Σύνδεση συνδρομητών

Καθετί μισοχωμένο μες στη γη

Πέμπτη, 22 Μαϊος 2025 00:40
Η Ιωάννα Καρυστιάνη.
Εκδόσεις Καστανιώτη
Η Ιωάννα Καρυστιάνη.

Ιωάννα Καρυστιάνη, Κορνιζωμένοι. Μυθιστόρημα, Καστανιώτη, Αθήνα 2024, 277 σελ.

Η ελληνική επαρχία είναι συχνά σκληρή και ασυνάρτητη, σαν καθετί της να είναι μισοχωμένο μες στη γη, που τραγούδαγε και ο Σαββόπουλος. Στο νέο της βιβλίο, η Ιωάννα Καρυστιάνη στήνει μια πλοκή σε ένα φανταστικό χωριό της Θεσσαλίας, μοναδικό αλλά και αντιπροσωπευτικό της ελληνικής επαρχίας. Τοποθετεί σ’ αυτό συγκροτημένους χαρακτήρες και οργανώνει στο κοινωνικό πλαίσιό του μια ιστορία που την ορίζουν τα τραύματα και οι κρυμμένες επιθυμίες. Το σκηνικό της ζωής ενός κορνιζοποιού, που θα αναζητεί συνεχώς νόημα στα πράγματα, είναι έτοιμο. Και είναι γερή πεζογραφία.

Ο Σπούγιας είναι ένας ήσυχος άνθρωπος. Ρίζωσε στην Κρανιά, τη μικρή ήσυχη πόλη όπου τον τράβηξαν τα υπέροχα πράσινα μάτια –σαν «φετάκια ακτινίδιου»– της Χιονίας, την οποία παντρεύτηκε. Μένει ακόμη και τώρα (αν και πότε πότε το σκέφτεται να φύγει για κάπου πολύ μακριά) που η Χιονία τον κεράτωσε, τον χώρισε και παντρεύτηκε έναν μεγαλογιατρό της Σαλονίκης, από τον οποίο περιμένει παιδί, αφού πλακώθηκε στις εξωσωματικές στα 46 της. Ο Σπούγιας κρατάει ένα παραδοσιακό κορνιζοποιείο, «Το Τέλειον», και είναι ευσυνείδητος επαγγελματίας – αν και θα ήθελε κάτι καλύτερο από κορνίζες. Η ζωή του εκτός από την δουλειά του –και αφού μ.Χ. (μετά Χιονίαν) δεν βρήκε άλλη σύντροφο– είναι άδεια, αλλά έχει ένα αποκούμπι: τον μονάκριβο γιο του Χρόνη, που μένει πλέον μαζί του γιατί σπουδάζει δάσκαλος στην παιδαγωγική σχολή της πόλης. Αυτό είναι το σκηνικό του τελευταίου βιβλίου της Ιωάννας Καρυστιάνη, Κορνιζωμένοι, το οποίο δεν διαδραματίζεται στην Κρήτη, αλλά στη Θεσσαλία, δυο ώρες από τη Σαλονίκη, σε μία επινοημένη πόλη που οι παλαιότεροι την έλεγαν Τυχερή.

Όταν η αυλαία ανοίγει βρισκόμαστε στην Κρανιά της 26ης Νοεμβρίου 2015, Στυλιανού Παφλαγώνος. Ο Στέλιος Σπούγιας γιορτάζει και οι φίλοι και οι γνωστοί της ασυνάρτητης επαρχίας έχουν μαζευτεί να του ευχηθούν, εκτελώντας την ίδια βαρετή χορογραφία, όπως κάθε χρόνο τέτοια μέρα — αν και κάθε φορά λίγο πιο σύντομη.  Πλαισιώνεται (ως «κορνιζωμένος» και ο ίδιος)  από έναν εσμό καθημερινών ανθρώπων: τη Λιλή Κουλιέρη, «με το αθάνατο μακρύ γκρίζο φόρεμα, τελευταίο πλεχτό της μακαρίτισσας μαμάς της», λάτρη της όπερας· τους κρητικούς επιπλοποιούς Τριανταφυλλάκη και Γαρυφαλλάκη (γίνεται  να λείπουν οι Κρητικοί, ακόμη και στη Θεσσαλία;), που πιστεύουν ότι  η καλή καρδιά δεν φτουράει στην εποχή μας, αλλά αυτοί «έχουν αποφασίσει να έχουν καρδιά από τη φαλάκρα μέχρι τις φτέρνες τους»· τους αδελφούς Τσιμπανούλη, δάσκαλους Διόσκουρους απ’ όταν τους χώρισαν οι γυναίκες τους· τον ηλεκτρονικό Νεόφυτο Μαδιανό, με δυο θείες-αντίκες στη Γλυφάδα τις οποίες επισκέπτεται με την ευκαιρία ενός τσεκ απ στην Αθήνα, και τη γυναίκα του Νέλλη, οικιακά· την τραπεζοϋπάλληλο και παρ’ ολίγον δημοτική σύμβουλο Ρία Σαγιά· τον Ιάσονα Πλιούκα, μαθηματικό σε φροντιστήριο, που γκρινιάζει για τις στερήσεις  της ζωής μετά το έμφραγμα· την αισθησιακή αισθητικό γυναίκα του Κάκια, που είχε κόψει τη μύτη-προβοσκίδα σε πιο αποδεκτές διαστάσεις· και τέλος την Αναστασούλα Πελεκάνου, πρώην νοσηλεύτρια, με το παρατσούκλι Σιωπηλή επειδή δεν μιλούσε, «έχοντας ξεκαθαρίσει πως δεν είναι σωστό να νιώθουμε την καταπίεση της συμμετοχής σε μία συζήτηση». Όλοι φίλοι, μα όχι πολύ κοντινοί του Σπούγια — ίσως γιατί δεν έχει την ικανότητα να κάνει αληθινούς φίλους. Σε δυο σελίδες η Καρυστιάνη έχει καταφέρει να ζωγραφίσει παραστατικά τον καμβά με τα χρώματα της κοινωνίας της Κρανιάς.

Σε αυτή την ωραία ατμόσφαιρα εισβάλλουν «τα φεγγοβόλα νιάτα», ο γιος του ο Χρόνης και η καλή του, η Κλέα, ένα ζευγάρι ζηλευτό που θαμπώνει τους προσκεκλημένους και κάνει περήφανο τον πατέρα Σπούγια. Ίσως τον κάνει να ζηλεύει και λίγο, μπορεί και πολύ, μια και τα δικά του νιάτα ήταν εξαρχής σακατεμένα.

Η Κλέα και ο Χρόνης είναι αχώριστοι. Σπουδάζουν μαζί, έχουν κοινά αλτρουιστικά ιδεώδη, θέλουν να γίνουν δάσκαλοι και να διδάξουν στην άγονη γραμμή, να προσφέρουν. Η Κλέα είναι πλάσμα βγαλμένο, από τα παραμύθια, από την άγουρη παραμυθία της Αριστεράς. Μια οπτασία καλοσύνης. Ολοκληρωτικά αφοσιωμένη στον Χρόνη, ψυχή τε και σώματι, φτιαγμένη γι’ αυτόν, θα μείνει μαζί του μέχρι το τέλος.

Κάποια στιγμή ο Σπούγιας κρυφακούει έναν ψίθυρο που παραπέφτει, μια έκφραση οίκτου από το γιο του στην Κλέα: «Ο δόλιος ο πατέρας μου μέχρι ενός σημείου φτάνει, δεν είναι για πολλά». Τον πληγώνει κατάκαρδα, του προκαλεί σοκ. Τι κι αν τα παιδιά στις σπαρτιατικές ίλες έλεγαν «Άμμες δε γ΄ εσσόμεθα πολλώ κάρρονες»; Ο Σπούγιας εισπράττει μία ακόμη ματαίωση. Δεν μετράει στα μάτια του παιδιού του. Το αγκάθι μένει. Και γρατζουνάει την ψυχή.

Αίφνης, και αφού έχουμε φτάσει ήσυχα ήσυχα στη σελίδα 100, ο Χρόνης εξαφανίζεται. Ξεκινάει μία φρενήρης αναζήτηση από όλους: την αστυνομία, τον πατέρα του, την έγκυο μάνα του που κατέβηκε άρον άρον από τη Σαλονίκη, τους φίλους του και κυρίως την Κλέα. Να είχε αυτοκτονήσει; Αποκλείεται. Στο κάτω κάτω οι αυτόχειρες δεν αυτοκτονούν στα κρυφά, θέλουν να δείξουν πόσο άδικος είναι ο μάταιος τούτος κόσμος.

Περνάει πολύς καιρός και κάποια στιγμή τον βρίσκουν νεκρό. Ο Χρόνης, ένας Πολυχρόνης που δεν του έμελλε να γίνει πολύχρονος, είναι νεκρός. Στραγγαλισμένος. Όλοι αναρωτιούνται ποιος θα μπορούσε να τον είχε σκοτώσει. Ένας κοινός εγκληματίας για τα λίγα λεφτά του, κάποιος παράφρονας ίσως; Αυτό το έγκλημα στερείται λογικής.

Από τη μέση του βιβλίου, ψυχολογική ψηφίδα ψηφίδα, το μυστήριο της εξαφάνισης και του φριχτού θανάτου του Χρόνη έχει λυθεί. Στην αρχή με κάποιες υπόνοιες, αργότερα με βεβαιότητα. Ο δολοφόνος είναι γνωστός και κυκλοφορεί ελεύθερος στην Κρανιά στις υπόλοιπες 150 περίπου σελίδες του βιβλίου. Το κίνητρό του είναι ασαφές. Ελεύθερος, σχήμα λόγου. Ποιος τον κυνηγά με μεγαλύτερη επιμονή; Η αστυνομία, η τρέλα ή οι Ερινύες —που σχεδόν πάντα φέρνουν την τρέλα στο κατόπιν τους; Αυτό το ερώτημα και η σταδιακή ψυχολογική αποσάθρωση του δολοφόνου είναι η σάρκα του βιβλίου.

 

Για την αγάπη

Είναι ένα δύσκολο μυθιστόρημα για τη συγγραφέα. Αναμετριέται με τον εαυτό της, δοκιμάζει κάτι διαφορετικό αυτή τη φορά, και το πετυχαίνει, χρησιμοποιώντας τα ίδια υλικά, όχι σε ανακύκλωση με τα παλιότερα, αλλά σε μία νέα σύνθεση. Και εδώ καταγίνεται με  ανθρώπους  συνηθισμένους. Οι μικροί, καθημερινοί άνθρωποι είναι  πηλός στα χέρια της. Με αυτούς πλάθει τα βιβλία της, μαζί τους υφαίνει την πλοκή της:

Γράφοντας για τα τετριμμένα, τις φωτιές και τις στάχτες του άσημου αλλά οικείου σε μένα κόσμου των ταπεινών, έχω αντιληφθεί ότι όσο πιο βαθιά μπαίνεις μέσα σ’ αυτόν τόσο περισσότερο εκπλήσσεσαι από αυτά που φωλιάζουν εκεί μέσα. Σας λέω ότι εκεί μέσα υπάρχουν τα πάντα.

Και δεν μας ενοχλεί διόλου που δεν παρελαύνουν στις σελίδες των μυθιστορημάτων της οι μεγαλόσχημοι, οι σπουδαίοι, οι χαρισματικοί. Έτσι είναι ευκολότερο να ταυτιστείς ή να αντιπαθήσεις και επίσης να μπορείς να παρακολουθήσεις πειστικά την πορεία του καθενός, αφού τα περισσότερα από όσα συμβαίνουν στους ήρωες μπορεί να έχουν συμβεί και σε σένα και οι εσωτερικοί τους διάλογοι συχνά είναι παρόμοιοι με τους δικούς σου, ιδίως στις ματαιώσεις και τις αποτυχίες.

Η αφήγηση είναι αργή, αλλά σε καμία περίπτωση βαρετή. Είναι απαραίτητη τόσο για την ψυχοσύνθεση, όσο και για την τέχνη της Καρυστιάνη:

Προσπαθώ κατά το δυνατόν να χειριστώ με μια δικαιοσύνη και τους ανθρώπους μου και τους ήρωές μου. Δεν θέλω να προσπεράσω πρόχειρα κάποιον αλλά να του δώσω χρόνο. Ο χρόνος δεν κάνει μόνο πιο πειστικό τον χαρακτήρα, κάνει και πιο πειστικές τις σχέσεις του με τους υπολοίπους. Δεν θέλω να είναι τηλεγραφική, ας πούμε, η ανάπτυξη των χαρακτήρων, όπως ακριβώς δεν θέλω να είναι τηλεγραφική και η περιγραφή των ανθρώπων.

Και η προσπάθεια της αυτή βρίσκει απόλυτα τον στόχο της σε αυτό το  βιβλίο.

Το μόνιμο θέμα που πραγματεύεται, όπως λέει και η ίδια είναι η αγάπη: «Είμαι 72 ετών και για ένα πράγμα είμαι σίγουρη, ό,τι πιο μεγαλειώδες στη ζωή είναι η αγάπη». Και η πιο αντιπροσωπευτική μορφή της στους  Κορνιζωμένους είναι η Κλέα, «η Κλέα μας», όπως έχει αποκαλέσει με αγάπη και τρυφερότητα η Καρυστιάνη την ηρωίδα της. Εκτός από την αγάπη της για τον Χρόνη, που τον κάνει ακόμη καλύτερο άνθρωπο όπως κάθε γνήσια αγάπη, η Κλέα έχει το μυαλό της διαρκώς στον δύστυχο πατέρα, ακόμη και όταν αρχίζουν να τη ζώνουν τα φίδια, και αρχίζει να αμφισβητεί το πόσο καλός πατέρας υπήρξε. Δεν κρατά κακία, πληγώνεται εύκολα, υπομένει καρτερικά. Στο μυθιστόρημα είναι το απαραίτητο αντίβαρο απέναντι στην αβυσσαλέα κακία και τη μοχθηρότητα που οδηγεί στο «φρικωδέστερον των εγκλημάτων», με τα λόγια ενός παλιού εισαγγελέα σε κάτι πεταμένα περιοδικά που ανασύρθηκαν από τον κάδο της ανακύκλωσης της Κρανιάς, διαβάστηκαν ξανά και προκάλεσαν σύγκρυο και ανακατωσούρα στον Στέλιο Σπούγια. «Γονιός να σκοτώνει το σπλάχνο του;»

Εκτός από την αγάπη, η συγγραφέας πραγματεύεται και τις πληγές της παιδικής ηλικίας, και τις απανωτές ματαιώσεις. Τα αγκάθια που μένουν μέσα μας, όταν μας έχουν μεταχειριστεί με σκληρότητα, απαξίωση ή αδιαφορία στα παιδικά και τα νεανικά μας χρόνια. Οι σκληρές λέξεις που μας πέταξαν αντηχούν συνεχώς στο κεφάλι μας, οι παλαιότερες κακές πράξεις των άλλων μας έχουν τραυματίσει μόνιμα και οι πιο πρόσφατες  μας πληγώνουν εύκολα. «Οι πληγές παραμένουν για να μας θυμίζουν την πραγματικότητα», όπως είχε πει σαρκαστικά η ακραία ψυχοπαθητική ιδιοφυΐα του Χάνιμπαλ Λέκτορ μέσα από το κελί του.

 Ο Σπούγιας έχει ζήσει μία «σκατοπασαλειμμένη» παιδική ηλικία. Η μάνα του πέθανε στη γέννα και υποσυνείδητα νιώθει ότι εκείνος τη σκότωσε. Αυτό, ωστόσο, που του σημάδεψε τη ζωή είναι μια μορφή άγριας  βίας από την πλευρά του παππού του. Όπως τότε που του είπε «Πάρε το χεσμένο σου βρακί και τράβα γυμνός και σκατωμένος στην πλατεία», διαπομπεύοντάς τον με τον χειρότερο τρόπο. Ξεχνιέται αυτό; Η μήπως ξεχνιέται εκείνο που άκουσε από αυτόν: «το ορφανό παιδί δεν γίνεται κανονικό, το ορφανό παιδί θα χάνει λάδια»; Βία ωμή, βία διαρκείας.

«Η βία δεν είναι πάντα μια μαχαιριά, δεν είναι πάντα μώλωπες σε όλο το σώμα, να σου ’χει σπάσει κάποιος το πόδι ή κάτι άλλο, να σου ’χει ανοίξει το κεφάλι και να τρέχουν δυο κιλά αίματα· βία πολλές φορές εξίσου –αν όχι και χειρότερα– επιδραστική πάνω στο άτομο είναι αυτή που δεν μπορείς να την εξομολογηθείς και δεν μπορείς να τη δείξεις, που δεν αφήνει ορατά σημάδια», έχει πει η Καρυστιάνη.

Και πώς μετουσιώνονται όλες αυτές οι πληγές; Το «εξαρτάται», έτσι ξερά, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση, ούτε καν η ψυχανάλυση θα τη διατύπωνε με αυτόν τον τρόπο. Μπορεί να μην ξέρουμε ακριβώς, αλλά πάντα έχουμε τη δυνατότητα να εικάσουμε. Στην περίπτωση του Στέλιου Σπούγια, εν προκειμένω, ίσως να βαθαίνει ακόμη περισσότερο η άβυσσος με την οποία αποδίδεται παροιμιακά η ψυχή του ανθρώπου. Το μικρό παιδί έχει ακόμη τουλάχιστον την ευκαιρία να μετατρέψει τη βία και την κακοποίηση σε ζωή. Αν κακοφορμίσει, ο ενήλικος μπορεί να την κάνει καταστροφή —για τον εαυτό του και για τους άλλους.

 

Εμμονική με τις λέξεις

Η γραφή στους Κορνιζωμένους είναι γοητευτική, ο λόγος μακροπερίοδος, οι φράσεις  συχνά πιάνουν ολόκληρη παράγραφο, αγχωμένες, ασφυκτικά γεμάτες. Σαν η συγγραφέας να θέλει να τα πει όλα πριν ξεψυχήσει η φράση, την οποία εφοδιάζει με ένα κεντρί στο τέλος της, αλλά συχνά και με χιούμορ, το απαραίτητο φως σε ένα σκοτεινό μυθιστόρημα. Είναι ένα από τα καλύτερά της μυθιστορήματα, και ως καλή λογοτεχνία δεν αφήνει τον αναγνώστη σε χλωρό κλαρί· γιατί ο αναγνώστης διαβάζει για να διεγερθεί ο νους του, όχι για να χασμουρηθεί. Διαβάζοντας τους Κορνιζωμένους νιώθεις ότι η συγγραφέας είναι σχεδόν εμμονική με την παράταξη των λέξεων. Σαν να τις διάλεξε μία μία, πετρούλες του γιαλού, και τώρα την πονεί να τις πετάξει. Η αφηγηματική της δεινότητα, ωστόσο, βγαίνει από την καθεμιά τους, και από όλες μαζί: το σύνολο είναι υπέρτερο των μερών του.

Οι τίτλοι των βιβλίων της Καρυστιάνη είναι πάντα κάπως –πώς να το πούμε;- αλλόκοτοι. Στην αρχή ξενίζουν. Έχουμε το Κοστούμι στο χώμα, για την ταφή και το θάνατο ως τελετουργία. Έχουμε το Σουέλ (από το ελληνικό σάλος) για το βουβό κύμα της αναστάτωσης, της μοναξιάς που βιώνουν οι χαρακτήρες του βιβλίου. Έχουμε  τα Σακιά, για τα ψυχικά, ηθικά και κοινωνικά βάρη που κουβαλούν οι καθημερινοί άνθρωποι (όπου ένας λιγότερο προικισμένος συγγραφέας ίσως το τιτλοφορούσε Οι σταυροί του μαρτυρίου, προφανές και όχι ευφάνταστο). Σαν η Καρυστιάνη να μη θέλει να διαβάσεις το βιβλίο για τον τίτλο του, αλλά για το περιεχόμενό του. Κόντρα στο ρεύμα της εποχής μας.

Η συγγραφέας, όπως έχει εξομολογηθεί στις συνεντεύξεις της, κάνει λίστες για τα πάντα: για τους χαρακτήρες, για τα ονόματά τους, για την πλοκή, για τους τίτλους. Και διαλέγει, φανταζόμαστε, με δυσκολία. Για το τελευταίο της βιβλίο οι υποψήφιοι τίτλοι ήταν καμιά τριανταριά. Διάλεξε τους Κορνιζωμένους που δεν εκπηγάζουν μόνο από «Το Τέλειον» κορνιζοποιείο του Σπούγια. Ξεκινούν από το βλέμμα, το οποίο, όπως μας έχει πει η συγγραφέας πάντα τη συγκλόνιζε: «Είναι μια  γλώσσα χωρίς λόγια, γιατί αφηγείται, εκφράζει συναισθήματα όπως την ευχαρίστηση, τη θλίψη, την ανία, το φόβο, την παραίτηση, τα πάντα. Μπορείς να τα δεις μέσα στο βλέμμα». Εδώ μπαίνει και ο Σπούγιας: 

Κοιτώντας φωτογραφίες για να αποφασίσει τι κορνίζα θα βάλει, από φελλό, ξύλινη, πλαστική, από πλεξιγκλάς, χειροποίητη, μελετά τα μάτια και πηγαίνει πολύ βαθιά μέσω αυτών στο αδικαίωτο εν πολλοίς της ανθρώπινης περιπέτειας.

Και μοιραία της δικής του ματαιωμένης ζωής — μιας κορνίζας μέσα στην κορνίζα.

 

Οι δαίμονες του αντιήρωα

Όταν η αυλαία του μυθιστορήματος κλείνει, ο Σπούγιας νομίζει ότι έχει νικήσει τους δαίμονες που τον κυνηγούσαν. Με τον δικό του «σκατοπασαλειμμένο» τρόπο. Ως αντιήρωας έζησε μέσα σε όλες τις σελίδες του βιβλίου, ως αντιήρωας θα κάνει και την έξοδό του μηνύοντας –αφού πρώτα λοιδορήσει την ανίκανη Αστυνομία– ότι ο δολοφόνος, αυτό το τομάρι, θα βρεθεί οπωσδήποτε, «γιατί οι φονιάδες δεν γλιτώνουν ποτέ». Με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, αυτό είναι αλήθεια. Όπως είναι αλήθεια ότι η ζωή κάθε ανθρώπου,  όσο σπουδαίου ή ταπεινού, τελικά είναι ένα μυστήριο.

Το τέλος του μυθιστορήματος θα μας αφήσει ωστόσο μετέωρους. Η ζωή δεν είναι γεωμετρία, η μυθοπλασία δεν προσφέρει βεβαιότητες. Τα πράγματα θα παραμείνουν κάπως θαμπά, σαν το κάρβουνο στη χαρακτηριστική ζωγραφιά της Άννας Παλιεράκη που, αν και πεθαμένη 10 χρόνια τώρα,  εξακολουθεί να φτιάχνει τα εξώφυλλα των βιβλίων της Καρυστιάνη. Ένα χέρι που απειλεί, σε πρώτο πλάνο, και ένα άλλο, σε δεύτερο, σαν να  απορεί και να διερωτάται με έκπληξη και αγωνία: «Γιατί με σκοτώνουν στην καλύτερή μου ηλικία;»

 

Γιώργος Ναθαναήλ

Έχει σπουδάσει στο Yale και στο New York University, επί  προέδρων Τζέραλντ Φόρντ, Τζίμι Κάρτερ και Ρόναλντ Ρέιγκαν. Αφότου επέστρεψε εργάζεται ως σύμβουλος επιχειρήσεων, κυρίως στον τομέα της τεχνολογίας, και γράφει για κακώς κείμενα, βιβλία που έχει διαβάσει, και αιχμές της τεχνολογίας.
 
 
 
 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.