Στην Ελλάδα, πάντως, βιβλία όπως Το Αστείο διέδωσαν πρωτοφανείς πληροφορίες περί του αυταρχικού χαρακτήρα των ανατολικών καθεστώτων. Δεν ήταν οι συνήθεις πληροφορίες της κυρίαρχης κουλτούρας του αντικομμουνισμού που, στη διάρκεια της δικτατορίας, ήταν οι μονοπωλιακές αντιλήψεις του καθεστώτος. Τρία βιβλία συνέβαλαν στη δημιουργία ενός υπόγειου ρεύματος σκεπτικισμού σχετικού με τη φύση των καθεστώτος του «υπαρκτού σοσιαλισμού» (όπως είχαν αρχίσει να λένε τότε στην Ελλάδα τον κομμουνισμό και τα καθεστώτα του). Το πρώτο ήταν Το μηδέν και το άπειρο του Άρθουρ Καίστλερ, που είχε πρωτοκυκλοφορήσει το 1966 από τις εκδόσεις του Γαλαξία της Ελένης Βλάχου, το δεύτερο ήταν το Αστείο και το τρίτο, το μυθιστόρημα του Αλεξάντερ Σολζενίτσιν Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς, το πρώτο Βίπερ των εκδόσεων Πάπυρος. Λόγω της διανομής τους παντού όπου υπήρχαν πρακτορεία Τύπου, τα βιβλία του Καίστλερ και του Σολζενίτσιν ήταν προσιτά σε ευρύτατα κοινά. Ο Κούντερα απαιτούσε μυημένους αναγνώστες, πολλοί μάλιστα πρωτοανακάλυψαν Το Αστείο ακόμα και πολλά χρόνια μετά την πτώση της χούντας το 1974. Αλλά έτσι ήταν τότε, τα πράγματα κινούνταν αργά – και έχω την αίσθηση ότι η καθυστέρηση στη μετάδοση έγκυρων πληροφοριών δεν εμπίπτει στις αρετές της βραδύτητας που περιέγραψε ο Κούντερα στο ομώνυμο βιβλίο του, τη Βραδύτητα, αργότερα, όταν στο Παρίσι άρχισε να γράφει στα γαλλικά.
Ο Κούντερα που όλοι θυμόμαστε, πάντως, είναι εκείνος ο Κούντερα της Πράγας. Ο Κούντερα του Αστείου, του Βαλς του αποχαιρετισμού, του Βιβλίου του γέλιου και της λήθης, της Αβάσταχτης ελαφρότητας του είναι. Το βαλς του αποχαιρετισμού και το Βιβλίο του γέλιου και της λήθης είχαν εκδοθεί στα ελληνικά, μετά τη δικτατορία, από τις εκδόσεις Οδυσσέας της Μυρσίνης Ζορμπά και του Τίτου Μυλωνόπουλου. Τα χρόνια εκείνα πολλά πράγματα ήταν διαφορετικά στον εκδοτικό χώρο, αφού υπήρχε μια δημιουργική ασάφεια σχετικά με τα δικαιώματα. Γι’ αυτό, άλλωστε, αποσπάσματα της Αβάσταχτης ελαφρότητας του είναι, που είχε αποδοθεί ως Η αβάσταχτη ελαφράδα της ύπαρξης, πρωτοδημοσιεύτηκαν στο περιοδικό κόμικς Βαβέλ, αρκετό καιρό πριν εκδοθεί από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας – όπως και όλα τα άλλα βιβλία του στη συνέχεια (στρατηγική η κίνηση της Μάνιας Καραϊτίδη να κλείσει τα δικαιώματα όλων των βιβλίων του συγγραφέα). Σε ένα κοινό, το κοινό της Βαβέλ, που είχε προσλαμβάνουσες για τον αυταρχισμό του κομμουνιστικού στρατοπέδου, τα δοκιμιακά αποσπάσματα από την Αβάσταχτη ελαφράδα… λειτούργησαν αποκαλυπτικά. Ο Κούντερα κατήγγελλε τα καθεστώτα που η πλειονότητα των αριστερών διαμορφωτών της κοινής γνώμης στην Ελλάδα αποθέωναν ως το πείραμα της χειραφέτησης και της ελευθερίας.
Αν κάτι έμαθαν, δηλαδή, οι Έλληνες από την κυκλοφορία των τσέχικων βιβλίων του Κούντερα είναι ότι πρόκειται για υπόθεση ελευθερίας και δημοκρατίας η αντιπαράθεση στον κομμουνιστικό αυταρχισμό. Ο Κούντερα, και πολλές ακόμα αντικαθεστωτικές προσωπικότητες της Τσεχοσλοβακίας (όπως ο Βάτσλαβ Χάβελ), αλλά και άλλων χωρών, που είχαν αρχίσει να ακούγονται και στην Ελλάδα (συνέβαλαν σε αυτό τα δυο σχετικά συνέδρια με θέμα το σοσιαλισμό και τις ελευθερίες που είχε διοργανώσει στην Αθήνα το αριστερό περιοδικό Αντί), έκαναν τον αντικομμουνισμό φιλελεύθερο δημοκρατικό αίτημα. Απήλλαξαν δηλαδή τη δημοκρατική κριτική στα κομμουνιστικά καθεστώτα από τη γειτνίασή της με τη στερεότυπη γλώσσα της Ακροδεξιάς. Τη χειραφέτησαν.
Ο Κούντερα συνδύαζε τη γοητεία του μοναδικού μυθιστορηματικού ύφους του με την απομυθοποίηση ενός από τα ταμπού του ελληνικού προοδευτισμού: του αντικομμουνισμού. Δεν ήταν εύκολη επιλογή, τα στερεότυπα ακόμα και σήμερα (όπως δείχνει η ανακοίνωση της Εταιρείας Συγγραφέων για την απώλειά του - https://booksjournal.gr/gnomes/4453-i-etaireia-syggrafeon-o-koyntera-kai-mia-paraxaraksi) δεν έχουν εξαλειφθεί. Ευτυχώς, για τους παθιασμένους και κριτικούς αναγνώστες, η λογοτεχνία δεν υποτάσσεται σε στερεότυπα και μύθους. Η λογοτεχνία είναι απελευθερωτική.