Σύνδεση συνδρομητών

Η Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης: ένα πεδίο δοκιμασίας

Παρασκευή, 12 Μαρτίου 2021 23:17
Άνγκελα Μέρκελ και Εμμανουέλ Μακρόν: δυο πρόσωπα που φαίνεται ότι έχουν αποδεχτεί την ανάγκη μετεξέλιξης της Ευρώπης.
Φωτογραφία Αρχείου
Άνγκελα Μέρκελ και Εμμανουέλ Μακρόν: δυο πρόσωπα που φαίνεται ότι έχουν αποδεχτεί την ανάγκη μετεξέλιξης της Ευρώπης.

Η Ευρώπη των 27 ετοιμάζεται να χαράξει την πορεία της για τα επόμενα 20-30 χρόνια, με τη σύγκληση, επί τούτοις, μιας διάσκεψης, όπου, εκτός από τους συνήθεις υπόπτους των ευρωπαϊκών διασκέψεων, τις κυβερνήσεις και τα εθνικά Κοινοβούλια, θα μετάσχουν άμεσα και ενεργά οι  ίδιοι οι πολίτες. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε σχεδιάσει την αρχιτεκτονική της διάσκεψης με βάση το πρότυπο της συμμετοχικής δημοκρατίας, που έχει διαμορφωθεί στους κόλπους του εθνικού κράτους. Οι κυβερνήσεις προτίμησαν να υιοθετήσουν, για τη διάσκεψη, ένα συγκρατημένο σχήμα συμμετοχικής δημοκρατίας. Σε κάθε περίπτωση, το ζητούμενο από την επικείμενη διάσκεψη είναι να αποτελέσει ένα μέσο ώστε σταδιακά οι λαοί της Ευρώπης να αρχίσουν να συμμερίζονται την ιδέα ότι τους συνδέει ένα κοινό πεπρωμένο [TBJ

Σε ομαλή προσγείωση ανάγκασε στις αρχές Φεβρουαρίου το Συμβούλιο των υπουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσης το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όσον αφορά την οργάνωση της νέας, ευρείας διασκεπτικής διαδικασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία προορίζεται να χαράξει την πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης για τα προσεχή 10 με 20 χρόνια. Το διακύβευμα της Διάσκεψης για το Μέλλον της Ευρώπης, για την οποία πρόκειται, δεν αφορά μόνο τις προτεραιότητες και τις λεπτομέρειες των πολιτικών που θα χαραχτούν, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο θα ληφθούν οι σχετικές αποφάσεις. Η διασκεπτική αυτή διαδικασία φωτοστεφανώθηκε εξαρχής από τον προορισμό της να καταστήσει τους πολίτες, απ’ άκρου εις άκρον της ευρωπαϊκής επικράτειας, σε αυτουργούς των αποφάσεων. Να ενσταλάξει στους υφιστάμενους ευρωπαϊκούς θεσμούς τη δημοκρατία στην κοινωνικά αποδεκτή της μορφή: ως συσσωμάτωση ανθρώπων με διαφορετικά συμφέροντα και επιδιώξεις, από την οποία παράγεται μια συλλογική βούληση επαρκώς νομιμοποιημένη. Να υπερβεί, εντέλει, τη στερεοτυπική αντίληψη για τη δημοκρατία ως «αφ’ υψηλού» και «δυνητικής» παραχώρησης προς τους πολίτες, την οποία καθιερώνει η Συνθήκη της Λισαβόνας με το πρώτο κιόλας άρθρο της : οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται από την Ένωση «όσο το δυνατόν πιο ανοιχτά και όσο το δυνατό εγγύτερα στους πολίτες».

Η πρόταση για την πραγματοποίηση της Διάσκεψης με αυτό το δημοκρατικό πρόσημο έλκει την καταγωγή της από την ομιλία που ο γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν εκφώνησε στην ιστορική κοιτίδα της δημοκρατίας, στο λόφο της Πνύκας, κατά την επίσημη επίσκεψή του στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο 2017, και εξειδικεύτηκε με το λόγο που εκφώνησε ενώπιον ενός αντιπροσωπευτικού σώματος γάλλων διανοουμένων, καλλιτεχνών και φοιτητών στη Σορβόννη, λίγες ημέρες αργότερα[1]. Την ιδεολογικο-πολιτική του πρόταση για μια βαθιά μεταρρύθμιση της Ένωσης προς τις κατευθύνσεις της απόσπασής της από την αφοσίωση που τη διακατέχει στο φιλελεύθερο οικονομικό δόγμα και της ανάδειξής της σε φορέα κοινωνικής προστασίας  και οικονομικής –και όχι μόνο– ασφάλειας και ισχύος, ο Μακρόν πράγματι τις συνόδευε με την πρόταση να προέλθουν, σε συνέπεια με την  ιδεολογικο-πολιτική πλατφόρμα που έθετε, συγκεκριμένες προτάσεις για υπερεθνικές δράσεις και πολιτικές από συνελεύσεις πολιτών, οι οποίες θα γίνονταν σε κάθε κράτος μέλος χωριστά· κατά τη μακρονική σκέψη, οι εθνικές συνελεύσεις, όταν θα είχαν ολοκληρώσει –μέσα στη διάρκεια ενός εξαμήνου– το έργο τους, θα συνενώνονταν σε μια ευρωπαϊκή συνέλευση πολιτών, η οποία θα διατύπωνε την τελική σύνθεση των μεταρρυθμιστικών μέτρων και την πρόταση, προς τις κυβερνήσεις, να προχωρήσουν σε αντίστοιχη με την τελική σύνθεση αναθεώρηση των Συνθηκών.

Χρειάστηκε, από  τότε, περισσότερο από τρία χρόνια ο διπλωματικός μηχανισμός του προέδρου Μακρόν (του οποίου η ευρωπαϊκή δημοτικότητα είχε αρχίσει να μειώνεται, βοηθούσης και της ενδογαλλικής, λαϊκής εναντίωσης στις πολιτικές του, η οποία αποκρυσταλλώθηκε με την εξέγερση των «κίτρινων γιλέκων»), καταρχάς για να πείσει υπέρ της αναγκαιότητας εκτεταμένης μεταρρύθμισης της ΕΕ το «έτερον ήμισυ» της «ατμομηχανής» της Ένωσης, τη Γερμανία, ώστε αυτή να απαγκιστρωθεί από την προσήλωσή της στη διατήρηση της υφιστάμενης πολιτικο-θεσμικής δομής η οποία στεγάζει τις πάσης φύσεως ασυμμετρίες και ανισότητες στην Ένωση, που ευνοούν πρωτίστως τη δική της οικονομική ηγεμονία· έπειτα, χρειάστηκε να απαλλαγούν όλες οι χώρες της κεντρο-ανατολικής Ευρώπης από την υποψία ότι το  ευρωπαϊκό μεταρρυθμιστικό σχέδιο δεν θα υλοποιούσε τίποτε άλλο πέρα από αυτό που ο μέντορας του δεξιού λαϊκισμού στην Ευρώπη, ο ούγγρος πρωθυπουργός Βίκτωρ Ορμπάν, απευχόταν: «μια πολιτική ηγεμονία της Γαλλίας, με τα λεφτά της Γερμανίας»[2].

Εντέλει, μόλις το Δεκέμβριο 2019 οι κυβερνήσεις κατόρθωσαν να καθορίσουν τους πέντε τομείς στους οποίους η ΕΕ θα προετοίμαζε ένα λαμπρό μέλλον για τους ανθρώπους που διαβιούν στη γηραιά ήπειρο: την περιβαλλοντική αειφορία· τις απαντήσεις στις κοινωνιακές προκλήσεις (societal challenges)· τον ψηφιακό μετασχηματισμό· την προάσπιση της φιλελεύθερης δημοκρατίας· την ενίσχυση του παγκόσμιου πολυμερούς συστήματος οικονομικής και πολιτικής συνεργασίας[3]. Η Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης, που χρεωνόταν με το έργο αυτό, αποφασίστηκε, τότε, να ξεκινήσει τις εργασίες της την άνοιξη του 2020 και να τις ολοκληρώσει δύο χρόνια μετά. Η επέλευση της πανδημίας ματαίωσε τον σχεδιασμό εκείνο και, ακόμη χειρότερα, παρέτεινε την αβεβαιότητα για την τύχη της Διάσκεψης, μια που υπήρχε, δυστυχώς, όλος ο διαθέσιμος χρόνος για να ξεδιπλωθούν οι αντιρρήσεις για το εφικτό τού να καταστούν οι πολίτες, στο πλαίσιο της Διάσκεψης, πηγή της εξουσίας λήψης αποφάσεων με κάποιον από τους συντεταγμένους τρόπους που προνοεί το δοκιμασμένο, στις εθνικές κλίμακες, δημοκρατικό πολίτευμα.

Στις 3 Φεβρουαρίου, το Συμβούλιο υιοθέτησε «θέση» (Council position) που καθορίζει τη διακυβέρνηση (κατά την προσφιλή στην ΕΕ ορολογία) της Διάσκεψης[4]. Θα προεδρεύεται, η Διάσκεψη, από κοινού, από τους προέδρους των τριών θεσμικών οργάνων της ΕΕ (Συμβούλιο, Ευρωκοινοβούλιο, Κομισιόν). Οι εργασίες της θα διευθύνονται από επιτροπή, όπου θα εκπροσωπούνται με ίσο αριθμό μελών πάλι τα τρία πολιτικά θεσμικά όργανα. Στη Διάσκεψη θα εκθέσουν απόψεις και προτάσεις, και θα ζυμωθούν αναμεταξύ τους  οι κυβερνήσεις των κρατών μελών, τα εθνικά Κοινοβούλια και εκπρόσωποι όλων των ενωσιακών θεσμών και οργανισμών. Οι τρεις αυτές κατηγορίες συμμετεχόντων ανακηρύσσονται από την απόφαση του Συμβουλίου σε ιδιοκτήτες της Διάσκεψης. Κανένα δικαίωμα… ιδιοκτησίας επί της Διάσκεψης δεν θα έχει, όμως, μια τέταρτη κατηγορία συμμετεχόντων: οι μεμονωμένοι πολίτες, οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, οι κοινωνικοί εταίροι και η ακαδημαϊκή κοινότητα. Ο τρόπος με τον οποίο όλες αυτές οι κατηγορίες πολιτών και οντοτήτων θα συμμετάσχουν στη Διάσκεψη, ιδίως δε το «φιλτράρισμά» τους που θα γίνει μέσω των προβλεπόμενων από την απόφαση εθνικών «γεγονότων» (events) (!), αφέθηκε να προσδιοριστεί από την κοινή δήλωση των τριών θεσμικών οργάνων της Ένωσης, που θα εκδοθεί τις επόμενες μέρες και θα καθορίζει, επίσης, όλες τις λεπτομέρειες διεξαγωγής της διασκεπτικής διαδικασίας, ώστε αυτή να ξεκινήσει με μια πανηγυρική σύναξη, φέτος, την Ημέρα της Ευρώπης, πιθανότατα στο Στρασβούργο.

Ένα χρόνο νωρίτερα, στις 20 Ιανουαρίου 2020, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε προτείνει στους άλλους δυο θεσμικούς εταίρους του στην Ένωση, να αποτελέσει η Διάσκεψη τον δίαυλο που θα μεταμορφώσει βαθμιαία την Ένωση σε κοιτίδα συμμετοχικήςδιαβουλευτικής, όπως αρέσκονται οι φιλόσοφοι να την αποκαλούν) δημοκρατίας[5].

Τακτικά μέλη της Διάσκεψης θα ήταν, και εδώ, οι εκπρόσωποι των τριών θεσμικών ενωσιακών οργάνων, των κυβερνήσεων  και των εθνικών κοινοβουλίων. Όμως, πριν από την επίσημη έναρξη της Διάσκεψης, θα διεξάγονταν πέντε πολιτικές «Αγορές» (Agoras), αντίστοιχες με τις πέντε θεματικές της Διάσκεψης: συσσωματώσεις 250-300 ατόμων, που θα επιλέγονταν «τυχαία» (randomly) μεταξύ των πολιτών όλων των κρατών μελών, κατά τρόπο που να αντιπροσωπεύονταν ισότιμα ηλικίες, φύλο, εκπαιδευτικό επίπεδο, κοινωνικο-οικονομική προέλευση, όπως και γεωγραφική (αστικά κέντρα/αγροτικές περιοχές). Μόνον ένας πικρόχολος παρατηρητής των τεκταινόμενων στις Βρυξέλλες είχε «αποφανθεί» ότι η επιλογή των μελών των «Αγορών» θα γινόταν με τη βοήθεια του τηλεφωνικού καταλόγου! Η «τυχαιότητα» της επιλογής παρέπεμπε, στην πραγματικότητα, στην επιλογή των μελών με κλήρωση, σύμφωνα με μια μέθοδο που είναι λίγο-πολύ παγιωμένη κάθε φορά που στο εσωτερικό των κρατών οργανώνεται μια διαδικασία δημοκρατικής συμμετοχής (δημόσια πρόσκληση για υποβολή υποψηφιοτήτων, εθελοντική εγγραφή σε καταλόγους, κατανομή των υποψηφίων σύμφωνα με κριτήρια όπως αυτά που προαναφέρθηκαν, κ.λπ.). Οι «Αγορές» θα επεξεργάζονταν προτάσεις με τη βοήθεια μια ομάδας εμπειρογνωμόνων υψηλής στάθμης και, σε αποκορύφωμα της διαδικασίας, οι εκπρόσωποι τους θα τις παρουσίαζαν στη Διάσκεψη, όπου θα «αναμετριούνταν» με τα τακτικά μέλη της για την  εκπόνηση του τελικού οδικού χάρτη του ευρωπαϊκού μέλλοντος. Για να αγόταν σε αίσιο πέρας αυτή η «αναμέτρηση», το Κοινοβούλιο είχε διακριτικά προτείνει στις κυβερνήσεις να ανατεθεί η προεδρία της Διάσκεψης σε μια ευρέως αποδεκτή, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, πολιτική προσωπικότητα, βολιδοσκοπώντας τες προς την κατεύθυνση του ηγέτη του κόμματος των φιλελευθέρων (Renew Europe) στην ευρωπαϊκή Συνέλευση και τ. πρωθυπουργού του Βελγίου, Γκυ Φέρχοφσταντ. 

Ήταν καταρχάς περίεργο που ένας θεσμός αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, όπως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφάσισε να προτεραιοποιήσει την καθιέρωση, εννοείται στο υπερεθνικό επίπεδο, μιας εναλλακτικής δυνατότητας, προς την αντιπροσωπευτική, μορφής δημοκρατίας – τη συμμετοχική. Μια μελέτη που διεξάχθηκε στον ΟΟΣΑ από δυο ερευνήτριες των δημοκρατικών θεσμών, απέγραψε για την περίοδο 1986-2019 σχεδόν 300 περιπτώσεις προσφυγής, από τα αντιπροσωπευτικά δημοκρατικά καθεστώτα των 37 κρατών μελών του οργανισμού,  σε εμπειρίες συμμετοχικής δημοκρατίας[6]. Δεν χρειάζεται να ξεφυλλίσει κανείς όλη τη μελέτη για να διαπιστώσει ότι ούτε μια εμπειρία συμμετοχικής δημοκρατίας καταγράφεται στον τόπο όπου η ιδέα της δημοκρατίας γεννήθηκε πριν από χιλιάδες χρόνια! Από τη μελέτη προκύπτει ότι κατά κανόνα η επινόηση και η θεσμική πρωτοβουλία μια διαδικασίας συμμετοχής των πολιτών στη λήψη συλλογικών αποφάσεων ανήκει στην κυβέρνηση, γεγονός που επίσης κατά κανόνα προκαλεί το σκεπτικισμό, αν όχι την ανοικτή αντίθεση του οικείου Κοινοβουλίου. Η αποδυνάμωση του μονοπωλίου επιρροής στο εκλογικό σώμα που ασκούν οι βουλευτές, την οποία υποτίθεται ότι προκαλεί μια συμμετοχική δημοκρατική διαδικασία, τείνει να μετατρέψει τη σχέση μεταξύ αντιπροσωπευτικής και συμμετοχικής δημοκρατίας από συμπληρωματική που είναι, σε ανταγωνιστική. Το ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι εκείνο που, ενάντια στη γενικευμένη αυτή εμπειρία, επινόησε την καθιέρωση της Διάσκεψης για το Μέλλον της Ευρώπης ως μορφή συμμετοχικής δημοκρατίας, αντικατοπτρίζει τη συνειδητοποίηση, από τη μεριά των μελών της Συνέλευσης του Στρασβούργου, του πόσο ελλειμματική είναι η σχέση τους με το εκλογικό σώμα που τα αναδεικνύει στο αξίωμα αυτό. Η προαγωγή της ενεργού συμμετοχής των πολιτών στις ευρωπαϊκές αποφάσεις αξιολογήθηκε από τη Συνέλευση ως μέσο ικανό να την καταστήσει πολιτικά ελκυστική για την κοινή γνώμη. Είναι πάντως αρκετά πιθανό, ο καταλύτης που οδήγησε τις κυβερνήσεις να ενταφιάσουν την πρόταση του Κοινοβουλίου για τη διάρθρωση και τη διεξαγωγή της Διάσκεψης να ήταν η τάση της Συνέλευσης να ιδιοποιηθεί όλη αυτή την πολιτική και θεσμική διεργασία, πολλώ δε μάλλον που η διάδοση του ονόματος του Γκυ Φέρχοφσταντ ως προέδρου της Διάσκεψης, ενός δηλαδή πολιτικού που είναι στρατευμένος στην ιδέα μετεξέλιξης της Ένωσης σε ομοσπονδιακό κράτος, ξύπνησε τα «αντι-ομοσπονδιακά» αισθήματα ενός μεγάλου μέρους κι αυτού ακόμη του φιλοευρωπαϊκού πολιτικού τόξου[7].

Το ήπιο υπόδειγμα συμμετοχικής δημοκρατίας που υιοθέτησε το Συμβούλιο για λογαριασμό της Διάσκεψης για το Μέλλον της Ευρώπης, μοιράζεται, ωστόσο, μαζί με την ατυχήσασα πρόταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μια θεσμική αδυναμία. Κατ’ αναλογία των εμπειριών συμμετοχικής δημοκρατίας στο εθνικό κράτος, οι πολίτες της Ένωσης, την εκφρασμένη –με τον υποθετικό ή με τον τελικά επιλεγέντα τρόπο– βούλησή τους για συγκεκριμένης φύσης ζητήματα θα την απευθύνουν όχι σε ένα αβέβαιο πολιτικό στερέωμα, αλλά στο νομοθετικό σώμα της Ένωσης –στη συλλογικότητα των κρατών μελών της–, η οποία θα λάβει και την τελική απόφαση για τα προκείμενα ζητήματα, χωρίς να υπάρχει καμία θεσμική εγγύηση, ούτε σε νόμο ούτε ως απλή πολιτική δέσμευση, ότι η βούληση των πολιτών θα εισακουστεί από το νομοθέτη· εν όλω ή εν μέρει, δεν έχει καμία απολύτως σημασία.

Ο αυθεντικότερος στοχαστής της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ο Γιούργκεν Χάμπερμας, έχει αφιερώσει ένα καθόλου ευκαταφρόνητο μέρος της πνευματικής του παραγωγής στην κατάδειξη της δυναμικής της διαβουλευτικής δημοκρατίας στο εθνικό κράτος. Ψηλά στη λίστα των προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται η ευδοκίμησή της, στην πράξη, στους κόλπους του δημοκρατικού πολιτεύματος που θα τη μετέλθει, τοποθετεί τη δεκτικότητα του πολιτικού προσωπικού να ακούσει και να συμμεριστεί τις αποφάσεις και τις προτάσεις της συσσωμάτωσης των πολιτών[8].

Στην Γαλλία, όπου τα τελευταία χρόνια υπό την προεδρία του Μακρόν οι εμπειρίες συμμετοχικής δημοκρατίας διαδέχονται η μία την άλλη, η πιο εμβληματική από αυτές, η Συνέλευση των Πολιτών για το Κλίμα (Convention Citoyenne pour le Climat ή C.C.C.), μαρτυρά το αδιέξοδο στο οποίο κινδυνεύει να περιπέσει, εξαιτίας της έλλειψης διαθεσιμότητας του επίσημου πολιτικού συστήματος να συμμεριστεί τη βασικότερη από τις προτάσεις που διετύπωσε η Συνέλευση. Από τον Οκτώβριο 2019 έως τον Ιούνιο 2020, οι 150 γάλλοι πολίτες που είχαν κληρωθεί μέλη της Συνέλευσης επεξεργάστηκαν και διατύπωσαν, με τη βοήθεια μεγάλου αριθμού εμπειρογνωμόνων που τους είχε διατεθεί από την κυβέρνηση, ένα σύνολο 149 προτάσεων, σχετικών με τον τρόπο που η γαλλική κοινωνία και οικονομία θα μετασχηματιστεί προς το σκοπό της προσαρμογής της στην κλιματική αλλαγή.  Η κυβέρνηση, ακολούθως, αποφάσισε 65 από τις προτάσεις αυτές να τις ενσωματώσει σε νόμο, ο οποίος θα πρέπει να εγκριθεί και από τα δυο νομοθετικά σώματα της χώρας, την Εθνοσυνέλευση και τη Γερουσία. Όμως, η Γερουσία αρνήθηκε να εγκρίνει την πρώτη, βασική πρόταση της Συνέλευσης, που αφορά την αναθεώρηση του Συντάγματος εις τρόπον ώστε το κράτος να καταστεί «εγγυητής» –και όχι απλώς υπόχρεος– της βιοποικιλότητας και της καταπολέμησης της κλιματικής απορρύθμισης, με αποτέλεσμα ο γάλλος πρόεδρος αυτή την πρόταση του σώματος των πολιτών να την αποσπάσει από τη συνολική νομοθετική ρύθμιση και να αποφασίσει να τη θέσει σε δημοψήφισμα, η έκβαση του οποίου κανείς δεν μπορεί σήμερα να είναι σίγουρος ότι θα αποβεί θετική[9].

Από την άλλη μεριά, στο πεδίο του εθνικού κράτους, εκείνο που συμβάλλει στην υιοθέτηση, από τα αρμόδια πολιτειακά όργανα,  των προτάσεων πολιτικής τις οποίες διατυπώνουν τα διασκεπτικά σώματα των πολιτών, φαίνεται να είναι η ποιότητα των προτάσεων και η θεμελίωσή τους στην «κοινή λογική»[10]. Τούτο επιβεβαιώνεται και στο πεδίο της Ένωσης διά του συμβάντος που παρατίθεται ευθύς αμέσως, αν και στην εν λόγω περίπτωση επιβεβαιώθηκε, επίσης, ότι η τελική ευδοκίμηση της βούλησης των πολιτών που είχε εκφραστεί με τον δεδομένο τρόπο ήταν ευθέως εξαρτημένη από την αποδοχή της από τα συντεταγμένα, πολιτειακής υφής όργανα. Η εκπόνηση της Συνταγματικής Συνθήκης στις αρχές της δεκαετίας του 2000 είχε ανατεθεί σε μια Συνέλευση, που η σύνθεση και ο τρόπος λειτουργίας της, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής των πολιτών και των μη κυβερνητικών οργανώσεων, ταυτίζονταν με τα της επικείμενης Συνέλευσης για το Μέλλον της Ευρώπης. Το Παρατηρητήριο της ΕΕ για το ρατσισμό και την ξενοφοβία (E.U.M.C.), σε συνεργασία με οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών από όλα τα κράτη μέλη, είχε καταρτίσει αναλυτική και εμπεριστατωμένη πρόταση για την εγκαθίδρυση, από τη Συνταγματική Συνθήκη, αρμοδιότητας της Ένωσης να εναρμονίζει τις εθνικές ποινικές νομοθεσίες που τιμωρούν τη ρατσιστική βία. Η πρόταση κατατέθηκε στην τότε Συνέλευση, η οποία, με αξιοσημείωτη πλειοψηφία πράγματι θεσμοθέτησε την αρμοδιότητα αυτή, με ρήτρα που ενέταξε στη νέα Συνθήκη[11]. Πλην όμως, καθώς η Συνθήκη εκείνη ουδέποτε τέθηκε σε νομική ισχύ μετά την απόρριψή της, το 2005, από τα εκλογικά σώματα της Γαλλίας και των Κάτω Χωρών, όταν οι κυβερνήσεις την «ξαναέγραψαν», το 2007, και την έθεσαν σε ισχύ το 2009 ως –πλέον– Συνθήκη της Λισαβόνας, δεν περιέλαβαν την τιμωρία των εγκλημάτων ρατσιστικής βίας στην ενωσιακή αρμοδιότητα προσέγγισης των εθνικών ποινικών νομοθεσιών, στην οποία είχε προσβλέψει η Συνταγματική Συνθήκη.

Η αίσθηση των πολιτών ότι μετέχουν σε μια κοινότητα πεπρωμένου, που θα αποκτάτο ως συνέπεια των πολιτικών «Αγορών» τις οποίες είχε επινοήσει και προτείνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τη χάραξη της πορείας της Ευρώπης στα επόμενα χρόνια, βοηθούσης και της δημοσιότητας την οποία η σχετική εμπειρία θα απολάμβανε, θα ήταν ένα όφελος εκ της διαδικασίας της Διάσκεψης υπέρτερης αξίας από μια αποδοχή προτάσεων των «Αγορών» εκ μέρους του κοινού ή του συντακτικού νομοθέτη της Ένωσης (της συλλογικότητας των κυβερνήσεων, σε κάθε περίπτωση). Με τη διαδικασία της Διάσκεψης που καθιερώθηκε σύμφωνα με τα οργανωτικά desiderata των κυβερνήσεων, το δεύτερο –η αποδοχή προτάσεων της κοινωνίας των πολιτών– είναι πιθανό να συμβεί, όμως το πρώτο –η απόκτηση αίσθησης κοινού πεπρωμένου από τους πολίτες–, καταρχήν όχι. Περισσότερο από την εκπόνηση συνεπών και συνεκτικών δημόσιων πολιτικών, ή τη θέσπιση νομικών κανόνων  σαφών και… σοφών, η Ευρώπη έχει ζωτική ανάγκη να μάθουν οι άνθρωποί της να αναγνωρίζονται αμοιβαία και να συνυπάρχουν  ως μέλη μια πολιτικής κοινότητας που κείται πέρα από τα εθνικά εδάφη. Είναι ευκταίο η Διάσκεψη να ευνοήσει μεθόδους παραγωγής πολιτικής που να πλησιάζουν αυτή τη στοχοθέτηση. Στο κάτω κάτω της γραφής, όπως και ο σοφός γέρων της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης έχει πει, η μετάβαση σε μια ευρωπαϊκή κοινωνία της αειφορίας και της εξάλειψης των ανισοτήτων δεν θα μπορέσει να καρποφορήσει, όσο προσεκτικά και πειστικά κι αν σχεδιαστεί, χωρίς μια κοινή πρακτική διαμόρφωσης γνώμης και βούλησης, που θα τροφοδοτείται από τις ρίζες μιας ευρωπαϊκής κοινωνίας των πολιτών και θα αναπτύσσεται σε μια πανευρωπαϊκή αρένα[12].  

 

[1] Βλ. Emmanuel Macron, Η ομιλία στην Πνύκα, με πρόλογο Παναγή Παναγιωτόπουλου, Μελάνι, 2018, ιδ. σ. 26-27. Για την ομιλία του στη Σορβόννη, βλ. https://www.elysee.fr/emmanuel-macron/ 2017/09/26/. 

[2] Βλ. στον Monde της 31/7/2018. 

[3] Τα σχετικά Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου είναι προσβάσιμα στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://bit.ly/36dpRyX.     

[4] H θέση του Συμβουλίου είναι προσβάσιμη σε http://bit.ly/3rh4p2D.  

[5] Πιο συγκεκριμένα, στις 20/1/2020 είχε δημοσιοποιηθεί ένα «έγγραφο εργασίας» (working paper), που κατά παραγγελία της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων του Κοινοβουλίου είχαν συντάξει δυο γερμανοί ευρωβουλευτές, οι Helmut Scholz και Daniel Freund (βλ. το έγγραφο σε http://bit.ly/3t3rMyg). Ακριβώς ένα χρόνο αργότερα, η Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων ανακοίνωσε ότι για όλο αυτό το διάστημα το έγγραφο της 20ής Ιανουαρίου 2020 αποτελούσε την επίσημη θέση της Συνέλευσης για τη δημοκρατική οργάνωση της Διάσκεψης (πηγή: Europe Daily Bulletin, No. 12640, 20.1.2021, https://agenceurope.eu/en/bulletin/sommaire/12640).    

[6] Claudia Chwalisz & Ieva Čensulaityté, Innovative Citizen Participation and new Democratic Institutions: Catching the Deliberative Wave. OECD Report, published on June 10, 2020 (http://www.oecd.org/gov/innovative-citizen-participation-and-new-democratic-institutions-339306da-en.htm).

[7] Πηγή: Europe Daily Bulletin, No. 12647, 30.1.2021 (https://agenceurope.eu/en/bulletin/article/ 12647/1). Eίναι χαρακτηριστικό έστω κι αν το Συμβούλιο παρέκαμψε οριστικά το ενδεχόμενο να τοποθετηθεί πρόεδρος της Διάσκεψης ο «ομοσπονδιστής» Γκυ Φέρχοφσταντ, μια από τις πολιτικές ομάδες της Συνέλευσης, οι Συντηρητικοί και Ρεφορμιστές (European Conservatives and Reformists Group), εξακολουθεί να θεωρεί ότι η Διάσκεψη, με τη θεσμική δομή που της προσέδωσε η θέση του Συμβουλίου του Φεβρουαρίου 2021, καθώς και με τις αποφάσεις που εντέλλεται να πάρει σχετικά με τις μελλοντικές πολιτικές της Ένωσης, είναι το προανάκρουσμα μιας μετεξέλιξης της ίδιας της ΕΕ σε ομοσπονδιακό κράτος (πηγή: Europe Daily Bulletin, No. 12655, 11.2.2021, https://agenceurope. eu/en/bulletin/article/12655/28).

[8] Το έργο του Χάμπερμας Faktizität und Geltung είναι η πιο περιεκτική κατάθεσή του για τη διαβουλευτική δημοκρατία. Για μια κατατοπιστική –αλλά και κριτική– ερμηνεία του έργου του αυτού, βλ., αντί πολλών άλλων, Φ. Παιονίδης, «Διαβουλευτική δημοκρατία και ελευθερία της έκφρασης», σε Επιστήμη και  κοινωνία, τ. 1/1998, σ. 29-56 (https://ejournals.epublishing.ekt.gr/ index.php/sas/article/view File/682/680).

[9] Μια αξιοπρόσεκτη ανάλυση της συγκρότησης και λειτουργίας της C.C.C. είναι εκείνη των Florent Gougou και Simon Persico με τίτλο “Deciding Together. The Citizens’ Convention on Climate and the Democratic Challenge”, που είναι δημοσιευμένη στην ηλεκτρονική επιθεώρηση του  Collège de France La Vie des Idées, την οποία διευθύνει ο Pierre Rosanvallon (https://booksandideas.net/Deciding-Τogether. html). Σχετικά με τις πρόσφατες εξελίξεις με έμφαση στην συνταγματική αναθεώρηση, βλ. την ειδησεογραφία του Monde, ενδεικτικά της 17/12/2020 και 11/2/2021

[10] Βλ. στις Chwalisz & Čensulaityté, ό.π., στο κεφ. 4.

[11] Πηγή πληροφόρησης για το «συμβάν» που εκτέθηκε είναι ο υπογραφόμενος, ο οποίος με την τότε ιδιότητα του αντιπροέδρου του E.U.M.C. διηύθυνε τη σύνταξη της πρότασης και στη συνέχεια την παρουσίασε ενώπιον της Συνέλευσης. Το E.U.M.C. το 2004 μετασχηματίστηκε στον Οργανισμό των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Fundamental Rights Agency).

[12]  Jurgen Habermas, Ο μεταεθνικός αστερισμός, Πόλις, 2003, σ. 142. 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.