Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης
Συγγραφέας. Βιβλία του: Μια κοινή περιπέτεια του σώματος (1989), Γυναικωνίτης (1995), Η μέρα άρχισε με το αλεύρι (2001), Οι καλύτερες μέρες (2007), Από στήθους (2009), Αθήνα (2015), Ο παράξενος ταξιδιώτης της Μπολιβάριας (2020), Το λευκό κουστούμι (2022), Το καλοκαίρι του μεγάλου καύσωνα (2024). Σε λίγο κυκλοφορεί το νέο του μυθιστόρημα, Η βιβλιοθήκη των ανήσυχων κόσμων.
Διάλογος για τη βία, την αλήθεια και το όριο του διαλόγου ανάμεσα στον Ξενοφώντα Α. Μπρουντζάκη και την Τεχνητή Νοημοσύνη
Υπάρχει μια λεπτή, σχεδόν αόρατη γραμμή ανάμεσα στη δημόσια ευαισθησία και στην υλική της προϋπόθεση. Οι δηλώσεις υπέρ της ειρήνης, οι συναυλίες για «καλό σκοπό», οι αναρτήσεις για το περιβάλλον και την ηθική της μη επέμβασης συγκροτούν ένα αφήγημα καθαρό, καθησυχαστικό, σχεδόν λυτρωτικό. Το πρόβλημα αρχίζει όταν αυτό το αφήγημα ακουμπήσει στο έδαφος της πραγματικότητας, εκεί όπου τίποτα δεν είναι αφηρημένο, και καθετί έχει κόστος, βάρος και... καύσιμο.
Δύο ειδήσεις σχεδόν ταυτόχρονες, στην ίδια γεωγραφία, στην επικράτεια του Ιράν. Κι όμως, ανήκουν σε δύο διαφορετικούς κόσμους. Σε δύο διαφορετικές αντιλήψεις για την αξία της ζωής.
Σε μια περίοδο διεθνών εντάσεων και ενεργών πολεμικών συγκρούσεων, η εσωτερική συνοχή κάθε χώρας αποτελεί βασικό όρο εθνικής στρατηγικής. Το εσωτερικό μέτωπο συγκροτείται ως θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζεται η ικανότητα μιας χώρας να αντιμετωπίζει εξωτερικούς κινδύνους και να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της.
Στις 23 Μαρτίου ξεκινά η δίκη για την τραγωδία των Τεμπών.
Μια ημερομηνία που θα μπορούσε να επαναφέρει τη συζήτηση εκεί όπου ανήκει, δηλαδή στη δικαιοσύνη, στη θεσμική ευθύνη, στην αποτίμηση ενός δυστυχήματος που σημάδεψε τη χώρα. Η διαδικασία όμως ξεκινά μέσα σε μια κοινωνία ήδη εξαντλημένη, απηυδισμένη από όσα φορτώθηκαν πάνω σε αυτό το γεγονός, από όσα ειπώθηκαν, από όσα καταχρηστικά, εκβιαστικά και με πολιτικές σκοπιμότητες επιβλήθηκαν στο όνομά του.
Η στάση της ελληνικής Αριστεράς απέναντι στο κράτος και την ασφάλεια αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της πολιτικής της ταυτότητας. Από τον Μεσοπόλεμο έως σήμερα, η ελληνική Αριστερά τείνει να αντιμετωπίζει το κράτος όχι πρωτίστως ως μηχανισμό προστασίας της εθνικής κυριαρχίας αλλά ως πεδίο κοινωνικών συσχετισμών και ταξικών αντιθέσεων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια της ασφάλειας αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που κυριαρχεί στην παραδοσιακή κρατική στρατηγική.
Κάποιες στιγμές στην ιστορία, η πολιτική κρίνεται από την ταχύτητα της απόφασης. Όταν οι συσχετισμοί μεταβάλλονται και τα κενά ισχύος γίνονται ορατά, η πρωτοβουλία μετατρέπεται σε στρατηγικό εργαλείο. Σε μια τέτοια στιγμή όφειλε η Ελλάδα να κινηθεί αστραπιαία, αξιοποιώντας την εμφανή αδράνεια τόσο της Βρετανίας όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο ζήτημα της ασφάλειας της Κύπρου. Ως κράτος-μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, αλλά και ως εγγυήτρια δύναμη της Κυπριακής Δημοκρατίας, η Ελλάδα διαθέτει θεσμικό και πολιτικό έρεισμα για πρωτοβουλίες που υπερβαίνουν την απλή διπλωματική διαμαρτυρία. Η στρατηγική σκέψη απαιτεί να καλύπτονται τα κενά πριν αυτά μετατραπούν σε τετελεσμένα.
Μερικές φορές η επικαιρότητα γράφεται με παλιά μελάνια. Η είδηση ότι ιρανικά drones εκτοξεύθηκαν προς την Κύπρο και ότι η Ελλάδα έσπευσε με τη φρεγάτα Κίμων λειτουργεί, πριν απ’ όλα, ως απάντηση σε όσους πλαστογραφούν την Ιστορία και επινοούν «γαλάζιες πατρίδες» πάνω σε θάλασσες με βαθύ αποτύπωμα αιώνων. Ταυτόχρονα αποτελεί ηχηρή υπενθύμιση για το ποιοι λαοί πλέουν διαχρονικά αυτά τα νερά, για τη γλώσσα που συνομιλεί με τα κύματα, για τη μνήμη που επιμένει κάτω από τις σημαίες.
Στις 27 Απριλίου 1944, κοντά στους Μολάους Λακωνίας, τμήμα του ΕΛΑΣ επιτέθηκε σε αυτοκινητοπομπή των γερμανικών δυνάμεων Κατοχής. Σκοτώθηκε ο στρατηγός Φραντς Κρεχ, μαζί με τρεις ακόμη γερμανούς αξιωματικούς. Η ενέργεια είχε στρατιωτικό στόχο: πλήγμα σε ανώτατο στέλεχος των κατοχικών δυνάμεων. Σε καθαρά επιχειρησιακό επίπεδο, επρόκειτο για επιτυχημένη αντάρτικη ενέργεια υψηλού συμβολισμού. Ήταν ένα πλήγμα στον κατακτητή με βέβαιη την πιθανότητα κίνδυνο αντιποίνων σε αμάχους ή κρατουμένους .
Η πρόσφατη σύγκρουση ανάμεσα στον Αλέξη Τσίπρα και τον Γιάννη Στουρνάρα επαναφέρει στο προσκήνιο μια σκοτεινή και επώδυνη περίοδο που συνεχίζει να υπονομεύει την ελληνική πολιτική ζωή. Το 2015 παραμένει ανοιχτός λογαριασμός, ανοιχτή πληγή του δημόσιου βίου. Κάθε παρέμβαση των θυτών γύρω από εκείνα τα χρόνια λειτουργεί ως πράξη πολιτικής αποσταθεροποίησης.