερα».

Ο λόγος, ο κάθε λόγος, κρίνεται πλέον επί τη βάσει των εικαζόμενων κινήτρων του πομπού του. Και ο φανατικός ηλίθιος έχει την ηλίθια φανατική βεβαιότητα ότι διακρίνει μέσα από τον ενιστάμενο λόγο την ίδια την ψυχή του ενιστάμενου ομιλητή. Ακόμα και η αδράνεια, υπό αυτές τις συνθήκες, ερμηνεύεται ως συνενοχή. Ακόμη και οίκτο να δείξει κανείς για τον εκάστοτε «μιαρό εγκληματία», ο φανατισμένος όχλος θα την εκλάβει ως συνενοχή. Οπότε;… Ποιος είναι ο μόνος δίκαιος άνθρωπος υπ’ αυτή τη συνθήκη; Ο μοναδικός δίκαιος άνθρωπος υπ’ αυτή τη συνθήκη είναι εκείνος που σκύβει, αρπάζει μια πέτρα από χάμω και την εκσφενδονίζει στο αποτρόπαιο κτήνος, τραβώντας και πέντε-έξι selfie ταυτόχρονα ως τεκμήριο των ορθών φρονημάτων του.

ΕΝΙΣΤΑΜΑΙ ΜΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΥΝΘΗΚΗ

Αρχικά, δεν σκόπευα αυτό το κείμενο να είναι προς υπεράσπιση του Δημήτρη Λιγνάδη. Σκόπευα να είναι ένα κείμενο που καταγγέλλει την κατάλυση του Κράτους Δικαίου, με αφορμή τις συγκεκριμένες συνθήκες της, επί της ουσίας, καταδίκης-χωρίς-δίκη του Δημήτρη Λιγνάδη, και, ταυτόχρονα, ένα κείμενο που επέχει από την οποιαδήποτε τοποθέτηση/κρίση ως προς τον Λιγνάδη τον ίδιο.

Τι τα θες όμως, ακόμα και αυτήν την μορφή να είχε το κείμενο θα εκλαμβανόταν ως ξέπλυμα του Λιγνάδη (στην καλύτερη περίπτωση) ή (στη χειρότερη), ως ένα κείμενο υπεράσπισης ενός βδελύγματος από έτερο βδέλυγμα. Τι άλλο θα μπορούσα να είμαι, εξάλλου, από την στιγμή που δεν έχω ανεβάσει ακόμα ούτε ένα status με την κοτρόνα στο χέρι;

Αυτό το κείμενο, λοιπόν, έγινε τελικά κείμενο προς υπεράσπιση των απαραβίαστων δικαιωμάτων του Λιγνάδη και κάθε Λιγνάδη.

14/2/22

 

[1] Δίστιχο που τραγουδούσαν Συλλογικότητες έξω από την Ευελπίδων στις 11/2/2022.

Δούκας Καπάνταης

Διευθυντής Ερευνών στην Ακαδημία Αθηνών (Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Φιλοσοφίας), συνεργαζόμενος καθηγητής στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο με ειδίκευση στην αρχαία φιλοσοφία, στη φιλοσοφική λογική και τη φιλοσοφία των μαθηματικών.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.