Σύνδεση συνδρομητών

Έχει μέλλον η Ακροδεξιά;

Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2021 10:22
Συγκέντρωση της ριζοσπαστικής ακροδεξιάς Χρυσής Αυγής, την εποχή του ελληνικού αντισυστημισμού, που την οδήγησε στο Κοινοβούλιο. Ο Κας Μούντε υποστηρίζει ότι σε ένα ευρωπαϊκό συγκριτικό πλαίσιο, η Ελλάδα διαθέτει την πιο αδύναμη εκλογικά Ακροδεξιά αλλά επίσης την πιο βίαιη μη εκλογική Ακροδεξιά.
Αρχείο The Books’ Journal
Συγκέντρωση της ριζοσπαστικής ακροδεξιάς Χρυσής Αυγής, την εποχή του ελληνικού αντισυστημισμού, που την οδήγησε στο Κοινοβούλιο. Ο Κας Μούντε υποστηρίζει ότι σε ένα ευρωπαϊκό συγκριτικό πλαίσιο, η Ελλάδα διαθέτει την πιο αδύναμη εκλογικά Ακροδεξιά αλλά επίσης την πιο βίαιη μη εκλογική Ακροδεξιά.

Cas Mudde, Η Ακροδεξιά σήμερα, μετάφραση από τα αγγλικά: Ελένη Κοτσυφού, Θεσσαλονίκη 2020, Επίκεντρο, 248 σελ. 

Το πέρασμα του Τραμπ από τις ΗΠΑ, μαζί με όσα παρατηρούνται σε διάφορες χώρες, ενισχύουν την εκτίμηση ότι η Ακροδεξιά είναι ισχυρό παγκόσμιο φαινόμενο. Ιδίως οι ακροδεξιές πολιτικές απέκτησαν δύναμη στις περισσότερες δημοκρατίες τον 21ο αιώνα. Μάλιστα, η ακόμα πιο ετερογενής Ακροδεξιά έχει εισέλθει και στην κυρίαρχη πολιτική τάση και έχει κανονικοποιηθεί, καθιστώντας δυσδιάκριτα τα όρια ανάμεσα τόσο στον συντηρητισμό και την Ακροδεξιά όσο και ανάμεσα στη ριζοσπαστική και την εξτρεμιστική Δεξιά. Ένα κείμενο ειδικά γραμμένο για το Books’ Journal, με την ευκαιρία της ελληνικής έκδοσης του νέου βιβλίου του καθηγητή Κας Μούντε Η Ακροδεξιά σήμερα, από το Επίκεντρο. [ΤΒJ]

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια στις πολιτικές συζητήσεις κυριάρχησε ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έγινε η προσωποποίηση της σύγχρονης Aκροδεξιάς εξίσου από τα μέσα ενημέρωσης και την πολιτική. Είναι ενδιαφέρον ότι ο Τραμπ είναι ταυτόχρονα ένα έκτοπο και ένα παράδειγμα των βασικών χαρακτηριστικών αυτού που έχω ονομάσει «το τέταρτο κύμα» της μεταπολεμικής ακροδεξιάς. Είναι ένα έκτοπο επειδή δεν έχει παρελθόν στην ακροδεξιά πολιτική, εκλέχτηκε με ένα κυρίαρχο κόμμα και παρέμεινε, στην καλύτερη περίπτωση, ένας μερικής απασχόλησης πολιτικός ακόμα και στον Λευκό Οίκο. Ωστόσο, αποτελεί επίσης παράδειγμα φέροντας τα βασικά χαρακτηριστικά του τέταρτου κύματος, όπως υποστηρίζω στο νέο βιβλίο μου Η Ακροδεξιά Σήμερα. Σε αυτό το κείμενο θα παρουσιάσω αυτά τα χαρακτηριστικά του τέταρτου κύματος της Ακροδεξιάς, θα τα εξετάσω σε σχέση με τη σύγχρονη Ακροδεξιά στην Ελλάδα και θα προσπαθήσω να προβλέψω πώς μπορεί πιθανόν να εξελιχθεί η ελληνική Ακροδεξιά σε μια «μετα-Τραμπ» εποχή.

 

Το Τέταρτο Κύμα

Σε ένα πολύ σημαντικό άρθρο του 1988, ο γερμανός πολιτικός επιστήμονας Klaus von Beyme υποστήριξε ότι η (Δυτική) Ευρώπη έχει βιώσει τρία κύματα αυτού που ονόμασε δεξιό εξτρεμισμό μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Το πρώτο κύμα, περίπου μεταξύ 1945 και 1960, καθορίστηκε από νεοφασιστικά γκρουπούσκουλα, τα οποία κατά κύριο λόγο αναπολούσαν το παρελθόν, είχαν ελάχιστη εκλογική επιτυχία –εκτός από το Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα (MSI)– και εστίαζαν πρωταρχικά σε πολιτισμικές και κοινωνικές δραστηριότητες. Το δεύτερο κύμα, περίπου από το 1960 έως το 1980, καθορίστηκε από έναν πιο άμορφο δεξιό λαϊκισμό και συμπεριλάμβανε διάφορα «κόμματα-πομφόλυγες» κατά του κράτους πρόνοιας και κατά της φορολογίας, που πέτυχαν εκπληκτικά σημαντικές επιτυχίες, αλλά είχαν εξίσου εκπληκτικά γρήγορο τέλος (π.χ., οι Πουζαντιστές στη Γαλλία και το Κόμμα της Προόδου στη Δανία). Η Ακροδεξιά είχε πραγματικές επιτυχίες μόνο στο τρίτο κύμα, τη δεκαετία του 1980, όταν τα κόμματα άρχισαν να εισέρχονται κυρίως στα εθνικά κοινοβούλια επωφελούμενα από την ανεργία και (τη δυσαρέσκεια για) τη μαζική μετανάστευση.

Το επιχείρημά μου είναι ότι το τρίτο κύμα τελείωσε με την αλλαγή του αιώνα, ανοίγοντας τον δρόμο στο τέταρτο κύμα, το οποίο έκανε την Ακροδεξιά ένα ισχυρό παγκόσμιο φαινόμενο. Παρότι οι σημαντικές ακροδεξιές ομάδες και τα κόμματα παρέμειναν κατά κύριο λόγο περιορισμένα στο πολιτικό περιθώριο λίγων (δυτικών) δημοκρατιών κατά το τρίτο κύμα, αυτά –και η πολιτική τους– έγιναν μια σημαντική πολιτική δύναμη στις περισσότερες δημοκρατίες τον 21ο αιώνα. Για παράδειγμα, το 2019-2020 περίπου δύο δισεκατομμύρια άνθρωποι, σχεδόν το ένα τέταρτο του παγκόσμιου πληθυσμού, ζούσαν υπό ακροδεξιά διακυβέρνηση – δηλαδή, ο πληθυσμός της Ινδίας, των ΗΠΑ, της Βραζιλίας, της Πολωνίας και της Ουγγαρίας. Όμως το τέταρτο κύμα δεν διαφέρει από το τρίτο μόνο ως προς την εκλογική επιτυχία και την πολιτική δύναμη της Ακροδεξιάς. Η ακόμα πιο ετερογενής Ακροδεξιά έχει εισέλθει και στην κυρίαρχη πολιτική τάση και έχει κανονικοποιηθεί, καθιστώντας δυσδιάκριτα τα όρια ανάμεσα τόσο στον συντηρητισμό και την Ακροδεξιά όσο και ανάμεσα στη ριζοσπαστική και την εξτρεμιστική Δεξιά.

 

Ακραία ετερογένεια

Η Δεξιά συμπεριλαμβάνει όλες τις ιδεολογίες, τα άτομα και τις ομάδες που πιστεύουν ότι οι κοινωνικές ανισότητες είναι φυσικές και το κράτος θα πρέπει να τις προστατεύει παρά να τις αντιμετωπίζει. Η Ακροδεξιά συμπεριλαμβάνει (μόνο) την εξτρεμιστική Δεξιά και τη ριζοσπαστική Δεξιά – όχι τη φιλελεύθερη δημοκρατική ή «κυρίαρχη» Δεξιά. Οι εξτρεμιστές απορρίπτουν την ουσία της δημοκρατίας, δηλαδή, τη λαϊκή κυριαρχία και τον κανόνα της πλειοψηφίας, ενώ οι ριζοσπάστες την δέχονται αλλά απορρίπτουν θεμελιώδεις πτυχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας, όπως τα δικαιώματα των μειονοτήτων, το κράτος δικαίου και τον διαχωρισμό των εξουσιών. Σήμερα, οι πιο σημαντικές ακροδεξιές ομάδες και κόμματα είναι ριζοσπαστικά δεξιά, ενώ οι εξτρεμιστικές δεξιές ομάδες είναι συνήθως περισσότερο τοπικές και περιθωριοποιημένες. Ωστόσο, τα πράγματα αλλάζουν, όπως θα υποστηρίξω παρακάτω.

Όμως, η σύγχρονη Ακροδεξιά δεν παρουσιάζει ποικιλία μόνο ως προς την ιδεολογία και την, εν μέρει σχετική, πολιτική σημασία. Κάποιες ακροδεξιές ομάδες ασχολούνται αποκλειστικά με την πολιτική του δρόμου (π.χ. η Pegida στη Γερμανία), ενώ άλλες ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με την εκλογική πολιτική (π.χ. Κόμμα για την Ελευθερία, PVV, στην Ολλανδία). Ακόμα και η ακροδεξιά εκλογική πολιτική ποικίλλει σημαντικά. Υπάρχουν καθιερωμένα και καλά οργανωμένα κόμματα, όπως ο Εθνικός Συναγερμός (πρώην FN) της Μαρίν Λεπέν ή το Ινδικό Λαϊκό Κόμμα (BJP) του Ναρέντρα Μόντι, που θεωρείται το μεγαλύτερο πολιτικό κόμμα στον κόσμο με 180 εκατομμύρια μέλη. Όμως υπάρχουν επίσης πολλά καινούργια και ελλιπώς οργανωμένα κόμματα, όπως το κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) ή το Φόρουμ για τη Δημοκρατία (FvD), καθώς και κόμματα που πρακτικά ή επίσημα είναι κόμματα ενός ατόμου, δηλαδή το Chega της Πορτογαλίας ή το PVV της Ολλανδίας, το οποίο έχει ένα επίσημο μέλος, τον αρχηγό του Γκερτ Βίλντερς.

Η ελληνική Ακροδεξιά ταιριάζει τέλεια στην εικόνα. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες τόσο ριζοσπαστικά δεξιά όσο και εξτρεμιστικά δεξιά κόμματα εκπροσωπήθηκαν στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Ενώ ο ριζοσπαστικός δεξιός Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός (ΛΑΟΣ) εκπροσώπησε την Ακροδεξιά την πρώτη δεκαετία, η εξτρεμιστική δεξιά Χρυσή Αυγή τον αντικατέστησε τη δεύτερη δεκαετία. Μεγάλο μέρος αυτής της αλλαγής οφειλόταν στις πρωτόγνωρες συνέπειες της Μεγάλης Ύφεσης και στη (σύντομη) συμμετοχή του ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» του 2011-2012, που άφησε ένα 5-10% των Ελλήνων εκτεθειμένο σε ένα καθαρά νεοναζιστικό κόμμα. Από τη στιγμή που η Ελλάδα επέστρεψε σε κάποιου είδους οικονομική ομαλότητα, και με τη βοήθεια της δικαστικής περιπέτειας της Χρυσής Αυγής, οι ακροδεξιοί Έλληνες και πάλι προτίμησαν μια ριζοσπαστική δεξιά εναλλακτική λύση, το νέο κόμμα Ελληνική Λύση.

 

Κανονικοποίηση

Κατά τη διάρκεια του τρίτου κύματος, τα διάφορα ακροδεξιά κόμματα είχαν εκλογικές επιτυχίες αλλά, παρά την εκπροσώπησή τους στο εθνικό Κοινοβούλιο, παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό αποκλεισμένα από την πολιτική εξουσία και περιθωριοποιούνταν στον δημόσιο διάλογο. Μόνο ένα δυτικοευρωπαϊκό ακροδεξιό κόμμα εισήλθε σε εθνικό κυβερνητικό συνασπισμό πριν από το 2000, το κόμμα Λίγκα του Βορρά (LN) στην πρώτη κυβέρνηση του Σίλβιο Μπερλουσκόνι (1994-1996). Υπήρξαν μερικά ακόμα στη μετακομμουνιστική Ευρώπη, κυρίως στην Κροατία, τη Σλοβακία και τη Ρουμανία, και το BJP εισήλθε στον πρώτο κυβερνητικό συνασπισμό το 1998, αλλά, γενικά, τα ακροδεξιά κόμματα παρέμεναν μέτρια επιτυχημένοι πολιτικοί νεοφερμένοι και αουτσάιντερ. Αυτό άλλαξε τον 21ο αιώνα.

Ως συνέπεια τόσο των αργών διαρθρωτικών αλλαγών και των γρήγορων πολιτικών σοκ, «κρίσεων» όπως οι τρομοκρατικές επιθέσεις της 11/9, η Μεγάλη Ύφεση και η επονομαζόμενη «μεταναστευτική κρίση», τα ακροδεξιά κόμματα και η πολιτική έγιναν ολοένα και περισσότερο μέρος της κυρίαρχης πολιτικής τάσης και κανονικοποιήθηκαν σε όλο τον κόσμο. Σε πολλές δημοκρατίες τα ακροδεξιά κόμματα τώρα θεωρούνται «Koalitionsfähig» (δηλαδή κατάλληλα για συνασπισμό) και συμμετείχαν σε εθνικές και τοπικές κυβερνήσεις. Ακόμα πιο σημαντικό είναι ότι η ακροδεξιά ρητορεία και τα ζητήματά της έχουν εισέλθει στην κυρίαρχη πολιτική τάση και έχουν κανονικοποιηθεί, σε βαθμό που αποτελούν τώρα μέρος της προπαγάνδας των κυρίαρχων κομμάτων, από το συντηρητικό Αυστριακό Λαϊκό Κόμμα (ÖVP) μέχρι τους Δανούς Σοσιαλδημοκράτες.

Τα βασικά ιδεολογικά χαρακτηριστικά της λαϊκιστικής ριζοσπαστικής Δεξιάς –αυταρχισμός, νατιβισμός και λαϊκισμός– έχουν όλα διαδοθεί στον πολιτικό και δημόσιο διάλογο. Οι απαντήσεις της κυρίαρχης πολιτικής τάσης στις επιθέσεις της 11/9 και στην αποκαλούμενη ως «προσφυγική κρίση» έβριθαν από αυταρχικές και νατιβιστικές (ισλαμοφοβικές) υποθέσεις και πολιτικές, ενώ η Μεγάλη Ύφεση αποτέλεσε καταλύτη για τον ήδη αυξανόμενο λαϊκισμό. Σήμερα, το επιχείρημα ότι η μετανάστευση αποτελεί απειλή στην εθνική ταυτότητα και την ασφάλεια έχει σχεδόν γίνει η επικρατούσα άποψη, όπως καταδεικνύεται από την ανάμειξη της μετανάστευσης, της ταυτότητας και της ασφάλειας στο μανιφέστο του 2019[1] του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (EPP), της βασικής πολιτικής ομάδας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Όταν η καινούργια Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν[2] θέλησε να δημιουργήσει μια θέση «Αντιπροέδρου για την Προστασία του Ευρωπαϊκού Μας Τρόπου Ζωής», που θα περιλάμβανε το χαρτοφυλάκιο της μεταναστευτικής πολιτικής, πραγματικά ένιωσε έκπληξη και δυσαρέσκεια που κάποιοι διαμαρτυρήθηκαν για τη χρήση ακροδεξιάς ρητορείας.

Στην Ελλάδα, οι σχέσεις ανάμεσα στην Ακροδεξιά και την κυρίαρχη Δεξιά είναι αξιοσημείωτα ανοικτές τις τελευταίες δεκαετίες. Ενώ όλα τα άλλα κόμματα σνόμπαραν τη Χρυσή Αυγή, ο γενικός γραμματέας της κυβέρνησης του τότε πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, Τάκης Μπαλτάκος[3], χρειάστηκε να παραιτηθεί όταν η κάμερα τον συνέλαβε να συνομιλεί με εκπρόσωπό της. Πιο σημαντικό είναι ότι μετά τη διάλυση της κυβέρνησης «εθνικής ενότητας», η Νέα Δημοκρατία υποδέχτηκε με χαρά στο κόμμα πρώην ηγετικά στελέχη του ΛΑΟΣ[4], και κυρίως τον πρώην υπουργό Μεταφορών Μάκη Βορίδη και τον πρώην υφυπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας Άδωνι Γεωργιάδη. Πριν από το ΛΑΟΣ, ο Βορίδης είχε ήδη μακρά ιστορία στην ελληνική Ακροδεξιά, ως μέλος πιο εξτρεμιστικών κομμάτων όπως το Ελληνικό Μέτωπο, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να κάνει λαμπρή καριέρα στη ΝΔ, όπου υπηρέτησε ως υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης προτού αναλάβει τη θέση του υπουργού Εσωτερικών τον Ιανουάριο του 2021. Συνεργάζεται με μια νέα υφυπουργό Μετανάστευσης, τη Σοφία Βούλτεψη[5], η οποία το 2014 ονόμασε τους μετανάστες «άοπλους εισβολείς» σε μια ομιλία της στη Βουλή. Ως προς τον πολιτικό λόγο, μπορούμε να βρούμε πολλά ακροδεξιά ζητήματα και φρασεολογία στο ευρύτερο ελληνικό συντηρητικό κίνημα, όπως στο πλαίσιο της ισχυρής Ορθόδοξης Εκκλησίας[6], το οποίο ποτέ δεν καθιέρωσε πραγματικά μια cordon sanitaire γύρω από τη Χρυσή Αυγή.

 

Συντηρητισμός και Ακροδεξιά

Μια λογική συνέπεια της αυξανόμενης υιοθέτησης της ακροδεξιάς φρασεολογίας και των ζητημάτων από τα κυρίαρχα κόμματα, και συγκεκριμένα τα συντηρητικά κόμματα, είναι ότι τα όρια ανάμεσα στους συντηρητικούς και ιδιαίτερα τα ριζοσπαστικά δεξιά κόμματα γίνονται ολοένα και λιγότερο σαφή. Στην πραγματικότητα, κάποια πρώην συντηρητικά κόμματα έχουν μεταμορφωθεί πλήρως σε ακροδεξιά κόμματα, όπως η ουγγρική Πολιτική Συμμαχία (Fidesz), το Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS) στην Πολωνία και το Likud στο Ισραήλ. Όμως κόμματα όπως το Αυστριακό Λαϊκό Κόμμα (ÖVP), το Βρετανικό Συντηρητικό Κόμμα, το δανικό Λαϊκό Κόμμα για την Ελευθερία και τη Δημοκρατία (VVD), η γερμανική Χριστιανική Κοινωνική Ένωση (CSU) έχουν πάει τόσο προς την Ακροδεξιά σε ζητήματα όπως η μετανάστευση και η ασφάλεια, που οι πολιτικές και η ρητορεία τους είναι συχνά δύσκολο να ξεχωρίσουν από αυτές των ακροδεξιών ανταγωνιστών στη χώρα τους.

Και πάλι, αυτό το ζήτημα δεν περιορίζεται στα πολιτικά κόμματα, καθώς και στα μέσα ενημέρωσης και στον δημόσιο διάλογο ο συντηρητισμός και η ριζοσπαστική Δεξιά έχουν συγχωνευτεί σε βαθμό που διάφορα καθιερωμένα συντηρητικά ιδιωτικά μέσα τώρα προωθούν σχεδόν το ίδιο περιεχόμενο με τα ριζοσπαστικά δεξιά μέσα – για παράδειγμα η εταιρεία Elsevier στην Ολλανδία, το περιοδικό National Review στις ΗΠΑ ή η εφημερίδα The Spectator στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στην πραγματικότητα, υπάρχει μια νέα, πιο ελιτιστική, πρωτοβουλία να δημιουργηθεί ένας «εθνικός συντηρητισμός»[7], ο οποίος προσπαθεί να συγχωνεύσει τα δύο σε ένα πιο διανοούμενο, φιλικό στο καθεστώς και τον χορηγό, κίνημα, που θα συνδυάζει «συντηρητικές» και ακροδεξιές προσωπικότητες των μέσων ενημέρωσης (π.χ. την Paula Neuding και τον Tucker Carlson), πολιτικούς (π.χ. τη Μάριον Μαρεσάλ και τον Βίκτορ Όρμπαν), καθηγητές (π.χ., τον Patrick Deheen και τον Ρότζερ Σκρούτον) και στοχαστές σε δεξαμενές σκέψεις (π.χ., τον Douglas Murray και τον Yoram Hazony).

Στην Ελλάδα, τα όρια ανάμεσα στον συντηρητισμό και την Ακροδεξιά, επίσης, δεν είναι πλέον σαφή. Ενδεχομένως το καλύτερο παράδειγμα αυτής της συγχώνευσης είναι οι Ανεξάρτητοι Έλληνες (ΑΝΕΛ), το κόμμα που ίδρυσε μετά τη διαγραφή του από τη ΝΔ ο βουλευτής Πάνος Καμμένος το 2012. Έντονα εθνικιστικό και θρήσκο, διέφερε κυρίως από τους σκληροπυρηνικούς στη ΝΔ σχετικά με τη στάση του στα πακέτα διάσωσης, στα οποία το κόμμα ήταν έντονα αντίθετο. Όπως τα ακροδεξιά κόμματα, το ΑΝΕΛ είναι αντίθετο στην πολυπολιτισμικότητα και θέλει να μειώσει τη μετανάστευση. Όμως εξαιτίας των ιδιαιτεροτήτων της δεκαετίας του 2010, κατά την οποία η ελληνική πολιτική διαιρούνταν κατά κύριο λόγο σε μνημονιακή και αντιμνημονιακή, το ΑΝΕΛ συμμετείχε σε δύο διαδοχικές κυβερνήσεις συνασπισμού του αριστερού λαϊκιστικού ΣΥΡΙΖΑ, κάτι που αναμφίβολα βοήθησε στο να γίνει μετριοπαθές στο ζήτημα της μετανάστευσης. Ωστόσο, το ΑΝΕΛ εγκατέλειψε τη δεύτερη κυβέρνηση Τσίπρα εξαιτίας ενός κλασικού εθνικιστικού ζητήματος, της ονομασίας του βόρειου γείτονα της χώρας, της Βόρειας Μακεδονίας.

Μια άλλη λογική συνέπεια της εισόδου της ριζοσπαστικής Δεξιάς στην κυρίαρχη πολιτική τάση είναι η ριζοσπαστικοποίησή της. Όταν η βασική φρασεολογία και τα ζητήματα της ριζοσπαστικής Δεξιάς κανονικοποιούνται ολοένα και περισσότερο, και γίνονται μέρος της προπαγάνδας των κυρίαρχων κομμάτων, τα ριζοσπαστικά δεξιά κόμματα και οι πολιτικοί πρέπει να ριζοσπαστικοποιηθούν ακόμα περισσότερο για να ξεχωρίζουν από την κυρίαρχη τάση. Για μεγάλο διάστημα υπήρχε μόνο ένας «σιδηρούς νόμος» στη μελέτη της Ακροδεξιάς: τα κόμματα που εξέφραζαν ανοικτά εξτρεμιστικές δεξιές απόψεις δεν μπορούν να είναι επιτυχημένα.  Ο ανοικτός αντισημιτισμός και ο ρατσισμός, ή η προπαγάνδα (πόσο μάλλον η χρήση) της βίας, αποτελούσαν εκλογική θανατική καταδίκη. Αυτό δεν ισχύει πλέον στο τέταρτο κύμα. Ανοικτά νεοφασιστικά κόμματα εκλέχτηκαν σε εθνικά Κοινοβούλια στην Ελλάδα και τη Σλοβακία αλλά και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Ενώ τα επιτυχημένα εξτρεμιστικά δεξιά κόμματα εξακολουθούν να είναι σπάνια, φαινομενικά ριζοσπαστικά δεξιά κόμματα υιοθετούν ολοένα και πιο ανοικτά θέσεις που παραδοσιακά περιορίζονταν στην εξτρεμιστική Δεξιά. Για παράδειγμα, ενώ η φυλετική γλώσσα σπάνια χρησιμοποιούνταν από επιτυχημένους πολιτικούς της ριζοσπαστικής Δεξιάς κατά το τρίτο κύμα, αργά αλλά σταθερά εισήλθε στον λόγο της ριζοσπαστικής Δεξιάς. Ο ηγέτης του FvD Τιερί Μποντέ[8] είχε πει ότι δεν θέλει η Ευρώπη να «αφρικανοποιηθεί» και ότι θέλει η Ευρώπη να παραμείνει «κυρίως λευκή και όπως είναι». Ομοίως, ο Μάρτιν Χέλμε[9], ηγέτης του Εσθονικού Συντηρητικού Λαϊκού Κόμματος (EKRE) και πρώην υπουργός Οικονομικών, είπε ότι θέλει η Εσθονία «να είναι μια λευκή χώρα» και «αν είσαι μαύρος, πήγαινε πίσω». Τα ακροδεξιά κόμματα και οι πολιτικοί έχουν επίσης υπερασπιστεί και προπαγανδίσει την πολιτική βία, όπως ο Μόντι στις θανάσιμες ταραχές στο κρατίδιο Γκουτζαράτ το 1992, ενώ ο Μπολσονάρο[10] φλερτάρει ανοικτά με τη δικτατορία.

Σχετικά με την περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση της ριζοσπαστικής Δεξιάς, η Ελλάδα αποτελεί ένα έκτοπο, αν και περισσότερο στο πλαίσιο της Δυτικής Ευρώπης παρά της Ανατολικής. Ακόμα και στο τρίτο κύμα ο αντισημιτισμός ήταν κυρίαρχος σε ριζοσπαστικά δεξιά κόμματα όπως το ΛΑΟΣ, ενώ παλαιότερα κόμματα (π.χ. ΕΠΕΝ) είχαν φλερτάρει με την στρατιωτική δικτατορία. Βέβαια, η προσωρινή αλλαγή εντός της Ακροδεξιάς, από το ριζοσπαστικό δεξιό ΛΑΟΣ στην εξτρεμιστική δεξιά Χρυσή Αυγή, ήταν ένα ακραίο παράδειγμα ριζοσπαστικοποίησης, αλλά το ακροδεξιό κόμμα που βρίσκεται τώρα στο Κοινοβούλιο, η Ελληνική Λύση, δεν διαφέρει πολύ από το ΛΑΟΣ, από το οποίο προέρχεται ο ηγέτης του Κυριάκος Βελόπουλος[11]. Ωστόσο, η εξτρεμιστική δεξιά πολιτική παραμένει σημαντική, καθώς μεταφέρθηκε από το Κοινοβούλιο (πάλι) στους δρόμους, και κατά συνέπεια η Ελλάδα έχει το υψηλότερο επίπεδο σοβαρής ακροδεξιάς βίας[12] στη Δυτική Ευρώπη.

 

Στη μετα-Τραμπ εποχή

Δεδομένης της εμμονικής επικέντρωσης στον Τραμπ τα τελευταία πέντε χρόνια, δεν αποτελεί μεγάλη έκπληξη ότι η εκλογική του ήττα στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2020 οδήγησε σε πυρετώδεις εικασίες για το μέλλον[13] της Ακροδεξιάς παγκοσμίως. Η επικρατούσα άποψη[14] μεταξύ των ειδικών φαίνεται να είναι ότι η Ακροδεξιά είναι εδώ για να μείνει και, πιθανώς, θα γίνει πιο επικίνδυνη στο (κοντινό) μέλλον. Μερικοί αισιόδοξοι, όπως ο πρώην πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ[15], πιστεύουν ότι «η ήττα του Τραμπ μπορεί να είναι η αρχή του τέλος του θριάμβου των ακροδεξιών λαϊκισμών στην Ευρώπη». Βασίζονται σε μια σχετική άποψη που υποστηρίζει ότι η πανδημία του COVID-19 έχει αποδυναμώσει σημαντικά την Ακροδεξιά.

Αναφορικά με την πανδημία, η Ελλάδα[16] είναι πολύ πιο σταθερή από άλλες χώρες ως προς τις προτιμήσεις των ψηφοφόρων, με κυριολεκτικά καμία μετακίνηση σε κανένα κόμμα. Η Ελληνική Λύση βρίσκεται σταθερά γύρω στο 5%, ανεπηρέαστη από την πανδημία, όπως τα περισσότερα άλλα ακροδεξιά κόμματα[17] στην Ευρώπη. Ταυτόχρονα, το κόμμα παραμένει θεσμικά αδύναμο, όπως ήταν και οι προκάτοχοί του. Στην εξτρεμιστική Δεξιά, η Χρυσή Αυγή επέστρεψε στο εξωκοινοβουλευτικό παρελθόν της ως υποκουλτούρα, μολονότι σημαντικά αποδυναμωμένη από τις πρόσφατες καταδίκες[18]. Ενώ αναδύονται σαν μανιτάρια νέες πρωτοβουλίες της εξτρεμιστικής Δεξιάς[19], κυρίως από πρώην ηγετικά στελέχη της Χρυσής Αυγής, είναι εξαιρετικά αμφίβολο ότι θα καταφέρουν να ξαναδημιουργήσουν την επιτυχία της Χρυσής Αυγής.

Αυτό σημαίνει ότι, σε ένα ευρωπαϊκό συγκριτικό πλαίσιο, η Ελλάδα διαθέτει την πιο αδύναμη εκλογικά Ακροδεξιά αλλά επίσης την πιο βίαιη μη εκλογική Ακροδεξιά. Ταυτόχρονα, έχει ένα συντηρητικό κόμμα που θεωρεί τον εαυτό του μεγάλη πολυκατοικία που θέλει να προσφέρει χώρο σε όλους στη Δεξιά. Αυτό μοιάζει αξιοσημείωτα με την κατάσταση στις ΗΠΑ, παρότι τόσο η ριζοσπαστικοποίηση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος όσο και η βία της εξωκοινοβουλευτικής Ακροδεξιάς είναι πολύ πιο έντονα εκεί. Με άλλα λόγια, η βασική ακροδεξιά πολιτική πρόκληση δεν θα προέλθει από ακροδεξιά κόμματα αλλά από μέσα από το συντηρητικό κόμμα της ΝΔ.

Ως προς την ασφάλεια, η ακροδεξιά πρόκληση είναι βαθιά ανησυχητική και, παρά τη δικαστική καταδίκη της Χρυσής Αυγής, τη διαχειρίζονται ελάχιστα ή ελλιπώς οι συντηρητικές κυβερνήσεις. Δεδομένου ότι ένας μακροχρόνιος ακτιβιστής της Ακροδεξιάς είναι τώρα υπουργός Εσωτερικών, είναι πολύ αμφίβολο ότι αυτό θα βελτιωθεί υπό τις μελλοντικές κυβερνήσεις. Όμως, παρότι ο πρόσφατος ανασχηματισμός δείχνει μια κίνηση της ΝΔ προς τα δεξιά, είναι αμφίβολο ότι το κόμμα θα μετακινηθεί πολύ περισσότερο προς τα δεξιά. Η Ελληνική Λύση δεν θέτει σοβαρή απειλή στη ΝΔ και εκπροσωπεί μόλις το 4% του εκλογικού σώματος. Επιπλέον, αυτό το εκλογικό σώμα θα είναι έντονα λαϊκιστικό και επομένως καχύποπτο με τη ΝΔ, ανεξάρτητα από τη στροφή προς τα δεξιά. Ταυτόχρονα, μια πρόσφατη δημοσκόπηση δείχνει ότι ένα εκπληκτικό 92% του μιάμιση φορές μεγαλύτερου κεντροαριστερού Κινήματος για την Αλλαγή (ΚΙΝΑΛ) έχει θετική γνώμη για τον αρχηγό της ΝΔ, πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, δείχνοντας ότι μπορεί να έχει ευκολότερα κέρδη από το Κέντρο (Κεντροδεξιά) παρά από την (Ακρο)δεξιά.

 

[1] https://www.epp.eu/files/uploads/2019/04/EPP-MANIFESTO-2019.pdf

[2] https://www.nytimes.com/2019/09/12/world/europe/eu-ursula-von-der-leyen-migration.html

[3] https://www.theguardian.com/world/2014/apr/03/greece-antonis-samaras-golden-dawn-takis-baltakos

[4] https://www.ekathimerini.com/139217/article/ekathimerini/news/voridis-georgiadis-join-nd-after-ouster-from-laos

[5] https://www.infomigrants.net/en/post/29483/greece-cabinet-reshuffle-migrant-portfolio-to-ultra-conservatives

[6] https://ecpr.eu/filestore/paperproposal/36a8f7e1-226f-44e3-ad84-89445e02fa18.pdf

[7] https://nationalconservatism.org/

[8] https://www.youtube.com/watch?v=KsKSZ5XpQi0

[9] https://news.err.ee/107416/conservative-politician-if-you-re-black-go-back

[10] https://www.theguardian.com/commentisfree/2019/nov/21/bolsonaro-brazil-military-dictatorship-violence

[11] https://www.politico.eu/article/greek-solution-far-right-kyriakos-velopoulos-unorthodox-migration-votes/

[12] https://sciencenorway.no/blog-extremists-racism/greece-more-far-right-violence-than-any-other-country-in-western-europe/1738899

[13] https://www.bbc.co.uk/news/world-us-canada-55773123

[14] https://www.washingtonpost.com/gdpr-consent/?next_url=https%3a%2f%2fwww.washingtonpost.com%2fworld%2f2020%2f11%2f25%2ftrump-loss-far-right-europe%2f

[15] https://twitter.com/donaldtuskepp/status/1325125292340506624?lang=en

[16] https://www.politico.eu/europe-poll-of-polls/greece/

[17] https://www.theguardian.com/world/commentisfree/2020/dec/17/trump-europe-far-right-pandemic-covid-19-us-president

[18] https://www.theguardian.com/world/2020/oct/14/greece-golden-dawn-neo-nazi-prison-sentences

[19] https://www.opendemocracy.net/en/countering-radical-right/greece-new-far-right-movement-taking-stage/

Cas Mudde

Καθηγητής στο τμήμα Δημοσίων και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου της Georgia στις ΗΠΑ, ερευνητής στο Κέντρο Έρευνας για τον Εξτρεμισμό (C-REX) στο Πανεπιστήμιο του Όσλο. Βιβλία του στα ελληνικά: Λαϊκιστικά ριζοσπαστικά δεξιά κόμματα στην Ευρώπη (2011), ΣΥΡΙΖΑ: Η διάψευση της λαϊκιστικής υπόσχεσης (2015), Λαϊκισμός (2017), Εξτρεμισμός και δημοκρατία στην Ευρώπη (2018), Η Ακροδεξιά σήμερα (2020).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.