Σύνδεση συνδρομητών

Η προοπτική του ρομαντισμού

Παρασκευή, 14 Μαϊος 2021 23:59
Πορτραίτο του Φρήντριχ Σίλλερ από τον Ludovike Simanowiz (1794).
Ludovike Simanowiz
Πορτραίτο του Φρήντριχ Σίλλερ από τον Ludovike Simanowiz (1794).

Friedrich Schiller, Επιλογή από το έργο του, εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση: Κώστας Ανδρουλιδάκης, στιγμή, Αθήνα 2015, 141 σελ.

Ο τόμος που παρουσιάζεται αποτελεί μέρος της εξαιρετικά πλούσιας πλέον σειράς με τίτλο «Στοχασμοί», των εκδόσεων στιγμή. Πρόκειται για τον 34ο τόμο μιας σειράς την επιμέλεια της οποίας έχει ο Ν.Μ. Σκουτερόπουλος. Η σειρά διακρίνεται τόσο για την τολμηρή επιλογή κειμένων (που ξεφεύγουν από τα στενά όρια ενός κλάδου) όσο και για την ιδιαίτερη, σπάνια πλέον, ποιότητα και καλαισθησία της: χαρτί chamois 120 γραμμαρίων και άκοπες σελίδες, εκτύπωση σε ένα φιλικό για τον αναγνώστη κρεμ χαρτί και κόκκινα στοιχεία και κοσμήματα στον τίτλο και στον κολοφώνα.

Την επιλογή, επιμέλεια και μετάφραση των κειμένων υπογράφει ο Κ. Ανδρουλιδάκης, στον οποίο οφείλουμε επίσης τον κατατοπιστικό και απολύτως αναγκαίο υπομνηματισμό των κειμένων που παρουσιάζονται. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Ανδρουλιδάκης ασχολείται με το έργο του Σίλλερ[1] και, μολονότι δεν είναι ο μόνος που το έχει κάνει,[2] το ερευνητικό και μεταφραστικό του προφίλ τον καθιστά έναν από τους αρμοδιότερους για το έργο αυτό. Εξηγούμαι: o Ανδρουλιδάκης κατ’ αρχάς δεν είναι μόνο μεταφραστής, αλλά πρωτίστως φιλόσοφος ο ίδιος, με ειδίκευση στον γερμανικό ιδεαλισμό, αλλά και κλίση προς θέματα που γεφυρώνουν τη φιλοσοφία με τη λογοτεχνία (τον βρίσκουμε, για παράδειγμα, να συμμετέχει στην έκδοση των Στοχασμών του Διονυσίου Σολωμού).[3] Το μεταφραστικό του έργο, ακολούθως, όχι μόνο είναι εξαιρετικά πλούσιο και χαίρει αναγνώρισης, είναι ακόμα απολύτως συναφές με το έργο που παρουσιάζουμε· πέρα από τα άλλα, στον Ανδρουλιδάκη οφείλουμε τις πιο έγκυρες μεταφράσεις της δεύτερης και τρίτης Κριτικής του Καντ, κείμενα που, αναμφίβολα, άσκησαν καθοριστική επίδραση στη διαμόρφωση του έργου του Σίλλερ.

Αποτιμώντας λοιπόν τον ανά χείρας τόμο από σκοπιά μεταφραστική, μπορούμε πράγματι να πούμε ότι ο Ανδρουλιδάκης επιτυγχάνει σε βαθμό αξιοζήλευτο τον διπλό στόχο (ο ίδιος τον προσδιορίζει έτσι στην εισαγωγή του) κάθε μετάφρασης αυτού του είδους: πιστότητα στην απόδοση του περιεχομένου και φυσικότητα στη μορφή του κειμένου.

 

Ποιητής ή φιλόσοφος;

Ως προς την ευρύτερη οργάνωσή του, ο τόμος που μας απασχολεί περιλαμβάνει σύντομη εισαγωγή και είκοσι ενότητες, με κάθε ενότητα να αφορά ένα ξεχωριστό έργο του Σίλλερ· μόνη εξαίρεση αποτελεί η εικοστή ενότητα που περιλαμβάνει μια επιλογή από επιστολές του. Η έκταση των αποσπασμάτων ποικίλλει ανάλογα, προφανώς, με την έκταση του πρωτοτύπου, αλλά και τη σημασία του κειμένου. Τα περισσότερα κείμενα της συλλογής είναι αισθητικού περιεχομένου, ενώ εξαίρεση αποτελούν ένα μικρό απόσπασμα από την πρώτη ιατρική διδακτορική διατριβή του Σίλλερ (ενότητα 1), ένα απόσπασμα από τις Φιλοσοφικές επιστολές του (ενότητα 3) και τρία αποσπάσματα ιστορικού ενδιαφέροντος (ενότητες 4, 5, 6)· επίσης, η επιλογή από την επιστολογραφία του στο τέλος του βιβλίου (ενότητα 20).

Η εισαγωγή του Ανδρουλιδάκη ξεκινά με τον διπλό χαρακτήρα του έργου του Σίλλερ και το πώς η αμφιταλάντευση ανάμεσα στον ποιητή και στον φιλόσοφο επηρέασε το έργο του και στους δύο τομείς της δραστηριότητάς του, και τελικά αποτιμήθηκε από στοχαστές όπως ο Χέγκελ και ο Βίλχελμ φον Χούμπολτ. Ακολουθεί σύντομη αναφορά στις εξαιρετικά δυσχερείς συνθήκες υπό τις οποίες γράφτηκε το έργο και, έπειτα, μια προσπάθεια να συνοψιστούν οι ποικίλες επιρροές που ο Σίλλερ δέχτηκε. Φυσικά η μορφή που κυριαρχεί ως προς αυτό δεν είναι άλλη από τη μορφή του Καντ: «η φιλοσοφική συμβολή του Σίλλερ», σημειώνει ο Ανδρουλιδάκης, «μπορεί να συνοψιστεί στην ουσιώδη συμπλήρωση, επέκταση, μεταμόρφωση και αναθεώρηση των θεμελίων της καντιανής σκέψης» (14).

Αναφερόμενος στους βασικούς άξονες του έργου του Σίλλερ, ο Ανδρουλιδάκης στέκεται σε αυτό που ονομάζει «διαλεκτική, εναρμονική και συνθετική σκέψη» (17). Τόσο στην ηθική και στην αισθητική όσο και στην γνωσιολογία και στη μεταφυσική, ο Σίλλερ φέρνει στο προσκήνιο ζεύγη αντιθέτων εννοιών, από την αντιπαράθεση των οποίων προκύπτει μια ανώτερη σύνθεση. Από την εισαγωγή, τέλος, δεν λείπει η αναφορά στην επίδραση του έργου, ιδιαιτέρως στον γερμανικό Ρομαντισμό και Ιδεαλισμό, αλλά ακόμα στον Σοπενχάουερ, στον Νίτσε, στον Ντοστογιέφσκι, στον Benn και στον Μαρκούζε. Φυσικά ο Ανδρουλιδάκης δεν ξεχνά τη σημαντικότατη επίδραση του Σίλλερ στη νεοελληνική λογοτεχνία

Η συνολική θεώρηση του αισθητικού έργου του Σίλλερ, όπως παρουσιάζεται στον τόμο που μας απασχολεί, φέρνει στο προσκήνιο μια βασική διάκριση: από τη μια δηλαδή έχουμε μια σειρά έργων που αφορούν συγκεκριμένα την τραγωδία και, από την άλλη, μια άλλη ευρύτερου αισθητικού ενδιαφέροντος· στην πορεία θα δούμε ότι οι δύο οπτικές τελικά συνυφαίνονται. Αποτολμώντας μια σύνοψη του χαρακτήρα και του προσανατολισμού των έργων αυτών, θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ σε δύο σημεία: οικειοποίηση των καντιανών εννοιών από την μια, σε μια προσπάθεια, παρόλα αυτά, που υπερβαίνει τις καντιανές προθέσεις και προβλέψεις, και από την άλλη εγκώμιο της κλασικής τέχνης και επίκληση νεοκλασικών κανόνων στο πλαίσιο ενός εγχειρήματος που τελικά ανοίγει τον δρόμο για τον ρομαντισμό. Θα έμπαινα στον πειρασμό να αναφερθώ σε ένα είδος αμφιταλάντευσης μεταξύ κλασικισμού και ρομαντισμού (μολονότι δεν είναι οι όροι του Σίλλερ αυτοί) που σταδιακά γίνεται πιο ώριμη και συνειδητή. Πέρα από την ιδιοσυγκρασία του Σίλλερ ως καλλιτέχνη, πιστεύω ότι, σε θεωρητικό επίπεδο, είναι και αυτή η καντιανή παρακαταθήκη που δίνει το έρεισμα στον Σίλλερ για αυτήν την αμφιταλάντευση.[4]

 

Η (τραγική κυρίως) ποίηση

Τα κείμενα του Σίλλερ για την τραγωδία, ιδιαιτέρως τα πιο πρώιμα, είναι ίσως τα ενδεικτικότερα του κλασικού πνεύματος για το οποίο έγινε λόγος. Ο τίτλος του πρώτου τέτοιου κειμένου που συναντάμε στον τόμο μας, «το θέατρο ως ηθικός θεσμός» (ενότητα 2), είναι ενδεικτικός. Στο πλαίσιο της νεοκλασικής παράδοσης, το έργο τέχνης οφείλει να διδάσκει και να τέρπει, και συνήθως διδάσκει με τρόπο αποτελεσματικότερο ακριβώς επειδή τέρπει.[5] Σε αυτό, νομίζω, το πλαίσιο ο Σίλλερ παρατηρεί ότι «…το θέατρο ενώνει τη μόρφωση της καρδιάς και του νου με την ευγενέστερη ψυχαγωγία» (32), αποδίδοντας στο θέατρο τον ρόλο του στηρίγματος του νόμου και της θρησκείας, αλλά συνάμα (και εδώ μάλλον ξεφεύγουμε από τα όρια του νεοκλασικού παραδείγματος) και αυτόν της διαμόρφωσης εθνικού πνεύματος.

Το κείμενο της ενότητας 9 είναι επίσης χαρακτηριστικό του παραπάνω πνεύματος, καθώς μάλιστα στην περίπτωση αυτή η αυθεντία του Αριστοτέλη μοιάζει να είναι κυρίαρχη: η τραγωδία διακρίνεται από τις άλλες μορφές ποίησης, ιδιαιτέρως από τη λυρική, στον βαθμό που είναι μίμηση, ενώ ως σκοπός της ορίζεται η πρόκληση οίκτου μέσα από τη μίμηση μιας τέλειας πράξης. Ο Σίλλερ υποστηρίζει ότι ο ποιητής οφείλει να επιτυγχάνει την ποιητική αλήθεια – ως ύψιστη συμφωνία μεταξύ νόμου και φύσης- και αντιδιαστέλλει την τραγωδία από την ιστορία. Τέλος, ανατέμνει το σώμα της τραγωδίας με βάση τους όρους του σκοπού και της μορφής, και με τρόπο που παραπέμπει στην έμφαση των νεοκλασικών κριτικών της τέχνης στους κανόνες που πρέπει να προσδιορίζουν κάθε ποιητικό είδος. Σε αυτό το πλαίσιο γίνεται επίσης αναφορά στην έννοια της τελειότητας ως του αντικειμενικού στόχου κάθε έργου.

Και σε αυτήν την κατηγορία των κειμένων, πάντως, η παρουσία του Καντ γίνεται σταδιακά πρόδηλη. Χαρακτηριστικά είναι, νομίζω, τα αποσπάσματα των ενοτήτων οκτώ και δώδεκα. Στην ενότητα οκτώ, για παράδειγμα, κυριαρχεί το μοτίβο της αντιδιαστολής ελευθερίας και αναγκαιότητας, ενώ κεντρική θέση στην ανάλυση λαμβάνει η έννοια της σκοπιμότητας, η οποία θεωρείται ως το κατεξοχήν χαρακτηριστικό του ανθρώπου και «παλλάδιο της ελευθερίας μας». Στην ενότητα δώδεκα ο Σίλλερ, σε ανάλογο πνεύμα, διατυπώνει τους δύο νόμους της τραγικής τέχνης ως εξής: «η αναπαράσταση της φύσης που πάσχει… η αναπαράσταση της ηθικής αντίστασης κατά του πόνου (62). 

Ακόμα και με θέμα τη λυρική ποίηση, το κατ’ εξοχήν «πεδίον δόξης» του ρομαντισμού, ο Σίλλερ συνηγορεί υπέρ του καθολικού. Στη βιβλιοκρισία του λοιπόν που αφορά τον γερμανό λυρικό ποιητή Μπύργκερ, ο Σίλλερ αντιπαραθέτει στον ενθουσιασμό και την ατομική έκφραση τη σφαιρική καλλιέργεια του πνεύματος και του ήθους του ποιητή. Το πρώτο και σπουδαιότερο έργο του είναι να εξευγενίζει όσο το δυνατόν περισσότερο την ατομικότητά του και «να την αποκαθαίρει έως την καθαρότατη και λαμπρότερη ανθρώπινη φύση» (40). Προς την ίδια κατεύθυνση τείνει και το αίτημα του Σίλλερ ο ποιητής να υψώνει το «ατομικό και τοπικό σε καθολικό», υποστηρίζοντας πως ό,τι ισχύει ως προς αυτό για τον τραγικό ποιητή πρέπει να ισχύει και για τον λυρικό.

 

Τα αισθητικά (κυρίως) κείμενα

Το έργο Καλλίας ή περί του κάλλους συνιστά την πρώτη προσπάθεια του Σίλλερ για μια συστηματική αισθητική θεωρία, πρώτη προσπάθεια που ωστόσο μένει ανολοκλήρωτη. Με σαφώς καντιανούς όρους και αρχές, ο Σίλλερ επιχειρεί στο έργο αυτό να αναθεωρήσει επί της ουσίας την καντιανή αισθητική. Σε πείσμα της ρητής αποσύνδεσης της αισθητικής από την ηθική από τον Καντ, ο Σίλλερ επιχειρεί να επανασυνδέσει τα δύο πεδία, υπάγοντας το κάλλος στην επικράτεια του πρακτικού και όχι πια του θεωρητικού λόγου. Στο πλαίσιο αυτό, το ωραίο ερμηνεύεται με αναφορά στην έννοια της ελευθερίας: «Η ομορφιά», σύμφωνα με τον ορισμό του Καλλία, «δεν είναι τίποτα άλλο παρά η ελευθερία στο πεδίο των φαινομένων» (50).

Η διαλεκτική μεταξύ ηθικής και αισθητικής βρίσκεται επίσης στο επίκεντρο του Περί της χάριτος και της αξιοπρέπειας, από τη σκοπιά αυτή τη φορά της συμπεριφοράς. Τρόπον τινά, ο Σίλλερ επαναφέρει με άλλους όρους μια προβληματική ήδη παρούσα στους εμπειριστές, αλλά και στον πρώιμο Καντ, την προβληματική που αφορά την εφαρμογή των ποιοτήτων του υψηλού και του ωραίου στο πεδίο των αρετών. Οι αντίστοιχες κατηγορίες του έργου αυτού είναι αυτές της χάρης και της αξιοπρέπειας. Με την έννοια της χάρης ρυθμίζεται η εκδήλωση του χαρακτήρα στο πλαίσιο των καθημερινών συναναστροφών και καθηκόντων· περιγράφεται, κατά τον Σίλλερ, ο εκούσιος εξωραϊσμός του συνόλου των κινήσεων μας, ψυχικών και σωματικών. Η χάρη αποδίδεται τελικά στον χαρακτήρα που ο Σίλλερ ονομάζει «ωραία ψυχή». Σε σχέση με την αξιοπρέπεια, στον αντίποδα, ο Σίλλερ μιλά για υψηλό φρόνημα. Η αξιοπρέπεια αφορά την ηρωική και, έτσι, σπάνια συμπεριφορά που εκδηλώνεται απέναντι στις μεγάλες συμφορές, επιβάλλοντας την κυριαρχία επί των ορμών και της αισθητικότητας του ανθρώπου.

Το δίπολο των αισθητικών ποιοτήτων του υψηλού και του ωραίου το συναντάμε και ως τέτοιο (στην αμιγώς αισθητική του διάσταση δηλαδή) στο έργο του Σίλλερ. Αρκετά χρόνια μετά το Περί της χάριτος και της αξιοπρέπειας, ο Σίλλερ παρουσιάζει ένα κείμενο που αφορά το υψηλό, το οποίο προσδιορίζεται κατ’ αντιδιαστολή με το ωραίο. Την ριζική αντιδιαστολή των δύο εννοιών είχε συστηματοποιήσει πρώτος ο Μπερκ στο πλαίσιο της εμπειριστικής παράδοσης και την οικειοποιήθηκε ο Καντ, αναδιαγράφοντάς την φυσικά με τους δικούς του όρους. Σε αυτό το καντιανό πλαίσιο κινείται και ο Σίλλερ, συνδέοντας το υψηλό με την ιδέα της αυτονομίας· μέσω του υψηλού φυσικού τοπίου ο άνθρωπος οδηγείται στην υπέρβαση των αντιληπτικών και φυσικών του περιορισμών: «όσο ο άνθρωπος ήταν μονάχα δούλος της φυσικής αναγκαιότητας, δεν είχε βρει έξοδο από τον στενό κύκλο των αναγκών και δεν διαισθανόταν ακόμα την υψηλή δαιμονική ελευθερία στο στήθος του, η ασύλληπτη φύση δεν μπορούσε παρά μόνο να του υπενθυμίζει τα όρια της αντιληπτικής του ικανότητας, η δε καταστροφική φύση να του θυμίζει τη φυσική του ανικανότητα» (120). Πρόκειται αναμφίβολα για μια αναφορά που παραπέμπει στις δύο μορφές του καντιανού υψηλού, το μαθηματικό και το δυναμικό.

Παρ’ όλα αυτά, πηγαίνοντας με τον τρόπο αυτό πέρα από την ανάλυση του Καντ, ο Σίλλερ αντιμετωπίζει το υψηλό ως μέσο διαπαιδαγώγησης και, ως εκ τούτου, ως μέρος της περίφημης αισθητικής του παιδείας. Στο πλαίσιο αυτό, το συνδέει επίσης (κάτι που ο Καντ αρνήθηκε να κάνει) με την τέχνη, και ιδιαιτέρως δε με την τραγική τέχνη. Με τον τρόπο αυτό, οι δύο διαφορετικές πλευρές της σκέψης του Σίλλερ σχετικά με την τέχνη και το κάλλος συνδυάζονται, ενώ κλασικισμός και ρομαντισμός μοιάζουν να συνυφαίνονται αρμονικά: η τραγική ποίηση αποτελεί κορυφαία εκδήλωση του κλασικού πνεύματος, ενσωματώνοντας τις αξίες της ενότητας και της πληρότητας, ενώ η ποιότητα του υψηλού ανοίγει τον δρόμο για την ρομαντική τέχνη προοικονομώντας την αγάπη της για το άπειρο και το ανολοκλήρωτο.

Είναι η στιγμή να αναφερθούμε και στο Περί της αισθητικής παιδείας του ανθρώπου του Σίλλερ, που αποτελεί  ενδεχομένως το σημαντικότερο έργο του και  μια από τις πιο ένθερμες συνηγορίες υπέρ της τέχνης που γράφτηκαν ποτέ. Το έργο, σημειωτέον, γράφτηκε εν μέσω των πιο συνταρακτικών πολιτικών ανακατατάξεων στην Ευρώπη και αποτελεί μια εξαιρετικά τολμηρή σύνθεση πολιτικής, ηθικής και αισθητικής φιλοσοφίας. Ο Σίλλερ πιστεύει ότι μετέχει καλύτερα στις πολιτικές εξελίξεις της εποχής του υπερασπιζόμενος την υπόθεση της αρετής· και ότι υπερασπίζεται καλύτερα την αρετή, συνηγορώντας υπέρ της αισθητικής παιδείας του ανθρώπου και της σημασίας της τέχνης.

Η σημαντικότερη ίσως έννοια του έργου είναι αυτή του παιχνιδιού. Σε μια από τις πιο βαρυσήμαντες ίσως διατυπώσεις του έργου, ο Σίλλερ παρατηρεί: «ο άνθρωπος παίζει όπου είναι άνθρωπος με την πλήρη σημασία της λέξης, και είναι μονάχα εκεί εντελώς άνθρωπος, όπου παίζει» (86). Με την έννοια του παιχνιδιού ο Σίλλερ περιγράφει ένα ιδεώδες μεσότητας ή καλύτερα πληρότητας· την κατάσταση εκείνη κατά την οποία πνεύμα και ύλη συνυπάρχουν και συνεργάζονται όχι μόνο απολύτως αρμονικά, αλλά και με όρους απόλυτου σεβασμού των δύο καταβολών του ανθρώπου. Έτσι, η «ορμή του παιχνιδιού» εισάγεται από τον Σίλλερ και λειτουργεί ως αντίδοτο στη διαφθορά της εποχής και στην αναπόφευκτη μονομέρεια στην οποία καταδικάζει τον άνθρωπο, αλλά και ως διέξοδος απέναντι στην αποχαλίνωση των κατώτερων τάξεων από την μια, και τη μαλθακότητα και διαφθορά των ανώτερων από την άλλη.

Η ορμή του παιχνιδιού, κατά τον Σίλλερ, ενεργοποιείται τη στιγμή εκείνη που ο άνθρωπος θέτει τη φύση απέναντί του ως αντικείμενο θεώρησης και αναστοχασμού, τη στιγμή εκείνη που αποσπά τη μορφή των πραγμάτων από το  περιεχόμενο τους και τα θεωρεί ελεύθερα, πέρα από οποιαδήποτε βιοτική και πρακτική μέριμνα και σκοπιμότητα. Είναι η στιγμή, με άλλα λόγια, που αρχίζει να εκτιμά το κάλλος της φύσης την οποία ως τότε αντιμετώπιζε μόνο ως δύναμη και βία. Πρέπει στο σημείο αυτό να υπογραμμιστεί η καντιανή προίκα· η ομορφιά απορρέει από τη μορφή και όχι το περιεχόμενο των αντικειμένων, και αυτή τη μορφή (επίσης καντιανή προίκα) την προσδίδει ο άνθρωπος στα πράγματα. Από το σημείο αυτό η μετάβαση στην «μιμητική διαμορφωτική ορμή», στην καλλιτεχνική δημιουργία δηλαδή, είναι ευχερής. Στο πεδίο της τέχνης, η ελευθερία του ανθρώπου είναι πλέον απόλυτη στο βαθμό που αυτός δεν ξεχνά ότι η ελευθερία του αφορά τη μορφή και όχι την ουσία της πραγματικότητας.

Ο Σίλλερ στο έργο του εν γένει και ιδιαιτέρως στο κομμάτι αυτό που αφορά το παιχνίδι και τη σχετική ορμή, δεν φείδεται εγκωμιαστικών αναφορών στην αρχαία τέχνη και στους καλλιτέχνες. Ήταν αυτοί που πραγμάτωναν με κάθε ευκαιρία, και στην τέχνη και στη ζωή τους, την ιδεώδη πληρότητα που απώλεσε ο μοντέρνος άνθρωπος.[6] Στο αντίποδα, η θέρμη με την οποία ο Σίλλερ αντιμετωπίζει την αρχαία τέχνη, η νοσταλγία με την οποία την περιβάλλει[7] και οι κατηγορίες με τις οποίες τη σχετίζει (η έννοια του απείρου και συναφώς αυτή του ιδεώδους, που συγκροτούνται ως αντικείμενο της τέχνης), όπως επίσης, στο ίδιο πλαίσιο, και η εμφατική συνηγορία υπέρ της αυτονομίας της τέχνης, η οποία ανασυγκροτείται ως το «άνευ ουσίας βασίλειο της φαντασίας» (επιστολή 16η), ανοίγουν τον δρόμο για τον ρομαντισμό.

Η νοσταλγία για την οποία έγινε λόγος προηγουμένως παίρνει την εμφατικότερη μορφή της στο Περί αφελούς και συναισθηματικής ποιήσεως, ένα από τα σημαντικότερα αισθητικά κείμενα του Σίλλερ. Σε αυτό, υπό την κατηγορία του «αφελούς», συγκεφαλαιώνονται μερικές από τις βασικότερες ιδέες ή καλύτερα στάσεις της πρώιμης ρομαντικής παράδοσης: εξιδανίκευση του φυσικού τοπίου και περιβάλλοντος στον αντίποδα των τεχνητών σχέσεων, νοσταλγία για τη χαμένη παιδικότητα και αθωότητα, αγάπη για τα συντρίμμια…

Στην πορεία, ωστόσο, με το επίθετο «αφελής» ο Σίλλερ θα περιγράψει μια μορφή ποίησης, και μάλιστα αυτή που θα ονομάζαμε κλασική ποίηση στον αντίποδα της μοντέρνας, την οποία ο Σίλλερ ονομάζει «συναισθηματική». Εμφανίζεται έτσι μια πρώιμη μορφή του αντιθετικού ζεύγους κλασικισμός-ρομαντισμός· ένα ζεύγος το οποίο εδραίωσε ως αντιθετικό ο Φρ. Σλέγκελ αντλώντας, σημειωτέον, το έρεισμα για την μεταστροφή από την Gräkomanie (μανία με την Ελλάδα) στον ρομαντισμό από το κείμενο το οποίο συζητάμε.[8]

Στην περίπτωση της «αφελούς» ποίησης κυριαρχεί το αντικείμενο, το οποίο ο καλλιτέχνης αποζητά να μιμηθεί με πιστότητα, στην περίπτωση της «συναισθηματικής» στο επίκεντρο έρχεται το υποκείμενο, που εκφράζει μέσω του αντικειμένου συναισθήματα και ιδέες του, στην πραγματικότητα τη νοσταλγία του για τη χαμένη φύση. Αν ο «αφελής» καλλιτέχνης «εξαφανίζεται» πίσω από το έργο του, στη «συναισθηματική» ποίηση είναι πάντα παρούσα και ευδιάκριτη η φωνή, οι σκέψεις και τα συναισθήματά του. «Οι αρχαίοι ποιητές», υποστηρίζει ο Σίλλερ, «μας συγκινούν με τη φύση, με την αισθητή αλήθεια, με τη ζωντανή παρουσία, οι σύγχρονοι με ιδέες» (108). Με την έννοια της «φύσης», ο Σίλλερ περιγράφει ένα πεπερασμένο και εύτακτο σύνολο, με τις «ιδέες», από την άλλη, ένα ιδεώδες που δεν μπορεί ποτέ να πραγματωθεί στην πληρότητά του. Ο «αφελής» ποιητής, ως εκ τούτου, «αποκτά την αξία του με την απόλυτη επίτευξη του πεπερασμένου μεγέθους», ενώ ο «συναισθηματικός», «προσεγγίζοντας ένα άπειρο μέγεθος» (108). Είναι το σημείο από το οποίο διανοίγεται για τον Σλέγκελ η προοπτική του ρομαντισμού, αν και μάλλον κατανοεί την έννοια του ιδεώδους και του απείρου με τρόπο διαφορετικό από τον Σίλλερ, για τον οποίο αυτό έχει ηθικό περιεχόμενο.

 

 

[1] Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι ο Ανδρουλιδάκης, σε μια ενδιαφέρουσα άσκηση αυτοκριτικής, ξαναμεταφράζει κείμενα τα οποία είχε μεταφράσει και παλιότερα αυτοτελώς.

[2] Βλ. Φρήντριχ Σίλλερ, Περί αφελούς και συναισθηματικής ποιήσεως, μεταφρ. Π. Κονδύλης, Εκδόσεις στιγμή, Αθήνα, 1985 και Friedrich Schiller, Καλλίας ή περί κάλλους, επιμέλεια, σχόλια,,επίμετρο Γ. Ξηροπαΐδης, μεταφρ. Μ. Κοντοπούλου, Ε. Καραμούντζου, κ.α., Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα, 2005.

[3]Διονύσιος Σολωμός, Στοχασμοί, μεταφρ. Στυλιανός Αλεξίου, επιμ. M. Peri, φιλοσοφικός σχολιασμός Κ. Ανδρουλιδάκης, Εκδόσεις στιγμή, Αθήνα, 1999. Ο Σίλλερ δήλωνε ο ίδιος καντιανός ως προς τις φιλοσοφικές του καταβολές, ενώ επέδρασε καθοριστικά  στη σκέψη και δημιουργία του Σολωμού.

[4] Η συστηματική υπεράσπιση αυτής της θέσης υπερβαίνει βεβαίως κατά πολύ τα όρια και τους σκοπούς αυτής της παρουσίασης. Βλ. ενδεικτικά το A.O. Lovejoy, “Schiller and the Genesis of Romanticism, Part II”,  Modern Language Notes, 35, 1 (Ιαν., 1920), 1-10.

[5]Ο Άμπραμς ονομάζει την παράδοση αυτή πραγματιστική. Βλ. M. H. Abrams, Ο καθρέφτης και το φως, Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα, 2001, 37-50.

[6] Το κεφάλαιο μάλιστα όπου κλιμακώνεται η συζήτηση για την ορμή του παιχνιδιού καταλήγει με την έπαινο της περίφημης προτομής της Ήρας του Λουντοβίζι (επιστολή 15η).

[7] Ανέφερα στην αρχή του άρθρου ότι πιθανότατα είναι ο Καντ αυτός που ωθεί τον Σίλλερ στην αμφιταλάντευσή  του  μεταξύ κλασικισμού και ρομαντισμού, θα έσπευδα τώρα να συμπληρώσω ότι ενδεχομένως να βρίσκεται και ο Βίνκελμαν πίσω από αυτήν. Ο Βίνκελμαν με την Ιστορία της Τέχνης της Αρχαιότητος (1764), έμελλε να ασκήσει καταλυτική επίδραση  στις αισθητικές αντιλήψεις των συγχρόνων του.

[8] Βλ. A.O. Lovejoy, “Schiller and the Genesis of Romanticism, Part II”, Modern Language Notes, 35, 3 (Μαρ., 1920), 136-146.

 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.