Κώστας Πετρουλάς, Η φυλακή των αθώων. Μυθιστόρημα, Σμίλη, Αθήνα 2025, 784 σελ.
Μια ένοπλη τρομοκρατική οργάνωση που κινείται στο χώρο της Αριστεράς βρίσκεται σε καμπή. Τα ηγετικά μέλη της αποφάσισαν ότι η οργάνωση πρέπει να αυτοδιαλυθεί και τα μέλη της να επιστρέψουν στην ιδιωτική τους ζωή, κουβαλώντας όμως μαζί τους τα μυστικά, τις ενοχές και τις μεταξύ τους εκκρεμότητες – σαν να μην έχει γίνει τίποτα. Έξι χρόνια αργότερα ξανασυναντιούνται σε έναν τελικό απολογισμό, ο οποίος εξελίσσεται σε αναμέτρηση – με τους ρόλους αθώων και ενόχων να αποδεικνύονται πολύ λιγότερο καθαροί απ’ όσο πίστευαν. Το πρώτο μυθιστόρημα του Κώστα Πετρουλά θέτει τα ηθικά ζητήματα της τρομοκρατικής δράσης, ακόμα κι όταν ξεκινά με πρόθεση να φτιάξει τον κόσμο. [ΤΒJ]
Σε ένα από τα σημαντικότερα κείμενά του, στο Μέλλον μιας αυταπάτης (Die Zukunft einer Illusion, 1927, στα ελληνικά, μετάφραση Πελαγία Τσινάρη, Ροές, 2015), ο Σίγκμουντ Φρόυντ μιλά για τη γοητεία που έχουν οι αληθινές ιστορίες των ανθρώπων. Και για να γίνει περισσότερο κατανοητός, αφηγείται μια προσωπική του εμπειρία: μόλις στο σπίτι άρχιζαν να διηγούνται στα παιδιά του κάποια ιστορία, ένα από αυτά ρωτούσε πάντα: «Είναι αληθινή;» Και μια φορά που του απάντησαν «όχι», «απομακρύνθηκε με ύφος απαξιωτικό»!
Στο παιδί του Φρόυντ μοιάζει να «απάντησε» ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ότι υπάρχουν και μύθοι που είναι αληθινοί.
Είναι οι «μύθοι» που δημιούργησε η ελληνική σκέψη. Οι οποίοι δεν έχουν σχέση με τον Κοντορεβυθούλη ή την Κοκκινοσκουφίτσα, δεν έχουν δηλαδή σχέση με το παραμύθι – το οποίο είτε εισφέρει απλές κοινοτοπίες (π.χ. ο κακός λύκος) είτε αφορά μία μόνο κατηγορία του πληθυσμού, συνήθως τα παιδιά.
Ενώ οι μύθοι της ελληνικής δημιουργίας είναι η μεταφορά στο παρόν σημασιών με οικουμενική ισχύ, μέσω των οποίων μία κοινωνία μετατρέπει το χάος, απ’ όπου ερχόμαστε, σε κόσμο. Γι’ αυτό, καταλήγει ο Καστοριάδης, οι ελληνικοί μύθοι ήταν αληθινοί.
Στην αφήγηση τέτοιων ιστοριών αναφερόταν προφανώς και η Χάννα Άρεντ, όταν αποφαινόταν:
Καμία φιλοσοφία, κανένας αφορισμός, όσο βαθιά και αν είναι, δεν μπορούν να συγκριθούν σε ένταση και πλούτο νοήματος, με μια καλά δομημένη αφήγηση.
Περιγραφή μιας κοινωνίας τεράτων
Μια καλά δομημένη αφήγηση. Αυτή ακριβώς πέτυχε ο Κώστας Πετρουλάς με το μυθιστόρημά του, Η φυλακή των αθώων.
Μάλιστα, το ότι έχουμε να κάνουμε με μια καλά δομημένη αφήγηση ενός αληθινού μύθου, με την έννοια που του δώσαμε, το εισπράττει ο αναγνώστης από τις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου.
Στο οποίο, η αφήγηση αρχίζει με μια πανουργία: αρχίζει από το τέλος της ιστορίας μιας τρομοκρατικής οργάνωσης και των ανθρώπων της. Αρχίζει δηλαδή από τη διάλυση της τρομοκρατικής οργάνωσης.
Είναι αυτό που διεγείρει αμέσως το ενδιαφέρον του αναγνώστη, να μάθει και να καταλάβει τι είδους άνθρωποι είναι αυτοί που συγκρότησαν τρομοκρατική οργάνωση.
Και κυρίως, τι κρύβεται πίσω από τις πομπώδεις, φαντασμαγορικές μεγαλοστομίες των επαγγελματιών της επανάστασης!
Ο συγγραφέας δεν αστειεύεται μαζί τους. Τους παρουσιάζει να συνεδριάζουν για να τακτοποιήσουν τις τελευταίες εκκρεμότητες «που θα τους έβγαζαν με ασφάλεια απ’ το παρελθόν τους». Για την προσωπική ασφάλειά τους – δηλαδή, όπως θα το λέγαμε ωμά, για το τομάρι τους.
Πλην όμως, στα ανθρώπινα, ό,τι γίνεται δεν ξεγίνεται.
Και ο συγγραφέας αναδεικνύει εξ αρχής αυτή την πλάνη, ότι δηλαδή μπορούν οποιοιδήποτε να απελευθερωθούν από το παρελθόν τους επειδή απλώς το αποφάσισαν, χωρίς τίποτε άλλο.
Ο συγγραφέας, τους ανθρώπους αυτούς τους τοποθετεί μπροστά σε ένα φοβερό κενό, τη σημασία του οποίου ποτέ τους δεν κατάλαβαν:
στον δικό τους μικρόκοσμο δεν προβλεπόταν θεσμικό εργαλείο για να κρίνει το δίκαιο και το άδικο.
Έτσι, συνεχίζει ο συγγραφέας, «τα ψέματα μπορούσαν να μοιάζουν ή και να είναι έντιμα [στα μυαλά τους βεβαίως, προσθέτω], οι αλήθειες άτιμες, η αυτοδικία κανόνας και οι ποινές για όσους κρίνονταν ένοχοι απροσδιόριστες».
Τι σημαίνει αυτό; Ότι η τρομοκρατία ανατρέπει όλες τις σημασίες του ανθρώπινου κόσμου και οδηγεί απευθείας σε μια «κοινωνία» τεράτων.
Κάτι που παραπέμπει στην περιγραφή του Ομήρου για τα «τέρατα», τους κύκλωπες και την «κοινωνία» των τεράτων που σχημάτιζαν, η οποία στην ουσία αναιρούσε κάθε έννοια ανθρώπινης κοινωνίας.
Διότι τι είναι αυτό που ορίζει τους κύκλωπες ως τέρατα; Το ότι δεν διαθέτουν «βουληφόρους αγοράς», δηλαδή τον θεσμό της «συνέλευσης» και «θέμιστας», δηλαδή θεσμούς, όπως μας λέει ο Όμηρος.
Γράφει σχετικά ο Καστοριάδης (Ελληνική Ιδιαιτερότητα, α΄ τόμος: Από τον Όμηρο στον Ηράκλειτο, Κριτική, σ. 234):
Το ουσιαστικό […], αυτό που μαθαίνουν τα παιδιά των Ελλήνων ακούγοντας τους ραψωδούς να απαγγέλλουν την Οδύσσεια, είναι ότι όσοι δεν διαθέτουν βουληφόρους αγοράς είναι τέρατα. Ότι εκείνοι που δεν έχουν θέμιστας, νομοθεσία, είναι τέρατα και όχι άνθρωποι.
Και εδώ, οι ήρωες του Κώστα Πετρουλά επιλέγουν έναν κόσμο χωρίς «θέμιστας». Έναν μη κόσμο δηλαδή, αφού χωρίς τη νομιμότητα (τους «θέμιστας») δεν υπάρχει ενδιάμεσος χώρος μεταξύ των ανθρώπων, οπότε τα πάντα είναι έρημος. Είναι ο «(μη) κόσμος των τεράτων» όπως ορίστηκε από την εποχή του Ομήρου.
Και αυτό δεν προέκυψε τυχαία. Ήταν φυσική συνέπεια της συνωμοτικής δράσης τους. Διότι η παράνομη συνωμοτική δραστηριότητα εκτυλίσσεται εκτός του κοινού κόσμου, για να αποφύγει την κοινή θέα.
Ενώ η πολιτική, ως ανθρώπινη πράξη, είναι όχι απλώς δημόσια αλλά βρίσκεται υποχρεωτικά στην κοινή θέα, που πάει να πει πως διαδραματίζεται και εμφανίζεται στο κέντρο του κοινού κόσμου.
Γι’ αυτό η συνωμοτική δραστηριότητα, ως ακοσμική, είναι υποχρεωτικά και απολιτική.
Παγιδευμένοι στο παρελθόν τους
Ο συγγραφέας αγάπησε τους ήρωές του. Και όχι μόνον αυτό αλλά με γενναιοδωρία και μαεστρία τούς έδωσε το περιθώριο να ζήσουν παράλληλα και μία κανονική ζωή. Με όλες τις αποχρώσεις της.
Οκτώ από τα δέκα κεφάλαια τους χαρίζει στο μυθιστόρημα για να ζήσουν μέσα στον ανθρώπινο κόσμο. Με εναλλασσόμενες ανθρώπινες ιστορίες. Κι αυτοί τις ζουν. Με όλα τα απροσδόκητα και όλες τις εκδοχές της ζωής.
Παγιδευμένοι όμως στο παρελθόν τους.
Σαν κάτι μοιραίο, το οποίο επέβαλλε με όρους αναγκαιότητας η δική τους επιλογή της τρομοκρατικής δράσης, που ήταν και η έξοδος από τον ανθρώπινο κόσμο.
Πριν από μέρες, αναδιφώντας το βιβλίο του Φρόυντ, Το μέλλον μιας αυταπάτης, έπεσα πάνω σε μία σημείωση που έκανα, υπό τύπον ερωτήματος, όταν το πρωτοδιάβασα πριν από είκοσι χρόνια. Τη μεταφέρω αυτούσια:
Σε τι να οφείλεται άραγε η δύναμη των δογμάτων, αφού δεν διαθέτουν καμία εσωτερική επιβεβαίωση;
Φαίνεται ότι έκανα τη σημείωση επειδή δεν μου αρκούσε τότε η εξήγηση του Φρόυντ, ότι πίσω από κάθε αυταπάτη κρύβεται μια επιθυμία.
Διότι πώς να εξηγήσεις μια εσχατολογική αντίληψη της ιστορίας, που έχει όλα τα στοιχεία της παρανοϊκής ιδέας; Όπου ο φορέας της νομίζει πως γνωρίζει το συγκεκριμένο τέλος της ιστορίας (π.χ. ο κομμουνισμός) και του αρκεί να πάρει ένα περίστροφο για να επιταχύνει αυτό που είναι «πεπρωμένο» να γίνει;
Αυτό όμως, αντί να επιταχύνει την τελεολογία των συγκεκριμένων ιδεολόγων, οδηγεί στην έξοδο από τον κόσμο μας και στην είσοδο στην τρέλα της ακοσμίας, δηλαδή στον «κόσμο των τεράτων».
Τη διαδικασία αυτή εξηγεί και η Βάνα Νικολαΐδου-Κυριανίδου (στο βιβλίο της, Hannah Arendt. Ο νόμος της γης και η λησμονημένη παράδοση, Αλεξάνδρεια, 2021), η οποία σημειώνει ότι το τέλος του κοινού κόσμου έχει επέλθει, όχι μόνον όταν αυτός αντικρίζεται από μία μόνο πλευρά αλλά και στην άλλη εκδοχή: όταν παρουσιάζεται σε μία μόνο προοπτική, όπου πάντοτε τον τοποθετεί η τρομοκρατική δράση.
Ο κόσμος, όμως, έχει και την άλλη οπτική του. Είναι η τραγική σύλληψη της ιστορίας, την οποία δίδαξε κυρίως η ελληνική τραγωδία. Σύμφωνα με την οποία, οι άνθρωποι, επειδή δρουν μέσα στον κόσμο, αδυνατούν να ελέγξουν όχι μόνο τις συνέπειες των πράξεών τους αλλά και το νόημά τους.
Με συνέπεια να μην υπάρχει τίποτε το προδιαγεγραμμένο.
Το παράδειγμα της Αντιγόνης –όπου ενσαρκώνεται απολύτως και η έννοια του «αληθινού μύθου» στον οποίο αναφερθήκαμε– παραμένει εντυπωσιακό: είχαν και οι δύο πλευρές δίκιο, ωστόσο οδηγήθηκαν και οι δύο στην απόλυτη καταστροφή ακολουθώντας ο καθένας το δίκιο του.
Διότι, όπως έγραψε ο Γεχούντα Αμιχάι (1924–2000), ένας από τους σημαντικότερους ισραηλινούς ποιητές, «Στον τόπο όπου έχουμε δίκιο δεν φυτρώνουν λουλούδια».
Τα είπε όμως ακόμη πιο παραστατικά ο Σοφοκλής: Αιτία της καταστροφής ήταν η «ύβρις». Στην οποία οδήγησε το «μόνος φρονείν».
Το ότι δηλαδή δεν ήρθε ο ένας στη θέση του άλλου, που είναι το γιατρικό κατά της παράνοιας του φανατισμού, αφού μόνο αν έρχονταν ο ένας στη θέση του άλλου, θα μπορούσαν να φανταστούν το κακό που θα προκαλούσαν.
Αντίθετα, με όρους ασκεψίας και χωρίς φαντασία, εγκλείστηκε ο καθένας στο δίκιο του. Μα αποτέλεσμα να καταστραφούν όλοι, μαζί με το δίκιο τους.
Γι’ αυτό, ένας από τους ήρωες του μυθιστορήματος του Πετρουλά, τον οποίο, καθόλου τυχαία, ο συγγραφέας τον εμφανίζει να κάνει χρήση βαριών ναρκωτικών, οπότε απελευθερώνεται και μπορεί να μιλήσει, αφού πρώτα ρωτάει ρητορικά αν υπάρχει παράδεισος, καταλήγει στη διαπίστωση της απελπισίας:
χαράμισες τη ζωή σου για να βλάψεις τον κόσμο.
Σ’ αυτή τη φράση περιέχεται όλο το τραγικό στοιχείο του έργου, το οποίο χαρακτηρίζει και τη δράση των ηρώων μας.
Οι οποίοι, τυφλωμένοι από την «ύβριν» του «μόνος φρονείν», δεν ήρθαν ποτέ στη θέση του άλλου, δηλαδή των ανθρώπων που ήθελαν με τη βία να σώσουν από τον ίδιο τον εαυτό τους! Γι’ αυτό και δεν σκέφτηκαν ποτέ πραγματικά τις συνέπειες των πράξεών τους.
Έτσι τους διέφυγε ότι οι συνωμοτικές ομάδες ποτέ δεν ίδρυσαν έναν καινούργιο κόσμο.
Αντίθετα, όπως προειδοποίησε η Χάννα Άρεντ, μόνο μεγάλα θεαματικά εγκλήματα επιτέλεσαν.
Στο μυθιστόρημα του Πετρουλά, αυτό το αποδεικνύουν και στην τελευταία τους συνάντηση. Όταν τα μέλη της οργάνωσης ξαναβρίσκονται, ύστερα από χρόνια, για να λυθεί ένα φοβερό «αίνιγμα», ο αναγνώστης διαπιστώνει να αναπτύσσεται, ακόμη και μεταξύ τους, η στρατηγική του τρόμου.
Για να επιβεβαιωθεί ξανά η άλλη φοβερή προειδοποίηση της Άρεντ: ότι η βία αλλάζει τον κόσμο – αλλά για να τον κάνει πιο βίαιο.
Αυτή την πραγματικότητα αναδεικνύει το μυθιστόρημα του Κώστα Πετρουλά. Η τέχνη και η ευαισθησία του οποίου το κάνουν αδυσώπητα αληθινό.