Σύνδεση συνδρομητών

Τα θεμέλια της ελευθερίας

Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2021 01:00
Σύγκρουση αντίπαλων φαλάγγων, παράσταση σε μελανόμορφο αττικό αμφορέα, περ. 560 π.Χ. Κρατική Αρχαιολογική Συλλογή Μονάχου.
Bibi Saint-Pol / Staatliche Antikensammlungen
Σύγκρουση αντίπαλων φαλάγγων, παράσταση σε μελανόμορφο αττικό αμφορέα, περ. 560 π.Χ. Κρατική Αρχαιολογική Συλλογή Μονάχου.

Christian Meier, Ένας πολιτισμός ελευθερίας: Η αρχαία Ελλάδα και οι απαρχές της Ευρώπης, μετάφραση από τα γερμανικά: Αννέτε Φώσβινκελ, επιστημονική επιμέλεια και επίμετρο: Δημήτρης Κυρτάτας, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2019, 390 σελ.[*]

Ο Κρίστιαν Μάιερ έγραψε το βιβλίο του Ένας πολιτισμός ελευθερίας με τη σκέψη στραμμένη στο παρόν και το μέλλον. Το παρελθόν τον ενδιαφέρει πρωτίστως για την επικαιρότητά του και για τον τρόπο με τον οποίο επηρέασε και επηρεάζει την πολιτική και τον πολιτισμό στη σύγχρονη Ευρώπη και, γενικότερα, τον σύγχρονο κόσμο. Θέτει έτσι ερωτήματα που μας αφορούν σήμερα και που θα μας απασχολήσουν αύριο. (τεύχος 124)

Δύσκολα θα φανταζόμουν καλύτερη εκδοτική επιλογή για το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων από το βιβλίο του Κρίστιαν Μάγιερ, Ένας πολιτισμός ελευθερίας – ιδιαίτερα αυτή την εποχή που η ευρωπαϊκή προοπτική βρίσκεται μπροστά σε μεγάλες προκλήσεις. Με την ιστορική του οπτική, το βιβλίο αυτό αναμοχλεύει επίκαιρα πολιτικά προβλήματα, υποδεικνύοντας τις απαρχές τους στον κόσμο των αρχαίων Ελλήνων. Διαβάζοντάς το δεν το βρήκα απλώς ταιριαστό για τους καιρούς μας, αλλά επίσης συναρπαστικό.

Βαθύς γνώστης της ελληνικής αρχαιότητας, ο Μάγιερ την επανεξετάζει για πολλοστή φορά με ειλικρινή περιέργεια και απορία. Είναι ίσως καλύτερα να πούμε ότι την επανεξετάζει με αγωνία. Δεν προσπαθεί απλώς να βάλει σε τάξη διάσπαρτες και αποσπασματικές πληροφορίες. Προσπαθεί να τις κατανοήσει, δίνοντάς τους νέα ζωή και βιώνοντας μάλιστα ο ίδιος, όσο μπορεί, τα πάθη και τις εντάσεις ενός μακρινού κόσμου.

Ο Μάγιερ μας προσκαλεί να στρέψουμε την προσοχή μας, όχι στην κλασική εποχή, αυτήν που θαύμαζε ήδη ο Κικέρων, αλλά σε μια προγενέστερη περίοδο που έχουμε μάθει να αποκαλούμε αρχαϊκή, επειδή ακριβώς προετοίμασε τον δρόμο προς το απολύτως αρχαίο, δηλαδή το κλασικό.

 

Η αρχαϊκή εποχή

Το εντυπωσιακό με την αρχαϊκή αυτή εποχή είναι ότι αναδύθηκε εντελώς ξαφνικά μέσα από ένα μακρύ σκοτάδι για το οποίο γνωρίζουμε ελάχιστα. Κι ωστόσο, τη στιγμή ακριβώς που αναδύθηκε, η αρχαϊκή Ελλάδα διέθετε ήδη έναν υψηλό και εγγράμματο πολιτισμό με θεμέλια τα ομηρικά και ησιόδεια έπη. Σχετικά σύντομα μάλιστα ακολούθησε η λυρική φωνή της Σαπφώς και η φιλοσοφημένη ποίηση του Σόλωνα. Ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι ότι τη στιγμή που αναδύθηκε η αρχαϊκή Ελλάδα υπήρχαν ήδη πλήθος αυτόνομες πόλεις όπως η Σπάρτη, το Άργος, η Ερέτρια, η Χαλκίδα, η Κόρινθος, τα Μέγαρα και η Αθήνα. Οι πόλεις αυτές συμμετείχαν σ’ έναν κοινό πολιτισμό, ενώ ταυτοχρόνως ανταγωνίζονταν η μια την άλλη, πολεμώντας κάποτε αδυσώπητα και λυσσαλέα μεταξύ τους για μιαν εύφορη κοιλάδα ή για ένα κοπάδι πρόβατα.

Η συνύπαρξη ενός κοινού πολιτισμού με έναν ακραίο πολιτικό κατακερματισμό μάς προβληματίζει. Πώς ήταν ποτέ δυνατόν, αναρωτιόμαστε, να συγκρούονταν έτσι προκλητικά μεταξύ τους πόλεις που διεκδικούσαν τον Όμηρο ως δικό τους τέκνο. Θα πρέπει ωστόσο να λαμβάνουμε υπόψη μας ότι η αρχαϊκή Ελλάδα αναδύθηκε χωρίς σοβαρούς εξωτερικούς αντιπάλους. Όλες οι υπερδυνάμεις της Ανατολής είχαν από καιρό αλληλοεξοντωθεί και παρακμάσει, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο στους Έλληνες να οικοδομούν τις μικρές, ανεξάρτητες κοινότητές τους σε κάθε κοιλάδα, σε κάθε παραγωγικό κάμπο και σε κάθε εύφορη βουνοπλαγιά – μοναδικές προϋποθέσεις ήταν το άφθονο νερό και η εγγύτητα στη θάλασσα. Και ακόμα σημαντικότερο, οι παρηκμασμένες υπερδυνάμεις άφηναν στους Έλληνες ανοιχτό το πεδίο να εξαπλωθούν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Μεσογείου και του Εύξεινου Πόντου, με μοναδική εξαίρεση τα παράλια της Αιγύπτου, που διέθετε ακόμα επαρκή συνοχή για να υπερασπιστεί τα εδάφη της.

Στρέφοντας την προσοχή του στο εσωτερικό αυτών των πολλών μικρών και αυτόνομων κοινοτήτων, ο Μάγιερ εξετάζει την καθημερινή ζωή, την παραγωγή και το εμπόριο. Τον ενδιαφέρουν όμως κυρίως οι κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις των κατοίκων τους, η τέχνη τους και ο πολιτισμός τους. Αναρωτιέται έτσι, επίμονα, πώς κατάφερναν να επιβιώνουν, να ισορροπούν και να συνυπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, κάτοχοι μεγάλων ιδιοκτησιών και κάτοχοι μικρών κλήρων, ευγενείς και κοινοί θνητοί, μορφωμένοι και αμόρφωτοι. Οι ευγενείς ανταγωνίζονταν μεταξύ τους για να εξασφαλίζουν τα πατροπαράδοτα οικονομικά και πολιτικά τους δικαιώματα, οι εύποροι αγρότες διεκδικούσαν μεγαλύτερο πλούτο και μερίδιο στην πολιτική εξουσία, οι φτωχοί μοχθούσαν για να διασώσουν τους μικρούς τους κλήρους, οι υποδουλωμένοι από τα χρέη τους αγωνίζονταν για να ανακτήσουν την ελευθερία τους.

Το αποτέλεσμα αυτών των συγκρούσεων ήταν διαρκείς πολιτικές και κοινωνικές αναταραχές, παρεμβάσεις τυράννων, φόνοι και εξορίες. Αλλά ταυτοχρόνως συμβιβασμοί, συμμαχίες και υποχωρήσεις. Και κυρίως, επινόηση νέων, πρωτόγνωρων θεσμών και νόμων. Οι ελληνικές πόλεις δεν κινδύνευαν από μακρινές υπερδυνάμεις⸱ όφειλαν ωστόσο να προστατευθούν από τις διαρκείς διεκδικήσεις των ομόφυλων γειτόνων τους. Δεν είχαν λοιπόν το περιθώριο διάλυσης ή κατάρρευσης. Χρειάζονταν επαρκή σύμπνοια των ευγενών με τους ιδιοκτήτες γης που μπορούσαν να οπλιστούν, καθώς και επαρκή ανοχή από τους φτωχούς αγρότες. Η ελευθερία την οποία ψηλαφεί ο Μάγιερ επινοήθηκε στη διασταύρωση ενός σφοδρού ανταγωνισμού και της αναζήτησης βιώσιμων ισορροπιών.

Η ελευθερία είναι σήμερα μια έννοια τόσο οικεία και τόσο τιμημένη που μας κάνει να λησμονούμε τα αυτονόητα: δεν ήταν πάντα δεδομένη και δεν είναι ποτέ ολοκληρωμένη. Ακόμα και σήμερα, η ελευθερία των γυναικών είναι υπό διαπραγμάτευση, η ελευθερία των φυλών υπό όρους και η ελευθερία των εθνών υπό αμφισβήτηση. Ας το διευκρινίσουμε λοιπόν εξαρχής: Η ελευθερία των αρχαίων Ελλήνων για την οποία μας ομιλεί ο Μάγιερ δεν είχε σχέση με την κατάργηση της δουλείας, ούτε με το ελεύθερο εμπόριο, αλλά ούτε και με τα ατομικά δικαιώματα. Δεν ήταν καθολική ούτε γενικευμένη. Αφορούσε αποκλειστικώς έναν ευρύ κύκλο ανδρών. Επρόκειτο ωστόσο για μια πρωτόγνωρη ιστορική κατάκτηση και, έτσι, για μιαν ιστορική τομή.

 

Ο πόλεμος και η πολιτική

Οι ελληνικές πόλεις αναδύθηκαν την αρχαϊκή εποχή χωρίς ισχυρούς βασιλείς ή άλλες ισχυρές εξουσίες, με πολλούς ευγενείς η καθεμιά που προσπαθούσαν να τις διοικήσουν και να τις κυβερνήσουν. Για να επιτευχθεί μια επαρκής ισορροπία ήταν αναγκαίο να επινοηθούν θεσμοί, ικανοί να βάλουν τάξη στους ανταγωνισμούς και να θέσουν όρια στις διαμάχες. Επιβλήθηκε έτσι, για πρώτη φορά, η αρχή της πλειοψηφίας. Η αρχή της διαβούλευσης έγινε κανόνας. Τα αξιώματα αναλαμβάνονταν για ορισμένο χρόνο, συνήθως ένα έτος. Οι άρχοντες ορκίζονταν πριν αναλάβουν μια εξουσία και λογοδοτούσαν όταν την παρέδιδαν. Η εναλλαγή στην εξουσία γινόταν κάποτε υποχρεωτική. Για να ενδυναμωθούν απέναντι στους εχθρούς τους, οι πόλεις παραχωρούσαν σταδιακά πολιτικά δικαιώματα σε όλο και περισσότερους πολίτες. Οι αρχαίοι Έλληνες επινόησαν την πολιτική με θεσμούς, νόμους και κανόνες, επειδή αποστρέφονταν την εξουσία του ενός ανδρός και επειδή είχαν μικρή ανοχή προς τους επίδοξους τυράννους. Και όποτε επιβλήθηκαν τυραννίες, απέτυχαν όλες να μεταβληθούν, όπως επιθυμούσαν, σε κληρονομικές βασιλείες.

Πολύ σημαντικό ρόλο στις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις της αρχαϊκής εποχής έπαιζε πάντα ο πόλεμος. Οι Έλληνες, στη μία πόλη μετά την άλλη, έμαθαν να πολεμούν με τους σχηματισμούς της φάλαγγας. Με εξαίρεση τη Σπάρτη, τα έξοδα για τον βαρύ οπλισμό τα αναλάμβαναν συνήθως οι ίδιοι οι οπλίτες και η αναγκαία εκγύμναση ήταν προσωπική τους υπόθεση. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, η φάλαγγα επέβαλε ένα στοιχείο ισότητας. Την ώρα της σύγκρουσης, οι ευγενείς δεν είχαν κάποιον ξεχωριστό ρόλο να παίξουν. Επιφανείς και αφανείς εντάσσονταν όλοι στις σφιχτοδεμένες σειρές των πολεμιστών, αναλαμβάνοντας τους ίδιους κινδύνους και πειθαρχώντας στους ίδιους κανόνες.

Οι απλοί αγρότες αναβαθμίστηκαν απλώς και μόνο με το πλήθος τους και την αποφασιστικότητά τους. Σύντομα άρχισαν να διεκδικούν μερίδιο στην πολιτική εξουσία. Εξίσου σημαντικά ήταν τα κοινωνικά και τα οικονομικά τους προνόμια, καθώς η προκοπή και η ευημερία τους συνέφερε ολόκληρη την πόλη. Μια υπέρμετρη εκμετάλλευση και καταπίεση των αγροτών θα είχε μοιραίο αντίκτυπο την αποδυνάμωση της φάλαγγας και, έτσι, την αποδυνάμωση της στρατιωτικής ισχύος. Οι ανάγκες του πολέμου ανάδειξαν επίσης τη σημασία της παλαίστρας και της αγοράς. Οι συζητήσεις στο κέντρο των πόλεων έγιναν καθημερινές και οι ρήτορες άρχισαν να καταλαμβάνουν κεντρική θέση στον δημόσιο βίο.

Από τον πλούσιο προβληματισμό του βιβλίου, θα σταθώ σε ένα παράδειγμα που μου φάνηκε χαρακτηριστικό. Η αρχαϊκή εποχή μας διασώζει πλήθος επιβλητικά αγάλματα που αποκαλούμε κούρους. Πρόκειται για γυμνούς εφήβους με ιδανική σωματική διάπλαση, με απόλυτη αυτοπεποίθηση, δυναμικούς και κυρίαρχους του εαυτού τους. Όποιος τους βλέπει αντιλαμβάνεται ότι μια μέρα θα δημιουργήσουν τη δική τους οικογένεια, θα γίνουν αρχηγοί του οίκου τους, θα διαχειριστούν την οικογενειακή περιουσία και θα διεκδικήσουν πολιτικά και στρατιωτικά αξιώματα. Εμφανίζονται ωστόσο χωρίς κανένα διακριτικό, χωρίς κανένα στολίδι, χωρίς ένδειξη του οικογενειακού τους πλούτου ή της ατομικής τους υπεροχής. Απεναντίας, είναι όλοι ίδιοι, με την ίδια κόμη και το ίδιο μειδίαμα. Ακόμα και οι οικείοι τους θα αδυνατούσαν να τους ξεχωρίσουν και να υποδείξουν το μέλος της δικής τους οικογένειας.

Από τους εφήβους που απεικονίζονται ως κούροι κάποιοι έμελλε να διακριθούν και να δοξαστούν από τις πόλεις τους, κάποιοι να αναδειχτούν άρχοντες και κάποιοι να καθοδηγήσουν στρατεύματα. Αλλά στα αγάλματά τους εμφανίζονται ως απολύτως ίσοι και ισοδύναμοι. Το ιδανικό που επιδεικνύουν με τα σώματα και την έκφρασή τους είναι η αγωνιστική τους διάθεση. Αλλά και σε μεταγενέστερους χρόνους, στη γλυπτική και στη ζωγραφική, εικονίζονται συχνά γυμνοί οπλίτες μόνο με την ασπίδα, το κράνος και το δόρυ τους. Ακόμα και όταν πολεμούν, παριστάνονται κάποτε ως αθλητές του οπλιτόδρομου.

Αν κάτι χαρακτηρίζει την αρχαϊκή εποχή είναι, σύμφωνα με τον Μάγιερ, το αγωνιστικό ιδεώδες που μπορούσε να θέσει όρια στους καταστροφικούς ανταγωνισμούς και τις συγκρούσεις, μετατρέποντας τα πάντα σε άθλημα. Ήδη, στον κόσμο των ομηρικών επών, οι πολεμιστές θα διακόψουν τις αιματηρές συγκρούσεις για να πάρουν μέρος σε αναίμακτους αγώνες. Στις δημόσιες συζητήσεις οι πολίτες θα συναγωνιστούν για την ευγλωττία τους και θα επικαλεστούν τα κατορθώματά τους. Στον ιδιωτικό τους βίο θα επιδείξουν τα δώρα που έλαβαν ως ένδειξη άριστης φιλοξενίας. Για να διεκδικήσει την πολύφερνη νύφη, ο επίδοξος γαμπρός θα επιδιώξει να ξεχωρίσει στον χορό και το τραγούδι. Στις εορταστικές εκδηλώσεις θα διαγωνιστούν αθλητές, ρήτορες και ποιητές. Στις δίκες θα βραβευτούν οι δικαστές που θα διατυπώσουν τις ορθότερες κρίσεις. Όταν οι αρχαϊκές πόλεις αντιμετώπιζαν υπέρμετρα προβλήματα καλούσαν τον καλύτερο νομοθέτη και υποτάσσονταν στις υποδείξεις του. Πολλές δύσκολες υποθέσεις αναλάμβαναν να τις διαχειριστούν διαιτητές. Για την κατανόηση της φύσης συναγωνίζονταν μεταξύ τους οι σοφοί.

Μια ωραία περιγραφή αυτής της νοοτροπίας βρίσκει ο Μάγιερ στις διατυπώσεις του Ησιόδου. Πρόκειται για την εξιδανίκευση της αγαθής έριδος, που κάνει τον αγρότη να λαχταράει τη δουλειά του βλέποντας τον άλλο αγρότη να πλουτίζει οργώνοντας, φυτεύοντας και φροντίζοντας το σπιτικό του. Την έριδα που κάνει τον γείτονα να ζηλεύει τον γείτονα, που κάνει τον κεραμέα να ζηλεύει τον κεραμέα, τον τεχνίτη να ζηλεύει τον τεχνίτη, τον ζητιάνο να ζηλεύει τον ζητιάνο, τον τραγουδιστή να ζηλεύει τον τραγουδιστή. Την έριδα που επιθυμεί να τους κάνει όλους καλύτερους και ικανότερους.

Σε αυτό το αγωνιστικό ιδεώδες βλέπει ο Μάγιερ τις απαρχές της ελευθερίας. Σ’ ένα ιδεώδες που προσπαθούσε να βάλει κανόνες, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό βίο. Η υπερβολική επίδειξη έπρεπε να μετριαστεί. Η υπερβολική βία να κατασταλεί. Η αλαζονεία να καυτηριαστεί. Ακόμα και οι πόλεμοι διακόπτονταν για να τελεστούν αθλητικοί αγώνες και οι πόλεις γκρέμιζαν μέρος των τειχών τους για να υποδεχτούν τους μεγάλους νικητές.

Βρισκόμαστε ασφαλώς πολύ μακριά ακόμα από την κλασική αθηναϊκή δημοκρατία. Αλλά κατανοούμε τον δρόμο που οδήγησε σε αυτήν. Κατανοούμε τους μηχανισμούς και τους συσχετισμούς που την έκαναν εφικτή. Αποδεχόμενοι την αρχή της πλειοψηφίας, την εναλλαγή στην εξουσία και τους κανόνες μιας χρηστής διακυβέρνησης, οι ευγενείς και οι πλούσιοι αγρότες είχαν θέσει γερά θεμέλια στην άσκηση της πολιτικής. Οι φτωχότεροι αγρότες, ακόμα και οι άκληροι, με τη συμμετοχή τους στους πολέμους της πόλεως, διεκδίκησαν και πέτυχαν να γίνουν κάποια στιγμή σχεδόν ισότιμα μέλη του πολιτικού κλαμπ των προνομιούχων. Διεκδίκησαν και πέτυχαν το δικαίωμα να συμμετέχουν και αυτοί όχι μόνο στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων αλλά και στη διαμόρφωση των κανόνων χρηστής διακυβέρνησης.

Η ελευθερία των αρχαίων Ελλήνων δεν αποσκοπούσε στην οικονομική ισότητα, ούτε άλλωστε στην κατάργηση των κοινωνικών διακρίσεων. Δεν ήταν ένα πανανθρώπινο δικαίωμα. Ήταν μια υπόθεση πολιτών και μάλιστα πολύ περιορισμένη με τα σημερινά μέτρα. Έβαζε όμως τα θεμέλια ενός ιδανικού που έμελλε να έχει μακρά ιστορία. Επρόκειτο πάνω απ’ όλα για την ελευθερία της επινόησης και της επιλογής όχι μόνο νόμων και θεσμών διακυβέρνησης αλλά και του κατάλληλου τρόπου ζωής, που επέτρεπε στις πόλεις να δυναμώνουν και στους πολίτες να ευημερούν.

Γι’ αυτό είμαστε υποχρεωμένοι στον θαλερό Κρίστιαν Μάγιερ που πλησιάζει πλέον το 93ο έτος της ηλικίας του συνεχίζοντας ακάματος τον αγώνα του για να καταστήσει την ιστορική ενημέρωση θεμέλιο της πολιτικής συμμετοχής. Υποχρεωμένοι επίσης στο Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων και τους συνεργάτες του για την επιλογή του συγκεκριμένου βιβλίου, καθώς και στην Αννέτε Φώσβινκελ που παρέλαβε ένα γερμανικό κείμενο και μας παρέδωσε έναν ρέοντα και ζωντανό ελληνικό λόγο.

 

 

[*] Το κείμενο αυτό διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου που έγινε στις 29 Σεπτεμβρίου 2021. Στην παρουσίαση συμμετείχαν επίσης ο Παντελής Μπουκάλας, ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου και η Αννέτε Φώσβινκελ.

Δημήτρης Ι. Κυρτάτας

Καθηγητής αρχαίας ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Βιβλία του: Ιερείς και προφήτες: Η παραγωγή και η διαχείριση του δόγματος στον πρώιμο χριστιανισμό (2000), Κατακτώντας την αρχαιότητα: Ιστοριογραφικές διαδρομές (2002), Απόκρυφες ιστορίες, μύθοι και θρύλοι από τον κόσμο των πρώτων χριστιανών (2003), Η ελληνική αρχαιότητα: Πόλεμος, πολιτική, πολιτισμός (με τον Σπύρο Ράγκο, 2010), 666: Ο αριθμός του βιβλίου (2010), Ο Διόνυσος στην Άνδρο ή οι μεταμορφώσεις ενός μύθου (2012), Μαθήματα από την αθηναϊκή δημοκρατία (2014), Το παράπονο της Βρισηίδας (2015).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.