Σύνδεση συνδρομητών

Ονειρεύτηκα (σ)το Βερολίνο

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2025 12:49
Η Ισμήνη Καρυωτάκη από την Ντίνα Κουμπούλη.
Ντίνα Κουμπούλη
Η Ισμήνη Καρυωτάκη από την Ντίνα Κουμπούλη.

Ισμήνη Καρυωτάκη, Sarah en Berlin. Μυθιστόρημα, Ποταμός, Αθήνα 2024, 252 σελ.

Η βραβευμένη συγγραφέας Ισμήνη Καρυωτάκη, στο πιο ώριμο –κατ’ εμέ– μέχρι στιγμής έργο της, πετά το προσωπείο της πλαστοπροσωπίας και της persona, καλώντας τον αναγνώστη να σεργιανίσει μαζί της στο Βερολίνο και ευρύτερα στην Ευρώπη του 20ού και των αρχών του 21ου αιώνα μέσα από τα τοπόσημα, γνωστά και άγνωστα, αυτής της πόλης, που για την ίδια είναι συνεκδοχικά η μικρογραφία ενός ευρύτερου μετανεωτερικού κόσμου υπό συνεχή ανακατασκευή, όπου το Βερολίνο δεν είναι Βερολίνο, αλλά συγχρόνως και Μαδρίτη και Ιστανμπούλ, Περού και ΗΠΑ, αλλά και Εξάρχεια

Πού υπάρχει ένα μέρος για σένα; Ένα μέρος για να είσαι; Κανένα μέρος. Τίποτα έξω από εσένα. Στα χέρια σου το κρατάς, το κουβαλάς μαζί σου, το μόνο σπίτι που έχεις. (σ. 252)

Η “la dama de Neapolis Exarchion” (που δεν μαθαίνουμε ποτέ το όνομά της, αλλά προφανώς είναι εντελώς περιττό, εφόσον αφηγήτρια, πρωταγωνίστρια και συγγραφέας αποτελούν το ίδιο πρόσωπο), τον Μάιο του 2008, εγκαταλείπει τα Εξάρχεια για να εγκατασταθεί στις 14 Μαΐου στο δωμάτιο 3 της πανσιόν Sarah en Berlin, μιας πολυπολιτισμικής πανσιόν (προσέξτε, όχι airbnb) στο Βερολίνο της Άνγκελα Μέρκελ.

Η βραβευμένη συγγραφέας Ισμήνη Καρυωτάκη, στο πιο ώριμο –κατ’ εμέ– μέχρι στιγμής έργο της, πετά το προσωπείο της πλαστοπροσωπίας και της persona, καλώντας τον αναγνώστη να σεργιανίσει μαζί της στο Βερολίνο και ευρύτερα στην Ευρώπη του 20ού και των αρχών του 21ου αιώνα μέσα από τα τοπόσημα, γνωστά και άγνωστα, αυτής της πόλης, που για την ίδια είναι συνεκδοχικά η μικρογραφία ενός ευρύτερου μετανεωτερικού κόσμου υπό συνεχή ανακατασκευή, όπου το Βερολίνο δεν είναι Βερολίνο, αλλά συγχρόνως και Μαδρίτη και Ιστανμπούλ, Περού και ΗΠΑ, αλλά και Εξάρχεια. Εκεί όπου ζει μια Περουάνα, μητέρα δυο παιδιών, δυο τουρκάλες μετανάστριες, η Πινάρ και η Σελίμ, ένας Καταλανός, μια Μαδριλένα, ένας έλληνας φοιτητής, μια Γερμανίδα, όλοι στα δωμάτιά τους, ενώ μοιράζονται το μεγάλο σαλόνι του Sarah en Berlin, όπως και τις ιστορίες τους, που τις ακούει και μας τις εκμυστηρεύεται η μυστηριώδης κυρία από τη Νεάπολη Εξαρχείων, μαζί με τις ιστορίες των ανθρώπων που συναντά κατά τη διάρκεια της παραμονής της, ιστορίες γεμάτες πολιτικές διώξεις αλλά και πολιτικούς θριάμβους, έρωτες ανεκπλήρωτους, μουσικές, βιβλία, φιλμ, καυτές σούπες, αρωματικούς καφέδες και ποτά. 

 

Γράφοντας στο Βερολίνο

Η “la dama de Neapolis Exarchion”, με ένα σημειωματάριο ανά χείρας και ένα λάπτοπ στα γόνατά της το βράδυ στο κρεβάτι της, γράφει με την πόρτα κλειστή (ο ιδιωτικός χώρος του συγγραφέα) και συγχρόνως με τα παράθυρα (του κόσμου) ανοιχτά. Να πώς περιγράφει αυτή τη διαδικασία η συγγραφέας:

Γράφω με κλειστή την πόρτα. Στην αυλή κάτω από το παράθυρό μου ακούγονται γέλια. Κάποια παιδιά κάνουν γιορτή. Ακούω τις φωνές να δυναμώνουν –ακούω τα γέλια που ανεβαίνουν– και τότε κάνω αυτό που θα έκανε οποιοσδήποτε. Πηγαίνω στο παράθυρο. Κοιτάζω κάτω και βλέπω πως τα πάντα συμβαίνουν στη Hof. Ψοφάω να συμπεριληφθώ στις εικόνες της. Σηκώνω τον φακό και εστιάζω στο γρασίδι: μια ανοιχτή πράσινη θάλασσα τα πλαισιώνει όλα. Όσοι κάθονται εκεί δείχνουν να βιώνουν μια κατάσταση ντουέντε μαγεμένοι από μια φωνή ιδιαίτερα οικεία αλλά και αλλότρια συνάμα. (σ. 33)

«Φάρμακο» η γραφή, θα μας πει, εφόσον η συγγραφέας γράφει για τους άλλους αποφεύγοντας να γράψει για την ίδια, αλλά εντέλει γράφει για την ίδια. Ναι, έτσι συμβαίνει πάντα. Ξεκινάμε νομίζοντας ότι γράφουμε για μας, αλλά στην πορεία συνειδητοποιούμε ότι γράφουμε ιστορίες για τους άλλους και, μόλις μπει η τελευταία τελεία, καταλαβαίνουμε πως όλη αυτή η διαδρομή δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια παραμυθία, ένα παυσίλυπο ακριβό για μας και για όσους/ες μάς διαβάζουν, για όσους εναγωνίως αναζητούν ένα «σπίτι», μια «πατρίδα» που θα τους φιλοξενήσει, μετανάστες, πρόσφυγες, κατοίκους ενός κόσμου με κατακερματισμένους πια δεσμούς, οι οποίοι όπως ο Ούλριχ (ο ήρωας του σπουδαίου μυθιστορήματος του Ρόμπερτ Μούζιλ Der Mann ohne Eigenschaften), επιχειρούν να βρουν μια νέα, ρευστή ταυτότητα συν-κατοικώντας σε μια πανσιόν (έναν μικρό-κοσμο), μια ετεροτοπία/ευτοπία που ξεκινά από «τα κάτω» και βασίζεται στα όνειρα και στις επιθυμίες των πολιτών του κόσμου, που συστέλλει στις κυψέλες της το χρόνο προσδίδοντάς του ποιότητες τις οποίες διαφορετικά δεν θα αποκτούσε.

Ένα διευρυμένο κατώφλι, ταυτόχρονα χρονικό και χωρικό, ένας μεταβατικός χώρος στον οποίο συντελείται με όλες τις αντιφάσεις της η γέννηση νέων κοινωνικών εμπειριών[1], η οποία μου θύμισε σε πολλά την αναρχική κοινότητα Home Colony στην Ουάσινγκτον των ΗΠΑ στις αρχές του 20ού αιώνα, όπου η ανεξαρτησία των ατόμων και η αυθόρμητη αλληλεγγύη μεταξύ τους αποτελούσαν ζητούμενα, ενώ ψυχαγωγικές και επιμορφωτικές δραστηριότητες ήταν ανοιχτές σε όλους. Ένας χώρος ζύμωσης και αφήγησης ιστοριών, των ιστοριών των ενοίκων του, οι οποίες όλες μαζί συνιστούν τη μεγάλη ιστορία του κόσμου, από το πέρασμα του 20ού στον 21ο αιώνα.

Οι σημερινοί διάδοχοι του Ούλριχ είναι υποχρεωμένοι να συνάψουν όποιους δεσμούς θελήσουν να χρησιμοποιήσουν με τον υπόλοιπο κόσμο, με τις δικές τους προσπάθειες. «Αδέσμευτοι, πρέπει να συνδεθούν», κατά τον Μπάουμαν,[2] συγκροτώντας προσωρινές και γι’ αυτό εύθραυστες συλλογικότητες, οιονεί ελευθεριακές κοινότητες όπου η ετερότητα μπορεί να υπάρχει ελεύθερα και να ανασχηματίζεται διαρκώς, αφού δεν υφίστανται διοικητικοί μηχανισμοί που να θέτουν δεσμευτικούς κανόνες και περιορισμούς. Μια τέτοια κοινότητα φαντάζεται (ή μήπως όχι;) ότι ανακάλυψε η “la dama de Neapolis Exarchion”, διακατεχόμενη αναμφίβολα από μια δόση ουτοπισμού, με την έννοια ότι οραματίζεται και παλεύει για κάτι καλύτερο, για έναν κόσμο δίχως σύνορα εσωτερικά.

 

Πού είναι το σπίτι μας

Η πρωταγωνίστρια στο τέλος επιστρέφει στην Ελλάδα αλλά πολύ σύντομα συνειδητοποιεί πως δεν ανήκει πουθενά, γι’ αυτό, γράφοντας για να μην τρελαθεί, επιστρέφει στο Sarah en Berlin, εκεί όπου άρχισαν όλα, σ’ αυτό το «εκεί» το οποίο σε λίγο θα κληθεί αναγκαστικά να εγκαταλείψει μαζί με τους άλλους, τους νέους ενοίκους του, γιατί το Sarah en Berlin είμαστε τελικά εμείς, το σπίτι που το κουβαλάμε πάνω μας, η πατρίδα και η ρευστή ταυτότητα που ορίζουν αυτόνομα τα ίδια τα πρόσωπα, με υλικά που περιέχουν τα πάντα, μια κατάσταση αταξίας αλλά έμπλεη από ενδεχόμενα τάξης, η οποία λειτουργεί ως πιθανότητα διάνοιξης ενός ευρέος πεδίου δυνατοτήτων απελευθερωτικών της ανθρώπινης επινοητικότητας, καθώς ως πυρήνες ελευθερίας επιτρέπουν και συμβάλλουν στην ύπαρξη ποικιλίας και στην αύξηση της ετερογένειας.

Είναι το δεύτερο βιβλίο που διαβάζω φέτος με θέμα το σπίτι ως δοχείο ζωής, μετά το Χωλ της Χανδρινού. Θα έλεγα πως και στις δύο περιπτώσεις είναι έκδηλη η πρόθεση των συγγραφέων τους να αποτυπώσουν τις τεκτονικές αλλαγές που συντελούνται στον δημόσιο, άρα και στον ιδιωτικό χώρο, εστιάζοντας το βλέμμα τους εκεί όπου ενσωματώνεται το κοινωνικό habitus κάθε εποχής, ώστε να κατανοήσουν(;) τη ρευστότητα, την ευθραυστότητα και το ευμετάβλητο των σχέσεων, με όλες τις αισθήσεις τους σε εγρήγορση.

Η Καρυωτάκη επιλέγει ως φόρμα γραφής αυτή τη φορά τον ημερολογιακό τρόπο αφήγησης, τη φόρμα που γνωρίσαμε τη δεκαετία του 1930 μέσω του Αντρέ Ζιντ, την οποία μελέτησε σε βάθος η Αλεξάνδρα Σαμουήλ στο βιβλίο της Ο βυθός του καθρέφτη: Ο Andrè Gide και η ημερολογιακή μυθοπλασία στην Ελλάδα (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1998). Η Καρυωτάκη, δεξιοτεχνικά, σοφιλιάζει τον ιδιότυπο μοντερνισμό του Ζιντ με τις παρακαταθήκες της μεταμυθοπλασίας, βάζοντας στο κέντρο του ενδιαφέροντός της τον ίδιο το συγγραφέα και τη διαδικασία της γραφής. Με αυτόν τον τρόπο η εστίαση μεταβάλλεται, η προσοχή στρέφεται από την ιστορία στην αφήγηση, ενώ με το τέχνασμα του mise en abyme εικονογραφείται μέσα στο κείμενο η ίδια η δημιουργία του συγκεκριμένου κειμένου, γεγονός που επιτρέπει στον αναγνώστη να εισέλθει στα ενδότερα του συγγραφικού εργαστηρίου και να γνωρίσει τα όρια της γλώσσας.  

Κοντολογίς, τη στιγμή που η Καρυωτάκη αγωνιά για την ανεστιότητα του κόσμου, την ίδια στιγμή αγωνιά και για το πρόβλημα της γραφής. Άλλωστε, πραγματικότητα και γραφή δίδυμα αδέλφια είναι. Η μια μεταγγίζει το αίμα της στην άλλη. Δεν γίνεται αλλιώς. Υπηρετώντας η συγγραφέας με τον δικό της τρόπο τη λεγόμενη «λογοτεχνία της αστικής περιπλάνησης», ψυχογραφεί τις ποικίλες όψεις της καθημερινότητας μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής μητρόπολης, στο υπέδαφος της οποίας κυλούν τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα (ναζιστική θηριωδία, Άνοιξη της Πράγας, Πτώση του Τείχους) που το δίχως άλλο μας έχουν καθορίσει.

 

[1] Σταυρίδης, Στ., 2010, Μετέωροι χώροι της ετερότητας, Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

[2] Μπάουμαν, Ζ., 2007, Ρευστή αγάπη. Για την ευθραυστότητα των ανθρώπινων δεσμών, μτφρ. Γ. Καράμπελας. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.