Τρία χρόνια μετά, η 7η Οκτωβρίου κινδυνεύει ήδη να υποστεί εκείνο που παθαίνουν συχνά τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα: να αποκοπεί από όσα προηγήθηκαν και να διαλυθεί μέσα σε όσα ακολούθησαν. Η σφαγή να χαθεί πίσω από τον πόλεμο στη Γάζα, οι όμηροι πίσω από τις διαπραγματεύσεις, οι νεκροί πίσω από τους αριθμούς των επόμενων μηνών. Κι έτσι, ένα γεγονός που θα έπρεπε να αποτελεί αφετηρία κατανόησης μετατρέπεται σταδιακά σε μία ακόμη ημερομηνία μέσα στον ατελείωτο κατάλογο της Μέσης Ανατολής.
Όμως η 7η Οκτωβρίου 2023 δεν ήταν άλλη μία ημέρα του ισραηλινοπαλαιστινιακού πολέμου. Το πρωί εκείνο, ένοπλοι της Χαμάς και άλλων οργανώσεων πέρασαν τα σύνορα από τη Γάζα και εισέβαλαν σε ισραηλινές κοινότητες. Μπήκαν σε σπίτια, επιτέθηκαν σε κιμπούτς, δολοφόνησαν ανθρώπους στο μουσικό φεστιβάλ Nova, άρπαξαν γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένους και στρατιώτες και τους οδήγησαν στη Γάζα. Περίπου 1.200 άνθρωποι σκοτώθηκαν και 251 απήχθησαν. Ήταν η μεγαλύτερη μαζική δολοφονία Εβραίων μετά το Ολοκαύτωμα.
Δεν χρειάζεται καμία υπερβολή για να περιγραφεί αυτό που συνέβη. Αντιθέτως, όσο περισσότερο απαλλάσσεται η αφήγηση από τις ανεπιβεβαίωτες ιστορίες που κυκλοφόρησαν τις πρώτες ημέρες, τόσο καθαρότερη μένει η πραγματικότητα: εκ προθέσεως δολοφονίες αμάχων, απαγωγές, βασανισμοί, σεξουαλική βία, δημόσια διαπόμπευση νεκρών. Τα γεγονότα αρκούν.
Και υπάρχει ένα στοιχείο που δεν επιδέχεται υπεκφυγές. Στις 7 Οκτωβρίου 2023 δεν υπήρχαν ισραηλινοί οικισμοί μέσα στη Γάζα. Το Ισραήλ είχε αποχωρήσει από τη Λωρίδα το 2005, απομακρύνοντας στρατό και εποίκους. Οι άνθρωποι που δολοφονήθηκαν εκείνο το πρωί βρίσκονταν μέσα στο Ισραήλ, στα σπίτια τους, στους δρόμους τους, σε ένα φεστιβάλ μουσικής.
Η επίκληση της «κατοχής» δεν εξηγεί ούτε δικαιολογεί τίποτε από αυτά. Πολύ περισσότερο όταν η άρνηση της ύπαρξης εβραϊκού κράτους είναι παλαιότερη από το 1967, παλαιότερη από τους σημερινούς εποικισμούς και παλαιότερη από όλα όσα επιστρατεύονται σήμερα ως εκ των υστέρων αιτιολογία της σφαγής.
Το 1947 ο ΟΗΕ πρότεινε τη δημιουργία δύο κρατών, ενός εβραϊκού και ενός αραβικού. Η εβραϊκή πλευρά αποδέχθηκε τη διχοτόμηση. Η αραβική την απέρριψε. Στις 14 Μαΐου 1948 ανακηρύχθηκε το κράτος του Ισραήλ και την επομένη εισέβαλαν αραβικοί στρατοί. Τότε δεν υπήρχαν «κατεχόμενα του 1967», ούτε εποικισμοί στη Δυτική Όχθη, ούτε αποκλεισμός της Γάζας. Υπήρχε ήδη όμως το θεμελιώδες ερώτημα: θα γινόταν αποδεκτή ή όχι η ύπαρξη ενός εβραϊκού κράτους στην περιοχή;
Το ίδιο ερώτημα επανήλθε με διαφορετικές μορφές σε ολόκληρη τη μεταπολεμική ιστορία. Το 1967 ακολούθησαν τα περίφημα «τρία όχι» του Χαρτούμ: καμία ειρήνη, καμία αναγνώριση, καμία διαπραγμάτευση με το Ισραήλ. Αργότερα ήρθαν το Όσλο, το Καμπ Ντέιβιντ, νέες προτάσεις και νέες αποτυχίες. Το 2005 το Ισραήλ αποχώρησε από τη Γάζα. Το 2007 η Χαμάς κατέλαβε βίαια την εξουσία, εξουδετερώνοντας τη Φατάχ, και μετέτρεψε σταδιακά τη Λωρίδα σε στρατιωτικοποιημένο θύλακα.
Από εκεί αρχίζει ο άμεσος δρόμος προς την 7η Οκτωβρίου.
Κάτω από τα πόδια ενός πληθυσμού που εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τη διεθνή βοήθεια δημιουργήθηκε ένα τεράστιο υπόγειο δίκτυο στρατιωτικών σηράγγων, το οποίο η ίδια η Χαμάς ισχυρίστηκε ότι έφθανε περίπου τα 500 χιλιόμετρα. Παράλληλα οργανώθηκε ένα σύνθετο σύστημα χρηματοδότησης, φορολόγησης, εξωτερικών ενισχύσεων και στρατιωτικής υποστήριξης. Το Ιράν παρείχε χρήματα, όπλα, εκπαίδευση και τεχνογνωσία. Το Κατάρ φιλοξενούσε επί χρόνια την πολιτική ηγεσία της οργάνωσης. Η Τουρκία διατηρούσε ανοικτούς διαύλους μαζί της.
Η 7η Οκτωβρίου απέδειξε επίσης πόσο λανθασμένο ήταν να αντιμετωπίζεται η Χαμάς ως ένας απομονωμένος τοπικός παλαιστινιακός παράγων. Μία ημέρα μετά τη σφαγή άνοιξε το μέτωπο του Λιβάνου με τη Χεζμπολάχ. Ακολούθησαν οι Χούθι από την Υεμένη, φιλοϊρανικές οργανώσεις από το Ιράκ και τη Συρία και τελικά το ίδιο το Ιράν. Η Γάζα ήταν η θρυαλλίδα μιας πολύ ευρύτερης περιφερειακής σύγκρουσης.
Η ακολουθία των γεγονότων είναι σαφής και έχει σημασία να παραμείνει σαφής. Στις 7 Οκτωβρίου, η Χαμάς εισέβαλε στο Ισραήλ, δολοφόνησε περίπου 1.200 ανθρώπους και απήγαγε 251. Ο πόλεμος που ακολούθησε ήταν η απάντηση σε αυτή την επίθεση. Η 8η Οκτωβρίου δεν προηγήθηκε της 7ης.
Κι όμως, μέσα σε ελάχιστο χρόνο, μεγάλο μέρος της διεθνούς συζήτησης κατάφερε να μετακινήσει σχεδόν ολοκληρωτικά το σημείο αφετηρίας. Η σφαγή πέρασε στο βάθος, οι όμηροι έγιναν υποσημείωση και το Ισραήλ βρέθηκε να απολογείται επειδή αντέδρασε σε μια επίθεση που κανένα κυρίαρχο κράτος δεν θα μπορούσε να αφήσει αναπάντητη.
Και εδώ αποκαλύφθηκε ίσως η θλιβερότερη πλευρά της Δύσης: η υποκρισία της. Ένα ετερόκλητο μέτωπο άκρας Δεξιάς και άκρας Αριστεράς, με τον αντισημιτισμό να λειτουργεί ως κοινός παρονομαστής, κατόρθωσε μέσα σε ελάχιστο χρόνο να αντιστρέψει τους ρόλους. Το δημοκρατικό κράτος που δέχθηκε τη μεγαλύτερη σφαγή Εβραίων μετά το Ολοκαύτωμα βρέθηκε στο εδώλιο, ενώ η τρομοκρατική οργάνωση που εισέβαλε σε σπίτια, δολοφόνησε αμάχους και άρπαξε ομήρους απέκτησε σε τμήμα του δυτικού δημόσιου λόγου το φωτοστέφανο της «αντίστασης».
Δεν επρόκειτο απλώς για μετατόπιση της συζήτησης. Ήταν μετάθεση ευθύνης. Ο θύτης άρχισε να εξαφανίζεται πίσω από τις συνέπειες του εγκλήματός του και το Ισραήλ να εγκαλείται επειδή υπερασπίστηκε την ύπαρξή του. Πανεπιστήμια, μέσα ενημέρωσης, πολιτικές ελίτ και οργανώσεις που επικαλούνται με σχεδόν θρησκευτική ευλάβεια τα ανθρώπινα δικαιώματα ανακάλυψαν ξαφνικά πλήθος ελαφρυντικών για εκείνους που τα καταπάτησαν με τον πιο ωμό τρόπο.
Και πίσω από την ηθική αυτή σύγχυση βρίσκεται συχνά κάτι ακόμη λιγότερο ευγενές: το συμφέρον. Η Δύση που διακηρύσσει τις αξίες της δεν έπαψε ποτέ να συναλλάσσεται με καθεστώτα που χρηματοδοτούν, φιλοξενούν ή πολιτικά προστατεύουν οργανώσεις εχθρικές προς το Ισραήλ. Τα πετροδολάρια, οι επενδύσεις, οι ενεργειακές εξαρτήσεις και οι γεωπολιτικοί υπολογισμοί αποδείχθηκαν πολλές φορές ισχυρότεροι από τις μεγαλόστομες διακηρύξεις περί δημοκρατίας και ελευθερίας.
Αυτό ακριβώς δεν πρέπει να επιτρέψει η επέτειος της 7ης Οκτωβρίου: τη διαγραφή της αιτίας μέσα στις συνέπειές της. Το Ισραήλ δεν ξύπνησε ένα πρωί και αποφάσισε να ανοίξει έναν πόλεμο στη Γάζα. Είχε προηγηθεί μια σχεδιασμένη επίθεση στην επικράτειά του, μια μαζική σφαγή και η αρπαγή εκατοντάδων ανθρώπων. Αν αυτή η ακολουθία χαθεί, δεν παραποιείται απλώς μια ημερομηνία. Παραποιείται η ίδια η ιστορία.
Ίσως γι’ αυτό η 7η Οκτωβρίου αφορά τελικά κάτι περισσότερο από την ισραηλινοπαλαιστινιακή σύγκρουση. Αφορά τη μνήμη και την ευκολία με την οποία οι κοινωνίες επιλέγουν τι θα θυμούνται όταν τα γεγονότα δυσκολεύουν τις ιδεολογικές τους βεβαιότητες.
Για το Ισραήλ, πάντως, εκείνο το πρωί επέστρεψε ένα ερώτημα που συνοδεύει την ιστορία του από την πρώτη ημέρα της ύπαρξής του. Όχι πού ακριβώς θα χαραχθούν τα σύνορα ούτε ποιος θα κυβερνήσει ποιο έδαφος. Ένα ερώτημα πολύ πιο στοιχειώδες: αν οι Εβραίοι δικαιούνται τελικά να έχουν ένα κράτος στο οποίο να μπορούν να ζουν χωρίς να χρειάζεται κάθε γενιά να αποδεικνύει με τα όπλα το δικαίωμά της να υπάρχει.