Η επιστροφή στη Δύση του αντισιωνισμού μαζί με ένα εξισλαμισμένο μίσος εναντίον της
Εδώ και περίπου σαράντα χρόνια, ο Vladimir Jankélévitch είχε γράψει:
«Ο αντισιωνισμός» προσφέρει επιτέλους στο σύνολο των συμπολιτών μας τη δυνατότητα να είναι αντισημίτες, παραμένοντας δημοκράτες. Τι ανέλπιστη τύχη! Αυτή η ευχαρίστηση δεν θα αποτελεί πλέον αποκλειστικό προνόμιο της Δεξιάς[1].
Στις μέρες μας, σε όλες τις δυτικές κοινωνίες, παράλληλα με πλήθος εκδηλώσεων μίσους εναντίον των Εβραίων, αντηχεί το γνωστό σύνθημα «From the River to the sea». Το εν λόγω σύνθημα θυμίζει το ναζιστικό Judenrein, εφόσον σημαίνει ότι, από τον Ιορδάνη ποταμό έως τη Μεσόγειο, η Παλαιστίνη θα είναι απαλλαγμένη από τους Εβραίους. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται επί της ουσίας για αίτημα εθνικής ανεξαρτησίας, αλλά για αγωνιστικό πρόταγμα εκκαθάρισης της περιοχής από το εβραϊκό στοιχείο[2]. Αυτή η έκρηξη της Ιουδαιοφοβίας, με πρόσχημα τον αμυντικό πόλεμο στον οποίο εξωθήθηκε το Ισραήλ μετά την 7η Οκτωβρίου, καλλωπίζεται με τη χρήση του όρου «αντισιωνισμός». Μετά την ίδρυση του Ισραήλ και τις νίκες του εναντίον των Αράβων, ο ιδεολογικο-πολιτικός χαρακτήρας του αντισιωνισμού, όσον αφορά την προέλευσή του, απαλλάσσοντάς τον από το στίγμα του ρατσισμού, του επέτρεψε να λειτουργήσει ως ψιμύθιο του αντισημιτισμού. Δηλωτικός πλέον της εναντίωσης στην ύπαρξη του συγκεκριμένου κράτους, ο αντισιωνισμός, στον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο, δανείσθηκε τον εξολοθρευτικό χαρακτήρα που είχε ο δαρβινικός αντισημιτισμός.
Θέτοντας στην υπηρεσία του τα αντι-εβραϊκά, στερεότυπα, ο αντισιωνισμός δεν περιορίζεται σε μια κριτική των πολιτικών που εφαρμόζουν οι κυβερνήσεις του Ισραήλ, οι οποίες είναι θεμιτό να ασκούνται και από μερίδα των πολιτών αυτού του κράτους. Αντίθετα, αξιοποιώντας στο έπακρο τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών[3], επαναφέρει τη φαντασίωση περί της εβραϊκής libido dominandi. Ανεξαρτήτως της υπηκοότητάς τους, ως παγκόσμιοι σιωνιστές, μέλη μιας κακοποιού ολότητας που ελέγχει τα κέντρα εξουσίας στη Δύση, οι Εβραίοι, στο αντισιωνιστικό αφήγημα, δαιμονοποιούνται.
Ο αριστερός αντισημιτισμός
Με όχημα το Παλαιστινιακό, η αντικατάσταση του ακροδεξιού αντισημιτισμού από τον απο-φυλετικοποιημένο αντισιωνισμό κατέστησε την άκρα Αριστερά συνοδοιπόρο του γενοκτονικού ριζοσπαστικού ισλαμισμού. Αυτός ο «νεο-αντισημιτισμός»[4], αφισάροντας την πλέον ευγενή μορφή ανθρωπισμού και αντιρατσιστικών αισθημάτων, λειτούργησε ως ο νέος μοχλός βίαιης εξέγερσης των κατατρεγμένων ενάντια στα όσα αντιπροσωπεύει η ένοχη δυτική τάξη πραγμάτων.
Το αποτέλεσμα αυτού του νέου επαναστατικού προτάγματος ήταν η εμφάνιση ενός ρατσισμού, το ίδιο επικίνδυνου με εκείνον που γνώρισε ο εικοστός αιώνας. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο τωρινός ρατσισμός, αντλώντας τα διαπιστευτήριά του από την ευγενή εναντίωση στα δεινά που προξένησε στην υπόλοιπη ανθρωπότητα η αποικιοκρατική ρατσιστική Δύση –στην οποία ανήκει το Ισραήλ, ανήκουν και οι Εβραίοι εν γένει–, πλασάρεται ως αντι-ρατσισμός. Οι όροι αντιστρέφονται, δεδομένου ότι ρατσισμός πλέον θεωρείται ο αγώνας κατά των διακρίσεων στο όνομα της οικουμενικότητας. Αντίθετα, ο «γνήσιος» αντιρατσισμός υποστηρίζει το διαμελισμό της κοινωνίας σε πολιτισμικές και θρησκευτικές κοινότητες και, εν γένει, στις στεγανοποιημένες (δι-)εκδικητικές μειονότητες. Εκφράζοντας την εναντίωση στην ιμπεριαλιστική λευκότητα, ο εξ αριστερών αντισιωνισμός, ο οποίος σήμερα έχει τον πρώτο λόγο, βρήκε πρόσφορο έδαφος στο αντιδυτικιστικό, μετααποικιακό, αποικιοαποδομητικό κίνημα που ξεπήδησε από το διανοητικό ρεύμα του μεταμοντερνισμού[5]. Χέρι χέρι με τον νέο αντιρατσισμό, ο «αντισημιτοσιωνισμός»[6], προσάρμοσε, θα λέγαμε, τη σοβιετική ρητορική, ενάντια στο ιμπεριαλιστικό Ισραήλ και τους πλουτοκράτες σιωνιστές οι οποίοι διαφεντεύουν την Αμερική, στη woke εκδοχή της πάλης μεταξύ καταπιεστών και καταπιεσμένων.
Ως πολεμική in actu, η αποδόμηση, με κεντρικό της γνώρισμα την «εσπεροφοβία», δεν αρκέσθηκε στην κριτική ενάντια στα κακώς κείμενα, η οποία και αποτελεί το αποκλειστικό προνόμιο ενός πολιτισμού που δεν σταμάτησε να εξετάζει τις καθοδηγητικές αρχές του και τα πεπραγμένα του. Πηγαίνοντας πολύ πιο πέρα και με πυξίδα τη θυματοποίηση, επιδόθηκε στη μηδενιστική όσο και αυτάρεσκη καταδίκη όλης της συγκεκριμένης πολιτισμικής παράδοσης.
Έτσι, ανήγαγε τον Λόγο σε ιδεολόγημα και αντικατέστησε την αλήθεια με έναν άνευ όρων προοπτικισμό, σύμφωνα με τον οποίο η γεγονική αλήθεια παύει να αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο διαμορφώνονται οι απόψεις. Εξ αυτού, στο όνομα της μετα-αλήθειας, η έννοια της παραπληροφόρησης χάνει το νόημά της, ενώ η ορθότητα μιας άποψης δεν κρίνεται από τα επιχειρήματα που τη στηρίζουν, αλλά με βάση την απροϋπόθετη λατρεία της θυματοποιημένης διαφορετικότητας και τις συναισθηματικές εξάρσεις που γεννά. Η ανενδοίαστη παράβλεψη ή διαστρέβλωση των ιστορικών συμβάντων και η άκριτη υιοθέτηση της ισλαμιστικής προπαγάνδας αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στο ίδιο πλαίσιο, οι επιστημονικές αλήθειες αντιμετωπίζονται ως αξιολογικές κρίσεις, οι οποίες στοχεύουν να συντηρούν τις αόρατες εξουσιαστικές μορφές καταπίεσης που δομούν την κοινωνία. Η απαξίωση της γνώσης ως κοινωνικής κατασκευής οδηγεί στην ενθρόνιση της συνωμοσιολογίας. Αναγόμενη η τελευταία σε έγκυρο τρόπο εξήγησης της ιστορικο-κοινωνικο-πολιτικής πραγματικότητας, επιτρέπει, όπως συμβαίνει στα παραμύθια, την αδιαφορία για την αρχή της αντίφασης. Έτσι, η αντιρατσιστική, πράγματι, εναντίωση στην ιδέα της φυλής ως φορέα ψυχοπνευματικών γνωρισμάτων συνυπάρχει εδώ με μια άνευ ορίων φυλετικοποίηση, εφόσον η αντι-αποικιοκρατική καταγγελτική θεώρηση των πραγμάτων κάνει λόγο για «λευκή επιστήμη», «λευκή κουλτούρα», «λευκό άνδρα» κ.ο.κ. Μάλιστα, η «ιερή αγανάκτηση» ενάντια στη λευκότητα αναδείχθηκε το μόνο έγκυρο κριτήριο αξιολογικής διάκρισης των απόψεων.
Προς μεγάλη, λοιπόν, χαρά του Καρλ Σμιτ, η επαγγελλόμενη από τα παραπάνω πολιτική έχει προσλάβει τον χαρακτήρα της υπαρξιακής διάκρισης μεταξύ φίλου και εχθρού. Μέσω της υπαγωγής της πολιτικής των ταυτοτήτων σε έναν ουσιοποιητικό μανιχαϊσμό, αυτή η διάκριση ανάγεται τώρα στο διαχωρισμό των καλών ταυτοτήτων από τις κακές. Πρόκειται για την ηθικιστική μετάλλαξη του εχθρού σε φυλετικοποιημένο θύτη και του φίλου στα πολλαπλού είδους θύματά του. Έτσι, «πολλοί στην ‟αφυπνισμένη” Αριστερά υποβαθμίζουν το Ολοκαύτωμα, αποκαλώντας το “έγκλημα λευκών εις βάρος λευκών”» και δηλώνοντας ότι «τέτοιου είδους εγκλήματα δεν έχουν σημασία»[7]. Στη βάση της συγκεκριμένης εννόησης της πάλης μεταξύ καταπιεσμένων και καταπιεστών, κατανοείται και η ταύτιση του Ισραήλ με το ρατσιστικό ναζιστικό κράτος.
Όσο οξύμωρο κι αν είναι, μπορούμε να μιλάμε για την ανάδυση ενός «μεροληπτικού μηδενισμού», στο μέτρο που ο τελευταίος, στη σύγχρονη εκδοχή του, υποστηρίζει ότι «όλα επιτρέπονται», υπό την προϋπόθεση ότι αναφερόμαστε στα θύματα, του ιμπεριαλιστικού «φαλλο-λογο-κεντρισμού». Η παραδοξότητα εδώ συνεχίζεται, εφόσον η «παντοδυναμία» του θύματος βασίζεται στις απολυτοποιημένες επιταγές ενός ηθικισμού ο οποίος συνυπάρχει με την αδυναμία καθολίκευσης των ηθικών αξιών.
Μίσος για τη δημοκρατική Δύση
Όλα αυτά μας τα έδειξε με ανάγλυφο τρόπο ο αχαλίνωτος αντισημιτισμός που έχει επικρατήσει μετά την 7η Οκτωβρίου στη Δύση, όπου η εβραϊκή ιδιότητα έχει, και πάλι, ιδεολογικοποιηθεί, δικαιολογώντας την απροϋπόθετη εχθρότητα απέναντι στον φορέα της. Πρόκειται για εχθρότητα παραπληρωματική με την αναγωγή των «γενοκτονικής πρόθεσης εγκλημάτων»[8] που διέπραξε η Χαμάς, σε συγγνωστές πράξεις αντίστασης. Πρόκειται για μια εχθρότητα την οποία υπάγω στον ορισμό της βαρβαρότητας, στο μέτρο που αυτός παραπέμπει στην άρνηση να αναγνωρίσεις στον άλλον ανθρώπινα χαρακτηριστικά και, επομένως, να τον αντιμετωπίσεις ως συνάνθρωπο. Και εδώ αναφέρομαι στην πλήρη απουσία ευαισθησίας για τους άμαχους πολίτες που βασανίσθηκαν και σφαγιάσθηκαν βάναυσα, για τους ανηλεείς βιασμούς και ακρωτηριασμούς αθώων γυναικών, για τους ομήρους, ανάμεσά τους παιδιά και βρέφη, που [κρατήθηκαν για πολλούς μήνες] στα λαγούμια της Γάζας. Σε καμία διαδήλωση δεν ακούσθηκε το αίτημα υπέρ της επιστροφής των ομήρων, καμία φεμινιστική διαμαρτυρία δεν υπήρξε ενάντια στους βιασμούς, καμία κραυγή για κατάπαυση του πυρός δεν συμπεριελάμβανε και τη μέριμνα για την ασφάλεια του ισραηλινού λαού. Eπίσης, ουδόλως δείχνει να ενοχλεί το γεγονός ότι ως «μαχητές της ελευθερίας» νοούνται τα μέλη μιας τρομοκρατικής οργάνωσης που ενεργούν στο όνομα μιας ολοκληρωτικής ιδεολογίας[9]. Άλλωστε, βλέπουμε τους ζηλωτές των ακραία χειραφετητικών πολιτικών, παρά την άοκνη προσήλωσή τους στην αστυνόμευση ενάντια στις παντοειδείς μικρο-επιθἐσεις, να παραβλέπουν το γεγονός ότι οι επιτιθέμενοι στο Ισραήλ επιβάλλουν την κατάλυση όλων των ατομικών και πολιτικών ελευθεριών, ενώ καταδικάζουν τις γυναίκες σε αορατότητα, καθιστώντας τις κτήμα του εκάστοτε άρρενα κηδεμόνα τους. Αντίθετα, η οποιαδήποτε έκφραση υποστήριξης προς το Ισραήλ και αλληλεγγύης στον λαό του θεωρείται απολύτως καταδικαστέα ως φασίζουσα και ισλαμοφοβική.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο αντισημιτισμός των ισλαμο-εθνικιστών Παλαιστινίων, που ναζιστικοποίησε ο Χίτλερ[10], επέστρεψε στη Δύση υπό τη μορφή ενός αντισιωνισμού αλληλένδετου με ένα εξισλαμισμένο μίσος εναντίον της. Άλλωστε, είναι γνωστό ότι ο αντι-εβραϊσμός άνθησε πάντα τις εποχές αμφισβήτησης του δημοκρατικού πολιτεύματος και απαξίωσης των δημοκρατικών θεσμών. Με βάση αυτή την εμπειρία, συμφωνώ απολύτως με την Anne Rosancher, η οποία, υιοθετώντας «τη μεταφορά του καναρινιού στο ορυχείο, που το χρησιμοποιούσαν ως δείκτη της επικείμενης έκρηξης αερίου», υποστηρίζει ότι «η αναζωπύρωση του αντισημιτισμού μάς προειδοποιεί ότι κάτι δεν πάει καλά στην κοινωνία μας»[11].
Η μετατροπή των πάγιων εμπειρικών γνωρισμάτων ενός ατόμου σε κριτήριο αξιολόγησής του, εν προκειμένω ως θύτη ή θύματος, και η αντιμετώπισή του με βάση την ομάδα στην οποία ανήκει, δυνάμει αυτών των γνωρισμάτων, αποτελεί την πεμπτουσία της ρατσιστικής σκέψης με ή χωρίς φυλή. Έτσι, ζούμε στην εποχή που η εβραϊκή ιδιότητα δεν συνιστά εμπειρικό γνώρισμα, ανάμεσα στα άλλα, αλλά καλεί σε εχθρικές ενέργειες εναντίον του φορέα της. Είναι επομένως σαφές ότι η επιβίωση του δημοκρατικού τρόπου ζωής και των οικουμενικών αρχών που τον διέπουν εναπόκειται στην έμπρακτη στήριξή τους. Άλλωστε, απέναντι σε αυτό το τσουνάμι του αντισημιτισμού που απειλεί με κοινωνικό αποκλεισμό τους «αντιφρονούντες», οφείλω να επισημάνω ότι, όπως είπε η Χάννα Άρεντ, η πολιτική αρετή κατεξοχήν είναι το θάρρος, άρρηκτα συνδεδεμένο με την παρρησία.
[1] Vl. Jankélévitch, L’imprescriptible. Pardonner? Dans l’honneur et la dignité, Paris, Seuil, 1986, σ. 32.
[2] Βλ. και τις δηλώσεις των στελεχών και των μελών της Χαμάς: https://www.adl.org/ resources/blog/hamas-its-own-words.
[3] P.-A. Taguieff, «Les Protocoles des sages de Sion et ‟le complot sinistre mondial”», DDV, no 693 (2024), σ. 46-50.
[4] J. Givet, La Gauche contre Israel? Essai sur le néo-antisémitisme, Jean-Jacques Pauvert, Hollande 1968, εκδ. kindle empl. 30 επ.
[5] P.-A. Taguieff, Pourquoi Déconstruire. Origines philosophiques et avatars politiques de la French Theory, Paris 2022.
[6] Fr.-O. Giesbert, «Face à l’“antisémitosionisme”. Comment je suis devenu Juif», στο Revue des deux mondes, Οκτώβριος 2020, εκδ. kindle, empl.1246 επ.
[7] D. L. Bernstein, Forward by N. Sharansky, Woke Antisemitism: How a Progressive Ideology Harms Jews, Wicked Son, 2022, εκδ. Kindle, σ. 7.
[8] M. Iacub, «Antisionisme et antisémitisme, droit et histoire», 2024, σ. 1-153 και ιδίως στη σ. 19. Προσβάσιμο: https://hal.science/ hal-04659366.
[9] Ε. Young-Bruehl, «On the Origins of a New Totalitarianism», Social Research, vol. 69, no 2 (2002), 567-578, στη σ. 573 επ. Επίσης, Ιδ., Why Arendt Matters, New Ηeaven & London 2006, σ. 69 επ.
[10] P.-A. Taguieff, «L’islamo-dro-itisme, ça existe aussi», Le Point Débats, 02/11/2020. Προσβάσιμο: http://www.lepoint.fr/debats/taguieff-l-islamo-droitisme-ca-existeaussi-02-11-2020-2399030_2.php.
[11] Anne Rosencher, «Je préfère la ‟citoyenneté” au ‟vivre ensemble”», Le DDV, no 687/2022, σ. 24-27 και ιδίως στη σ. 26.