Για άλλη μια φορά παρακολουθούμε μια επίδειξη δημοκρατικής ευαισθησίας για τους δύστυχους Άραβες πολίτες του Ισραήλ, στους οποίους, όπως πληροφορούμαστε, ακόμη και το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι αποτελεί «δώρον άδωρον». Το εντυπωσιακό δεν είναι η ευαισθησία για τα δικαιώματα μιας μειονότητας, η οποία είναι απολύτως θεμιτή. Είναι η ευκολία με την οποία μια δημοκρατική κατάκτηση, εξαιρετικά σπάνια για την πολιτική πραγματικότητα της Μέσης Ανατολής, μετατρέπεται σε κατηγορητήριο εναντίον του ίδιου του κράτους που την κατοχυρώνει.
Οι Άραβες πολίτες του Ισραήλ ψηφίζουν, εκλέγονται, εκπροσωπούνται στο Κοινοβούλιο, συγκροτούν πολιτικά κόμματα και το 2021 ένα αραβικό κόμμα, το Ραάμ, συμμετείχε στον κυβερνητικό συνασπισμό. Κι όμως, όλα αυτά βαφτίζονται «μεγάλη μπλόφα» και «δώρον άδωρον». Μάλιστα, διαβάζουμε ότι κανείς δεν τους θέλει στην κυβέρνηση, ούτε καν την ανοχή τους. Προφανώς, η συμμετοχή τους σε έναν κυβερνητικό συνασπισμό αποτελεί μια ασήμαντη ιστορική λεπτομέρεια που δεν πρέπει να διαταράξει την αγανάκτησή μας.
Την ίδια στιγμή, στη Γάζα, όπου η Χαμάς κατέλαβε την εξουσία με τα όπλα το 2007 και δεν έχουν διεξαχθεί γενικές εκλογές από το 2006, η πολιτική διαφωνία δεν αντιμετωπίζεται απλώς με αποκλεισμούς και περιορισμούς. Αντιμετωπίζεται με φυλακίσεις, βασανιστήρια, ακρωτηριασμούς και δολοφονίες. Ήδη από το 2009, η Human Rights Watch είχε τεκμηριώσει εκτελέσεις Παλαιστινίων και συστηματικές επιθέσεις εναντίον στελεχών και υποστηρικτών της Φατάχ. Και μόλις τον Αύγουστο του 2026, η Διεθνής Αμνηστία κατήγγειλε νέες δημόσιες εξωδικαστικές εκτελέσεις από δυνάμεις της Χαμάς, αναφέροντας συγκεκριμένα την εκτέλεση οκτώ μελών της παλαιστινιακής οικογένειας Ντουγμούς τον Οκτώβριο του 2025.
Αυτή είναι η πραγματικότητα των πολιτικών δικαιωμάτων στη Γάζα: μια οργάνωση που επιβάλλει την εξουσία της στους ίδιους τους Παλαιστίνιους διά της βίας και τιμωρεί ακόμη και με θάνατο όσους θεωρεί εχθρούς της. Την ίδια ώρα, η ηγεσία της ελέγχει ένα τεράστιο διεθνές οικονομικό δίκτυο. Σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, το 2022 η αξία του επενδυτικού χαρτοφυλακίου της Χαμάς ξεπερνούσε τα 500 εκατομμύρια δολάρια, με επιχειρηματικές δραστηριότητες σε διάφορες χώρες. Ακόμη πιο εντυπωσιακές είναι οι δημοσιευμένες εκτιμήσεις για τις προσωπικές περιουσίες ηγετών της. Η ισραηλινή οικονομική εφημερίδα Globes ανέφερε, ήδη από το 2014, επικαλούμενη τον ερευνητή Μοσέ Ελάντ, περιουσία 2 έως 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τον Χάλεντ Μασάλ, μέρος της οποίας φερόταν να βρίσκεται σε τράπεζες της Αιγύπτου και του Περσικού Κόλπου, και 2 έως 3 δισεκατομμυρίων για τον Μούσα Αμπού Μαρζούκ. Πρόκειται για εκτιμήσεις που δεν έχουν επιβεβαιωθεί από ανεξάρτητα τραπεζικά στοιχεία. Το βέβαιο, πάντως, είναι ότι ακόμη και οι αμερικανικές οικονομικές αρχές έχουν επισημάνει τη δυνατότητα υψηλόβαθμων στελεχών της Χαμάς να ζουν πολυτελώς στο εξωτερικό, την ώρα που ο παλαιστινιακός πληθυσμός βιώνει την εξαθλίωση.
Και όμως, μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, η περίφημη δημοκρατική ευαισθησία ορισμένων σχολιαστών εμφανίζεται αξιοσημείωτα επιλεκτική. Ανακαλύπτουν τη «μεγάλη μπλόφα» στο δικαίωμα ψήφου των Αράβων πολιτών του Ισραήλ, αλλά δυσκολεύονται να επιδείξουν την ίδια αυστηρότητα απέναντι σε μια οργάνωση που έχει στερήσει από τους ίδιους τους Παλαιστίνιους όχι μόνο τη δυνατότητα να αλλάξουν κυβέρνηση, αλλά, σε τεκμηριωμένες περιπτώσεις, ακόμη και το δικαίωμα στη ζωή.
Δεν χρειάζεται να υπερασπιστεί κανείς τον Νετανιάχου ούτε να αρνηθεί πιθανές διακρίσεις εις βάρος των Αράβων πολιτών του Ισραήλ. Ούτε, όμως, χρειάζεται να προσποιείται ότι δεν υπάρχουν σοβαρά και θεμιτά ερωτήματα για τη σχέση συγκεκριμένων πολιτικών δυνάμεων της αραβικής μειονότητας με το εβραϊκό κράτος, τη στάση τους απέναντι στο χαρακτήρα και την ασφάλειά του και τις αντιφάσεις που δημιουργεί μια μακροχρόνια εθνική σύγκρουση. Αυτά τα ερωτήματα δεν δικαιολογούν τη συλλογική ενοχοποίηση των Αράβων πολιτών. Δεν δικαιολογούν, όμως, ούτε την υποχρέωση να αντιμετωπίζουμε τις πραγματικές πολιτικές αντιφάσεις σαν να μην υπάρχουν.
Κάποια στιγμή χρειάζεται να μάθουμε να αναγνωρίζουμε και τη γενναιοδωρία μιας δημοκρατικής επιλογής, πέρα από τις ατέλειές της. Όχι επειδή τα πολιτικά δικαιώματα αποτελούν χάρη προς τους πολίτες, αλλά επειδή η κατοχύρωση και η διατήρησή τους, μέσα σε συνθήκες διαρκούς εθνικής σύγκρουσης, έχουν ιδιαίτερη ιστορική και πολιτική σημασία. Και κυρίως να αναρωτηθούμε αν αυτή η επιλογή παράγει περισσότερα θετικά από αρνητικά αποτελέσματα για τη συνύπαρξη, την πολιτική εκπροσώπηση και την προοπτική της ειρήνης.
Αλλά υπάρχει και κάτι βαθύτερο, που εκθέτει την επιλεκτικότητα αυτού του είδους της δημόσιας ευαισθησίας.
Πού ακριβώς βρίσκεται η αντίστοιχη αγωνία για τα δικαιώματα των Εβραίων που ζούσαν επί αιώνες στις αραβικές χώρες; Τι απέγιναν οι ιστορικές εβραϊκές κοινότητες της Βαγδάτης, του Καΐρου, της Τρίπολης και τόσων άλλων πόλεων; Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες ή μετανάστευσαν σε συνθήκες διωγμών, διακρίσεων και πολιτικής ανασφάλειας, με διαφορετικές βέβαια συνθήκες από χώρα σε χώρα. Πού βρίσκεται η ίδια συγκίνηση για τις περιουσίες που δημεύθηκαν, για τις κοινότητες που διαλύθηκαν, για τις ιστορικές παρουσίες που σχεδόν εξαφανίστηκαν;
Και κυρίως, πού βρίσκεται η ίδια αμείλικτη απαίτηση δημοκρατικών δικαιωμάτων όταν συζητούμε για τα καθεστώτα και τις οργανώσεις που δεν αναγνωρίζουν καν το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ;
Για να μη θεωρηθεί ότι μιλούμε γενικά και αόριστα, ας θυμηθούμε ορισμένες δημόσιες δηλώσεις πολιτικών ηγετών της περιοχής. Όχι αποσπάσματα από κάποια περιθωριακή συγκέντρωση φανατικών, αλλά λόγια ανθρώπων που άσκησαν εξουσία, εκπροσώπησαν κυβερνήσεις ή ηγήθηκαν ισχυρών πολιτικών και στρατιωτικών οργανώσεων.
Ο Μοχάμεντ Μόρσι, μετέπειτα πρόεδρος της Αιγύπτου, σε δηλώσεις του το 2010 χαρακτήριζε τους σιωνιστές «αιμορουφήχτρες», «πολεμοκάπηλους» και «απογόνους πιθήκων και χοίρων». Σε άλλη ομιλία καλούσε τους Αιγυπτίους να μεγαλώσουν τα παιδιά και τα εγγόνια τους με μίσος απέναντι στους Εβραίους και τους σιωνιστές. Όταν οι δηλώσεις ανακινήθηκαν το 2013, καταδικάστηκαν από τον Λευκό Οίκο. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι είχαν απομονωθεί από το συμφραζόμενό τους[1].
Ο Μαχμούντ Αμπάς, πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής, σε ομιλία του, τον Αύγουστο του 2023, υποστήριξε ότι ο Χίτλερ δεν καταδίωξε τους Εβραίους εξαιτίας της θρησκείας τους, αλλά λόγω του κοινωνικού τους ρόλου, τον οποίο συνέδεσε με τον δανεισμό χρημάτων και την τοκογλυφία. Ένας Παλαιστίνιος ηγέτης αναπαρήγαγε έτσι ένα από τα παλαιότερα αντισημιτικά στερεότυπα, επιχειρώντας μια ιστορικά ανυπόστατη ερμηνεία του Ολοκαυτώματος. Οι δηλώσεις καταδικάστηκαν από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση[2].
Ο Γκάζι Χαμάντ, μέλος της πολιτικής ηγεσίας της Χαμάς, δήλωνε στις 24 Οκτωβρίου 2023, λίγες ημέρες μετά τις σφαγές της 7ης Οκτωβρίου, ότι το Ισραήλ δεν έχει θέση στην περιοχή και ότι πρέπει να εξαφανιστεί. Όταν ρωτήθηκε αν εννοούσε την ολοκληρωτική καταστροφή του, απάντησε καταφατικά. Και δεν περιορίστηκε σε αυτό. Προανήγγειλε ότι η επίθεση της 7ης Οκτωβρίου θα επαναλαμβανόταν δεύτερη, τρίτη και τέταρτη φορά[3].
Ο Φάθι Χαμάντ, πρώην υπουργός και στέλεχος της πολιτικής ηγεσίας της Χαμάς, καλούσε τον Ιούλιο του 2019 τους Παλαιστίνιους της διασποράς να επιτεθούν στους Εβραίους όπου κι αν βρίσκονται, σκοτώνοντάς τους. Δεν επρόκειτο καν για πολιτική εναντίον του κράτους του Ισραήλ, αλλά για ανοιχτή προτροπή σε δολοφονίες Εβραίων σε ολόκληρο τον κόσμο. Τη δήλωση καταδίκασε ακόμη και ο Παλαιστίνιος αξιωματούχος Σαέμπ Ερεκάτ, ενώ η ίδια η Χαμάς αποστασιοποιήθηκε, υποστηρίζοντας ότι δεν εκπροσωπούσε την επίσημη θέση της[4].
Και στην Υεμένη, το καθιερωμένο σύνθημα των Χούθι, υπό την ηγεσία του Αμπντούλ Μαλίκ αλ Χούθι, περιλαμβάνει τις λέξεις: «Θάνατος στην Αμερική, θάνατος στο Ισραήλ, κατάρα στους Εβραίους, νίκη στο Ισλάμ». Το σύνθημα καταγράφηκε από το Reuters ακόμη και σε δημόσια συγκέντρωση τον Σεπτέμβριο του 2025. Δεν πρόκειται για μια παρεξήγηση της μετάφρασης, αλλά για την επίσημη πολιτική συνθηματολογία ενός ένοπλου κινήματος[5].
Ασφαλώς, οι δηλώσεις αυτές δεν εκπροσωπούν όλους τους Άραβες ούτε όλους τους Παλαιστίνιους. Η διάκριση είναι απαραίτητη. Όπως απαραίτητη είναι και η διάκριση ανάμεσα στη νόμιμη κριτική της ισραηλινής κυβέρνησης και στην αμφισβήτηση του δικαιώματος ύπαρξης του Ισραήλ ή στην υποκίνηση μίσους εναντίον των Εβραίων.
Αλλά ακριβώς εδώ αρχίζει το πρόβλημα με τη ρηχή, δικαιωματικά τυφλή και, τελικά, απάνθρωπα ανθρωπιστική μεροληψία. Όταν η δημοκρατία υπάρχει, αντιμετωπίζεται ως ανεπαρκής, προσχηματική και ύποπτη. Όταν απουσιάζει, η απουσία της υποχωρεί στο περιθώριο της πολιτικής μας ευαισθησίας. Όταν ένας Ισραηλινός πολιτικός εκφράζεται απαράδεκτα για τους Άραβες συμπολίτες του, δικαιολογημένα ελέγχεται. Όταν όμως πολιτικοί ηγέτες προπαγανδίζουν το μίσος εναντίον των Εβραίων ή την καταστροφή του Ισραήλ, η ίδια αυστηρότητα δεν είναι πάντοτε εξίσου πρόθυμη να εμφανιστεί.
Κανείς δεν απαιτεί να αντισταθμιστεί μια αδικία με μιαν άλλη. Εκείνο που απαιτείται είναι κάτι πολύ απλούστερο και πολύ δυσκολότερο: να εφαρμόζουμε τις ίδιες ηθικές αρχές ανεξάρτητα από την εθνικότητα του θύματος και την πολιτική ταυτότητα του θύτη.
Η υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων δεν μπορεί να αποτελεί άσκηση επιλεκτικής ευαισθησίας. Δεν μπορεί να συγκινείται από την ατέλεια ενός δημοκρατικού θεσμού και να προσπερνά την ολοκληρωτική άρνησή του αλλού. Δεν μπορεί να μετατρέπει την πολιτική εκπροσώπηση μιας μειονότητας σε «μεγάλη μπλόφα», χωρίς να εξετάζει με την ίδια αυστηρότητα εκείνους που στερούν από τους δικούς τους πολίτες ακόμη και τη δυνατότητα να επιλέξουν διαφορετική κυβέρνηση.
Διότι τότε δεν έχουμε μπροστά μας έναν συνεπή ανθρωπισμό. Έχουμε έναν ανθρωπισμό που επιλέγει προσεκτικά ποια ανθρώπινα δικαιώματα τον ενδιαφέρουν, ποια εγκλήματα τον συγκινούν και ποιες ιστορικές πραγματικότητες τον ενοχλούν.
Και το πιο αποκρουστικό σε αυτή την εκδοχή της επιλεκτικής ευαισθησίας είναι ότι εμφανίζεται ως ηθική ανωτερότητα. Απαιτεί από τη δημοκρατία να απολογείται ακόμη και για τις κατακτήσεις της, ενώ επιφυλάσσει για τους αρνητές της μια κατανόηση που οι ίδιοι δεν έδειξαν ποτέ στα θύματά τους.
Αν υπάρχει, λοιπόν, κάποια πραγματική «μεγάλη μπλόφα» σε αυτή τη συζήτηση, αξίζει να αναζητηθεί στην ευκολία με την οποία η πολιτική προκατάληψη μεταμφιέζεται σε υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων.
[1] Reuters, 16 Ιανουαρίου 2013.
[2] Associated Press, 7 Σεπτεμβρίου 2023· Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης, 7 Σεπτεμβρίου 2023.
[3] Times of Israel, 1 Νοεμβρίου 2023, για τη συνέντευξη στο λιβανικό LBC.
[4] Agence France-Presse, 15 Ιουλίου 2019 και υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, έκθεση 2019.
[5] Reuters, 1 Σεπτεμβρίου 2025.