Όλα στραβά του πήγαιναν σήμερα. Πρωί-πρωί είδε την πρόβλεψη για το 2001. Χάλια. Τα κέρδη στα 100 εκατομμύρια, μισά από πέρυσι. Φώναξε τον εϊτσάρ –προσωπάρχη τον λέγανε παλιά και ήταν συνήθως στρατιωτικός.
«Πρέπει να προχωρήσουμε αμέσως στις απολύσεις, γιατί καθυστερούμε;» τον επέπληξε. «Σαράντα στο τέλος Σεπτεμβρίου και μετά άλλες τόσες κάθε μήνα, όπως λέει ο νόμος!».
Πέντε χρόνια τώρα διοικούσε με επιτυχία την οικογενειακή επιχείρηση. Εκείνο που δεν άντεχε καθόλου ήταν τα ατελείωτα μίτινγκ όπου κάθε άσχετος έλεγε τον πόνο του. Και τώρα είχε άλλο ένα τέτοιο μπροστά του. Οπλίστηκε με υπομονή και προχώρησε στην αίθουσα συσκέψεων για να ξανασυζητήσει με τους συνδικαλιστές το σχέδιο αναδιάρθρωσης που σερνόταν οκτώ μήνες. Κάθησε στην πολυθρόνα του και άκουγε αμίλητος δυό ώρες τα ίδια και τα ίδια Κοίταξε το ρολόι του. Τέσσερις είχε πάει. Δεν άντεχε άλλο. Με μια φωνάρα τους σταμάτησε και δήλωσε: «Το Μάιο η επιχείρηση αυτή θα απασχολεί λιγότερα από 200 άτομα!». Τη στιγμή εκείνη, σαν από μηχανής θεός, μπήκε στην αίθουσα η γραμματέας του και τους διέκοψε, ταραγμένη: «Ανοίξτε την τηλεόραση, συμβαίνει κάτι πολύ σοβαρό στη Νέα Υόρκη».
Η οθόνη στην τεράστια πλάσμα στον τοίχο έδειχνε τον έναν από τους δίδυμους πύργους να φλέγεται. Σε λίγα λεπτά ένα αεροπλάνο καρφώθηκε στον δεύτερο και μετά κατέρευσαν και οι δύο, ο ένας μετά τον άλλον. Παρακολουθούσε σιωπηλός με ανάμεικτα συναισθήματα. Τα ανέμελα χρόνια στη Βοστώνη, οι αμερικανοί φίλοι, η Harvard Business School. Σιγά-σιγά όμως τον κυρίευε η επαναλαμβανόμενη ηχώ ενός άλλου παρελθόντος: «ΦΟΝΙΑΔΕΣ ΤΩΝ ΛΑΩΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ!».
«Καλά να πάθουν!» φώναξε δυνατά να τον ακούσουν όλοι. Μάζεψε τα χαρτιά του, σηκώθηκε και αποχώρησε υπό τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα των συνδικαλιστών.