Χαμάς
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΟ πολυθρησκευτικός Λίβανος
Δημήτρης Κούρκουλας, Λίβανος. Μια ξεχωριστή χώρα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2026, 160 σελ.
Δεν αποτελεί υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι κάθε χώρα επιθυμεί να είναι «ξεχωριστή», με τους δικούς της τρόπους και για τους δικούς της λόγους. Λίγες, όμως, φαίνεται να το κατόρθωσαν στο βαθμό που το πέτυχε ο Λίβανος· και από την άποψη αυτή, ο τίτλος του βιβλίου του Δημήτρη Κούρκουλα είναι εύστοχος. Πράγματι, η μικρή αυτή χώρα της Μέσης Ανατολής, με έκταση όση η μισή Πελοπόννησος, παρουσιάζει ορισμένες ιδιαιτερότητες, οι οποίες την καθιστούν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση για τη μελέτη μιας σειράς ζητημάτων, όπως οι προκλήσεις της οικοδόμησης εθνικής ταυτότητας σε μια κατακερματισμένη κοινωνία, ο ρόλος της θρησκείας σε μια πολυθρησκευτική χώρα και η επίδρασή της στο πολιτικό σύστημα.

Τέσσερις χάρτες του Λιβάνου, σε τέσσερις διαφορετικές χρονικές περιόδους. 1. Χάρτης του 1862, συνταγμένος από τη γαλλική αποστολή του Beaufort d’Hautpoul, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως πρότυπο για τα σύνορα του Μεγάλου Λιβάνου το 1920. 2. Xάρτης του Μουτεσαφιράτου του Όρους Λιβάνου, περίπου του 1900. 3. Χάρτης της Γαλλικής Εντολής και των κρατών που δημιουργήθηκαν το 1920. 4. Πρόσφατος χάρτης, που δείχνει την κατανομή των θρησκευτικών ομάδων του Λιβάνου σύμφωνα με τα δεδομένα των δημοτικών εκλογών του 2009. Με διακεκομμένη γραμμή προσδιορίζονται τα όρια του Μουτεσαριφάτου.
Με δεδομένο ότι ο Λίβανος βρίσκεται στη Μέση Ανατολή, είναι εύλογο να ξεκινήσει η απαρίθμηση των ιδιαιτεροτήτων του από τη θρησκεία: ο Λίβανος είναι η μοναδική χώρα της περιοχής όπου το χριστιανικό στοιχείο, αν και όχι πλέον αριθμητικά κυρίαρχο, όπως ήταν στα αρχικά στάδια της ιστορικής του πορείας, εξακολουθεί να έχει εξαιρετικά σημαντική παρουσία και να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή. Η έντονη αυτή χριστιανική διάσταση του Λιβάνου (η οποία ενισχύεται περαιτέρω και από τα όχι ευάριθμα δυτικά εκπαιδευτικά του ιδρύματα) του έχει επιτρέψει επίσης και μια, σχετική πάντοτε, πολιτισμική εγγύτητα προς την Ευρώπη, η οποία δεν ανιχνεύεται με την ίδια ένταση σε άλλες αραβικές ή ισλαμικές χώρες. Μια δεύτερη ιδιαιτερότητα είναι και αυτή συνδεδεμένη με τη θρησκεία: παρότι ο Λίβανος ακολουθεί σε γενικές γραμμές τις τυπικές αρχές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, τα πολιτικά αξιώματα δεν δίδονται στη βάση των εκλογικών αποτελεσμάτων των κομμάτων αλλά διαμοιράζονται ανάλογα με το θρήσκευμα. Τέλος, σε μια περιοχή όπου η δημοκρατία είτε είναι εξαιρετικά αδύναμη είτε δεν υπάρχει καθόλου, ο Λίβανος παραχωρεί στους πολίτες του σημαντικά περιθώρια πολιτικής ελευθερίας, ενώ θεωρείται και ως ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της αραβικής διανόησης. Όπως παρατηρεί ο Κούρκουλας:
Παρ’ όλες τις αδυναμίες του πολιτικού του συστήματος, [ο Λίβανος] είναι αναμφίβολα η πιο δημοκρατική χώρα στον αραβικό κόσμο, είναι η χώρα που προστατεύει την ελευθερία έκφρασης και την ελευθερία του Τύπου, γεγονός που έχει καταστήσει τη Βηρυτό σημαντικό κέντρο των περιφερειακών μέσων ενημέρωσης. (σ. 31)
Οι ιδιαιτερότητες αυτές οφείλονται, βέβαια, στο ιστορικό παρελθόν της χώρας και συνεπώς μπορούν να κατανοηθούν μόνο αν τοποθετηθούν στο ιστορικό τους πλαίσιο. Καταρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι η χρήση του όρου «Λίβανος» ως δηλωτικού της σημερινής χώρας είναι σχετικά πρόσφατη. Πριν από τον 20ό αιώνα, η λέξη «Λίβανος» αναφερόταν σε μια μικρή περιοχή η οποία περιοριζόταν κυρίως στο όρος Λίβανος και τα γύρω εδάφη. Η περιοχή αυτή ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από τον 16ο έως και τις αρχές του 20ού αιώνα και είχε εσωτερική αυτονομία. H μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού της ήταν χριστιανοί Μαρωνίτες, ενώ ακολουθούσαν οι Δρούζοι, οι ορθόδοξοι χριστιανοί (οι οποίοι είναι γνωστοί με τον όρο «Ελληνορθόδοξοι»), οι Μελκίτες (γνωστοί και ως «Ελληνοκαθολικοί») και οι σουνίτες μουσουλμάνοι.[1] Αρχικά, η ημιαυτόνομη αυτή οντότητα ήταν Εμιράτο και οι εμίρηδες ήταν Δρούζοι και στη συνέχεια Μαρωνίτες ή σουνίτες μουσουλμάνοι· από το 1861, μετά από έναν αιματηρό εμφύλιο μεταξύ Μαρωνιτών και Δρούζων, η περιοχή έγινε Mουτεσαριφάτο.[2]
Mουτεσαριφάτο
Η περίοδος του οθωμανικού Mουτεσαριφάτου (1861-1918), του πρώτου προπλάσματος του μεταγενέστερου λιβανέζικου κράτους, σηματοδότησε μια «μακρά ειρήνη» σε ό,τι αφορούσε την εσωτερική του κατάσταση, καθώς Μαρωνίτες, Ορθόδοξοι, Δρούζοι και Σουνίτες συμβίωναν χωρίς υπέρμετρη οξύτητα και διακοινοτική βία.[3] Δεδομένου ότι στην προνεωτερική Οθωμανική Αυτοκρατορία η θρησκεία έπαιζε τον κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση των συλλογικών ταυτοτήτων, οι Λιβανέζοι δεν αποτελούσαν εξαίρεση: καθ’ όλη την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας η ισχυρότερη ταυτοτική τους συνθήκη παρέμεινε η θρησκεία τους και όχι κάποια αίσθηση εθνικής (και διαθρησκειακής) ταυτότητας. Έτσι, για παράδειγμα, οι άραβες ορθόδοξοι χριστιανοί του Mουτεσαριφάτου του Λιβάνου ανήκαν και αυτοί στην ορθόδοξη κοινότητα του οθωμανικού «Μιλλέτ των Ρωμιών» («Millet-i Rum»), μαζί με τους Έλληνες, τους Σλάβους, τους Βλάχους, τους ορθόδοξους Αλβανούς και, βεβαίως, τους άλλους ορθόδοξους Άραβες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (οι οποίοι βρέθηκαν τον 20ό αιώνα στη Συρία, στο Ιράκ και στην Ιορδανία).
Η βάση της διοίκησης του Mουτεσαριφάτου ήταν ο Οργανικός Νόμος του 1861, προϊόν διαπραγματεύσεων των Οθωμανών με τις ευρωπαϊκές Μεγάλες Δυνάμεις και ιδίως με την Αυστρία και τη Γαλλία, η οποία και είχε αναγορεύσει τον εαυτό της προστάτη των καθολικών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ένα ρόλο που πολλοί Μαρωνίτες έβλεπαν με συμπάθεια. Το Μουτεσαριφάτο είχε εσωτερική αυτονομία και τους μουτεσαρίφες τους επέλεγε ο σουλτάνος· δεν είχαν καταγωγή ή άλλου είδους σχέση με τον Λίβανο και ήταν απλά ανώτατοι οθωμανοί αξιωματούχοι με κύρος και εμπειρία, ήταν δε πάντοτε χριστιανοί και μάλιστα καθολικοί: από τους οκτώ μουτεσαρίφες της περιόδου 1861-1914 δύο ήταν αρμένιοι καθολικοί, τρεις ήταν Μελκίτες και τρεις ρωμαιοκαθολικοί (ένας Αλβανός, ένας ιταλικής καταγωγής και ένας πολωνικής).[4] Ο Οργανικός Νόμος προέβλεπε επίσης και ένα δωδεκαμελές συμβουλευτικό όργανο, στο οποίο συμμετείχαν όλες οι θρησκευτικές ομάδες. Από τα παραπάνω καθίσταται προφανές ότι η ανάδυση του Λιβάνου στη νεότερη ιστορία ως μια οθωμανική ημιαυτόνομη επαρχία τού προσέδωσε ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά, τα οποία και επρόκειτο να απολαύσουν μιαν ασυνήθιστα μακρά ζωή: πρώτον, το όρος Λίβανος (είτε ως Εμιράτο είτε ως Μουτεσαριφάτο) θα ήταν μια ουσιαστικά χριστιανική νησίδα μέσα σε μια ισλαμική θάλασσα· δεύτερον, η εξουσία θα διαμοιραζόταν στη βάση θρησκευτικών και όχι πολιτικών ή άλλων κοσμικών κριτηρίων και, τρίτον, καμία θρησκευτική ομάδα (ανεξαρτήτως του πληθυσμιακού μεγέθους της) δεν θα έμενε εκτός εξουσίας αλλά όλες θα είχαν μια θεσμικά κατοχυρωμένη θέση και πολιτική εκπροσώπηση.
Ο Λίβανος με τα σύνορα και την έκταση που έχει σήμερα είναι αποτέλεσμα της γαλλικής κυριαρχίας στην περιοχή. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Συρία και ο Λίβανος πέρασαν στη γαλλική σφαίρα επιρροής. Αρχικά αυτό έγινε με την περίφημη (και για πολλούς: διαβόητη) «Συμφωνία Σάικς-Πικό» (1916) ανάμεσα στη Γαλλία και τη Βρετανία, η οποία και έσυρε «μια γραμμή στην άμμο» των μεταοθωμανικών αραβικών περιοχών· στη συνέχεια, η γαλλική παρουσία επισημοποιήθηκε με την «Εντολή» («Mandate») της Κοινωνίας των Εθνών. Στο πλαίσιο αυτό, η Γαλλία δημιούργησε τον λεγόμενο «Μεγάλο Λίβανο» («Grand Liban») το 1920, προσθέτοντας στο παλαιό οθωμανικό Μουτεσαριφάτο την κοιλάδα Μπεκάα, ορισμένες σημαντικές πόλεις (Βηρυτός, Τρίπολη, Τύρος και Σιδώνα) καθώς και εκτεταμένα εδάφη στον νότο.[5] Όπως είναι προφανές, η απόφαση αυτή σφράγισε τη μετέπειτα φυσιογνωμία της χώρας.
Η ανεξαρτησία
Η μεγέθυνση του Λιβάνου ήταν επιθυμητή από τους Μαρωνίτες, καθώς θα επέτρεπε στο νεοπαγές κράτος να έχει μια αυτόνομη πορεία και επιπλέον θα του έδινε και μια σημαντική οικονομική ενίσχυση με την εύφορη κοιλάδα Μπεκάα και την πρόσκτηση των πόλεων και ιδίως της ακμάζουσας Βηρυτού.[6] Από την άλλη μεριά, η εισδοχή των νέων εδαφών, όπου κατοικούσαν κυρίως μουσουλμάνοι, απομείωσε την αριθμητική ισχύ του χριστιανικού στοιχείου, αν και αυτό θα παρέμενε πλειοψηφικό για αρκετά χρόνια ακόμα. Επιπλέον, η δημιουργία του «Μεγάλου Λιβάνου» είχε επακόλουθο και την εμφάνιση για πρώτη φορά στη λιβανέζικη ιστορία ενός σημαντικού αριθμού σιιτών μουσουλμάνων, οι οποίοι κατοικούσαν κυρίως στον νότο και την κοιλάδα Μπεκάα, γεγονός που επρόκειτο να αποκτήσει ιδιαίτερο ειδικό βάρος στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Για τους Μαρωνίτες (αλλά και για ένα μέρος των υπόλοιπων χριστιανών), η ύπαρξη του Λιβάνου ως ανεξάρτητου κράτους ήταν η μόνη επιλογή που θα διασφάλιζε την πολιτική τους θέση (ενίοτε και την κυριαρχία τους), καθώς η εναλλακτική λύση θα ήταν η πλήρης απορρόφησή του από μια μουσουλμανική «Μεγάλη Συρία», κάτι που απεύχονταν μεν οι Μαρωνίτες αλλά επιθυμούσαν οι μουσουλμάνοι τόσο της Συρίας όσο και του Λιβάνου. Έναν ανεξάρτητο Λίβανο, βέβαια, ευνοούσαν και οι Γάλλοι (αν και όχι ομόθυμα) για την προώθηση των δικών τους συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου. Αρχικά, οι Γάλλοι διοικούσαν άμεσα τη χώρα μέσω γάλλων διοικητών, τους οποίους επικουρούσε ένα συμβουλευτικό σώμα με μέλη από όλες τις θρησκείες, σύμφωνα και με τη λιβανέζικη παράδοση. Από το 1926, ωστόσο, ο Λίβανος απέκτησε σύνταγμα και το ίδιο έτος ιδρύθηκε η «Δημοκρατία του Λιβάνου», αλλά ο γαλλικός έλεγχος παρέμεινε και η χώρα απέκτησε τελικά την ανεξαρτησία της το 1943, ενώ οι τελευταίοι γάλλοι στρατιώτες αποχώρησαν το 1946.[7]
Μια κεφαλαιώδης εξέλιξη στη νεότερη πολιτική ιστορία του Λιβάνου ήταν αναμφίβολα η σύναψη του λεγόμενου «Εθνικού Συμφώνου», το 1943. Το Σύμφωνο αυτό ήταν μεν προφορικό αλλά αποδείχθηκε εξαιρετικά ανθεκτικό και αποτέλεσε την κρηπίδα πάνω στην οποία χτίστηκε η ιστορική πορεία του Λιβάνου ως ανεξάρτητου κράτους. Ακολουθώντας την παράδοση, το Σύμφωνο προέβλεπε ότι οι θέσεις εξουσίας θα διαμοιράζονταν με βάση την αναλογική εκπροσώπηση όλων των δογμάτων και των θρησκειών της χώρας και όριζε ότι ο πρόεδρος θα είναι πάντοτε Μαρωνίτης, ο πρωθυπουργός σουνίτης μουσουλμάνος και ο πρόεδρος της Βουλής σιίτης. Τόσο οι βουλευτικές έδρες όσο και οι θέσεις του δημόσιου τομέα θα υπάγονταν στη συνέχεια και αυτές σε ένα ανάλογο καθεστώς με βάση τη θρησκεία, έτσι ώστε όλα τα δόγματα να έχουν έναν ορισμένο αριθμό βουλευτών και δημόσιων λειτουργών. Προκειμένου δε να υπολογιστούν οι θέσεις που θα καταλάμβανε η κάθε θρησκεία, χρησιμοποιήθηκαν τα στοιχεία που προέκυψαν από την απογραφή του 1932, η οποία και είχε δώσει μια οριακή χριστιανική πλειοψηφία, με τους Μαρωνίτες να είναι η μεγαλύτερη θρησκευτική ομάδα, ακολουθούμενη από τους σουνίτες, τους σιίτες, τους ορθόδοξους, τους Δρούζους και τους Μελκίτες. Είναι σημαντικό να αναφερθεί εδώ ότι, προκειμένου να διατηρηθούν οι πρόνοιες αυτές (αλλά και η βαρύνουσα θέση των χριστιανών στη χώρα), ο Λίβανος δεν διενήργησε καμία άλλη απογραφή, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή να διερευνηθεί με απόλυτη ακρίβεια και από επίσημες πηγές η εξέλιξη των δημογραφικών μεγεθών της χώρας μετά το 1932.[8]
Εκτός από αυτές τις σημαντικές διατάξεις, όμως, το «Εθνικό Σύμφωνο» σηματοδοτούσε κάτι πολύ ευρύτερο: επρόκειτο, ουσιαστικά, για μια δέσμευση των χριστιανών και των μουσουλμάνων ηγετών του Λιβάνου ότι η χώρα θα εξακολουθούσε να υφίσταται ως ανεξάρτητο κράτος. Προκειμένου να συμβεί αυτό, βέβαια, έπρεπε να γίνουν εκατέρωθεν παραχωρήσεις, οι οποίες, εκτός από το ζήτημα της πολιτικής ισχύος, άγγιζαν και ουσιαστικά ζητήματα ταυτότητας: οι μεν μουσουλμάνοι θα αναγνώριζαν την ανεξάρτητη ύπαρξη του Λιβάνου και θα εγκατέλειπαν την προοπτική εισόδου του σε μια «Μεγάλη Συρία», ενώ οι Μαρωνίτες θα εγκατέλειπαν τα όποια σχέδια είχαν για πρόσδεση της χώρας στη Γαλλία και θα αποδέχονταν ότι ο Λίβανος έχει μια καθαρά αραβική ταυτότητα. Οι παραχωρήσεις αυτές δεν ήταν εύκολες, ούτε και έγιναν ειλικρινώς αποδεκτές από όλους: πολλοί Μαρωνίτες εξακολούθησαν να αρνούνται ότι είναι εθνοτικά Άραβες, υιοθέτησαν την άποψη ότι κατάγονται από τους Φοίνικες και τόνιζαν τη «μεσογειακή» διάσταση της ταυτότητάς τους, ενώ σημαντικό μέρος των μουσουλμάνων αρνείτο να ενταφιάσει τα φιλοσυριακά ή/και παναραβικά του αισθήματα.
Σε κάθε περίπτωση, αυτός ο ιδιότυπος «ιστορικός συμβιβασμός» μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων απεδείχθη εξαιρετικά ανθεκτικός και ο Λίβανος εξακολουθεί να υφίσταται ως ενιαίο κράτος στο οποίο συμβιώνουν διαφορετικές θρησκείες, παρά τη θυελλώδη πολιτική ζωή της χώρας και τις εξαιρετικά αντίξοες τοπικές και διεθνείς συνθήκες. Οι προκλήσεις και οι δυσχέρειες που αντιμετώπισε ο Λίβανος μετά την ανεξαρτησία του δεν ήταν λίγες: ένας αιματηρός εμφύλιος πόλεμος (1975-1990), η μακρόχρονη συριακή παρουσία (1976-2005), η ισραηλινή κατοχή νότιων εδαφών της χώρας (1982-2000), η εμπλοκή του Λιβάνου στο Παλαιστινιακό Ζήτημα, η πολύχρονη εγκατάσταση χιλιάδων παλαιστίνιων προσφύγων και η ανάδυση της σιιτικής οργάνωσης Χεζμπολάχ, ως όργανο του Ιράν αλλά και φορέα ενδυνάμωσης του σιιτικού στοιχείου, έφεραν συχνά τον Λίβανο στα όριά του και έθεσαν σε κίνδυνο ακόμα και αυτή την ύπαρξή του. Επιπλέον, την ώρα που γράφονται οι γραμμές αυτές, ο Λίβανος βρίσκεται μπροστά σε νέες και εξαιρετικά δυσοίωνες εξελίξεις λόγω του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν και της συμμετοχής σε αυτόν της Χεζμπολάχ, γεγονός που οδήγησε σε νέο κύκλο ισραηλινών επιθέσεων.

Λιβανέζοι χριστιανοί στρατιώτες του Μουτεσαριφάτου του Όρους Λιβάνου με πλήρη εξάρτυση, τέλη του 19ου αιώνα. Η περίοδος του οθωμανικού Mουτεσαριφάτου (1861-1918), του πρώτου προπλάσματος του μεταγενέστερου λιβανέζικου κράτους, σηματοδότησε μια «μακρά ειρήνη» σε ό,τι αφορούσε την εσωτερική του κατάσταση, καθώς Μαρωνίτες, Ορθόδοξοι, Δρούζοι και Σουνίτες συμβίωναν χωρίς υπέρμετρη οξύτητα και διακοινοτική βία.
mideastimage.com
Ιδιαιτερότητες
Εύλογα, η σημερινή κατάσταση αναζωπύρωσε και στην Ελλάδα το ενδιαφέρον για τον Λίβανο και, κατά συνέπεια, το βιβλίο του Δημήτρη Κούρκουλα δεν θα μπορούσε να εμφανιστεί σε προσφορότερη συγκυρία. Ο συγγραφέας, ανώτατο στέλεχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και υφυπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας (2012-2015), έχει την απαιτούμενη σκευή για να προσεγγίσει με επάρκεια το θέμα του, καθώς υπηρέτησε ως πρέσβης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον Λίβανο την περίοδο 1997-2001 και ήταν, μάλιστα, ο πρώτος πρέσβης που έστειλε η ΕΕ στη χώρα μετά τον εμφύλιο πόλεμο.[9] Δύο σημεία χρειάζεται να αναφερθούν εξαρχής: το πρώτο είναι ότι το βιβλίο αυτό (έκτασης 157 σελίδων) έχει εισαγωγικό χαρακτήρα και είναι γραμμένο για να διαβαστεί από τον μέσο, πεπαιδευμένο αναγνώστη, ο οποίος ενδιαφέρεται να αποκτήσει μια πρώτη επαφή με τη λιβανέζικη πραγματικότητα. Το στόχο αυτό ο Κούρκουλας τον πετυχαίνει απολύτως και γιατί γράφει με στρωτή και συγκροτημένη γλώσσα χωρίς βερμπαλισμούς αλλά και διότι επεξηγεί με σαφήνεια τις ποικίλες διαστάσεις των ζητημάτων που παρουσιάζει, χωρίς να είναι αναγκαίο να έχει ο αναγνώστης πρότερη γνώση της χώρας.
Το δεύτερο σημείο είναι, ίσως, ακόμα πιο χρήσιμο για τον αναγνώστη: είναι σύνηθες για πολλούς «δυτικούς» παρατηρητές, και ιδίως για όσους έχουν ελλιπή γνώση της περιοχής, να γράφουν για την αραβική «Ανατολή» (όπως άλλωστε και για τα Βαλκάνια) με ένα, συγκαλυμμένο ή όχι, αίσθημα ανωτερότητας. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στο βιβλίο αυτό. Ο συγγραφέας του προσεγγίζει με πρόδηλη συμπάθεια και (γιατί όχι;) αγάπη τον Λίβανο και τους κατοίκους του: «αυτό που κάνει τον Λίβανο αξιαγάπητο», γράφει, «είναι η ζεστασιά των ανθρώπων, η ενεργητικότητά τους και η αγάπη τους για ζωή» (σ. 145). Όταν πρωτοπήγε στη χώρα, η «αναρχία» που επικρατούσε στο αεροδρόμιο αλλά και γενικότερα, τα κατεστραμμένα κτίρια και τα πολλαπλά σημεία ελέγχου από πάνοπλους (αλλά συχνά ρακένδυτους) στρατιώτες τον ώθησαν να βρει τρόπους για να επιστρέψει στις Βρυξέλλες. «Σε πολύ σύντομο διάστημα», ωστόσο, «συνεπαρμένος από τη ζωντάνια της Βηρυτού, είχα αρχίσει να σκέφτομαι το ακριβώς αντίθετο: πώς θα μπορούσα να παρατείνω τη διαμονή μου» (σ. 25-26). Είναι προφανές ότι το έργο αυτό δεν είναι μόνο καρπός γνώσης και πολιτικής εμπειρίας αλλά και ένας θερμός χαιρετισμός σε έναν πραγματικά αξιαγάπητο όσο και μαρτυρικό λαό.
Η δομή του βιβλίου είναι και αυτή στρωτή και αναπτύσσεται με χρονολογική σειρά: 15 κεφάλαια αναλύουν με περιεκτικό αλλά ακριβή τρόπο τις σημαντικότερες πτυχές που συνθέτουν τη λιβανέζικη εμπειρία. Έπειτα από δύο εισαγωγικά κεφάλαια όπου διαγράφεται σε αδρές γραμμές η ιστορική εξέλιξη του Λιβάνου από την οθωμανική εποχή μέχρι και την ανεξαρτησία (σ. 28-42), ο συγγραφέας προχωρά στην κάλυψη ευρείας γκάμας θεμάτων, η οποία εκτείνεται από το πολιτικό σύστημα του Λιβάνου, το θρησκευτικό του μωσαϊκό και τον εμφύλιο πόλεμο μέχρι τη συριακή παρουσία στη χώρα, τη διακυβέρνηση του Ραφίκ Χαρίρι (1992-1998, 2000-2004) και την ελληνική κοινότητα της Βηρυτού. Η λιβανέζικη οικονομία αλλά και η λιβανέζικη κουζίνα (πολυπολιτισμική και αυτή) έχουν επίσης τα δικά τους κεφάλαια. Παρότι το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου εστιάζει στην πολιτική κατάσταση και στις διεθνείς σχέσεις της χώρας, δεν λείπουν οι αναφορές σε ορισμένα ενδιαφέροντα ζητήματα της κοινωνικής ζωής του Λιβάνου, όπως, για παράδειγμα, στη σιιτική πρακτική του «γάμου προσωρινής απόλαυσης» (nikah al-mut’ah), μιας πραγματικά ευφάνταστης λύσης για τη σύντομη συμβίωση ανδρών και γυναικών στο πλαίσιο μιας παραδοσιακής και πατριαρχικής κοινωνίας. Η πρακτική αυτή επιτρέπει τη νόμιμη συμβίωση για ένα προκαθορισμένο χρονικό διάστημα, μετά την παρέλευση του οποίου ο «γάμος» λύεται αυτομάτως χωρίς περαιτέρω νομικές διαδικασίες, ενώ η «σύζυγος» λαμβάνει και ένα χρηματικό ποσό (σ. 48). Το βιβλίο πλαισιώνεται από ένα χρήσιμο χρονολόγιο, το οποίο καλύπτει την ιστορία του Λιβάνου από τη φοινικική αρχαιότητα μέχρι και τις μέρες μας και από σύντομα βιογραφικά σημειώματα 11 προσωπικοτήτων που άφησαν το στίγμα τους στην πολιτική, οικονομική αλλά και πολιτιστική ζωή του Λιβάνου, όπως ο μαρωνίτης πολιτικός Μισέλ Αούν, ο χριστιανός συγγραφέας Αμίν Μααλούφ, ο δρούζος ηγέτης Καμάλ Τζουμπλάτ (πατέρας του σημερινού ηγέτη των Δρούζων, Ουαλίντ) και ο σιίτης Ναμπίχ Μπέρι, ο οποίος είναι μακράν «ο μακροβιότερος πρόεδρος Κοινοβουλίου παγκοσμίως», καθώς εκλέγεται στην προεδρία της Βουλής του Λιβάνου συνεχώς από το 1992 (σ. 152). Θα βοηθούσε τον αναγνώστη η ύπαρξη ενός χάρτη που να δείχνει την εδαφική εξέλιξη της χώρας από το Εμιράτο του Λιβάνου μέχρι και τον «Μεγάλο Λίβανο», όπως και ένα ευρετήριο κύριων ονομάτων. Καλό θα ήταν αυτά να προστεθούν στη δεύτερη έκδοση του βιβλίου.
Ο Κούρκουλας είναι προσεκτικός στις παρατηρήσεις του και αποφεύγει τις εύκολες γενικεύσεις. Εξετάζοντας τον εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος ξεκίνησε ως σύγκρουση μεταξύ Μαρωνιτών και μουσουλμάνων, για παράδειγμα, αναφέρεται στη σφοδρή διαμάχη, το 1978, ανάμεσα στον φιλοσύριο Μαρωνίτη Σουλεϊμάν Φρανζί (πρόεδρος: 1970-1976) και τον επίσης Μαρωνίτη αλλά φιλοϊσραηλινό Μπασίρ Τζεμαγιέλ, ο οποίος εξελέγη πρόεδρος τον Αύγουστο του 1982 αλλά δολοφονήθηκε λίγες μέρες αργότερα. Η σύγκρουση αυτή, κατά την οποία ο γιος του Σουλεϊμάν, Αντουάν (Τόνι), μαζί με την κόρη και τη σύζυγο του γιου του, δολοφονήθηκαν από άνδρες του Τζεμαγιέλ, επιτρέπει στον Κούρκουλα να τονίσει ότι η αιματηρή ενδομαρωνιτική διαμάχη «δείχνει πόσο περίπλοκος ήταν ο εμφύλιος πόλεμος και δεν ήταν απλώς μια αντιπαράθεση χριστιανών και μουσουλμάνων, αλλά συχνά χριστιανών εναντίον χριστιανών και μουσουλμάνων εναντίον μουσουλμάνων, με συνεχώς εναλλασσόμενες συμμαχίες και μέτωπα» (σ. 62-63). Η παρατήρηση αυτή υπογραμμίζει μια σημαντική σταθερά της νεότερης ιστορίας του Λιβάνου. Όπως ακριβώς ο εμφύλιος του 20ού αιώνα δεν ήταν απλά ένας θρησκευτικός πόλεμος, έτσι και η εμφύλια σύρραξη μεταξύ Μαρωνιτών και Δρούζων στο όρος Λίβανος το 1860, όπως παρατηρεί ο διαπρεπής ιστορικός του αραβικού κόσμου Albert Hourani, είχε κυρίως πολιτικά και κοινωνικά αίτια και δεν μπορεί να αποδοθεί μονοσήμαντα στη θρησκεία. Κατά συνέπεια, η ύπαρξη διαφορετικών θρησκειών δεν οδηγεί αναπόδραστα σε σύγκρουση. Από την άλλη πλευρά, η διακοινοτική βία δεν ήταν ο κανόνας αλλά μάλλον η εξαίρεση: σε γενικές γραμμές, συμπεραίνει ο Hourani, γράφοντας το 1946, οι θρησκευτικές κοινότητες του Λιβάνου συμβίωναν ειρηνικά και με σεβασμό στη θρησκεία και στις παραδόσεις των γειτόνων τους.[10]
Επιπλέον, η σημαντική προσωπική εμπειρία που απέκτησε ο Κούρκουλας στη χώρα λόγω της θέσης του, του δίνει τη δυνατότητα να διανθίσει το κείμενό του με ενδιαφέρουσες βινιέτες, οι οποίες εικονογραφούν άριστα τα βασικά ζητήματα που αναλύει. Όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του, για παράδειγμα, διαπίστωσε με έκπληξη ότι η ΕΕ είχε τέσσερις οδηγούς διαφορετικού θρησκεύματος, μια πρακτική την οποία θεώρησε σπατάλη. Σύντομα, όμως, κατάλαβε τη σκοπιμότητα της επιλογής αυτής: ανάλογα με το εκάστοτε πρόγραμμα μετακινήσεων του πρέσβη, το αυτοκίνητό του έπρεπε να περάσει από συγκεκριμένα σημεία στρατιωτικού ελέγχου, τα οποία επάνδρωναν συγκεκριμένες πολιτοφυλακές. Έτσι, η πρεσβεία επέλεγε τον οδηγό του πρεσβευτικού αυτοκινήτου ανάλογα με το ποιος θα επάνδρωνε τα checkpoints, από τα οποία έπρεπε να περάσει. Δεν αποτελεί έκπληξη, βέβαια, ότι ο μαρωνίτης οδηγός (και πρώην πυγμάχος) ο οποίος και τον παρέλαβε από το αεροδρόμιο «έσπρωχνε με δύναμη για να μου ανοίξει διάδρομο να περάσω ανάμεσα στο πλήθος», ενώ στη συνέχεια του είπε: «Καλωσορίσατε και συγγνώμη για την αναστάτωση, αλλά βρισκόμαστε στο μουσουλμανικό τμήμα της Βηρυτού» (σ. 20-21).
Όπως θα περίμενε κανείς, ο συγγραφέας αφιερώνει αρκετές σελίδες στο ιδιόμορφο πολιτικό σύστημα του θρησκευτικού κοινοτισμού του Λιβάνου, το οποίο, όπως έχει επισημανθεί, διαμοιράζει τα πολιτικά αξιώματα με βάση τη θρησκεία και είναι γνωστό στη διεθνή βιβλιογραφία ως «confessionalism» και «sectarianism». Στα ελληνικά, ο Κούρκουλας τον αποδίδει με τον όρο «ομολογητισμός» (σ. 45) και σημειώνει, με μια ισορροπημένη διατύπωση, ότι το σύστημα αυτό, «[θ]εωρήθηκε, δικαίως, εμπόδιο στην εύρυθμη λειτουργία των θεσμών και μια από τις κύριες αιτίες της διαφθοράς που υπονομεύει τη χώρα Οι υπερασπιστές του ισχύοντος συστήματος εξακολουθούν να το βλέπουν ως τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή που επιτρέπει σε μια πολυθρησκευτική κοινωνία να βιώνει μια μορφή ενότητας και να αποτρέπει την κυριαρχία μιας θρησκευτικής κοινότητας έναντι των υπολοίπων» (σ. 47). Πράγματι, το σύστημα αυτό επικρίνεται συχνά ως «αρχαϊκό» και έχει όντως εμποδίσει τη δημιουργία ενός ισχυρού κεντρικού κράτους. Ωστόσο, όχι μόνο αποτρέπει την απόλυτη κυριαρχία μιας θρησκείας αλλά, καθώς συμπεριλαμβάνει όλες τις θρησκείες και τα δόγματα του Λιβάνου, δεν αφήνει καμία κοινότητα ανέστια και χωρίς θεσμοθετημένη θέση στο πολιτικό σύστημα. Είναι επίσης σημαντικό να προστεθεί και το ότι η αδυναμία του λιβανέζικου κεντρικού κράτους απέτρεψε την οικοδόμηση μιας πανίσχυρης αλλά και δικτατορικής κεντρικής εξουσίας, ανάλογης με αυτή της Συρίας ή του Ιράκ, με τα γνωστά σε όλους θλιβερά αποτελέσματα για τους λαούς των χωρών αυτών.
Η ύπαρξη του θρησκευτικού κοινοτισμού, ωστόσο, όπως σημειώνει ο Κούρκουλας, είχε και μια ακόμα διάσταση: την αδυναμία δημιουργίας ενός κοινού εθνικού αισθήματος «και την έλλειψη κοινού εθνικού αφηγήματος, μιας κοινής ερμηνείας ή ανάγνωσης της Ιστορίας» (σ. 48). Η εκτίμηση αυτή είναι απολύτως βάσιμη, καθώς πολλοί Λιβανέζοι (αν και λιγότεροι από ό,τι στο παρελθόν) εξακολουθούν να προσλαμβάνουν τον εαυτό τους κυρίως ως μέλος μιας θρησκευτικής και όχι μιας εθνικής ομάδας. Στο σημείο αυτό θα ήταν διαφωτιστική μια σύγκριση με μια άλλη εδαφικά μικρή, θρησκευτικά πλουραλιστική και μεταοθωμανική χώρα, η οποία, όμως, κατάφερε, σε πλήρη αντίθεση με τον Λίβανο, να δημιουργήσει μια ισχυρή εθνική ταυτότητα: την Αλβανία. Η σύγκριση με την Αλβανία ίσως ξενίζει αλλά δεν θα έπρεπε: όπως και ο Λίβανος έτσι και η Αλβανία ανήκε επί αιώνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και περιείχε διαφορετικές θρησκείες και δόγματα: ορθόδοξους και καθολικούς χριστιανούς, σουνίτες μουσουλμάνους και Μπεκτασήδες, μια μυστικιστική και συγκρητιστική θρησκευτική ομάδα, γέννημα της λαϊκής ισλαμικής θρησκευτικότητας. Ο αλβανικός εθνικισμός εκδήλωσε τα πρώτα του σκιρτήματα στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα αλλά άργησε να κυριαρχήσει, παρότι υπήρχε αλβανικό κράτος από τις αρχές του 20ού αιώνα. Ο κύριος λόγος της καθυστέρησης αυτής ήταν ότι υπήρχαν πολλές διαιρετικές τομές ανάμεσα στους Αλβανούς: η χώρα ήταν χωρισμένη ανάμεσα στους (μουσουλμάνους και καθολικούς χριστιανούς) Γκέκηδες, που ζούσαν στον φυλετικά οργανωμένο βορρά, και στους (ορθόδοξους χριστιανούς και μουσουλμάνους) Τόσκηδες, που κατοικούσαν στον αγροτικό νότο, ο οποίος και βασιζόταν στη διευρυμένη οικογένεια.[11] Η αλβανική κοινωνία, με άλλα λόγια, ήταν και αυτή κατακερματισμένη θρησκευτικά όπως και ο Λίβανος.
Ο δρόμος που ακολούθησε η Αλβανία, ωστόσο, ήταν εντελώς διαφορετικός από αυτόν του Λιβάνου: στην Αλβανία, η άνοδος στην εξουσία του Ενβέρ Χότζα, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έφερε στη χώρα ένα δικτατορικό κομμουνιστικό καθεστώς, το οποίο κυριολεκτικά ξεθεμέλιωσε βίαια όλα τα ερείσματα της θρησκείας από την Αλβανία, ενώ την ανακήρυξε και επισήμως ως την «πρώτη αθεϊστική χώρα» τη δεκαετία του 1960. Ο εξοστρακισμός της θρησκείας και η επίσης βίαιη διάλυση των φυλετικών δομών του βορρά δημιούργησαν ένα ταυτοτικό κενό, το οποίο και καλύφθηκε πλήρως από τον αλβανικό εθνικισμό, τον λεγόμενο «Αλβανισμό», που προωθούσε το κομμουνιστικό καθεστώς.[12] Η διαδικασία αυτή οδήγησε στην πλήρη εδραίωση του εθνικισμού στην Αλβανία και αποδεικνύει κάτι σημαντικό: η ανάπτυξη εθνικού αισθήματος σε πολυθρησκευτικές, μεταοθωμανικές κοινωνίες δεν είναι εύκολο να επιτευχθεί χωρίς την ύπαρξη μιας αυταρχικής κεντρικής εξουσίας, η οποία και θα διαλύσει τις εστίες αφοσίωσης που είναι ανταγωνιστικές προς τον εθνικισμό, όπως η θρησκεία, οι φυλετικές δομές και ο τοπικισμός. Η Αλβανία του Χότζα το κατάφερε αυτό, οικοδομώντας στην πορεία μια εθνική ταυτότητα. Ο Λίβανος, αντιθέτως, δεν ακολούθησε το δρόμο αυτό: όχι μόνο δεν επιτέθηκε στις θρησκείες που κατακερματίζουν τη λιβανέζικη κοινωνία αλλά τις κατέστησε, όπως έχει ήδη επισημανθεί, κυρίαρχο πολιτικό μηχανισμό, υιοθετώντας τον θρησκευτικό κοινοτισμό. Έτσι, απέφυγε μεν τη δικτατορία του κομμουνιστικού καθεστώτος και τη βαρβαρότητα της ισχυρής κεντρικής εξουσίας αλλά δεν κατάφερε να οικοδομήσει ένα κοσμικό έθνος.
Η Χεζμπολάχ
Η παρουσία στον Λίβανο της Χεζμπολάχ απασχολεί διαρκώς την πολιτική επικαιρότητα και δεν θα μπορούσε να απουσιάζει από το βιβλίο αυτό. Ο Κούρκουλας κάνει αρκετές αναφορές στην οργάνωση αυτή (κυρίως στις σ. 99-112) και ανατέμνει με διεισδυτικότητα την ανάδυση και την εξέλιξή της, καθώς και τη διαδρομή του ηγέτη της Χασάν Νασράλα, ο οποίος σκοτώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2024 από τους Ισραηλινούς. Η Χεζμπολάχ («Το κόμμα του Θεού») εγγράφεται στη σταδιακή πολιτική «αφύπνιση» των σιιτών του Λιβάνου, οι οποίοι αρχικά ήταν «πολιτικά και κοινωνικά περιθωριοποιημένοι» (σ. 100). Η οργάνωση αυτή ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 από το σιιτικό Ιράν και παραμένει υπό τον στενό του έλεγχο μέχρι και σήμερα, αποτελώντας σημαντικό κρίκο της ιρανικής «Αντίστασης» μαζί με ιρακινές πολιτοφυλακές σιιτών, την παλαιστινιακή (αλλά σουνιτική) Χαμάς, τη Συρία του Μπασάρ αλ Άσαντ και τους Χούθι της Υεμένης. Όπως σημειώνει ο Κούρκουλας, δεν πρόκειται για μια μονοδιάστατα τρομοκρατική οργάνωση, όπως εκτιμούν πολλοί, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ. Η Χεζμπολάχ είναι ένας σύνθετος φορέας που περιέχει έναν αξιόμαχο, άριστα εκπαιδευμένο και καλά εξοπλισμένο στρατιωτικό βραχίονα, ένα πολιτικό κόμμα που συμμετέχει πλήρως στην πολιτική και κοινοβουλευτική ζωή του Λιβάνου και μια οργάνωση που υποστηρίζει ποικίλες κοινωνικές δράσεις στις σιιτικές περιοχές, χτίζει νοσοκομεία και σχολεία, ενισχύει τις οικογένειες μαχητών που σκοτώθηκαν στις συγκρούσεις με το Ισραήλ, ενώ ανοικοδομεί και τις περιοχές που κατά καιρούς πλήττονται από τις ισραηλινές επιθέσεις. Η Χεζμπολάχ έφτασε στο απόγειο της δύναμης και της δημοτικότητάς της το 2000, όταν οι επιθέσεις των μαχητών της ανάγκασαν το Ισραήλ να αποχωρήσει από τα εδάφη που κατείχε στον νότιο Λίβανο. Σήμερα, βέβαια, η οργάνωση αυτή έχει δεχτεί σφοδρά χτυπήματα από το Ισραήλ, ενώ έχει αλλάξει δραματικά και η συνολική στρατηγική εικόνα της Μέσης Ανατολής με την εκδίωξη του Άσαντ από τη Συρία, τα συντριπτικά ισραηλινά πλήγματα εναντίον της Χαμάς και τον πόλεμο στο Ιράν. Παραμένει εξαιρετικά δύσκολο, ωστόσο, το να προβλέψει κανείς πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση στον Λίβανο αλλά και το ποια θα είναι τα επόμενα βήματα της Χεζμπολάχ, καθώς και το αν θα καταφέρει το εξαιρετικά αδύναμο λιβανέζικο κράτος να την αφοπλίσει.
Στην αρχή του κειμένου αυτού επισημάνθηκε ότι ο χαρακτηρισμός «ξεχωριστή χώρα», που αποδίδει στον Λίβανο ο υπότιτλος του βιβλίου του Κούρκουλα είναι απολύτως εύστοχος. Ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός, ωστόσο, έχει και άλλες αναγνώσεις. Πράγματι, ο Λίβανος δεν είναι «ξεχωριστός» μόνο επειδή έχει ιδιαιτερότητες που δεν απαντώνται στις άλλες μεσανατολικές χώρες αλλά και διότι μέχρι σήμερα κατάφερε να ξεπεράσει τις δυσκολίες και τις προκλήσεις που συνάντησε με δημιουργικότητα, θυσίες και επιμονή· και αυτό τον κάνει δυο φορές ξεχωριστό. Όσοι ενδιαφέρονται να κατανοήσουν τις προκλήσεις αυτές και τους τρόπους αντιμετώπισής τους θα βρουν στο βιβλίο του Κούρκουλα έναν προσεκτικό, καλογραμμένο και αξιόπιστο οδηγό.

Μάιος 2023. Συστοιχίες πυραυλικών συστημάτων της Χεζμπολάχ και οι χειριστές τους, στην περιοχή του χωριού Ααράμτα, στον νότιο Λίβανο. Η Χεζμπολάχ ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 από το σιιτικό Ιράν και παραμένει υπό τον στενό του έλεγχο μέχρι και σήμερα, αποτελώντας σημαντικό κρίκο της ιρανικής «Αντίστασης» μαζί με ιρακινές πολιτοφυλακές σιιτών, την παλαιστινιακή (αλλά σουνιτική) Χαμάς, τη Συρία του Μπασάρ αλ Άσαντ και τους Χούθι της Υεμένης.
Tasnim News Agency
[1] Οι Μαρωνίτες ανήκουν στις «ανατολικές καθολικές εκκλησίες» και, παρότι έχουν διαφορετικό τυπικό από τους ρωμαιοκαθολικούς, βρίσκονται σε κοινωνία με τη Ρώμη και αποδέχονται την παπική ηγεσία. Το ίδιο κάνουν και οι Μελκίτες, οι ελληνόρυθμοι Ελληνοκαθολικοί, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ορθοδοξία στις αρχές του 18ου αιώνα και αναγνώρισαν τον Πάπα, διατηρώντας το τυπικό τους. Η χρήση του όρου «Ελληνορθόδοξοι», όπως επισημαίνει ο Κούρκουλας, δεν σημαίνει ότι έχουν ελληνική εθνοτική καταγωγή, καθώς ο όρος αυτός είναι μετάφραση του οθωμανικού «ρουμ ορτοντόκς» (σ. 123-124). Ομοίως και οι «Ελληνοκαθολικοί», είναι και αυτοί άραβες, ενώ και αυτός ο όρος είναι μετάφραση του αντίστοιχου οθωμανικού. Η θρησκεία των Δρούζων προέρχεται ιστορικά από τον ισμαηλιτικό κλάδο του σιιτικού Ισλάμ και έχει έντονα συγκρητιστικό χαρακτήρα, καθώς ενσωματώνει στοιχεία διαφόρων θρησκειών και φιλοσοφικών ρευμάτων. Για περιεκτικές εισαγωγές στις θρησκευτικές αυτές κοινότητες βλ. τα οικεία λήμματα στο έργο των Gabor Agoston – Bruce Masters (eds), Encyclopedia of the Ottoman Empire (New York 2001). Για την πρώιμη ιστορία των ανατολικών καθολικών εκκλησιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βλ και Charles A. Frazee, Catholics and Sultans: The Church and the Ottoman Empire 1453-1923 (Cambridge 1983), 48-55 και για τον 19ο αιώνα 275-292.
[2] Μεταξύ του Εμιράτου και του Μουτεσαριφάτου μεσολάβησε και μία σύντομη περίοδος (1843-1861) όπου, κατόπιν πιέσεων από τις Μεγάλες Δυνάμεις, η περιοχή του όρους του Λιβάνου χωρίστηκε σε δύο οντότητες, μια μαρωνιτική και μία υπό τον έλεγχο των Δρούζων. Κατά τις διαπραγματεύσεις αυτές με τους Οθωμανούς, η Βρετανία υποστήριζε τους Δρούζους και η Αυστρία τους Μαρωνίτες. Ο κυβερνήτης της κάθε περιοχής έφερε τον τίτλο του καϊμακάμη. Βλ. Bruce Masters, The Arabs of the Ottoman Empire, 1516-1918: A Social and Cultural History (Cambridge 2013), 166.
[3] Ο όρος ανήκει στο βιβλίο του Engin Akarli, The Long Peace: Ottoman Lebanon, 1861-1920. (Berkeley 1993), ενός από τα σημαντικότερα βιβλία για το Μουτεσαριφάτο. Όπως σημειώνει ο συγγραφέας στην εισαγωγή του (σ. 1), η περίοδος αυτή ήταν «το μεγαλύτερο διάστημα εσωτερικής ειρήνης στη νεότερη ιστορία του Λιβάνου» («the longest span of internal peace in modern Lebanese history»).
[4] Ο αλβανός μουτεσαρίφης ήταν ο Πάσκο Βάσα (ή Βάσα πασά), ένας πολύγλωσσος οθωμανός αξιωματούχος, για τον οποίο θα γίνει λόγος παρακάτω. Για την εσωτερική οργάνωση και εξέλιξη του μουτεσαριφάτου βλ.επίσης: Fawwaz Traboulsi, A History of Modern Lebanon (London 2012), 41-51. Για τη γαλλική πολιτική βλ. Frazee, Catholics, ό.π., passim.
[5] Κατά τη συμφωνία αυτή οι Γάλλοι θα έλεγχαν τη Συρία και τον Λίβανο και οι Βρετανοί το Ιράκ, την (υπερ)Ιορδανία και την Παλαιστίνη, βλ. James Barr, Μια γραμμή στην άμμο 1915-1949: Η Βρετανία, η Γαλλία και η διαμάχη που διαμόρφωσε τη Μέση Ανατολή (Αθήνα 2025).
[6] Για ένα ενδιαφέρον πορτρέτο της Βηρυτού ως μιας «λεβαντίνικης» πόλης βλ Φίλιπ Μάνσελ, Λεβάντε: Μεγαλείο και Καταστροφή στη Μεσόγειο (Αθήνα 2010), και ιδίως τα κεφ. Θ΄ και ΙΕ΄.
[7] Για τη μεσοπολεμική ιστορική εξέλιξη του Λιβάνου βλ. M. E. Yapp, The Near East Since the First World War (London - New York 1991), 104-115.
[8] Για το «Εθνικό Σύμφωνο» του 1943 βλ. Farid El-Khazen, The Communal Pact of National Identities: The Making and Politics of the 1943 National Pact (Papers on Lebanon 12, Oxford Centre for Lebanese Studies 1991).
[9] Εκτός από την κεντρική υπηρεσία της ευρωπαϊκής επιτροπής, ο Κούρκουλας υπηρέτησε και ως πρέσβης της ΕΕ στη Βουλγαρία την περίοδο 2001-2006 και στη Βοσνία (2006-2010). Έχει γράψει και άλλα δυο βιβλία, τα οποία σχετίζονται και αυτά με την επαγγελματική του διαδρομή: Μην πυροβολείτε την Ευρώπη. Γιατί είναι απαραίτητη η Ευρωπαϊκή Ένωση (Αθήνα 2021) και Βοσνιακά θραύσματα. Μια νάρκη στην καρδιά της Ευρώπης (Αθήνα 2024).
[10] Albert Hourani, Syria and Lebanon: A Political Essay (Oxford 1946), 130.
[11] Για την ιστορική εξέλιξη του αλβανικού εθνικισμού βλ. Stavro Skendi, The Albanian national awakening, 1878-1912 (Princeton 1967)· Nathalie Clayer, Οι απαρχές του αλβανικού εθνικισμού (Ιωάννινα 2009). Για τους Μπεκτασήδες βλ. Βασίλης Νιτσιάκος, «Θρησκεία και εθνική ταυτότητα στην Αλβανία. Η περίπτωση των Μπεκτασήδων», Εισήγηση στο Α΄ Επιστημονικό Συνέδριο του Τμήματος Βαλκανικών Σπουδών με θέμα: Διαστάσεις της μετάβασης και η ευρωπαϊκή προοπτική των χωρών της Βαλκανικής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, Φλώρινα, 10-12/11/2006. Αναρτημένη στον ιστότοπο: https://argolikivivliothiki.gr/2012/01/23/religion/ Για τη φυλετική κοινωνία της βόρειας Αλβανίας, βλ. M. Edith Durham, Βόρεια Αλβανία. Φυλή, τιμή και βία σε μια προνεοτερική κοινωνία (Αθήνα 2026).
[12] Για τη θρησκευτική πολιτική του Χότζα βλ. Bernhard Tonnes, “Religious persecution in Albania,” στο περιοδικό: Religion in Communist Lands τ.10, νο. 3 (1982), 242-255. Η έννοια του «Αλβανισμού» είχε δημιουργηθεί ήδη στα τέλη του 19ου αιώνα από τον Πάσκο Βάσα, ο οποίος έχει ήδη αναφερθεί παραπάνω ως μουτεσαρίφης του Λιβάνου. Ο Βάσα ήταν από τις σημαντικότερες μορφές του αλβανικού εθνικισμού και στο ποίημά του «Ω φτωχή Αλβανία», κάλεσε τους συμπατριώτες του να μη σκέφτονται «την εκκλησία ή το τζαμί» και κατέληγε: «η πίστη των Αλβανών είναι ο Αλβανισμός.». Βλ. Βασίλης Νιτσιάκος, «Θρησκεία και εθνική ταυτότητα», όπ.π.
Ισραηλινή Ακροδεξιά και αντισιωνιστική Αριστερά
Τα τελευταία σχεδόν τρία χρόνια, λίγες μόνο μέρες μετά το Μαύρο Σάββατο της 7ης Οκτωβρίου 2023, το κύμα μίσους εναντίον των Εβραίων και του Ισραήλ έχει αυξηθεί ραγδαία και έχει οδηγήσει σε δολοφονική βία εναντίον Εβραίων στην Ευρώπη, στην Αμερική και στην Αυστραλία.
Ταυτόχρονα όμως αναπτύσσεται ένα κύμα εβραϊκής εθνικιστικής βίας που εκδηλώνεται στα εδάφη της Δυτικής Όχθης του Ιορδάνη, με αποκορύφωμα μια δήθεν βόλτα Ισραηλινών εποίκων την Πέμπτη 23 Ιουλίου που προκάλεσε τον θάνατο 2 Εβραίων και 4 Παλαιστινίων*.
Κι αν για το μίσος εναντίον των Εβραίων και του Ισραήλ, αρκούν πλεκτάνες, συνωμοσίες και ψευδείς ειδήσεις, η δράση Ισραηλινών Εβραίων εθνικιστών ρίχνει λάδι στη φωτιά του μίσους. Δεν χρειάζεται άλλωστε να είσαι «προοδευτικός» αριστερός για να απεχθάνεσαι τον Ισραηλινό εθνικιστή που κακοποιεί Παλαιστίνιους ή βανδαλίζει τζαμιά. Η μεγάλη πλειονότητα των Ισραηλινών πολιτών αποκηρύσσει αυτούς τους τύπους που δεν απέχουν πολύ από τους κοινούς τρομοκράτες.
Η βία Ισραηλινών εθνικιστών υπήρχε και στο παρελθόν. Το Ισραήλ άλλωστε είναι μια χώρα δυτικού τύπου και, όπως ακριβώς σε ολόκληρη τη Δύση, υπάρχουν και φασίστες. Η διαφορά όμως, από το παρελθόν είναι ότι όσοι ασκούσαν βία συλλαμβάνονταν και η Ισραηλινή Δικαιοσύνη επέβαλλε τις προβλεπόμενες ποινές. Η κυβέρνηση, ο στρατός, η αστυνομία λειτουργούσαν για να περιορίσουν την εθνικιστική βία. Σήμερα όμως, το πρόβλημα επιδεινώνεται, επειδή αυτή η μερίδα των Εθνικιστών Εποίκων (διότι υπάρχουν και πολλοί Εβραίοι έποικοι στη Ζώνη C όπως διαμορφώθηκε στις συμφωνίες του Όσλο, που συμβιώνουν αρμονικά με τους Παλαιστίνιους κατοίκους) εκμεταλλεύονται την ανοχή της κυβέρνησης και την υποστήριξη που λαμβάνουν από ορισμένους υπουργούς της, παρά τις συστάσεις της στρατιωτικής διοίκησης για την αυστηροποίηση των μέτρων εναντίον τους προκειμένου να αποφεύγονται εντάσεις με τον παλαιστινιακό πληθυσμό.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο, αναδεικνύεται το πνεύμα της ισραηλινής Ακροδεξιάς που ουδεμία σχέση έχει με τη σιωνιστική ιδέα όπως διατυπώθηκε από τον Θεόδωρο Έρτσελ και τους σκαπανείς του εβραϊκού κράτους. Η ηγεσία του σιωνιστικού κινήματος αποδέχθηκε πλήρως την απόφαση του ΟΗΕ του 1947 για τη δημιουργία του εβραϊκού κράτους στα προκαθορισμένα σύνορα, δίπλα σε ένα αραβικό κράτος. Το σιωνιστικό κίνημα έκτιζε κάθε σπιθαμή γης του νεοσύστατου κράτους και καλλιεργούσε την έρημο για να τη μετατρέψει σε μια εύφορη κοιλάδα. Ούτε το 1948, ούτε το 1956, ούτε το 1967, ούτε το 1972 επιτέθηκαν οι Ισραηλινοί εναντίον των αραβικών κρατών, γιατί ακριβώς οι Ισραηλινοί δεν είχαν εδαφικές διεκδικήσεις έναντι κανενός. Το 1979, με την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης με την Αίγυπτο, οι Ισραηλινοί –με πρωθυπουργό τον Μεναχέμ Μπέγκιν, ηγέτη και ιδρυτή του κόμματος Λικούντ του οποίου σήμερα ηγείται ο Μπενιαμίν Νετανιάχου– αποχώρησαν από την Έρημο του Σινά που είχαν καταλάβει το 1967, διαλύοντας ακόμα και τους οικισμούς που είχαν κτίσει. Το 2005 οι Ισραηλινοί –υπό την πρωθυπουργία του γνωστού «γερακιού» Αριέλ Σαρόν– αποχώρησαν από τη Λωρίδα της Γάζας και παρέδωσαν τα κλειδιά της πόλης στην Παλαιστινιακή Αρχή, η οποία βέβαια το 2007 εξοστρακίστηκε από τη Χαμάς. Και το 2006 το Ισραήλ αποχώρησε από τον Λίβανο με βάση την απόφαση 1701 που προέβλεπε το τέλος του πολέμου. Το 2023 η Χαμάς προέβη στη μεγαλύτερη σφαγή Εβραίων μετά το Ολοκαύτωμα και η Χεζμπολάχ επιτέθηκε ξανά πλήττοντας στόχους στη καρδιά ισραηλινών πόλεων. Ουδέποτε λοιπόν οι Ισραηλινοί διεκήρυσσαν ότι επιδιώκουν τον εκτοπισμό η την εξόντωση γειτονικών λαών. Αντιθέτως, επέδειξαν ετοιμότητα και αποχώρησαν από εδάφη που είχαν κατακτήσει μετά από πολέμους που τους επιβλήθηκαν, προκειμένου να επιτευχθεί κάποιου είδους ηρεμία. Επέδειξαν όμως και αποφασιστικότητα για να προστατεύσουν τη ζωή και την ασφάλεια των Ισραηλινών πολιτών.
Εξαιρείται αυτής της πορείας η Ισραηλινή Εθνικιστική Δεξιά η οποία σήμερα επιχειρεί να προσδώσει στον σιωνισμό μορφή εδαφικού επεκτατισμού, εκτοπισμού πληθυσμών και κατάργηση του δημοκρατικού χαρακτήρα του κράτους του Ισραήλ για την εκπλήρωση μιας θεοκρατικής αντίληψης, σύμφωνα με την οποία οι Εβραίοι δικαιούνται να εγκαθίστανται σε όλα εκείνα τα εδάφη όπου σύμφωνα με τις γραφές υπήρχε εβραϊκή παρουσία. Σε αγαστή συνεργασία με την Ακροδεξιά και τα θρησκευτικά κόμματα, ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός δεν δίστασε να νομοθετήσει διά της κυβερνητικής πλειοψηφίας νόμο που εξαιρεί τους φοιτητές των θρησκευτικών σχολών από τη στρατιωτική θητεία και να παραβιάσει τη θεμελιώδη αρχή της ισονομίας σε ένα κράτος Δικαίου.
Αυτή όμως είναι η μορφή του σιωνισμού που η μεγάλη πλειονότητα των Ισραηλινών και των Εβραίων της Διασποράς** αποκηρύσσει διότι το επιθυμητό είναι η περιφρούρηση των αρχών της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας του κράτους του Ισραήλ, που διατυπώνει την απόφαση του εβραϊκού λαού για ένα εβραϊκό και δημοκρατικό κράτος στη γη του Ισραήλ, στη Σιών, στο οποίο θα απολαμβάνουν ίσα δικαιώματα όλοι οι πολίτες του, ανεξαρτήτως φύλου, φυλής η θρησκεύματος, και τον διακαή πόθο του να επιτευχθεί η ειρήνη με τους γειτονικούς λαούς.
Το περιεχόμενο που αποδίδει στον σιωνισμό η Ισραηλινή Ακροδεξιά ταυτίζεται με εκείνο που διατυπώνει η Ευρωπαϊκή Αντισιωνιστική Αριστερά προκειμένου να τεκμηριώσει την ιδεοληψία της εναντίον του κράτους του Ισραήλ, τη δαιμονοποίησή του στη παγκόσμια κοινή γνώμη και τελικά την απομόνωσή του από τη διεθνή κοινότητα. Είναι το σημείο συνάντησης της ισραηλινής Ακροδεξιάς με την Ευρωπαϊκή Αντισιωνιστική Αριστερά. Οι μεν ενθαρρύνουν τις ιδεοληψίες των δε. Ο αντιαραβικός φανατισμός του ακροδεξιού ηγέτη Μπεν Γκβιρ και των οπαδών του τροφοδοτεί τον αντισιωνιστικό φανατισμό της Ευρωπαϊκής Εβραιοφοβικής Αριστεράς. Μιας Αριστεράς που δεν διστάζει να στοχοποιεί κάθε Ισραηλινό πολίτη ως «εγκληματία πολέμου», και να στρέφει το βλέμμα της αλλού όταν Χαμάς και Χεζμπολάχ σφάζουν και τρομοκρατούν Ισραηλινούς πολίτες, μόνο και μόνο επειδή ο φανατισμός τους αποσκοπεί στην καταστροφή του κράτους του Ισραήλ. Και όπως εύστοχα επεσήμανε η Fania Oz-Salzberger*** σε πρόσφατη ομιλία της στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης,
Το κράτος του Ισραήλ υπάρχει. Και αν η ίδια η ύπαρξή του δεν αμφισβητούνταν, δεν θα υπήρχε λόγος ύπαρξης του σιωνισμού ως ιδεολογίας. Κανένα άλλο εθνικό κράτος δεν διαθέτει σήμερα μια ενεργό ιδεολογία που να υπερασπίζεται την ίδια του την ύπαρξη. Για τον απλό λόγο ότι η ύπαρξή του δεν αμφισβητείται…
Το Ισραήλ σήμερα έχει να αντιμετωπίσει έναν αγώνα σε δύο μέτωπα… Αγώνα ενάντια στην εκστρατεία μίσους και στις συνωμοσίες εναντίον του Ισραήλ· και αγώνα ενάντια στην ισραηλινή Ακροδεξιά, η οποία είναι ο πιο σημαντικός σύμμαχος της αντισιωνιστικής Αριστεράς.
Και ένα επίκαιρο σχόλιο:
Στις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου, οι Ισραηλινοί πολίτες καλούνται να αποφασίσουν για τη μορφή του κράτους του Ισραήλ ανάμεσα σε δύο συγκρουόμενες κοσμοθεωρίες: τη φιλελεύθερη που προασπίζει τον δημοκρατικό και πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της ισραηλινής κοινωνίας η τη θεοκρατική που θα οδηγήσει την ισραηλινή κοινωνία στο σκοτάδι του διχασμού και του φανατισμού.
*** hthttps://fathomjournal.org/pro-israel-pro-palestine-pro-peace-some-thoughts-on-squaring-the-circle/
Όλα για τη Μέση Ανατολή
Κώστας Υφαντής, Κωνσταντίνος Φίλης, Αλέξανδρος Διακόπουλος, Μέση Ανατολή 1945-2025. Η τυραννία των προσδοκιών και των πεποιθήσεων. Συνομιλίες με τον Μάκη Προβατά, Πατάκη, Αθήνα 2025, 404 σελ.
Τρεις ειδικοί στα ζητήματα της γεωπολιτικής και, ιδίως, της ιστορίας της Μέσης Ανατολής, συνομιλούν με ένα δημοσιογράφο για την περιοχή των αλλεπάλληλων κρίσεων. Ένα βιβλίο πολύ χρήσιμο για όποιον θέλει να κατανοήσει τί συμβαίνει στην πολύπαθη και αιματοβαμμένη Μέση Ανατολή. [ΤΒJ]
Είναι η Δύση σε θέση να διαβάσει σωστά τη Μέση Ανατολή ή τη βλέπει μέσα από το απλοϊκό πρίσμα του «οριενταλισμού», που τείνει να τσουβαλιάζει όλα τα μουσουλμανικά έθνη στην περιοχή; Διανύει η Μέση Ανατολή προνεωτερική φάση ή τη φάση της πρώιμης νεωτερικότητας; Μπορεί να επέλθει ειρήνευση στην ευρύτερη περιοχή χωρίς τη λύση δύο κρατών στο Παλαιστινιακό ζήτημα; Πώς ορίζεται η τρομοκρατία και πώς ακριβώς διαφέρει από τους απελευθερωτικούς αγώνες; Πώς εμπλέκονται οι μεγάλες δυνάμεις στο κουβάρι της περιοχής και πώς μπορούν να συμβάλουν στην επίλυση συγκρούσεων; Ποιες τάσεις διαφαίνονται στη διαμόρφωση της γεωπολιτικής σκακιέρας της Μέσης Ανατολής;
Αυτά είναι μερικά μόνο από τα κρίσιμα ερωτήματα, στα οποία φιλοδοξεί να απαντήσει το βιβλίο Μέση Ανατολή 1945-2025. Η τυραννία των προσδοκιών και των πεποιθήσεων (Πατάκη, 2025). Τέσσερις διανοητές –ο Κώστας Υφαντής, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ο Κωνσταντίνος Φίλης, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος, ο Αλέξανδρος Διακόπουλος, αντιναύαρχος (ε.α.) Π.Ν. και επίτιμος διοικητής της Σχολής Εθνικής Άμυνας και ο δημοσιογράφος Μάκης Προβατάς– αποτολμούν το δύσκολο εγχείρημα να «ξεναγήσουν» τον αναγνώστη στο λαβύρινθο της Μέσης Ανατολής, προσφέροντας τις γνώσεις τους και τις προσωπικές ερμηνείες τους.
Η αόρατη ισχύς των αντιλήψεων
Το βιβλίο ξεχωρίζει εξαρχής χάρη σε δύο πρωτοτυπίες του – τόσο ως προς τη δομή του όσο και ως προς την ουσία. Είναι χαρακτηριστικη η χαλαρή μορφή των συζητήσεων, με την εναλλαγή των ομιλητών να προσδίδει ζωντάνια στην αφήγηση και να δίνει στον αναγνώστη την αίσθηση ότι είναι μέρος της παρέας. Το βιβλίο δομείται πάνω σε εννιά συνεδρίες, από τον Μάρτιο του 2024 έως τον Ιούλιο του 2025. Ο Μάκης Προβατάς αναλαμβάνει το ρόλο του διευθυντή της ορχήστρας, αλλά μιας ορχήστρας χωρίς παρτιτούρες και προαποφασισμένες ερωτήσεις. Ενώ όλοι οι συντελεστές ανήκουν στη ρεαλιστική σχολή σκέψης, δεν υπάρχει απόλυτη ταύτιση απόψεων και οι επιμέρους διαφοροποιήσεις εμπλουτίζουν τον προβληματισμό, φωτίζοντας πρόσθετες πτυχές των θεμάτων.
Η δεύτερη πρωτοτυπία σχετίζεται με την έμφαση στις «άυλες» αντιλήψεις, τις αυτοπροσλήψεις, τις πεποιθήσεις και τις προσδοκίες που χαρακτηρίζουν έθνη και μη κρατικούς δρώντες στην ευρύτερη περιοχή. Υπ’ αυτή την έννοια, το βιβλίο δανείζεται αναλυτικά εργαλεία από το πεδίο της κοινωνικής και της πολιτικής ψυχολογίας. Είναι εμπνευσμένος και εύστοχος ο τίτλος Η τυραννία των προσδοκιών και των πεποιθήσεων. Όπως τονίζει ο Αλέξανδρος Διακόπουλος, «οι άνθρωποι είναι πρωτίστως συναισθηματικά όντα», προσπαθούν να εκλογικεύσουν τις συναισθηματικές προδιαθέσεις τους (σ. 122) και, συχνά, «τείνουν να βλέπουν την πραγματικότητα μέσα από το φίλτρο των αντιλήψεών τους» (σ. 62).
Ομολογουμένως, δεν υπάρχει άλλος τρόπος να εξηγηθεί το βαθιά ριζωμένο μίσος για τον αντίπαλο που, εν πολλοίς, είναι η κινητήρια δύναμη στη Μέση Ανατολή. Ένα μοτίβο που διατρέχει τις συζητήσεις είναι όχι απλά η επιβολή του ισχυροτέρου ως δείγμα πολιτικού δαρβινισμού, αλλά ο αέναος πόλεμος μέχρι την εξόντωση του αντιπάλου. Βέβαια, διατυπώνεται ο αντίλογος ότι η βουλησιαρχία και οι μη ρεαλιστικές επιδιώξεις οδηγούν σε λάθη, τα οποία πληρώνονται σε βάθος χρόνου. Είναι καταρχήν σωστή η νηφάλια αυτή επισήμανση, πλην όμως δεν φαίνεται να βρίσκει εφαρμογή στη Μέση Ανατολή. Διότι η τραγική ειρωνεία είναι ότι αιώνιοι αντίπαλοι στην περιοχή εμφορούνται από παρεμφερείς αντιλήψεις.
Οι στρατηγικές επιλογές της ισραηλινής ηγεσίας πάντα καθορίζονταν από την «κουλτούρα της περικύκλωσης» και το πρόταγμα επιβίωσης σε ένα άκρως εχθρικό περιβάλλον. Αυτό εξηγεί γιατί ύψιστη προτεραιότητα του Ισραήλ είναι η ασφάλεια, όχι η διεθνής εικόνα του, ακόμη κι αν αυτό μεταφράζεται σε σύνδρομο «στρατηγικής τύφλωσης» (Κωνσταντίνος Φίλης, σ. 153). Ως αποτέλεσμα, η χώρα έχει απωλέσει μεγάλο μέρος του ηθικού κύρους και της συμπάθειας που απολάμβανε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Μάκης Προβατάς υπενθυμίζει στους συνομιλητές του κάτι που έχει ακούσει από υψηλόβαθμο Ισραηλινό: «Έτσι κι αλλιώς, αδίκως μας μισεί το 95% στον κόσμο – αν αυτό γίνει 96%, μικρή η διαφορά» (σ. 95).
Το δε σιιτικό Ιράν παραδοσιακά θεωρούσε εαυτό θύμα της σουνιτικής πλειοψηφίας, όπως και του δυτικού ιμπεριαλισμού και του σιωνισμού. Το θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης, επίσης, αισθάνεται περικυκλωμένο, εξ ου και το περιφερειακό δίκτυο πληρεξουσίων του ως αντίβαρο στους θανάσιμους εχθρούς του. Απόλυτη είναι η στάση και της Χαμάς ως φορέα του «απελευθερωτικού αγώνα» των Παλαιστινίων, διακηρύσσοντας τον χωρίς όρια ιερό πόλεμο μέχρι την εξαφάνιση του Ισραήλ.
Το Παλαιστινιακό καλύπτεται εκτενώς στο βιβλίο ως κεντρικό ζήτημα στη Μέση Ανατολή, αλλά αναδεικνύεται και ο υψηλός βαθμός εργαλειοποίησής του από πολλούς δρώντες στην περιοχή. Το συμπέρασμα που αναδύεται στο βιβλίο είναι ότι όλη η συζήτηση για το Παλαιστινιακό είναι «προφάσεις εν αμαρτίαις», καθώς η βασική δυσκολία είναι η απουσία πολιτικής βούλησης για την επίλυσή του. Το Ιράν το επικαλείται παγίως ως νομιμοποιητική βάση για την εμμονή του με την εξάλειψη του Ισραήλ από το χάρτη, ενώ η αλήθεια είναι ότι τίποτα δεν θα έπληττε περισσότερο τα συμφέροντα της Τεχεράνης από μια διευθέτηση του Παλαιστινιακού. Εννοείται ότι ούτε το Ισραήλ επιθυμεί τη λύση των δύο κρατών και το αποδεικνύει παντοιοτρόπως τόσο στη Γάζα όσο και στη Δυτική Όχθη.
Οι δε αραβικές χώρες ουσιαστικά αδιαφορούν για τους Παλαιστινίους, αν δεν τους θεωρούν πολιτικό πρόβλημα. Ορθώς επισημαίνει ο Κ. Φίλης την παραδοξότητα ότι «δύο μη αραβικές χώρες, το Ιράν και η Τουρκία, φαινομενικά στηρίζουν τους Παλαιστινίους περισσότερο απ’ ό,τι οι αραβικές ηγεσίες του Κόλπου, με την εξαίρεση του Κατάρ» (σ. 140). Είναι πράγματι αξιοσημείωτο ότι ο τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν έχει μεγαλύτερη δημοτικότητα στον αραβικό κόσμο από πολλούς άραβες ηγέτες, αν και η αντιπαλότητα της Άγκυρας με το Ισραήλ είναι πρωτίστως γεωπολιτική και μόνο κατ’ επίφαση έχει ηθικό ή θρησκευτικό υπόβαθρο.
Είτε σχεδιάστηκε με την εμπλοκή του Ιράν είτε όχι, η επίθεση της Χαμάς της 7ης Οκτωβρίου 2023 επανέφερε το Παλαιστινιακό ζήτημα στο προσκήνιο και ανέβαλε τη διεύρυνση των Συμφωνιών του Αβραάμ που προωθούν οι ΗΠΑ στην περιοχή. Σε ό,τι αφορά την ιρανοαμερικανική αντιπαράθεση, οι συγγραφείς τονίζουν δύο μείζονες χαμένες ευκαιρίες για την διευθέτησή της. Πρώτον, τη διάθεση της Τεχεράνης να προσεγγίσει τις ΗΠΑ μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η οποία όμως σκόνταψε στην προτίμηση του νεότερου Τζορτζ Μπους να κατατάξει το Ιράν στον «άξονα του κακού». Η δεύτερη ευκαιρία, η συμφωνία του 2015 για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, χάθηκε με την απόσυρση των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας Τραμπ.
Η Ρωσία, άλλος ένας εξωτερικός παράγοντας στη Μέση Ανατολή, ενεπλάκη στρατιωτικά στην Συρία και έδωσε παράταση ζωής στο καθεστώς Άσαντ, αλλά πλέον δεν είναι σε θέση να διαδραματίσει κάποιον ουσιαστικό ρόλο στην περιοχή. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η αναφορά στους σαρωτικούς ρωσικούς βομβαρδισμούς στη Συρία τον Νοέμβριο του 2015, οι οποίοι συνέβαλαν στην κατακόρυφη αύξηση των προσφυγικών ροών προς την Ευρώπη – κάτι που η Ελλάδα έζησε κατά τρόπο δραματικό εκείνη την εποχή.
Το εύρος της θεματολογίας
Ενώ είναι εντυπωσιακό το εύρος της θεματολογίας, αξίζει να αναρωτηθεί κανείς τι άλλο έδαφος θα μπορούσε να είχε καλύψει το βιβλίο; Πιθανώς κάποιους παραλληλισμούς με άλλες ανάλογες περιπτώσεις στον πλανήτη, για λόγους πληρότητας και καλύτερης κατανόησης των προβλημάτων. Λόγου χάρη, η δολοφονία του Γιτζάκ Ράμπιν τον Νοέμβριο του 1995 λόγω των συμφωνιών του Όσλο θυμίζει τη δολοφονία του Μαχάτμα Γκάντι τον Ιανουάριο του 1948, επειδή οι φανατικοί ινδουιστές τον θεώρησαν ασυγχώρητα διαλλακτικό ως προς την απόσχιση του Πακιστάν από τον κορμό της Ινδίας. Και, όπως μαθαίνουμε στη σ. 117, ο Γιάσερ Αραφάτ φοβόταν πως θα τον σκότωναν ως προδότη, αν υπέγραφε την ειρηνευτική συμφωνία στο Καμπ Ντέιβιντ. Οι αναλογίες με άλλες περιοχές θα κατεδείκνυαν το γεγονός ότι οι δυσκολίες του επώδυνου συμβιβασμού δεν ταλανίζουν μόνο τη Μέση Ανατολή. Επιπροσθέτως, σε μια από τις συνεδρίες τίθεται το ερώτημα αν, εκτός από το Παλαιστινιακό ζήτημα, υπάρχει κάποιο άλλο πρόβλημα που να μοιάζει τόσο δυσεπίλυτο στην παγκόσμια ιστορία. Η απάντηση θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η διένεξη για το Κασμίρ μετά το 1947-48, την ίδια εποχή που ιδρύθηκε το Ισραήλ στα εδάφη των Παλαιστινίων.
Δεδομένου ότι οι συζητήσεις περατώθηκαν στα τέλη του 2025, το βιβλίο προφανώς δεν καλύπτει τον Τρίτο Πόλεμο του Κόλπου που ξέσπασε με την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στο Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου 2026. Ακόμη και το σχέδιο Τραμπ για την ειρήνευση στη Γάζα τον Σεπτέμβριο του 2025 και η σύνοδος στο Σαρμ Ελ Σέιχ λίγες εβδομάδες εργότερα σχολιάζονται «εμβόλιμα» στα τρία επίμετρα στο τέλος του βιβλίου.
Όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς, σε κάποια θέματα δικαιώνονται και σε άλλα διαψεύδονται, αλλά σίγουρα δεν διστάζουν να «τσαλακωθούν» και να διατυπώσουν τις απόψεις τους. Δικαιώνονται, π.χ., στην πρόβλεψή τους πως η κατά μέτωπον αναμέτρηση Ισραήλ-Ιράν, πάντα με τη βοήθεια των ΗΠΑ, είναι αναπόφευκτη. Οι συζητήσεις τους προϊδεάζουν τον αναγνώστη ότι το ενδεχόμενο αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί. Όπως υπογραμμίζει ο Κώστας Υφαντής, σύμφωνα με μια σχολή σκέψης «το Ισραήλ θεωρεί ότι έχει έρθει η στιγμή να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με το Ιράν» (σ. 92). Ως προς τις διαμεσολαβητικές προσπάθειες της Κίνας ανάμεσα στο Ιράν και τη Σαουδική Αραβία ή τις φατρίες των Παλαιστινίων, ορθώς τις χαρακτηρίζουν «θεατρικές» και συμφωνούν πως το Πεκίνο δεν μπορεί να συνεισφέρει επί της ουσίας σε μια ειρηνική λύση.
Από την άλλη, η εκτίμηση των συγγραφέων ότι «οι ΗΠΑ είναι η μόνη δύναμη ικανή να αποτρέψει μια περιφερειακή κρίση από το να εξελιχθεί σε παγκόσμια κρίση» δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται. Η ειρωνεία είναι ότι οι επιλογές του Τραμπ στον Τρίτο Πόλεμο του Κόλπου –σε συνδυασμό με την αδιαλλαξία του Ισραήλ και του Ιράν– έχουν συμβάλει σε μια παγκόσμια ενεργειακή κρίση με απρόβλεπτες γεωπολιτικές συνέπειες. Ενδιαφέρον θα είχε να δούμε αν οι συγγραφείς θα επιχειρούσαν μια νέα, συμπληρωματική, προσπάθεια με στόχο την επικαιροποιημένη επανέκδοση του βιβλίου. Αν όντως το αποφασίσουν, ασφαλώς θα προσέφεραν πολύτιμη υπηρεσία στο αναγνωστικό κοινό, αν και το sequel θα μπορούσε να είναι κατά τι πιο σφιχτό και εστιασμένο σε λιγότερα ερωτήματα.
Είναι πολύ χρήσιμα τα επεξηγηματικά ένθετα για θέματα που δεν είναι ευρέως γνωστά, όπως είναι π.χ. ο οριενταλισμός του Σαΐντ, η ιστορία της Μουσουλμανικής Αδελφότητας ή των σιωνιστικών παραστρατιωτικών οργανώσεων στην Παλαιστίνη, όπως και οι ιδέες του Ζεέβ Ζαμποτίνσκι που έχουν εμποτίσει σε μεγάλο βαθμό τη σημερινή ισραηλινή κοινωνία. Το δε χρονολόγιο στο τέλος του βιβλίου βοηθά τον αναγνώστη να αντιληφθεί το ιστορικό βάθος των τωρινών εξελίξεων στην Μέση Ανατολή. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το παράρτημα με τα μεγάλα έργα υποδομής που έχουν κατασκευαστεί και σχεδιάζονται ή δρομολογούνται σε μια τεράστια περιοχή, από τον Κόλπο και την Αραβική Χερσόνησο έως την Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια.
Οι 404 σελίδες του βιβλίου δεν διαβάζονται απνευστί. Είναι πιθανό σε αρκετά σημεία ο αναγνώστης να νοιώσει την ανάγκη να κάνει παύση και να πάρει ανάσα, προκειμένου να αφομοιώσει τον τεράστιο όγκο πληροφοριών και να «συμφιλιωθεί» με την πολυπλοκότητα των ζητημάτων. Τρόπον τινά, το βιβλίο αυτό αποτελεί πρόσκληση για ένα διανοητικό ταξίδι. Ταξίδι όχι ευχάριστο, αλλά πάρα πολύ χρήσιμο για όποιον θέλει να κατανοήσει τί συμβαίνει στην πολύπαθη και αιματοβαμμένη Μέση Ανατολή. Δεδομένης, μάλιστα, της γεωγραφικής εγγύτητας της περιοχής με την Ελλάδα, πρόκειται για ένα άτυπο «εγχειρίδιο» για έλληνες διπλωμάτες, αλλά και ερευνητές και φοιτητές στο πεδίο των διεθνών σχέσεων. Χωρίς να έχει αυστηρά ακαδημαϊκή μορφή, το βιβλίο αυτό προστίθεται στη βιβλιογραφία για μια περιοχή που παραμένει υποβαθμισμένη στις πανεπιστημιακές σπουδές στην Ελλάδα.
7η Οκτωβρίου και Ισλάμ
Γιατί η Χαμάς αποκαλεί τις επιθέσεις της στο Ισραήλ «θρησκευτικό πόλεμο»; Και τι σημαίνουν οι αμέτρητες κραυγές «Αλλάχ Ακμπάρ» κατά τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου; [1]
Έχουν περάσει περισσότερες από χίλιες ημέρες από τα τρομερά γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου. Κι όμως, πολλά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Ένα εύλογο ερώτημα, π.χ., έχει να κάνει με τη σύνδεση της σφαγής και του Ισλάμ. Γιατί η Χαμάς περιγράφει τις επιθέσεις της στο Ισραήλ ως «θρησκευτικό πόλεμο»; Τι σημαίνουν οι αμέτρητες κραυγές «Αλλάχ Ακμπάρ» κατά τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου; Και πώς αντέδρασαν τα σημαντικότερα θρησκευτικά κέντρα του Ισλάμ σε αυτή την επίδειξη ωμού και βίαιου αντισημιτισμού;
Τα ερωτήματα αυτά τίθενται σπανίως. Δεν υπάρχουν σοβαρές μελέτες που να τα απαντούν με ολοκληρωμένο τρόπο. Έχουν όμως ιδιαίτερη σημασία. Με δύο δισεκατομμύρια οπαδούς, το Ισλάμ είναι πλέον η δεύτερη μεγαλύτερη και επίσης η ταχύτερα αναπτυσσόμενη θρησκεία.
Ήταν άραγε λάθος η επίκληση της θρησκείας όταν, στη διάρκεια της σφαγής της 7ης Οκτωβρίου, οι σφαγείς επικαλούνταν την προστασία του Αλλάχ, σαν να ήταν η δολοφονία και ο βιασμός Ισραηλινών μια μορφή θρησκευτικής λατρείας; Και αν αυτό το ερώτημα απαντιέται καταφατικά, πού βρίσκεται λοιπόν η διαμαρτυρία που εξέφρασαν οι μουσουλμάνοι;
Η ομιλία μου καταρχάς θα επανεξετάσει τη θρησκευτική διάσταση της 7ης Οκτωβρίου. Στη συνέχεια, θα συζητήσω τις αντιδράσεις ορισμένων σουνιτικών κέντρων.
Η θρησκευτική πτυχή της 7ης Οκτωβρίου
Ο ιστορικός Γκίντεον Κρέσελ αφηγήθηκε μια συζήτηση που είχε στο Ισραήλ με μια ομάδα Αράβων. Κατά τη διάρκεια του πρωινού, του εξήγησαν «με ήρεμο και φιλικό τρόπο», όπως γράφει, ότι το Ισραήλ σύντομα θα πάψει να υπάρχει. Αυτό συνέβη επειδή «αυτό είναι το θέλημα του Θεού – τίποτα δεν μπορεί να το αλλάξει»[2]. Αυτή η βεβαιότητα της νίκης –ο Αλλάχ έχει ορίσει την καταστροφή του Ισραήλ, άρα το Ισραήλ θα καταστραφεί– είναι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ισλαμισμού. Εκδηλώθηκε επίσης κατά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου με τη μορφή κραυγών αγαλλίασης και ενέτεινε την τρομοκρατία εναντίον των Εβραίων.
«Εμπιστευτείτε τον Αλλάχ», προέτρεπε, π.χ., ένα φυλλάδιο που ένας ηγέτης της Χαμάς μοίραζε το βράδυ της 6ης Οκτωβρίου. «Βασιστείτε σε Αυτόν και […] ας είναι οι κραυγές “Αλλάχ Ακμπάρ” η κορωνίδα της δόξας»[3].
«Προσφάτως κατασχεθέντα έγγραφα που βρέθηκαν στην κατοχή πρακτόρων της Χαμάς […] έδειξαν ότι [η] ηγεσία […] έδωσε επιτόπου οδηγίες στους πράκτορες να ενεργούν σαν βάρβαροι απέναντι στους Εβραίους, τους στρατιώτες και τους πολίτες, δικαιολογώντας τις ενέργειές τους ως πραγματοποιούμενες στο όνομα του Ισλάμ», αναφέρει η έκθεση της Βρετανικής Πανκοινοβουλευτικής Ομάδας, στις 7 Οκτωβρίου. «Ένα χειρόγραφο σημείωμα βρέθηκε στην τσέπη ενός διοικητή της στρατιωτικής πτέρυγας της Χαμάς. […] Προέτρεπε τους πράκτορές του να σκοτώσουν όσο το δυνατόν περισσότερους Εβραίους, να τους αποκεφαλίσουν και να ξεριζώσουν τις καρδιές και τα συκώτια τους για το Ισλάμ»[4].
Για τον Γιαχία Σινουάρ, τον εγκέφαλο και ηγέτη της σφαγής, το θρησκευτικό κίνητρο ήταν επίσης κεντρικό. Πίστευε στις υποσχέσεις του παραδείσου που διατυπώνονται στο Κοράνι. Πίστευε ότι η δολοφονία των Εβραίων είναι προϋπόθεση για τη σωτηρία του κόσμου και ήταν πρόθυμος να θυσιάσει τον εαυτό του και τις ζωές δεκάδων χιλιάδων μουσουλμάνων γι’ αυτό το σκοπό.
Ακόμα και το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Σινουάρ, που εκδόθηκε το 2004 με τον τίτλο Το αγκάθι και το γαρύφαλλο, εστίαζε στη δολοφονία όσο το δυνατόν περισσότερων Ισραηλινών με βάρβαρη σκληρότητα. Ο Σινουάρ έβαλε τον κεντρικό ήρωα αυτού του μυθιστορήματος να εκστομίζει τα ακόλουθα λόγια, αφού πριν είχε εκτοξεύσει ένα θανατηφόρο βλήμα κατά των Εβραίων: «Στο όνομα του Θεού, ο Θεός είναι ο Μεγαλύτερος, και δεν έριξες εσύ όταν έριξες, αλλά ο Θεός ήταν αυτός που έριξε»[5]. Εδώ, αυτοί οι τρελοί δηλώνουν ότι ο Θεός είναι ο πραγματικός δράστης ή μετατρέπουν τους εαυτούς τους σε Θεό. Σε κάθε περίπτωση, θεωρούν τη σφαγή των Εβραίων ένα είδος θρησκευτικής τελετής, εξ ου και η ενθουσιώδης διάθεση στις 7 Οκτωβρίου και οι συνεχείς κραυγές «Αλλάχ Ακμπάρ».
Πώς όμως αντέδρασαν τα βασικά ισλαμικά ιδρύματα στον θρησκευτικά υποκινούμενο τρόμο εκείνης της ημέρας; Ας ξεκινήσουμε με μακράν το πιο σημαντικό σουνιτικό κέντρο μάθησης – το Πανεπιστήμιο Αλ-Αζχάρ στο Κάιρο.
Η αντίδραση του Αλ-Αζχάρ
Στις 7 Οκτωβρίου, λίγες ώρες μετά την έναρξη της επίθεσης της Χαμάς, το Αλ-Αζχάρ εξέδωσε μια δήλωση που ανέφερε: «Το Αλ-Αζχάρ με απόλυτη υπερηφάνεια χαιρετά τις προσπάθειες αντίστασης του υπερήφανου παλαιστινιακού λαού [...] που μας έχουν εμποτίσει με πνεύμα και πίστη»[6]. Στις 18 Οκτωβρίου 2023, το Αλ-Αζχάρ προχώρησε ένα βήμα παραπέρα και σε φετφά που εξέδωσε δηλώνει ότι «οι σιωνιστές πολίτες σε κατεχόμενα εδάφη δεν είναι άξιοι να περιγράφονται ως “άμαχοι”, με τον όρο “κατεχόμενη γη” να περιλαμβάνει και την καρδιά του Ισραήλ[7]. Με άλλα λόγια: όλοι οι Ισραηλινοί μπορούν να εξοντωθούν.
Με τον φετφά αυτόν, το πιο φημισμένο πανεπιστήμιο του σουνιτικού Ισλάμ νομιμοποίησε τις ομηρίες και τις δολοφονίες – επομένως και τα καψίματα, τους ακρωτηριασμούς, τους βιασμούς και τις πράξεις βασανιστηρίων που είχαν έρθει στο φως έως τότε. Αυτό σηματοδότησε μια σοβαρή μετατόπιση στην κατεύθυνση του ισλαμικού κόσμου, ειδικά επειδή το Αλ-Αζχάρ είχε, ώς τότε, την τάση να αποστασιοποιείται από τον θρησκευτικό εξτρεμισμό και είχε προσπαθήσει να καλλιεργήσει μια «μετριοπαθή» εικόνα. Είναι αξιοσημείωτο, πάντως, ότι τα δυτικά ΜΜΕ έχουν σχεδόν αγνοήσει εντελώς αυτή την ανησυχητική εξέλιξη.
Η επίθεση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας
Ας δούμε τώρα τις ομάδες που συνδέονται με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, στις οποίες περιλαμβάνεται η Χαμάς. Ενώ το Αλ-Αζχάρ μερικές φορές ισχυρίζεται ότι είναι πρόθυμο να αποδεχτεί την ύπαρξη του Ισραήλ –τουλάχιστον στο πλαίσιο μιας λύσης δύο κρατών–, οι ριζοσπαστικά αντισημίτες ισλαμιστές επιμένουν στην απόλυτη εξάλειψη του Ισραήλ.
Αυτές οι ομάδες είδαν τη σφαγή σαν αρχή μιας αποφασιστικής ισλαμικής μάχης για την Παλαιστίνη. Υιοθέτησαν μια διακήρυξη και ένα φετφά όπου υποστηρίζονταν όλα τα αιτήματα της Χαμάς[8].
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Στις 27 Ιουνίου 2025, εκατοντάδες ισλαμιστές λόγιοι συγκεντρώθηκαν στην Κωνσταντινούπολη για να υιοθετήσουν έναν καταστατικό χάρτη. Τίτλος του είναι: Χάρτης των Θρησκευτικών Λογίων του Ισλαμικού Έθνους για τον Κατακλυσμό του Αλ-Άκσα και τις επιπτώσεις του. Ο όρος «Κατακλυσμός του Αλ-Άκσα» αναφέρεται στη σφαγή της Χαμάς[9]. Ο καταστατικός αυτός χάρτης είναι ένα ολοκληρωμένο θρησκευτικό μανιφέστο που εκδόθηκε από περισσότερους των 500 κληρικούς και από 39 ισλαμικές οργανώσεις. Σκοπός του είναι να παράσχει θρησκευτική δικαιολόγηση για τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου.
Ειδικότερα, υπερασπίζεται τη Χαμάς από την κριτική που εκφράζεται συχνά, ότι με την επίθεσή της στις 7 Οκτωβρίου αποδέχτηκε εν γνώσει της τους θανάτους αμέτρητων μουσουλμάνων της Γάζας, που ακολούθησαν. Σε αυτό το σημείο, ο καταστατικός χάρτης αναφέρει:
Το βαρύ τίμημα που πλήρωσε ο λαός της Γάζας κατά τη διάρκεια της επιχείρησης δεν αποτελεί αιτία λύπης ή απελπισίας. Είναι μια απόδειξη αληθινής πίστης και θυσίας. Η ανταμοιβή [όσων σκοτώθηκαν] είναι με τον Αλλάχ.
Αυτό το κυνικό απόσπασμα επιβεβαιώνει τη στάση του Σινουάρ, ο οποίος είχε προβλέψει και υπερασπιστεί δημοσίως τους θανάτους δεκάδων χιλιάδων μουσουλμάνων στη Γάζα ως ζήτημα «αληθινής πίστης», χωρίς ωστόσο να ρωτάει αν οι κάτοικοι της Γάζας συναινούσαν να θυσιαστούν για τους υψηλότερους στόχους της Χαμάς[10].
Επίσης, αυτό μου θυμίζει τη δήλωση του πρώην ιρανού προέδρου Ραφσανζανί, ο οποίος είχε δηλώσει ότι «ακόμα και μια μόνο ατομική βόμβα στο Ισραήλ θα εξαφάνιζε τα πάντα», ενώ μια ισραηλινή αντεπίθεση «θα έβλαπτε μόνο τον ισλαμικό κόσμο». Αλλά τότε θα προέκυπταν αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες επιπλέον μάρτυρες «αληθινής πίστης» – ακόμη και γι’ αυτόν, αυτό το τίμημα δεν ήταν πολύ υψηλό.
Είναι δύσκολο για εμάς να πάρουμε στα σοβαρά μια τέτοια τερατουργία. Όταν όμως περισσότεροι από 500 μουσουλμάνοι μελετητές και 39 μουσουλμανικές οργανώσεις τον Ιούνιο του 2025 δηλώνουν ότι το θρησκευτικό όφελος υπερτερεί τέτοιων ανθρωπιστικών καταστροφών, τότε υποθέτω ότι πρέπει να το λάβουμε σοβαρά υπόψη.
Αντιισλαμιστές μουσουλμάνοι σε άμυνα
Τέλος, αλλά εξίσου σημαντικό: φυσικά υπήρξαν–και συνεχίζουν να υπάρχουν – αμέτρητοι μεμονωμένοι μουσουλμάνοι στο Ισραήλ, τη Γάζα, τη Σαουδική Αραβία, το Ηνωμένο Βασίλειο και αλλού που έχουν επικρίνει έντονα τη σφαγή της Χαμάς. Αλλά οι μουσουλμάνοι αυτοί δεν έγιναν αντικείμενο ευρέος ενδιαφέροντος από τα δυτικά ΜΜΕ.
Γι’ αυτό και, σε μεγάλο βαθμό, παρέμειναν άγνωστες και οι δηλώσεις του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ιμάμηδων (GIC), το οποίο ισχυρίζεται ότι μιλάει εκ μέρους σχεδόν 1.500 ιμάμηδων. Ο οργανισμός αυτός έχει υιοθετήσει τον ορισμό του αντισημιτισμού από την IHRA[11]. Είχε ήδη εκδώσει φετφά κατά της Χαμάς τον Μάρτιο του 2023 και είχε επικρίνει έντονα την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου. «Στεκόμαστε στο πλευρό του εβραϊκού λαού, στον αγώνα του ενάντια στην ισλαμιστική τρομοκρατία της Χαμάς», αναφέρει η δήλωσή του για το θέμα[12].
Το Μουσουλμανικό Κίνημα Αχμαντίγια, εξάλλου, το οποίο έχει περισσότερους από 15 εκατομμύρια οπαδούς παγκοσμίως, έχει επίσης επικρίνει τη σφαγή, αποκαλώντας την «εντελώς αντίθετη με τις διδασκαλίες του Ισλάμ και πρέπει να καταδικαστεί».
Από όσο γνωρίζω, αυτές οι δύο ομάδες –το Παγκόσμιο Συμβούλιο Ιμάμηδων και το Κίνημα Αχμαντίγια– ήταν οι μόνες μουσουλμανικές οργανώσεις που αποστασιοποιήθηκαν ανεπιφύλακτα από την επίθεση της Χαμάς. Ωστόσο, ακόμη και αυτές οι ομάδες είχαν ελάχιστη ή καθόλου κάλυψη από τα μεγάλα δυτικά ΜΜΕ.
Ας συνοψίσουμε λοιπόν. Ξεκίνησα τις παρατηρήσεις μου με την προσδοκία ότι η εργαλειοποίηση μιας θρησκείας για τη δικαιολόγηση των φρικαλεοτήτων κατά των αμάχων θα προκαλούσε μαζικές διαμαρτυρίες από τους οπαδούς αυτής της θρησκείας, είτε Εβραίους, είτε χριστιανούς, είτε μουσουλμάνους. Όσον αφορά την 7η Οκτωβρίου, αυτή η προσδοκία δεν εκπληρώθηκε.
Το κυρίαρχο Ισλάμ, όπως εκπροσωπείται από τη Σαουδική Αραβία, για παράδειγμα, αποστασιοποιήθηκε λιγότερο από τη Χαμάς παρά από το Ισραήλ, ενώ οι οσλαμιστές –υποστηριζόμενοι από την Τουρκία του Ερντογάν και από το Κατάρ– γιόρτασαν την τρομοκρατία της 7ης Οκτωβρίου ανακοινώνοντας τη συνέχισή της. Αυτή η εξέλιξη πρέπει να αποτελεί πηγή πολύ μεγαλύτερης ανησυχίας απ’ όση σήμερα εκδηλώνεται, όχι μόνο για τον μουσουλμανικό αλλά και για τον μη μουσουλμανικό κόσμο. Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.
μετάφραση: Νατάσσα Πασχάλη
[1] Κείμενο παρέμβασης στο διεθνές συνέδριο «Σύγχρονος Αντισημιτισμός - Χάιφα 2026», που πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 9 Ιουλίου 2026 στη Χάιφα του Ισραήλ. Δημοσιεύεται στα ελληνικά στο Books’ Journal, με την άδεια του συγγραφέα του.
[2] Martin Gilbert, In Ishmael’s House: A History Of Jews In Muslim Lands, Yale University Press, 2010, XVIII.
[3] Itay Ilnai και Filipp Piatov, Like sadistic Nazis: Secret Hamas papers reveal step-by-step action plan for Oct.7 (Σαν σαδιστές Ναζί: Μυστικά έγγραφα της Χαμάς αποκαλύπτουν βήμα προς βήμα σχέδιο δράσης για την 7η Οκτωβρίου), Israel Hayom, June 28, 2024.
[4] Όλη η Κοινοβουλευτική Ομάδα Ηνωμένου Βασιλείου-Ισραήλ, με πρόεδρο τον λόρδο Άντριου Ρόμπερτς, Η δεύτερη έκδοση, Έκθεση Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για την 7η Οκτωβρίου (Λονδίνο: Μάρτιος 2026), σ. 59 και στο: https://www.7octparliamentarycommission.co.uk/second-edition.
[5] Yahya Al-Sinwar, The Thorn and the Carnation, Dublin 2024, σ. 388.
[6] Αναφέρεται από τον Andrew G. Bostom, στην εισαγωγή του βιβλίου του: A Modern Qur’anic Kampf Against The Jews (Ένας Μοντέρνος Αγών του Κορανίου εναντίον των Εβραίων), 2026, σ. cxliv.
[7] Ofir Winter & Michael Barak, From Moderate Islam to Radical Islam? Al-Azhar Stands with Hamas, INSS Insight No. 1777, 2 Νοεμβρίου 2023.
[8] Pesach Wolicki, Αντίδραση στον αραβικό κόσμο έπειτα από νέα έκκληση για Παγκόσμια Τζιχάντ εναντίον του Ισραήλ, Jerusalem Post, 31 Μαρτίου 2025· Y. Yehoshua και N. Mozes, Χάρτης που υπογράφτηκε από εκατοντάδες μουσουλμάνους ακαδημαϊκούς υποστηρίζει την επίθεση της Χαμάς κατά του Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου, MEMRI, 10 Ιουλίου 2025.
[9] Χάρτης των Θρησκευτικών Λόγιων του Ισλαμικού Έθνους για τον Κατακλυσμό του Αλ-Άκσα και τις επιπτώσεις του. Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον ιστορικό και ειδικό στον ισλαμισμό, Shaul Bartal, ο οποίος μου έθεσε υπόψη αυτό το κείμενο.
[10] «Είμαστε έτοιμοι να πεθάνουμε και δεκάδες χιλιάδες θα πεθάνουν μαζί μας», είχε [ο Γιαχία Σινουάρ] δηλώσει το 2018. Αναφέρεται στην Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής της 7ης Οκτωβρίου, δεύτερη έκδοση, Λονδίνο: Μάρτιος 2026, σ. 60.
[11] IHRA: Διεθνής Συμμαχία Μνήμης του Ολοκαυτώματος [σημείωση του μεταφραστή].
[12] Περίπου 1.500 μουσουλμάνοι ιμάμηδες εξέδωσαν φετφά έναντίον της Χαμάς, μετά την επίθεση κατά του Ισραήλ, The Yeshivaworld.com, 15 Οκτωβρίου 2023.
Νύχτα των Κρυστάλλων: Όταν ράγισε η ανθρωπότητα
Διεθνής Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Ολοκαυτώματος
Η 27η Ιανουαρίου είναι Διεθνής Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Ολοκαυτώματος. Με αυτή την ευκαιρία, αναδημοσιεύουμε διαδικτυακά το άρθρο της Βάνας Νικολαΐδου-Kυριανίδου για τη λεγόμενη Νύχτα των Κρυστάλλων, που πρωτοδημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του Books' Journal, τχ. 171, Δεκέμβριος 2025.
Στα πρόθυρα γεωπολιτικών αναταράξεων
Κυριαρχία και κυριαρχικά δικαιώματα στη δίνη των συγκρούσεων γεωπολιτικής ισχύος
Απολογισμός μιας χρονιάς με δυο πολέμους
Δύο ανοιχτά πολεμικά μέτωπα, στην Ουκρανία και στο Ισραήλ, συμπύκνωσαν τα τελευταία χρόνια όλα όσα η Δύση προτιμούσε να θεωρεί λυμένα. Πρόκειται για την ασφάλεια των συνόρων, την αξία της ανθρώπινης ζωής, το δικαίωμα της αυτοάμυνας, τα όρια της βίας. Η χρονιά που κλείνει δεν αφήνει περιθώρια για αυταπάτες.
7 Οκτωβρίου 2023: το Ισραήλ στο στόχαστρο
Για δύο χρόνια, το Ισραήλ διεξάγει έναν πολυμέτωπο αγώνα για την επιβίωσή του. Εναντίον της Χαμάς για να μην επαναληφθεί η σφαγή της 7ης Οκτωβρίου. Εναντίον της Χεσμπολά για να σταματήσουν οι βομβαρδισμοί στις πόλεις και στα χωριά του Βορείου Ισραήλ που ανάγκασαν σχεδόν 80.000 Ισραηλινούς να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να καταστούν πρόσφυγες στην ίδια τους τη χώρα. Εναντίον των Χούθι στην Υεμένη που εκτοξεύουν πυραύλους για να πλήξουν τη καρδιά του εβραϊκού κράτους. Εναντίον των αγιατολάδων του Ιράν που επιχειρούν να κάνουν πράξη τις απειλές τους για την εξαφάνιση του «σιωνιστικού καρκινώματος» από το χάρτη της Μέσης Ανατολής. Το Ισραήλ δεν διεκδικεί σπιθαμή εδάφους από κανέναν. Διεκδικεί και αγωνίζεται για την ασφάλεια και την ευημερία των πολιτών του...
Τι άλλαξε στη Μέση Ανατολή από τις 7/10
Οι συμφωνίες του Αβραάμ που υπογράφτηκαν το 2020, μια από τις σημαντικότερες πρωτοβουλίες της πρώτης Διακυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ, είχαν πετύχει να δημιουργήσουν μια νέα δυναμική σταθερότητας και συνεργασίας μεταξύ του Ισραήλ και των χωρών της περιοχής (Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Μπαχρέιν, αλλά και Μαρόκο, Σουδάν). Σε αυτή την κατεύθυνση κινούνταν και η Συμφωνία που είχαν επεξεργαστεί το Ισραήλ με τη Σαουδική Αραβία, η οποία και θα άλλαζε εκ νέου τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή, δημιουργώντας μια νέα συνθήκη απέναντι στον λεγόμενο «Άξονα της Αντίστασης», στην εχθροπαθή συμμαχία προθύμων του Ιράν, δηλαδή, στην οποία συμπεριλαμβάνονταν και η Χαμάς.
Και τότε ήρθε η τρομοκρατική επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023 που συγκλόνισε το Ισραήλ και τον κόσμο. Μια από τις άμεσες επιπτώσεις αυτής της μαύρης στιγμής ήταν η ακύρωση της συμφωνίας με τη Σαουδική Αραβία.
Πρώτα να ηττηθεί η Χαμάς
Η νίκη του Ισραήλ ως προϋπόθεση για μια μεταμορφωμένη Γάζα
Οι ιστορικοί των μελλοντικών χρόνων, και ο ιστορικός που γράφει σήμερα εδώ, θα σχολιάσουν την πρωτοφανή και πολιτικά ανερμάτιστη ιδέα ότι –μετά τη δολοφονική τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023– το κράτος του Ισραήλ όφειλε να συγκατατεθεί στη δημιουργία ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους. Κανένα από τα πολυάριθμα κράτη σε όλο τον κόσμο που ζήτησαν τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους δεν θα άντεχε να ζει δίπλα σε μια χώρα που έχει έμπρακτα εκδηλώσει την πρόθεσή της να της κηρύξει πόλεμο και να την τρομοκρατεί. Ωστόσο, λίγες εβδομάδες μετά την επίθεση της Χαμάς το 2023, σε όλο τον κόσμο, ακούστηκαν εκκλήσεις για την εφαρμογή της «λύσης των δύο κρατών». Αυτές οι εκκλήσεις, τότε και έκτοτε, παρέβλεπαν και παραβλέπουν το ζήτημα του πώς θα δημιουργηθεί ένα παλαιστινιακό κράτος που θα είναι πρόθυμο να ζήσει ειρηνικά με το υφιστάμενο κράτος του Ισραήλ. Παραβλέπουν επίσης τις νόμιμες απαιτήσεις του κράτους του Ισραήλ να μην υποστεί στο μέλλον, για πολλοστή φορά, τρομοκρατία και δολοφονίες από φανατικούς ισλαμιστές που είναι αποφασισμένοι να «απελευθερώσουν την Παλαιστίνη από το ποτάμι μέχρι τη θάλασσα».