ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ
Οι άνθρωποι κοιμούνται, περιμένουν
Τ’ όνειρο το παντοτινό που σε χωρίζεται την αυγή
Αλλά σ’ αφήνει για καιρό την παρθενιά του.
Αρνιούνται. Στα πρόσωπά τους,
Κοιμισμένα
Ξαναφαίνεται
Η άρνηση.
Κι η φθορά κατεβαίνει
Μαζί με το νερό της βροχής, προς τα χαράματα,
Μονότονο ψιχάλισμα σιδερένιο.
Κι οι άνθρωποι κοιμούνται – αυτοί είναι οι άνθρωποι,
Αυτή είναι η στάχτη τους, η μοίρα τους. Κι εμένα
Ένα κορίτσι μου έγνεφε ερωτικά κι αντίθετα
Μέσα από ανθισμένες αχλαδιές.
(Μάρτυρας μοναδικός, 1961)
Στα ποιήματα του Νίκου Φωκά, το ξέρω πως θα βρω πάντα το ακριβό και το πολύτιμο που θα με οδηγήσει τελικά σε μια κατάσταση γαλήνης, ηρεμίας, ωραιότητας και δικαίου.
Η σκέψη ξετυλίγεται αργά, σχεδόν αγγίζοντας τον πεζό λόγο κι εκεί, στο τέλος του ποιήματος, έρχεται αιφνίδια το φως. Μια αστραπή που τα φωτίζει όλα. Μια βουτιά στα βαθιά νερά της καρδιάς της ποίησης.
«Το νερό της βροχής» είναι ένα ποίημα μικρό σε έκταση. Δεκατέσσερις στίχοι. Τίποτα περιττό. Αξιοθαύμαστη η επιλογή των λέξεων μέσα στην απλότητά τους. Λιτές. Εύστοχες. Ακριβείς. Μάζεψα λέξεις απ’ το ποίημα: «Κοιμούνται, περιμένουν, όνειρο, άρνηση, φθορά, ψιχάλισμα σιδερένιο, στάχτη, μοίρα, ένα κορίτσι, έγνεφε, ερωτικά, αντίθετα». Λέξεις δυνατές. Που χρησιμοποιούνται σωστά. Αυτή είναι η δύναμη της ποίησης. Αυτή είναι η ποίηση του Νίκου Φωκά.
Στον πρώτο στίχο του, «Οι άνθρωποι κοιμούνται, περιμένουν», τα πράγματα είναι ακίνητα. Βρίσκονται σε μια κατάσταση αναμονής: «Τ’ όνειρο το παντοτινό που σε χωρίζεται την αυγή / Αλλά σ’ αφήνει για καιρό την παρθενιά του». Περιμένουν το χαμένο όνειρο, που δεν μπορούν να μην το νοσταλγούν γιατί το σημάδι που έχει αφήσει μέσα τους δεν θα φύγει ποτέ.
Το περιμένουν, μα και το φοβούνται, κι αυτό γίνεται ορατό στον αμέσως επόμενο στίχο, όπου η κατάσταση αλλάζει. Το τοπίο σκοτεινιάζει. Με μια μόνο λέξη: «Αρνιούνται». Αρνιούνται οι άνθρωποι, λοιπόν. Αρνιούνται ακόμα κι όταν κοιμούνται. «Στα πρόσωπά τους», λέει ο ποιητής, «κοιμισμένα / ξαναφαίνεται / η άρνηση». Η ανάγκη τους να αρνηθούν είναι ισχυρή. Γιατί είναι ισχυρή η ανάγκη τους να μείνουν μακριά από τον πόνο. Γιατί οι άνθρωποι πονάνε όταν νοσταλγούν την ομορφιά. Και δεν θέλουν να πονάνε.
Οι συνέπειες της άρνησης αυτής, μας δίνονται αμέσως στο ποίημα. Έρχεται πάλι η σωστή λέξη – «φθορά»: «κι η φθορά κατεβαίνει / Μαζί με το νερό της βροχής, προς τα χαράματα, / Μονότονο ψιχάλισμα σιδερένιο». Ένα ποτάμι φθοράς που κυλάει καθώς ξημερώνει. Ένα «μονότονο ψιχάλισμα». Η ανία του ανθρώπου, που δεν περιμένει τίποτα πια.
Κι ύστερα πάλι μια λέξη σκληρή – «σιδερένιο»: «Ψιχάλισμα σιδερένιο».
Αυτό το ψιχάλισμα είναι αλλόκοτο. Δεν μοιάζει με χάδι. Πέφτει πάνω στο σώμα και πάνω στην ψυχή σαν σίδερο. Μου φέρνει στο μυαλό τα κάγκελα της φυλακής. Εκεί που κλείστηκε ο άνθρωπος και κοιμήθηκε. Και δεν ανησυχεί πια. Σα να μη θέλει να ξυπνήσει. Σα να φοβάται να ξυπνήσει: «Κι οι άνθρωποι κοιμούνται – αυτοί είναι οι άνθρωποι, / Αυτή είναι η στάχτη τους, η μοίρα τους». Ο συμβιβασμός λοιπόν. Η στάχτη. Η μοίρα του ανθρώπου. Η αποδοχή του θανάτου.
Είναι όμως και κάποιοι που δεν θέλουν, δεν ξέρουν, δεν μπορούν να παραδοθούν. Κι αυτοί «οι άλλοι» έρχονται –και ευτυχώς που έρχονται– στους τελευταίους στίχους του ποιήματος. Φέρνουν τη δυνατότητα της επιλογής. Και τ’ αλλάζουν όλα.
Η ελπίδα είναι πάλι εδώ. Η επιθυμία για ζωή. Η αντίσταση. Η δικαίωση. Η νίκη. «Κι εμένα / Ένα κορίτσι μού έγνεφε ερωτικά κι αντίθετα». Στάθηκα πολλή ώρα σ’ αυτό το «αντίθετα». Είναι το αντίδοτο, η λύση, η άρνηση στο θάνατο, το «ναι» στο κάλεσμα της ζωής: «Ένα κορίτσι μου έγνεφε ερωτικά κι αντίθετα / Μέσα από ανθισμένες αχλαδιές».
Το ποίημα θα τελειώσει χωρίς τίποτα περιττό. Ουσιαστικά. Με ακρίβεια. Εύστοχα. Γιατί τελικά, ένα μόνο γνέψιμο από τον έρωτα είναι αρκετό, για να νικηθούν η ανία, η φθορά, τα σίδερα. Με την αποδοχή αυτού του καλέσματος, παίρνει ο άνθρωπος στα χέρια του την μοίρα. Λέει το μεγάλο ναι στη ζωή, που «οφείλει» στον ίδιο τον εαυτό του.