Σύνδεση συνδρομητών

Ο Βαγγέλης αναζητεί την ευτυχία (1)

Τετάρτη, 06 Οκτωβρίου 2021 15:01
Το ξενοδοχείο Athénée Palace, πρώην Ilion, ήταν το πρώτο κτίριο στην Ελλάδα που χτίστηκε με οπλισμένο σκυρόδεμα, το 1907, στην συμβολή των οδών Κολοκοτρώνη και Σταδίου. Εδώ, όπως ήταν μετά το 1950, χρονιά που συμπληρώθηκε και ανακαινίστηκε.
Αρχείο Λάκη Δόλγερα
Το ξενοδοχείο Athénée Palace, πρώην Ilion, ήταν το πρώτο κτίριο στην Ελλάδα που χτίστηκε με οπλισμένο σκυρόδεμα, το 1907, στην συμβολή των οδών Κολοκοτρώνη και Σταδίου. Εδώ, όπως ήταν μετά το 1950, χρονιά που συμπληρώθηκε και ανακαινίστηκε.

Ξεκινά σήμερα η παρουσίαση μιας αλληλογραφίας που αρχίζει το 1956 και σταματά το 1960. Παραλήπτης ο Γιώργος Ρ., που υπηρετεί στην Πολεμική Αεροπορία κι αργότερα είναι ιδιωτικός υπάλληλος στην Αθήνα. Αποστολέας, ο Βαγγέλης Π., υπάλληλος ξενοδοχείου, που γράφει πρώτα απ’ την Αθήνα, ακολούθως απ’ την Αμερική. Γνωρίστηκαν στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού (ΣΕΑΠ), δίχως να ανήκουν στην ίδια σειρά, ίσως ο Βαγγέλης να ανήκε στους αξιωματικούς του μόνιμου προσωπικού.

Η αλληλογραφία δείχνει νεαρούς διανοούμενους της εποχής με αιχμηρές απόψεις στην αναζήτησή τους της στάσης ζωής που πρέπει να υιοθετήσουν. Μιλούν για την οδύνη και τη δύναμη, τον πόνο και την ηδονή, την υπακοή και την κυριαρχία και τελικά για την ευτυχία, ενώ υπάρχουν αναφορές στον Νίτσε, τον Φρόυντ,  τον Καζαντζάκη και σε έλληνες στοχαστές, τον Κωστή Μεραναίο, τον Ευάγγελο Παπανούτσο κ.ά. Συζητείται επίσης η χριστιανική θρησκεία και ο συμβολισμός των πράξεων του Ιησού που αφορούν την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Είναι γραμμένα στην τρέχουσα δημοτική και σε καλά ελληνικά.

Τα είκοσι τέσσερα γράμματα και οι τέσσερις κάρτες που διασώζονται είναι του Βαγγέλη, και μία μόνο κάρτα του Γιώργου, επειδή γύρισε πίσω. Το πρώτο γράμμα αυτής της σειράς δημοσιεύτηκε πλήρες, στο τεύχος 96, του έντυπου Books Journal. Για να σκιαγραφηθεί καλύτερα το προφίλ του επιστολογράφου παρατίθενται αποσπάσματά του και εδώ, μαζί με τα άλλα δύο γράμματα που στάλθηκαν από την Αθήνα, πριν από τη μετανάστευση του Βαγγέλη στην Αμερική.

 

1ο  γράμμα

Αθήνα, 6 Μαρτίου 1956

Φίλε Γιώργο

Το γράμμα σου μοιάζει τρομακτικά με το πρώτο γράμμα που έστειλα πριν έξι χρόνια στην αδελφή μου από το Κέντρο Κορίνθου, μία εβδομάδα ύστερα από την κατάταξη μου. «Σε μακαρίζω νύχτα και μέρα», έγραψα τότε, «γιατί δεν γέννησες έναν άνδρα.[…] Θα ντρεπόσουν αηδιασμένη που έριξες στην κοινωνία μιαν ανθρώπινη προσωπικότητα, να φθαρεί και να αναξιοποιηθεί μέσα σε μια κόλαση βαρβαρότητας, σαν ετούτη που ζω εγώ σήμερα».

Τρία χρόνια αργότερα, μία εβδομάδα μετά την αποστράτευσή μου, έγραψα στον Συνταγματάρχη μου: «… κι είναι τόσα πολλά που χρωστάω στην ολοκληρωτική αυτή κοινωνία σας γιατί είναι θετικό και τεράστιο το κέρδος μου. Δεν υπάρχει νόμισμα να πληρώσω για ότι πήρα. Ανάμεσα σ’ αυτόν τον τραχύ κόσμο ένοιωσα να θέλω και να μπορώ να αγαπήσω την ζωή. Ποτέ δεν πιέστηκε η ζωή μου τόσο δυνατά μα και ποτέ δεν αφέθηκε τόσο ελεύθερη. Κείνο το άγριο ξημέρωμα του Γενάρη, του 1952 που φώναξα ‘πυρ…’ στους άνδρες του εκτελεστικού αποσπάσματος και άδειασα σε λίγο το περίστροφό μου πάνω στο ολοζώντανο κορμί ενός ανθρώπου, ένα κομμάτι από τον εαυτό μου σιγοπέθαινε, σιγοπέθαινε σφαδάζοντας δίπλα στον νεκρό. Ξέρω ότι ποτέ πια δεν θα βρω δύναμη για την εκτέλεση μιας πράξης όπως αυτή, μεγάλης σε αθλιότητα και μεγαλοπρέπεια, αν δεν σκοτώσω και τον υπόλοιπο εαυτό μου και αν δεν τον φορτωθώ».

Φίλε μου, πρέπει να ξέρεις να υπακούς για να μπορείς να προστάξεις. Είτε αυτού, είτε αργότερα στην ατομική σου ζωή, θα κληθείς πολλές φορές να δώσεις μια προσταγή. Να κατευθύνεις, να διδάξεις, να οδηγήσεις, να σώσεις. Αν δεν μάθεις να σκύβεις το κεφάλι κανένας και ποτέ δεν θα σκύψει το κεφάλι μπροστά σου. Η ανθρώπινη μοίρα πολλές φορές θα σου αναθέσει να προσφέρεις τον θάνατο κι άλλοτε την ζωή. Μα αν δεν έμαθες να πεθαίνεις και να ζεις, υπακούοντας, κανένας δεν θα μάθει από σένα πως τώρα είναι ώρα να πεθάνει ή να ζήσει.

[…]

Να γράφεις συχνά κι όταν ακόμη δεν παίρνεις απάντηση

Φιλικά

Βαγγέλης

 

2ο Γράμμα

Αθήνα, 26 Μαρτίου 1956

Φίλε μου Γιώργο

Και το δεύτερο και το τρίτο γράμμα σου από τον στρατό – το τελευταίο αυτό το πήρα τώρα δα - με βοήθησαν ακόμη πιο πολύ να γείρω ακόμη πιο πολύ το βάρος της πίστης μου προς την πλατιά, κάπως επιφυλακτική μου ιδέα ότι η ζωή είναι στ’ αλήθεια ένα καλοφτιαγμένο ανακάτεμα οδύνης και ηδονής και πως ευτυχία δεν είναι τίποτε άλλο από μπόλικη ζωή.

Αν έτσι ακριβώς δεν είναι, κάπως έτσι, ωστόσο πρέπει νάναι.

Δεν μπορεί να υπάρχει ευτυχία πέρα απ’ τη ζωή. Κι η ζωή δεν είναι δώρο. Ούτε προνόμιο, ούτε μοιραίο λάθος, ούτε κληρονομιά. Είναι κατάχτηση η ζωή. Είτε το θέλουμε είτε όχι, ένας μονάχα τρόπος υπάρχει για να ζήσουμε: Ν’ αποδεχτούμε αυτό που είμαστε. Να το καταχτήσουμε.

Είμαστε γνήσια παιδιά του πόνου. Πως θα ζήσουμε πες μου αν απ’ τις σάρκες και την ψυχή μας απομακρύνουμε αυτό το κύριο συστατικό της ύπαρξης μας, την πρώτη ύλη απ’ την οποία έχουμε πλαστεί, τον πόνο; Να γιατί δεν υπάρχουν αλλού τόσες ηδονές όσες μέσα αυτού στην προσπάθεια, για την οποία πολύ μιλάς στα δύο σου αυτά γράμματα. Είναι πόνος η προσπάθεια, κι ο πόνος είναι ζωή. Και ζωή θα πει ευτυχία για τον άνθρωπο, τον κάθε άνθρωπο.

Πήραμε στραβό δρόμο για τη χαρά, φίλε. Αποτραβιόμαστε με περιφρόνηση απ’ τον πόνο και προσπαθούμε να ζήσουμε τις ουτοπίες έξω από τον εαυτό μας. Μιλάμε με τρίτους για την προσπάθεια και παραδινόμαστε δίχως όρους στο αποτέλεσμα, την λεπρή αυτή αγκαλιά του θανάτου. Καμωνόμαστε πως ζούμε τάχα, εμείς οι πεθαμένοι, που λιώνουμε, μέρα με τη μέρα, χωμένοι βαθιά μέσα στις πολυθρόνες μας και που αν σκεφθούμε να ζήσουμε πιο καλά, πιο δυνατά, τις πλαταίνουμε και τις κάνουμε πιο βαθιές.

Μα τους θεούς είναι ντροπή για τον άνθρωπο, αυτόν τον μικρό σχεδιαστή της κατάχτησης του σύμπαντος, να μην μπορεί ακόμα να καταχτήσει τον εαυτό του. Να πεταχτεί γυμνός μια μέρα έξω από τη νεκρή πολυθρόνα που θρονιάστηκε μαραζωμένος – κορμί και ψυχή – και να φωνάξει  δυνατά τόσο που ν’ ακουστεί απ’ τις πιο μακρινές πεθαμένες ως τις πιο μακρινές μελλούμενες γενιές: «Έ, σεις πόνοι όλου του κόσμου μαζωχτήτε εδώ γύρω μου. Θέλω να ζήσω!…»

Χαίρουμε, φίλε μου, γιατί κοντεύει η ώρα της αρχής του τέλους σου. Αργεί αυτός ο θάνατος Γιώργο. Χρόνια ολάκερα σιγοπεθαίνω κι ακόμη να φανεί ο Ρωμαίος στρατιώτης να με λογχίσει να πω «τετέλεσται» και να νοιώσω άδειο κι ολοκάθαρο το κουφάρι μου, έτοιμο να δεχθεί τον καινούργιο.

Σ’ ευχαριστώ γιατί πιστεύεις σε μένα.

Έτσι κι εγώ φιλοδοξώ να σπρώξω μαζί με σένα μια μέρα τον κόσμο σε κάποια καινούργια αλήθεια. Αυτή την παρθένα αλήθεια που πιέζει τα σωθικά μας, να βρει διέξοδο και να πεταχτεί στο στερέωμα και να φέξει. Είναι η ίδια εκείνη που τόσο συχνά, μα τόσο συχνά, έτσι που τεντωνόμαστε στις μύτες των ποδιών μας, την αντικρύζουμε περ’ από τον ορίζοντα φεγγοβόλα κι αστραφτερή, και που να τη χορτάσουμε δεν μπορούμε για πολύ μια και δεν μπορούμε ούτε ν’ αντέξουμε. Μια μέρα - θάρθη αυτή η μέρα, να το θυμάσαι - θα τεντωθούμε και θα μείνουμε σ’ εκείνη τη θέση για πάντα. Και θα συνεπαρθούμε από τη θεία φλόγα, και θα φωτισθούμε και θ’ ανάψουμε και θα καούμε στο βωμό του ανθρώπου για τον άνθρωπο.

Γεια και Χαρά

Βαγγέλης

[στάλθηκε σε φάκελο με την ένδειξη Athenee Palace Hotel Athenes. Μέσα στο φάκελο υπήρχε και δεύτερο ανυπόγραφο και αχρονολόγητο γράμμα με τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα, και μελάνι γραμμένο σε χαρτί του ξενοδοχείου Semiramis Hotel, Kifissia (Kefalari) GRECE,  μέρος του οποίου είχε διαγραφεί. Παρουσιάζεται παρακάτω ενώ παραλήφθηκαν κομμάτια που επαναλαμβάνονται στο κύριο γράμμα].

Κάθε άνθρωπος είναι θεάνθρωπος, σάρκα και πνεύμα‧ να γιατί το μυστήριο του Χριστού δεν είναι μονάχα μυστήριο μιας ορισμένης θρησκείας‧ είναι πανανθρώπινο‧ σε κάθε άνθρωπο ξεσπάει η πάλη θεού κι ανθρώπου και συνάμα η λαχτάρα της φίλιωσης. Τις περισσότερες φορές η πάλη αυτή είναι ασυνείδητη, βαστάει λίγο δεν αντέχει μια αδύναμη ψυχή ν’ αντιστέκεται καιρό πολύ στη σάρκα‧ βαραίνει γίνεται κι αυτή σάρκα, κι ο αγώνας παίρνει τέλος.

Όσο πιο δυνατή η ψυχή κι η σάρκα τόσο κι η πάλη πιο γόνιμη κι η τελική αρμονία πιο πλούσια. Δεν αγαπάει ο θεός τις αδύναμες ψυχές και τις πλαδαρές σάρκες. Το πνέμα θέλει νάχει να παλέψει την δυνατή, γεμάτη αντίσταση σάρκα‧ είναι πολύ σαρκοβόρο, που ακατάπαυστα πεινάει, τρώει σάρκα και την εξαφανίζει αφομοιώνοντάς τη.

Πάλη ανάμεσα στην σάρκα και στο πνέμα, ανταρσία και αντίσταση, φίλιωση κι υποταγή και τέλος ανώτατος σκοπός της πάλης η ένωση με το θεό – να ο ανήφορος που πήρε ο Χριστός και μας καλεί να πάρουμε κι εμείς ακολουθώντας τα αιματωμένα του αχνάρια.

Πώς να κινήσουμε κι εμείς για την ανώμαλη αυτή κορφή, όπου, πρωτότοκος υιός της σωτηρίας έφθασε ο Χριστός; - να το ανώτατο χρέος του αγωνιζόμενου ανθρώπου.

Ανάγκη, λοιπόν, για να μπορούμε να τον ακολουθήσουμε, βαθιά να ξέρουμε τον αγώνα του, να ζήσουμε την αγωνία του, πως νίκησε τις ανθισμένες παγίδες της γης, πως θυσίασε τις μεγάλες και τις μικρές χαρές του ανθρώπου κι ανέβηκε από θυσία σε θυσία, από άθλο σε άθλο, στην κορυφή της άθλησης στο Σταυρό.[…]

 

3ο Γράμμα

Φίλε Γιώργο

Πήρα το γράμμα σου. Ό,τι μούκανε εντύπωση απ’ αυτό ήταν το πώς πέτυχες να αισθανθείς αυτό το τίποτα της ερημικής εγκατάλειψης απ’ όλους, τίποτα που κλείνει μέσα του το παν τούτης της ζωής.

Ο καιρός θα σε μάθει ακόμη πολλά. Πρώτο απ΄ όλα πως δεν υπάρχει τίποτε που θα μπορούσαμε να πάρουμε βερεσέ. Μέρα με τη μέρα θα συνηθίσεις αυτή την αλήθεια. Κι όταν θα μάθεις να πληρώνεις θα μάθεις δίχως άλλο ν’ ανέχεσαι και ν’ αγαπάς τα πάντα.

Κοντά στο τέλος του Ιουνίου  ή στις αρχές Ιουλίου θα πρέπει να ταξιδεύω. Στείλε μου την νέα σου διεύθυνση στην οδό Θέμιδος αριθμ. 22 Καλλιθέα, Αθήναι.

Φιλικά

Βαγγέλης

(1/6/1956)

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.