Σύνδεση συνδρομητών

Ο καθρέφτης και το μαχαίρι

Τρίτη, 20 Απριλίου 2021 23:05
O Φράνκο εισέρχεται με στρατιωτική πομπή στο Σαν Σεμπάστιαν, το 1939. Είχε νικήσει τον πόλεμο.
Pascual Marín / Marín Collection / Kutxa Fototeka
O Φράνκο εισέρχεται με στρατιωτική πομπή στο Σαν Σεμπάστιαν, το 1939. Είχε νικήσει τον πόλεμο.

Δημήτρης Ε. Φιλιππής, Ισπανικός εμφύλιος (1936-1939). Διαίρεση, διχόνοια και διχασμός στην Ισπανία του 20ού αιώνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2020, 222 σελ.

Τι ξέρουμε για την Ισπανία και την ιστορία της; Πόσο η τελευταία μοιάζει με την ελληνική; Τι περιλαμβάνει η γνώση των Νεοελλήνων για τον ισπανικό 20ό αιώνα; Γνωρίζουν, άραγε, οι έλληνες οπαδοί της Μπαρτσελόνα σε πόσες περιπέτειες ενεπλάκη η ομάδα τους μετά το 1939 εξαιτίας πολιτικών σκοπιμοτήτων, φτάνοντας επανειλημμένα στα πρόθυρα της διάλυσης από το καθεστώς; Γνωρίζουν, οι αντίστοιχοι της Ρεάλ, πώς ακριβώς η ομάδα της Μαδρίτης έπαψε και ξανάρχισε να ονομάζεται «βασίλισσα»; Οι απαντήσεις, και πολλές ακόμα σε διάφορες ερωτήσεις, στο τελευταίο βιβλίο του ιστορικού της Ισπανίας, Δημήτρη Φιλιππή.

Ένα έθνος πρέπει πρώτα να θυμηθεί για να μπορέσει κατόπιν να ξεχάσει. Στην Ισπανία, μόλις τώρα (2005) αρχίζει να αναπτύσσεται η δημόσια συζήτηση για εκείνον τον πόλεμο και την έκβασή του. Το τελευταίο άγαλμα του Φράνκο στη Μαδρίτη αποκαθηλώθηκε ήσυχα την αυγή της 17ης Μαρτίου 2005 μπροστά σε καμιά εκατοστή ανθρώπους που παρακολουθούσαν.[1]

Η πρώτη ανάγνωση του βιβλίου στο οποίο θα αναφερθεί το παρόν κείμενο δημιούργησε στον γράφοντα μια εικόνα παρόμοια με αυτήν του τίτλου ενός βιβλίου του Μάνου Χατζιδάκι, το οποίο επιγράφεται Ο καθρέφτης και το μαχαίρι. Αυτό, επειδή ο συγγραφέας πρόβαλε την Ισπανία, την χώρα για την οποία γράφει, σε έναν καθρέφτη, δείχνοντάς της πώς βλέπει τον εαυτό της, ενώ με ένα εγχειρίδιο άνοιξε (αναίμακτα, αλλά με λόγο χειρουργικής ακρίβειας) το «σώμα» της γραφής που δημιουργήθηκε στη γλώσσα αυτής της χώρας. Με τις επόμενες αναγνώσεις, η αίσθηση αυτή δυνάμωνε συνεχώς. Εκτός από τον τίτλο, το βιβλίο του Χατζιδάκι, καθώς το είχα δίπλα μου, άφησε στο περιθώριο του σχεδιάσματος που προηγήθηκε αυτού του κειμένου, μια χούφτα λέξεις. Λες κι ήθελε να σχολιάσει την Ισπανία, τον πόλεμό της κι εμάς: «η αληθινή ζωή είναι σαν χίλιες επαναλαμβανόμενες στιγμές θανάτου. Ζούμε ξανά τον βίο μας σε μια μοναδική στιγμή. Μόνο που ο θάνατος θ’ αναβληθεί άπειρες φορές, ώσπου να ’ρθει η τελική αναμέτρηση και η οριστική αποδοχή του ονείρου».[2] Ή του εφιάλτη, σκέφτομαι… 

Μια προσωπική παρέκβαση. Δωδεκάχρονος το 1978, θαυμάζοντας τον Μίμη Δομάζο, ηγέτη του ΠΑΟ, ανακάλυψα πως η Βίκυ Μοσχολιού, σύζυγός του, τραγουδούσε για την Ισπανία. «Πέφτει η Μαδρίτη, παντού φαλαγγίτες / Ριβέρα και Φράνκο / χαφιέδες κι αλήτες / κι εσύ νιώθεις ξένος / γελάς μεθυσμένος / και λες “τι με νοιάζει για τους Ισπανούς;” /  Πέφτει η Μαδρίτη / κι ο κόσμος λουφάζει / κι ο Χίτλερ, Νταχάου και φούρνους ’τοιμάζει / κι εσύ νιώθεις ξένος / γελάς βολεμένος / και λες “τι με νοιάζει για τους Γερμανούς;”».[3] Δεν περιλαμβανόταν κάτι σχετικό στα σχολικά μας βιβλία. Έμεινα με την απορία, που λύθηκε μερικά χρόνια αργότερα, όταν –φοιτητής πια– αποκτούσα πικάπ και δίσκους βινυλίου. Το τραγούδι μιλούσε (και) για τον Ισπανικό Εμφύλιο.

Φοιτητής ήμουν ακόμη, όταν αξιώθηκα να δω, σε ένα αφιέρωμα μιας Κινηματογραφικής Λέσχης, από αυτές που εξέλιπαν πια, την εμβληματικότερη από όσες ταινίες γυρίστηκαν σχετικά με τον Ισπανικό Εμφύλιο. Μια ταινία του 1943, το Για ποιον χτυπάει η καμπάνα[4].

Πέρασαν τα χρόνια κι η Ιστορία έγινε αγάπη ζωής. Η ελληνική ιστορία, ο Εμφύλιος. Η Ισπανία κι ο δικός της πόλεμος, μια ευκαιρία για εμπλουτισμό των γνώσεων και μια παράλληλη ανάγνωση, με αφορμή μια διδακτορική διατριβή εν εξελίξει κι ένα βιβλίο ενός συμμαχητή στη μελέτη.[5]

Εδώ, μια φιλοπαίγμων πινελιά. Στον παιδικό σταθμό, ένα από τα παιδιά μου, προ ετών, μάθαινε ένα παιχνιδοτράγουδο, συνοδευόμενο από κινήσεις. Τα λόγια, μια ισπανική –στερεοτυπικά μεσογειακή– εικόνα, μακριά απ’ αυτές του Εμφυλίου: «Μακριά στην Ισπανία, ολέ! / Έχει ψηλά βουνά και θάλασσα πλατιά. / Και ήλιο λαμπερό και τι κρασί καλό. / Κιθάρες τραγουδούν κι οι ταυρομάχοι ορμούν». Εκεί σταματά ακόμη η σχέση των Ελληνοπαίδων με τα της Ισπανίας, εξαιρουμένης της ενασχόλησης με την Μπαρτσελόνα ή τη Ρεάλ…

Επιστροφή στην άλλη Ισπανία. Στην Ισπανία της Ιστορίας. Στην Ιστορία της Ισπανίας.

 

Η Ισπανία που δεν ξέρουμε

Τι ξέρουμε για την Ισπανία και την ιστορία της; Πόσο η τελευταία μοιάζει με την ελληνική; Τι περιλαμβάνει η γνώση των Νεοελλήνων για τον ισπανικό 20ό αιώνα; Γνωρίζουν, άραγε, οι έλληνες οπαδοί της Μπαρτσελόνα σε πόσες περιπέτειες ενεπλάκη η ομάδα τους μετά το 1939 εξαιτίας πολιτικών σκοπιμοτήτων, φτάνοντας επανειλημμένα στα πρόθυρα της διάλυσης από το καθεστώς; Γνωρίζουν, οι αντίστοιχοι της Ρεάλ, πώς ακριβώς η ομάδα της Μαδρίτης έπαψε και ξανάρχισε να ονομάζεται «βασίλισσα»;

Πριν ξεκινήσει η συγγραφή του παρόντος κειμένου, ανέτρεξα στις βιβλιοθήκες φίλων αλλά και στις γνώσεις συνομηλίκων, ελαφρώς πρεσβυτέρων αλλά και ελαφρώς νεότερων, γεννημένων μεταξύ 1960 και 1974, αναζητώντας εκδόσεις για τον Ισπανικό Εμφύλιο. Επίσης, άντλησα πληροφορίες για τη γνώση και την εποπτεία που διαθέτουν μαθητές αλλά και εκπαιδευτικοί από συναδέλφους στην εκπαίδευση. Τα αποτελέσματα έδειξαν πως –εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων– τα βιβλία που υπάρχουν σε οικιακές βιβλιοθήκες για τον 20ό αιώνα της Ισπανίας, και δη τον Ισπανικό Εμφύλιο, είναι από ευάριθμα έως ανύπαρκτα. Οι γνώσεις των γεννημένων προ του 1974 είναι γενικές και βαίνουν ελαττούμενες όσο οι ηλικίες γίνονται μικρότερες. Στην εκπαίδευση, εκτός και πάλι λιγοστών εξαιρέσεων, το σκηνικό είναι παρόμοιο.

Ανατρέχοντας σε πολύτομες εγκυκλοπαίδειες, χαρτώες αλλά και ηλεκτρονικές, από αυτές που διένειμαν κατά καιρούς εφημερίδες (από το 1990 και μέχρι το 2009, οπότε οι κυκλοφορίες καταβυθίστηκαν) και περιοδικά, διαπίστωσα πως σε καμία δεν υπήρχε κάτι περισσότερο από μια αναφορά σε στοιχεία όπως αυτά που μπορεί στις μέρες μας κάποιος να βρει στη Βικιπαίδεια. Εξαίρεση, μεταξύ αυτών που διετίθεντο στο «πλατύ κοινό», αποτέλεσε η σε εβδομαδιαία βάση πωλούμενη το 2006-2007 Πάπυρος Larousse Britannica, η οποία περιλαμβάνει δεκάδες σελίδες για την Ισπανία, μεταξύ των οποίων τρεις που αναφέρονται στον Ισπανικό Εμφύλιο: είναι ουσιαστικά περισσότερες, αφού τα τυπογραφικά στοιχεία είναι πολύ μικρά. Για να μεταβούμε σε ένα άλλο είδος εντύπων, στα ένθετα με ιστορικό περιεχόμενο, μόνο η εβδομαδιαία έκδοση Ιστορικά της εφημερίδας Ελευθεροτυπία αφιέρωσε τεύχος στον Ισπανικό Εμφύλιο, το μακρινό 2000.[6] Σε αυτό, μάλιστα, ο Δημήτρης Φιλιππής, συγγραφέας του βιβλίου για το οποίο θα γίνει λόγος στη συνέχεια, συμμετείχε με την ιδιότητα του δημοσιογράφου και του καθηγητή ισπανικών: η επιστημονική του διαδρομή βρισκόταν ακόμη στα πρώτα της βήματα.[7] Πρόσφατα, στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων από την έκδοσή της, η εφημερίδα Καθημερινή προσέφερε ένθετο με επιλεγμένες σελίδες από την αποστολή του Νίκου Καζαντζάκη στην Ισπανία κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, τον Νοέμβριο του 1936[8]. Ευάριθμες εξαιρέσεις, σε ένα τοπίο κατειλημμένο από εκδόσεις και «προσφορές» αμιγώς ελληνοκεντρικές.

Θα κλείσω αυτό το προλογικό μέρος με την αναφορά μερικών άρθρων σε περιοδικές εκδόσεις, όπως η ανά χείρας αλλά και η κατά πολύ πρεσβύτερη αυτής Ιστορία Εικονογραφημένη. Σε ό,τι αφορά το The Books’ Journal, στα χρόνια που κυκλοφορεί φιλοξένησε δύο εκτενή κείμενα του Φιλιππή σχετικά με πτυχές συναφών με τον Ισπανικό Εμφύλιο θεμάτων[9]. Όσο για την Ιστορία Εικονογραφημένη, αφιέρωσε το 500ό της τεύχος στον Ισπανικό Εμφύλιο, περιλαμβάνοντας κείμενα του Φιλιππή και άλλων ελλήνων ιστορικών σχετικά με πτυχές και όψεις του συγκεκριμένου πολέμου.     

Περνούμε τώρα στο βιβλίο που θα μας απασχολήσει. Χωρίζεται σε τέσσερα κεφάλαια κι ένα Παράρτημα.

Το πρώτο κεφάλαιο («Ο Εμφύλιος συνεχίζεται στα τυπογραφεία») είναι μια επαρκέστατη, διόλου κουραστική ή ανιαρή για τον αναγνώστη παράθεση στοιχείων για τον χάρτινο «πόλεμο μετά τον πόλεμο», με εντυπωσιακή βιβλιογραφική πληρότητα. Όπως αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης, ο Φιλιππής διαθέτει πλήρη εποπτεία των πολλών εκδοχών του γραπτού λόγου σχετικά με τον Ισπανικό Εμφύλιο. Είναι απαλλαγμένος από την «άνυδρη» αντίληψη πολλών ιστορικών πως οι τέχνες δεν μπορούν να εκφράσουν με πληρότητα την εποχή κατά την οποία έζησαν οι δημιουργοί τους, και επιλέγει να αφηγηθεί.

Σύμφωνα με έναν ιστορικό των πολέμων, που όμως επέλεξε να υπερβεί τη λαγνεία της ερμηνείας, «οι ιστορικοί μπορούν, μέσω της ιδιαίτερης μορφής της αφαίρεσης, που είναι γνωστή ως αφήγηση, να αποτυπώσουν την κίνηση μέσα στον χρόνο, κάτι που ένας καλλιτέχνης μπορεί μόνο να υπαινιχθεί».[10] Ακολουθώντας αυτόν τον δρόμο, και ο γράφων το θεωρεί εξαιρετικό «πλουμίδι», ο Φιλιππής προκαλεί όσμωση αυστηρώς ιστορικών τεκμηρίων με άλλες εκδοχές της γραπτής δημιουργίας. Ενσωματώνει στην αφήγησή του αποσπάσματα από ποιήματα και τραγούδια, τα οποία τον καθιστούν ικανό να μιλήσει απλά, «να [τ]ου δοθεί αυτή η χάρη».[11] Χωρίς ίχνος έκπτωσης στην επιστημονική του πληρότητα, μας αποδεικνύει πως έχει «ισπανοποιηθεί». Αρύεται γνώμες και πληροφορίες για τον Ισπανικό Εμφύλιο και από ισπανόφωνους λογοτέχνες εκτός Ισπανίας, όπως ο Μπόρχες: «μόνο ένα πράγμα δεν υπάρχει. Είναι η λήθη». Ο Φιλιππής κάνει αυτόν τον στίχο του αργεντινού συγγραφέα και ποιητή τίτλο μιας ενότητας του κεφαλαίου.

Στο τέλος αυτού, του «αντί προλόγου και εισαγωγής», όπως διευκρινίζεται, πρώτου κεφαλαίου, ο Φιλιππής παρουσιάζει –χωρίς να τα αναλύει ακόμη- τα κεντρικής σημασίας εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν στο βιβλίο: τα τρία Δ. Τη Διχόνοια των κοινωνικών τάξεων, τη Διαίρεση των ισπανικών εθνοτήτων και τον (εθνικό) Διχασμό της Ισπανίας.

  

Εξέγερση και υποταγή

Αν στο πρώτο κεφάλαιο παρουσιάζεται ο «πόλεμος μετά τον πόλεμο», όπως αυτός λαμβάνει –ακόμη και στις μέρες μας– χώρα στον έντυπο στίβο, της ιστοριογραφίας αλλά όχι μόνον, το δεύτερο κεφάλαιο («Η εξέγερση των Ισπανιών – Η υποταγή της Ισπανίας») είναι Ιστορία. Απλώνοντας στις σελίδες μια «σφιχτή» αφήγηση, την οποία ενισχύει με πυκνότατα γραμμένες υποσημειώσεις[12] και βιβλιογραφική τεκμηρίωση, ο Φιλιππής προσφέρει στον αναγνώστη ένα υποδειγματικό κείμενο, ένα πανόραμα όσων συνέβησαν στην Ισπανία από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 21ου (2004). Θα προοικονομήσουμε εδώ αυτό που θα διατρέξει όλο το βιβλίο. Την αναφορά σε δύο Ισπανίες, μία «Δημοκρατική» και μία «Εθνική»: τα εισαγωγικά δεν εμπεριέχουν ειρωνεία, αλλά αυτοπροσδιορισμό των αντιπάλων. Το σημείωσε, σε κείμενο που περιλήφθηκε σε αφιέρωμα στον Ισπανικό Εμφύλιο, ο Κώστας Κατσούδας, με συμμετοχή (και) σε τόμο που επιμελήθηκε ο Φιλιππής.[13] Όπως έγραψε, «το περίφημο στερεότυπο των "δύο Ισπανιών", η εμφάνιση του οποίου αναγόταν στα χρόνια του Πολέμου της Ανεξαρτησίας (1808-1813), είχε πάρει πολιτικό περιεχόμενο».[14] Έξω από τον χώρο της ιστοριογραφίας, αλλά από τον στίβο των ιστοσελίδων, των εντύπων και των τυπογραφείων της εποχής μας, έρχεται μια άλλη προσέγγιση για τις δύο Ισπανίες. «Σε όποιον μείνει λίγες μέρες στην Μαδρίτη είναι σαφές πως υπάρχουν δύο Ισπανίες, δύο διαφορετικοί κόσμοι στην ίδια χώρα – αν υποθέσουμε πως πρόκειται για μια ενιαία χώρα. Θα το καταλάβεις με μια κυριακάτικη βόλτα στο παζάρι του Ράστρο, όπου μπορείς να βρεις ενθύμια για τους νοσταλγούς του Φράνκο ή σημαίες της Republica και μπλουζάκια του Profesor από το Casa de Papel».[15]

Σε αυτό το κεφάλαιο γίνεται μια υποδειγματική τοποθέτηση όσων συνέβαιναν στην Ισπανία στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο, παρέχοντας σύντομες αλλά πυκνές «δόσεις» πληροφόρησης. Αποφεύγεται έτσι «η ατελέσφορη και παραπλανητική υποβάθμιση "της διαλεκτικής του εσωτερικού και του εξωτερικού"»,[16] ενώ ταυτόχρονα αποσοβείται «ο μεγαλύτερος κίνδυνος που ενέχει η συγκριτική προσέγγιση που είναι η αποσυγκειμενοποίηση. Το αντικείμενο της ιστορικής ανάλυσης είναι εγγενώς εξελικτικό και μπορεί να γίνει κατανοητό μόνο μέσα στη δική του χωροχρονική πορεία».[17]

Στη μέση αυτού του κεφαλαίου, αφού διατρέξει τα χρόνια μέχρι την έκρηξη του Ισπανικού Εμφυλίου, ο Φιλιππής διατυπώνει έναν («προτεινόμενο», όπως γράφει) ορισμό τού τι είναι αυτός ο πόλεμος. Η διατύπωσή του είναι εντυπωσιακά πυκνή και με αυτήν ο συγγραφέας επιδιώκει να συσσωματώσει όλες τις πτυχές και όλα τα χαρακτηριστικά της αναμέτρησης. «Ο Ισπανικός Εμφύλιος είναι η σύγκρουση της δεξιάς αντίληψης για την Ισπανία με την αριστερή αντίληψη για τις Ισπανίες και παράλληλα η σύγκρουση αυτών των αριστερών αντιλήψεων μεταξύ τους και της κάθε μιας με τον εαυτό της», γράφει.[18] Η διατύπωση αυτή συναντιέται με όσα γράφει ένας διακεκριμένος ιστορικός του Ισπανικού Εμφυλίου. «Το παράδοξο να είναι οι κομμουνιστές που προσέβλεπαν προς την ΕΣΣΔ, τη χώρα όπου είχε εφαρμοστεί η πιο ενδελεχής κολεκτιβοποίηση στον κόσμο τόσο σφοδροί πολέμιοι της κολεκτιβοποίησης […] ήταν τμήμα μιας μεγαλύτερης παραδοξότητας: οι Ισπανοί κομμουνιστές ήταν εναντίον της επανάστασης και προσπάθησαν να την περιορίσουν. Το κύριο σύνθημά τους ήταν "πρώτα κερδίζουμε τον πόλεμο και μετά κάνουμε την επανάσταση"».[19]

Συνεχίζοντας την αφήγησή του, ο Φιλιππής προχωρά σε μια «σφιχτή» σε περιεχόμενο και έκφραση περιγραφή των μέτρων και των «προσαρμογών» που θεσμοθετήθηκαν μετά την επικράτηση του «Καουντίγιο», όπως ονομάστηκε ο επικεφαλής των νικητών του Εμφυλίου, Φρανθίσκο Φράνκο. Όπως σημειώνει, τέθηκαν εκτός νόμου όλοι οι πολιτικοί και συνδικαλιστικοί φορείς που είχαν στηρίξει το Λαϊκό Μέτωπο, ανεστάλη η ελευθερία της έκφρασης και εγκαταστάθηκε ο θεσμός της κρατικής λογοκρισίας, ακυρώθηκε όλη η νομοθεσία και το σύνολο των δικαστικών αποφάσεων που ελήφθησαν στη διάρκεια της Β΄ Ισπανικής Δημοκρατίας (1931-1936), με ταυτόχρονη επιστροφή του προεμφυλιακού και προ-δημοκρατικού καθεστώτος της «αιώνιας Ισπανίας». Αυτό το τελευταίο, επισημαίνει ο Φιλιππής, έγινε ιδιαίτερα αισθητό με την κατάργηση όλων των διαταγμάτων που αφορούσαν το χωρισμό Κράτους και Εκκλησίας, καθώς και με την κατίσχυση ειδικών και στρατιωτικών δικαστηρίων επί των πολιτικών και διοικητικών αντιστοίχων: θυμήθηκα, διαβάζοντας, το περιβόητο «παρασύνταγμα» της Ελλάδας μετά τον επιχώριο Εμφύλιο.[20] Η αίσθηση για πολιτικούς και κοινωνικούς «βίους παράλληλους» μεταξύ της Ισπανίας και μετά το 1939 και της Ελλάδας, η οποία μετά το 1949 ενισχύθηκε, καθώς οι αράδες διαδέχονταν η μία την άλλη[21] και όσο ο Φιλιππής ολοκλήρωνε την περιγραφή των μέτρων της εκ θεμελίων αποξήλωσης του «κράτους των Ερυθρών». Εκτός από όσα προαναφέρθηκαν, εξασφαλιζόταν η εκκαθάριση του «κρατικού μηχανισμού από τους εχθρούς του Εθνικού Κινήματος διά της πλήρους εξαρθρώσεως του λαϊκού κράτους και της αντιστοίχως πλήρους αποκαταστάσεως και αναδιοργανώσεως του Εθνικού Χριστιανοκαθολικού Κράτους»,[22] καθώς και η επαναδραστηριοποίηση των εκκλησιαστικών σχολείων. Τέλος, η Κοινωνική Πρόνοια (Auxilio Social) αναλάμβανε την ανατροφή, εκπαίδευση και επανένταξη των «ερυθροπαίδων» («hijos de los rojos»), όπως ονομάστηκαν τα παιδιά των ισπανών «συμμοριτών». Σχετικά με αυτά τα τελευταία, ο Φιλιππής γνωρίζει (και) αυτό το θέμα με επάρκεια.[23]

Καθώς η αφήγηση προχωρά, ο συγγραφέας αναφέρεται στην οικονομική πορεία της Ισπανίας, παραθέτοντας στοιχεία για την εντυπωσιακή αύξηση των μεγεθών στη βιομηχανία και στον τουρισμό μεταξύ 1959 και 1975. Επαναλαμβάνοντας πως η αφήγηση αφορά όλες τις πτυχές της διαδρομής της χώρας, επισημαίνω  –ως άμεσα ενδιαφερόμενος, ως ιστορικός– πως το κείμενο δίνει λαβή για σκέψη σχετικά με τον ρόλο της ιστοριογραφίας ως εργαλείου πολιτικής. Αυτό, επειδή το καθεστώς δεν εμπόδισε την ίδρυση ενός Κέντρου Μελετών Σύγχρονης Ιστορίας, αλλά φρόντισε να πολτοποιήσει το «επικίνδυνο μέρος του αρχείου του», όπως τονίζει ο Φιλιππής.[24]

Από την αφήγηση αυτή, γραμμική μα όχι μονότονη, μεστή και ολιστική προσέγγιση μιας κοινωνίας μεταβαλλόμενης, δεν απουσιάζουν οι αναφορές στο ποδόσφαιρο, στη θέση και στη θέαση των γυναικών, στους μνημονικούς τόπους, ούτε φυσικά στις πολιτικές εξελίξεις. Πληροφορούμαστε πως η Ρεάλ Μαδρίτης ανέκτησε –μετά το 1939 και την επικράτηση του Φράνκο– το «Ρεάλ» (=βασίλισσα) που της είχαν στερήσει οι «Ερυθροί», δηλαδή οι συλλήβδην αποκαλούμενοι έτσι άνθρωποι της Β΄ Δημοκρατίας. Διαβάζουμε για τις επιβιώσεις του κοινωνικού δαρβινισμού στην μετά το 1939 Ισπανία, μαθαίνοντας πως «καμία γυναίκα δεν ανέλαβε θέση σε κυβερνητικό ή σε δημόσιο οργανισμό πλην της Κοινωνικής Πρόνοιας, που τη διηύθυνε ο γυναικείος τομέας της Ισπανικής Φάλαγγας με επικεφαλής την Πιλάρ Πρίμο ντε Ριβέρα, θυγατέρα του πρώην δικτάτορα και αδελφή του [ιδρυτή της Φάλαγγας, εκτελεσμένου από τους Δημοκρατικούς, σημείωση Ν.Κ.] Χουάν Αντόνιο. Ειδοποιός η διαφορά με τη Δημοκρατική Ισπανία: η Πασιονάρια, η Κεντ, η Μοντσένι κ.ά. είναι ονόματα αναφοράς του ισπανικού φεμινισμού του Μεσοπολέμου».[25]

 

Ο μαλακός καμβάς της Γκερνίκα

Με μια αφήγηση που φέρνει στο μυαλό το ύφος του Ζεράρ Ντε Βιλλιέ (για όσους διάβαζαν κατασκοπικές περιπέτειες τη δεκαετία του 1970) ή ακόμη και σειρές του Netflix (αν θέλουμε να είμαστε updated) ξεκινά το τρίτο, βίαιο –όπως υπόσχεται ο τίτλος του: «Οι τέχνες της βίας, οι τεχνικές της εξόντωσης, οι επιχειρήσεις»– κεφάλαιο του ούτως ή άλλως συναρπαστικού βιβλίου για το οποίο μιλάμε.

Στα μέσα Ιουλίου 1936, συνέβησαν αλλεπάλληλοι θάνατοι επίδοξων ηγητόρων του κινήματος ενάντια στους «Ερυθρούς». Θάνατοι «μυστηριώδεις», αλλά ευεξήγητοι για όποιον καταλαβαίνει τα προφανή ή, ακόμη περισσότερο, όσα βρίσκονται αμέσως πίσω απ’ αυτά. Όλες αυτές οι «συμπτώσεις» διευκόλυναν τον Φράνκο να ξεπεράσει την ειρωνεία των συμφοιτητών του στη Σχολή Ευελπίδων και να αναδειχθεί στον αδιαμφισβήτητο ηγέτη της «Εθνικής Ισπανίας». Αφηγούμενος γραμμικά, αλλά με ενάργεια και χυμώδη λόγο, τα σχετικά με τις δυνάμεις που συγκέντρωσαν οι δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις και τη στάση των Μεγάλων της Ευρώπης, ο Φιλιππής απλώνει αυτό που υπόσχεται ο τίτλος του κεφαλαίου: τον καμβά όπου θα απεικονιστεί η πολυαίμακτη σύγκρουση.

Δυο άλλες πτυχές του Ισπανικού Εμφυλίου αναδεικνύονται στη συνέχεια, εξόχως ενδιαφέρουσες και ταυτόχρονα ενδεικτικές για το πόσο δίκιο είχε ο Henry John Temple, αυτός που έμεινε στην Ιστορία ως (Υποκόμης του) Palmerstone, όταν έλεγε, στη διάρκεια μιας χρονιάς (όπως και το 1936) πολύ ταραχώδους για την Ευρώπη, του 1848, πως «δεν υπάρχουν αιώνιοι και μόνιμοι εχθροί και φίλοι, αλλά αιώνια και μόνιμα συμφέροντα».[26]

Αναφερόμαστε στον «διεθνή διπλωματικό εμφύλιο της Ισπανίας», όπως τον χαρακτηρίζει ο συγγραφέας, καθώς και στο εμπόριο και λαθρεμπόριο όπλων, στο οποίο η Ελλάδα ενεπλάκη έντονα. Σε ό,τι αφορά τον πρώτο, η αφήγηση αναδεικνύει τη στάση των Μεγάλων της εποχής, πολλάκις επαμφοτερίζουσα και τυχοδιωκτική: το «Quai d’ Orsay (το γαλλικό Υπουργείο Εξωτερικών, σημείωση Ν.Κ.) "ανοιγόκλεινε" τα χερσαία και θαλάσσια σύνορα, είτε για να διευκολύνει είτε για να παγιδεύσει, κατά το συμφέρον του, τη μια ή την άλλη Ισπανία».[27]

Όσο για το δεύτερο, δηλαδή το εμπόριο και το λαθρεμπόριο όπλων, αν και από το 2000 γνωρίζουμε πολύ καλά τόσο το θέμα όσο και την αλληλεπίδραση της πολιτικής πολλών χωρών στο θέμα του Ισπανικού Εμφυλίου από ένα βιβλίο που δεν έτυχε της θέσης που του αξίζει στην ελληνική εκδοτική «ιεραρχία»,[28] σε αντίθεση με ό,τι συνέβη στην ιστοριογραφία, το εμβριθέστατο και διεισδυτικότατο Η Ελλάδα και ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος του Θανάση Σφήκα, ο Φιλιππής ενισχύει την αφήγησή του με ισπανικής προέλευσης πηγές. Μας προκαλεί, έτσι, να διαβάσουμε παράλληλα τα δύο βιβλία. Αρκεί, βέβαια, να εξασφαλίσει ο αναγνώστης το δυσεύρετο βιβλίο του Σφήκα. Με την ευκαιρία, μετά την πρόσφατη έκδοση βιβλίου του Σφήκα,[29] όπου συγκεντρώθηκαν κείμενά του δημοσιευμένα –σε συλλογικούς τόμους και επιστημονικά περιοδικά– από το 2010 ώς το 2019, εκτιμώ πως είναι καιρός η προσιτή στο κοινό εργογραφία του να εμπλουτιστεί με την επανέκδοση του προαναφερθέντος βιβλίου.      

Το κεφάλαιο συνεχίζεται με την αφήγηση μερικών περιστατικών από διπλωματικούς μαραθωνίους, που έγιναν προκειμένου να καταληφθούν πρεσβείες και προξενεία της Ισπανίας από υποστηρικτές των φρανκικών ή της νόμιμης ισπανικής κυβέρνησης, καθώς και με την περιγραφή ενός κρεσέντο προπαγάνδας και αίματος. Σε ό,τι αφορά την πρώτη, τα fake news δεν έλειψαν από τον Ισπανικό Εμφύλιο. Προκειμένου να πληγεί η «ερυθρά» Β΄ Ισπανική Δημοκρατία, οι «6.800 εκτελεσθέντες κληρικοί - μοναχοί και [οι] 283 εκτελεσθείσες μοναχές σε έναν πληθυσμό 130.000 ιερωμένων» έγιναν στις στήλες συντηρητικών ευρωπαϊκών εφημερίδων «200.000 ιερωμέν[οι] μάρτυρες, η θυσία των οποίων συγκρινόταν με εκείνη των πρώτων χριστιανών».[30] Σε υποσημείωση, μάλιστα, σχετικά με τα φωτορεπορτάζ που δημιούργησαν τα φίλα προσκείμενα στον Φράνκο ΜΜΕ της εποχής,[31] μπορούμε να διακρίνουμε τους προγόνους του «ρεπορτάζ με Photoshop» των ημερών μας.

Ο «μαλακός καμβάς της Γκουέρνικα» συμπληρώνεται από αναφορές στα «ξεκαθαρίσματα λογαριασμών» μεταξύ των υποστηρικτών της Β΄ Ισπανικής Δημοκρατίας. Οι εκτελέσεις διαφωνούντων από αμφότερες τις πλευρές («ορθόδοξοι κομμουνιστές» από τη μια, αναρχικοί και τροτσκιστές από την άλλη) στιγμάτισαν τον Ισπανικό Εμφύλιο[32]. Οι αναφορές αυτές ωθούν τον ενημερωμένο βιβλιόφιλο να σκεφτεί πως δεν είναι μόνο οι Ισπανίες δύο, αλλά και οι Αριστερές: αυτό το τελευταίο, παρατηρήθηκε και στην Ελλάδα. Αν σκεφτούμε πως από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 μέχρι και το 1944 ανάλογες συγκρούσεις εκδηλώθηκαν στους κόλπους της ελληνικής Αριστεράς,[33] οι ομοιότητες μεταξύ όσων συνέβησαν σε Ελλάδα και Ισπανία είναι περισσότερες από όσες μέχρι τώρα έχουν επισημανθεί.

Μια άλλη πτυχή του «μαλακού καμβά» ήταν η έντονη εμπλοκή της Καθολικής Εκκλησίας της Ισπανίας, η οποία άλλωστε στήριξε το κίνημα του Φράνκο από την αρχή. Για άλλη μια φορά, αυτό που αναδεικνύει τον στενό σύνδεσμο του Φιλιππή με τη λογοτεχνία (την «απελευθέρωση από τις υποσημειώσεις, με έντονη ανάδειξη της ατμόσφαιρας», όπως θα μου επιτραπεί να προτείνω ως ορισμό, «αντιτάσσοντας» αυτή τη σκέψη στις επισημάνσεις του John Lewis Gaddis που προηγήθηκαν), είναι η αναφορά του σε λογοτεχνικά έργα και ημέρες. Συγκεκριμένα, διαβάζουμε αρχικά για ένα βιβλίο που δημιούργησε αίσθηση και εξελίξεις, όταν αποκάλυψε το μέγεθος της εμπλοκής της Εκκλησίας, ενώ στη συνέχεια για έναν προώρως εκδημήσαντα αλλά μεγάλον μάστορα της γραφής (και του ποδοσφαίρου…),[34] το έργο του οποίου έγινε εσχάτως πάλι επίκαιρο, μιας και η πανδημία που σοβεί το αναδεικνύει –μαζί με όσα έγραψε ο Θουκυδίδης για τον λοιμό του 430 π.Χ.– σε βάση για επανάγνωση και προβληματισμό. Το βιβλίο είναι Τα μεγάλα νεκροταφεία υπό το σεληνόφως (Les grands cimetières sous la lune, 1938) του μεταστραφέντος –από την Ακροδεξιά σε υποστηρικτή των Δημοκρατικών– διάσημου γάλλου συγγραφέα Ζορζ Μπερνανός (Georges Bernanos) και ο προαναφερθείς δημιουργός είναι ο Αλμπέρ Καμύ (ο Φιλιππής τον γράφει «Καμί», ο γράφων είναι παλιομοδίτης…), ο οποίος το 1957 «επ’ ευκαιρία της βράβευσής του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, δήλωνε ότι, εκτός των άλλων, είχε εμπνευστεί το αριστούργημά του Η πανούκλα (1947) και απ’ αυτά τα γεγονότα του Ισπανικού Εμφυλίου…». Για την ιστορία, «τα γεγονότα» ήταν η προτροπή του επισκόπου του Τολέδο «να αποδώσουν δικαιοσύνη διά της δολοφονίας των αθέων κομμουνιστών μέχρις ενός» και η εκτέλεση 13 επισκόπων (ενός της Παμπλόνα και 12 της Χώρας των Βάσκων) από τους άνδρες του Φράνκο, μετά τη επικράτηση του «Καουντίγιο».[35]

Η αναφορά στη λογοτεχνία, στην τέχνη και στη στενή σύνδεσή τους με τα όσα διαδραματίζονταν το 1937 στην Ισπανία (αλλά και μέχρι το 1981) είναι ένα ακόμη συστατικό του κεφαλαίου. Στον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, δολοφονημένο από άνδρες της Μαύρης Ομάδας (Squadra Negra) τον Αύγουστο του 1936, ήταν αφιερωμένο το ποίημα - τοποθέτηση του Στρατή Τσίρκα (γραμμένο σε συνεργασία με τον αφροαμερικανό ποιητή Λάνγκστον Χιουζ), που διάβασε μεταφρασμένο στα γαλλικά ο Λουί Αραγκόν στο Β΄ Διεθνές Συνέδριο Αντιφασιστών Συγγραφέων για την Υπεράσπιση του Πολιτισμού, ενώ ο Πικάσο, που δημιούργησε την Γκερνίκα του στο Παρίσι και ο οποίος «δεν έτρεφε αυταπάτες για το ποιος θα ήταν ο νικητής [του Ισπανικού Εμφυλίου] … έθεσε όρο να επιστρέψει το αριστούργημά του στη χώρα  μόνο υπό δημοκρατικό καθεστώς»: αυτό έγινε το 1981.[36]

Μαζί με την Γκερνίκα, με την αχλύ του μύθου έχει περιβληθεί – χωρίς, δυστυχώς ή ευτυχώς (θέμα οπτικής γωνίας…), να έχει πάψει να συνδέεται με διεκδικήσεις στη σύγχρονη εποχή– και το σύνθημα «No Pasaran». Με αυτό, ο Φιλιππής μάς μεταφέρει από την τέχνη στα πεδία της μάχης. Σε πέντε σελίδες, παράδειγμα πυκνού αφηγηματικού λόγου, εξιστορεί τις δύο από τις τρεις φάσεις του Ισπανικού Εμφυλίου, από το καλοκαίρι του 1936 μέχρι τις αρχές του 1938. Τότε, μετά την «πλέον καθοριστική μάχη στο Τερουέλ […] την πόλη κατέλαβαν πρώτα οι Δημοκρατικοί, με 18 βαθμούς υπό το μηδέν, και την ανακατέλαβαν οι Εθνικοί, τον Φεβρουάριο του 1938. Αμφότεροι οι αντίπαλοι είχαν καταβάλει και πάλι βαρύ φόρο αίματος, που για το δημοκρατικό στράτευμα ήταν πλέον ασήκωτος: ενώ ο Φράνκο υπολόγιζε σε μια δύναμη 772.000 ανδρών, η κυβέρνηση Νεγκρίν βρέθηκε στην ανάγκη να επιστρατεύσει 16χρονους».[37]

Το επόμενο μέρος του τρίτου κεφαλαίου ξεκινά με ένα μοναδικό τεκμήριο πολιτικού λόγου, το οποίο περιλήφθηκε στο βιβλίο που έδωσε τον τίτλο σε αυτό το μέρος. Αναφέρομαι στο βιβλίο του Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας, όπου δημοσιεύτηκε το προαναφερθέν τεκμήριο. Πρόκειται για μια διήγηση της Σιμόν Βέιλ που είχε μετάσχει στον Ισπανικό Εμφύλιο ως εθελόντρια. παραθέτω μόνο μια φράση της: «Στο αναρχικό κίνημα είχα δει τη φυσική έκφραση του μεγαλείου και των λαθών του, των θεμιτών αναγκών του και των αθέμιτων επιθυμιών του».[38] Ακολουθεί μια «λυπητερή» (αν επιτρέπεται το αίσθημα σε έναν ιστορικό, όπως ο γράφων) αφήγηση, σχετικά με τη σύγκρουση μέσα στους κόλπους του αντιφασιστικού - αντιΦρανκικού συνασπισμού, την πολυαίμακτη αντιπαράθεση μεταξύ της κεντρικής Δημοκρατικής κυβέρνησης και διάφορων αναρχικών συλλογικοτήτων (POUM, CNT-FAI, «Οι φίλοι του Ντουρούτι» και ελευθεριακές νεολαίες).  

Το κεφάλαιο ολοκληρώνεται με την αφήγηση της τρίτης φάσης του πολέμου, μέχρι την 19η Μαΐου 1939, οπότε, με μια εντυπωσιακή παρέλαση στη Μαδρίτη, ενώπιον του «Καουντίγιο» και του επιτελείου του, επιβεβαιώθηκε πως «η διασπασμένη Β΄ Ισπανική Δημοκρατία είχε συντριβεί [και] η ενωμένη Εθνική Ισπανία είχε θριαμβεύσει…».[39] Είχε προηγηθεί, περίπου δυο μήνες νωρίτερα, ένα «λαϊκό σουξέ της Θέλια Γκόμεθ (“Κι όμως περάσαμε!”), [το οποίο] έμενε ως θριαμβικός απόηχος της εισόδου του Φράνκο στη Μαδρίτη». Εδώ, για άλλη μια φορά, ο Φιλιππής ενσωματώνει με ιδανικό τρόπο «άσχετα» (επιφανειακώς, καθόλου στην ουσία…) είδη τεκμηρίων στην ιστορική αφήγηση. 

 

Κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ

Αναφερθήκαμε παραπάνω στον Αλμπέρ Καμύ. Ο γάλλος νομπελίστας επανεμφανίζεται στο βιβλίο του Φιλιππή, με το όνομά του γραμμένο στα γαλλικά αυτή τη φορά, να δίνει τον τίτλο στο τέταρτο κεφάλαιο: όπως σημειώνει ο Φιλιππής, τον Δεκέμβριο του 1948, ο Camus  είχε γράψει στην Combat μιαν απάντηση στον Gabriel Marcel.

Μια άλλη μεγάλη μορφή της λογοτεχνίας περνά στη συνέχεια από τις σελίδες του Φιλιππή, ο Αντόνιο Ματσάδο. «Οδοιπόρε, τον δρόμο αν δεν τον βρεις, τον φτιάχνεις», έγραψε, κι όταν το διάβασα προ ετών με εντυπωσίασε όσο και οι στίχοι του «The Road Not Taken» του Robert Frost, που προέταξε στο «Χωλό Άλογο» ο Σφήκας[40]. Ο Ματσάδο «αποποιήθηκε ευγενικά την ειδική μεταχείριση που θέλησαν να του επιφυλάξουν οι τοπικές γαλλικές αρχές και πέθανε στο στρατόπεδο των προσφύγων στην πόλη Κολιούρ»,[41] όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας.

Συνεχίζοντας στο κεφάλαιο, η αφήγηση ασχολείται με την «ισπανοσύνη», αυτό που ένωνε και ταυτόχρονα δίχαζε βαθύτατα τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Το πώς τη νοούσαν οι μεν και πώς οι δε, το πώς αναζητήθηκε, το πώς συναντήθηκε με κοινωνικές αναζητήσεις και στρατηγικές, πώς τις ενσωμάτωσε και πώς διαφοροποιήθηκε από μοντέλα και πλαίσια πολιτικής σκέψης, καθώς και με τη θρησκευτικότητα ή την απουσία της αναλύεται με εντυπωσιακή πληρότητα και τεκμηρίωση. Σε μια χώρα όπου η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της πρωτεύουσας διέθετε εκπαιδευτικό κρουαζιερόπλοιο, η γνώση που παραγόταν ασχολούνταν περισσότερο με το πώς είναι κανείς άνθρωπος παρά πώς είναι ο άνθρωπος: «παρά το ότι [η Ισπανία] δεν είχε συνεισφέρει ακόμη στις θετικές επιστήμες (μόνο ένα Νόμπελ Ιατρικής ώς τότε – μέχρι το 1936, σημείωση Ν.Κ.), συνέχιζε τη μεγάλη ουμανιστική της παράδοση στον κόσμο της αξιολογίας των ύψιστων αξιών του ανθρώπου»[42].

Το κεφάλαιο εμπλουτίζεται με εκτενή παραθέματα από δημοσιεύματα και περιγραφές, τα οποία ο Φιλιππής αρύεται από βιβλία, εικονογραφημένα ρεπορτάζ της εποχής του Ισπανικού Εμφυλίου, ημερολόγια και μελέτες. Το «Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας» του Σεφέρη, συνδυασμένο με την εντυπωσιακή γνώση του Φιλιππή για ό,τι έχει γραφεί σχετικά με την Ισπανία (και) μετά το 1936, μας παρέχει μια ολόπλευρη αφήγηση των χρόνων της Ισπανίας μέχρι το 1966. Τότε, προβλήθηκε στη Θεσσαλονίκη, κερδίζοντας το πρώτο βραβείο στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου, η ταινία του Αλαίν Ρεναί Ο πόλεμος τελείωσε, βασισμένη σε σενάριο του εξόριστου ισπανού συγγραφέα Χόρχε Σεμπρούν. Ο Φιλιππής μάς πληροφορεί για μια απροσδόκητη συμμαχία μεταξύ των αντιπάλων του Ισπανικού Εμφυλίου, που επιβεβαίωσε το πώς «η πρώτη απώλεια όταν έρχεται ένας πόλεμος είναι η αλήθεια».[43] «Οι διαμαρτυρίες της κυβέρνησης του Φράνκο ανάγκασαν τους οργανωτές του Φεστιβάλ των Καννών να αποκλείσουν την ταινία από το επίσημο πρόγραμμα ενώ, λίγους μήνες αργότερα, οι αντιδράσεις του επίσημου –εξόριστου– ΚΚ της Ισπανίας ανάγκασαν το Φεστιβάλ του Κάρλοβυ Βάρυ να “θάψει” την ταινία».[44]

Το κεφάλαιο κλείνει με αριθμούς, αλλά και… μουσικούς ρυθμούς. «10.000 άτακτοι ορεσίβιοι παρτιζάνοι εξοντώθηκαν μεταξύ 1939 και 1953, 300.000 πολιτικοί πρόσφυγες δεν επέστρεψαν ποτέ, μεταξύ αυτών 5.000 πολιτικοί, στρατιωτικοί, συγγραφείς και καλλιτέχνες. Ο λιγότερο γνωστός είναι ο ταγματάρχης Γκουστάβο Ντουράν, φίλος του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα και του μουσικού Μανουέλ ντε Φάλια. [Υπήρξε] διοικητής της 11ης Διεθνούς Ταξιαρχίας, διευθυντής στην Υπηρεσία της Δημοκρατικής Αντικατασκοπίας  Τον αναφέρουν ο Ernest Hemingway και ο Andre Malraux. Στη δεκαετία του 1960 βρέθηκε στην Αθήνα, ως αξιωματούχος του ΟΗΕ. Διατηρούσε αλληλογραφία με τον σκηνοθέτη Λουίς Μπουνιουέλ, ενώ συνδέθηκε βαθιά με την Ελλάδα και τους Έλληνες. [Σύχναζε] σε μπουάτ της Πλάκας και του άρεσε να ακούει μελοποιημένο Λόρκα στα ελληνικά. Πέθανε στην Αθήνα τον Μάρτιο του 1969 και κατ’ επιθυμία του ετάφη στην Κρήτη, στις Αλώνες Ρεθύμνης, χωριό που επισκεπτόταν συχνά και πολλαπλώς ευεργέτησε»[45].      

Το βιβλίο ολοκληρώνεται με Παράρτημα (Αντί επιλόγου), το οποίο απαρτίζεται από μια ιστορική αναφορά και ένα Γλωσσάρι. Η πρώτη, είναι μια «σφιχτή» αφήγηση της ισπανικής ιστορίας από το 1808, όταν η Ισπανία περιήλθε υπό την κατοχή των στρατευμάτων του Ναπολέοντα και όταν σημειώθηκε η εξέγερση της 2ας Μαΐου, ημέρας ιδρυτικής για το νεωτερικό ισπανικό έθνος, μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1975. Τότε, δύο μήνες πριν από τον θάνατο του Φράνκο, εκτελέστηκαν οι δύο τελευταίοι άνθρωποι – θύματα ενός εμφυλίου που δεν έχει ακόμη τελειώσει, όπως φάνηκε από τη συνέχειά του στα τυπογραφεία, η οποία παρουσιάστηκε στην αρχή του βιβλίου. Άλλωστε, αν πιστέψουμε έναν δικό μας ποιητή, «κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!».[46]

Όσο για το Γλωσσάρι, περιλαμβάνει ό,τι θα ήταν απαραίτητο να γνωρίζει ο αδαής περί την Ισπανία όπως αυτή περιγράφεται στο βιβλίο, ώστε να μην δυσκολευτεί διόλου να καταλάβει πώς έγινε ό,τι έγινε και όχι προσπαθώντας αναγκαστικά να βρει το «μοναδικό» και «καθοριστικό» γιατί. Όπως σημειώνει ένας πρόωρα χαμένος στοχαστής, στο ερώτημα «γιατί τώρα ορισμένα έθνη ακολούθησαν αυτόν τον πολιτικό δρόμο ενώ άλλα τον άλλον […] μπορεί να μας οδηγήσει παραπέρα μονάχα η πολυστρώματη ανάλυση της εκάστοτε συγκεκριμένης κατάστασης […] καμμία εθνική πολιτική ιστορία δεν μπορεί να συναχθεί ολοκληρωτικά κι αδιαμεσολάβητα από τις κινητήριες δυνάμεις της παγκόσμιας ιστορίας. Αλλά πρέπει να θυμόμαστε εξ ίσου ότι καμμία εθνική πολιτική ιστορία δεν μπορεί να παρακάμψει ή να καταστρατηγήσει οικουμενικές κοινωνικές τάσεις».[47]

Στην κατεύθυνση, λοιπόν, της αφήγησης του τι αποτυπώθηκε για τον Ισπανικό Εμφύλιο στο τυπωμένο χαρτί, στην (ακίνητη ή κινούμενη εικόνα) και στις παρτιτούρες, ένα βιβλίο όπως ο Ισπανικός Εμφύλιος (1936-1939) του Δημήτρη Φιλιππή είναι μια εξόχως χρήσιμη συνεισφορά. Το πώς η ισπανική γλώσσα δεξιώθηκε τη διαίρεση, τον διχασμό και τη διχόνοια μεταξύ των «δύο Ισπανιών» στη διάρκεια του 20ού αιώνα έλειπε από την ελληνική ιστοριογραφία και ο γράφων το καλωσορίζει. Εύχομαι να μεταφραστεί και στα ισπανικά.      

Στα τόσα «συν» του βιβλίου θα μου επιτραπεί να αντιπαραθέσω τη διαφωνία μου στη μη αναφορά των μεταφραστών. Ο Φιλιππής ξεκαθαρίζει μεν πως «η μεταφρασμένη ιστοριογραφία συνιστά αντικείμενο άλλης μελέτης», αλλά και σε αυτό του το έργο, όπως και σε άλλα του κείμενα,[48] ένα εμβληματικό βιβλίο σχετικά με τον Ισπανικό Εμφύλιο, το Μνήμη και λήθη του Ισπανικού Εμφυλίου της Paloma Aguilar Fernández, παρουσιάζεται ως «μετάφραση από το ισπανικό πρωτότυπο του 1996».

 

[1] Tony Judt, Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2012, σ. 829-830. 

[2] Μάνος Χατζιδάκις, Ο καθρέφτης και το μαχαίρι, Ίκαρος, Αθήνα 82016, σ. 26.

[3] Μουσική αγνώστου συνθέτη, παραδοσιακή, διασκευασμένη από τον Νίκο Λαβράνο, σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Περιλήφθηκε στον δίσκο Λαϊκά τραγούδια απ’ όλο τον κόσμο, του 1978, πριν γίνει επιτυχία το 1983 από τη Δαλιδά, με εντελώς διαφορετικού περιεχομένου στίχους και τίτλο «Ton prénom dans mon coeur».

[4] Ταινία του Sam Wood, βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του Ernest Hemingway. Το έγχρωμο διαφημιστικό της ταινίας, διαθέσιμο στο Youtube, ανέφερε πως το βιβλίο ήταν το «περισσότερο διαβασμένο βιβλίο των καιρών μας». Η ταινία είχε προταθεί για εννιά βραβεία. Στις 2 Μαρτίου 1944, η Κατίνα Παξινού παρέλαβε το Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου για την ερμηνεία της στο ρόλο της Πιλάρ, μιας τσιγγάνας, συντρόφου του αρχηγού μιας ομάδας ανταρτών προσκείμενων στους Δημοκρατικούς. Η Πιλάρ διοχετεύει όλο της το πάθος στην υπόθεση του αγώνα εναντίον των ανδρών του Φράνκο.

[5] Λουκιανός Χασιώτης, Τα παιδιά του Εμφυλίου. Από την «Κοινωνική Πρόνοια» του Φράνκο στον «Έρανο» της Φρειδερίκης (1936-1950), Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2013.

[6] «Ισπανικός Εμφύλιος. Το τέλος της ουτοπίας», Ιστορικά / Ελευθεροτυπία, τεύχος 16, 3 Φεβρουαρίου 2000.

[7] Δημήτρης Ε. Φιλιππής, «Η αναμετάδοση του τελευταίου "ρομαντικού πολέμου"», στο «Ισπανικός Εμφύλιος. Το τέλος της ουτοπίας», ΙστορικάΕλευθεροτυπία, ό.π., σ. 46-48.

[8] Νίκος Καζαντζάκης, «Τι είδα, 40 ημέρες εις την Ισπανίαν», Ντοκουμέντα της Καθημερινής, 12 Ιανουαρίου 2020. Οι ανταποκρίσεις του Καζαντζάκη προκάλεσαν πολλές συζητήσεις τόσο τότε όσο και αργότερα, επειδή διεφάνη ένας θαυμασμός του Έλληνα λογοτέχνη προς τον Φράνκο. 

[9] Δημήτρης Ε. Φιλιππής «Μελανοχίτωνες σταυροφόροι στη Μεσόγειο. “Εθνική και ηθική αγωγή” του φασιστικού Νέου Κράτους και η κληρονομιά του», The Books’ Journal, 49 (Νοέμβριος 2014), σ. 82-88.  του ίδιου, «Τι είναι ο φασισμός», The Books’ Journal, 32 (Ιούνιος 2013), σ. 85-90. Το τελευταίο πρόκειται για βιβλιοκρισία του έργου του Robert O. Paxton, Η Ανατομία του Φασισμού, Κέδρος, Αθήνα 2013. Επειδή στη συνέχεια θα γκρινιάξω, σημειώνω εδώ πως στο συγκεκριμένο κείμενο ο Φιλιππής, πράττων άριστα κατά τη εκτίμησή μου, μνημονεύει τη μεταφράστρια του βιβλίου Κατερίνα Χαλμούκου.

[10] John Lewis Gaddis, Το τοπίο της Ιστορίας. Πώς οι ιστορικοί χαρτογραφούν το παρελθόν, μτφρ. Μαρία Ακριβάκη, επιστημονική επιμέλεια Θανάσης Δ. Σφήκας & Κατερίνα Γαρδίκα, Πεδίο, Αθήνα 2019, σ. 39.

[11] Γιώργος Σεφέρης, «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά», Ημερολόγιο Καταστρώματος Β΄. Το ποίημα γράφτηκε στο Κάιρο, τον Ιούνιο του 1942.

[12] Επισημαίνω πως οι υποσημειώσεις, που –προς μεγάλη ικανοποίηση του γράφοντος– βρίσκονται στο κάτω μέρος της σελίδας και όχι στο πίσω μέρος του βιβλίου, περιλαμβάνουν τόσο βιβλιογραφική τεκμηρίωση όσο και –ιδιαιτέρως χρηστικές και αναγκαίες για τον αναγνώστη που δεν έχει επαρκή γνώση της ισπανικής ιστορίας– πληροφορίες για τα πρόσωπα του δράματος και την πορεία τους.

[13] Κώστας Κατσούδας, «Στη σκιά του 1492: ο ισπανικός εμφύλιος και οι Σεφαραδίτες Εβραίοι στην Ελλάδα», στο Δ. Φιλιππής (επιμ.), 1936. Ισπανία και Ελλάδα, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σ. 167-181.

[14] Κώστας Κατσούδας, «Ο πόλεμος των δύο Ισπανιών», Ιστορία Εικονογραφημένη, τεύχος 500 (Φεβρουάριος 2010), σ. 18-27 (το παράθεμα στη σελίδα 18).

[15] Σφυροδρέπανος (ψευδώνυμο), «Μακριά στην Ισπανία, ολέ!», δημοσιευμένο στις 22/8/2019, διαθέσιμο στο διαδίκτυο (katiousa.gr/koinonia/taksidevontas/makria-stin-ispania-ole-a-meros, τελευταία επίσκεψη στις 3/12/2020).         

[16] Θανάσης Δ. Σφήκας, «Προλεγόμενα», στο Θανάσης Δ. Σφήκας, Το «χωλό άλογο». Οι διεθνείς συνθήκες της ελληνικής κρίσης, 1941-1949, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σ. 15 (η φράση σε εισαγωγικά ερανίστηκε από το J. Halliday, A Political History of Japanese Capitalism, Monthly Review Press, New York 1981, σ. 14).

[17] Θανάσης Δ. Σφήκας, «"Ομιλούμεν ελληνο-ισπανικά αυτάς τας ημέρας": ιδεολογική χρήση του ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου στην Ελλάδα, 1936-1949», ό.π., σ. 245-284.

[18] Δημήτρης Ε. Φιλιππής, Ισπανικός Εμφύλιος (1936-1939). Διαίρεση, Διχόνοια και Διχασμός στην Ισπανία του 20ού αιώνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 2020 (στο εξής: Φιλιππής, Εμφύλιος), σ. 56.

[19] Gabriele Ranzato, Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος, Κέδρος, Αθήνα 22006, σ. 83.

[20] Νίκος Αλιβιζάτος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974. Όψεις της ελληνικής εμπειρίας, Θεμέλιο, 1995, σποράδην. Επίσης, Νίκος Στ. Μιχιώτης, Τα Έκτακτα Στρατοδικεία της περιόδου 1946-1960. Εν ονόματι του Βασιλέως…, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2007, σποράδην.

[21] Θανάσης Δ. Σφήκας, Η Ελλάδα και ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος. Ιδεολογία, Οικονομία, Διπλωματία, Στάχυ, Αθήνα 2000, σ. 17, υποσημείωση 6.

[22] Φιλιππής, Εμφύλιος, σ. 67.

[23] Δημήτρης Ε. Φιλιππής, «Οι πόλεις της σιωπής», κριτική για το βιβλίο του Λουκιανού Χασιώτη, Τα παιδιά του Εμφυλίου. Από την Κοινωνική Πρόνοια του Φράνκο στον «Έρανο» της Φρειδερίκης (1936-1950), Νέα Εστία, τεύχος 1872, Μάρτιος 2017, σ. 270-275.

[24] Φιλιππής, Εμφύλιος, σ. 75.

[25] Φιλιππής, Εμφύλιος, σ. 90. Η Πασιονάρια (επαναστατικό ψευδώνυμο της Ντολόρες Ιμπαρούρι) ήταν ηγετικό στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας. Η Βικτόρια Κεντ ήταν η πρώτη γυναίκα δικηγόρος στην Ισπανία και εξελέγη βουλευτής το 1931.  

[26] Βλ. quotationspage.com/quote/41290.html (τελευταία επίσκεψη 26/11/2020).

[27] Φιλιππής, Εμφύλιος, σ. 107-108.

[28] Εκδόθηκε μόνο μία φορά από έναν εκδοτικό οίκο που δεν υφίσταται πλέον (το Στάχυ) και είναι τώρα πια εξαντλημένο σε όλα τα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία, τα οποία ενημερώνουν πως «δεν υπάρχει δυνατότητα παραγγελίας στον εκδότη». Το ίδιο συμβαίνει και με άλλα δύο βιβλία του Σφήκα, τα οποία εξέδωσε ο Φιλίστωρ.  

[29] Αναφέρομαι στο Θανάσης Δ. Σφήκας, Η ‘θάλασσα’ και το ‘νησάκι’, Μελετήματα για την διεθνή και ελληνική ιστορία, 1917-1955, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2020. 

[30] Φιλιππής, Εμφύλιος, σ. 116.

[31] Φιλιππής, Εμφύλιος, σ. 117, υποσημείωση 89.

[32] Για τον ενδιαφερόμενο για τους τροτσκιστές, βλ. Pélai Pagès, «Το Τροτσκιστικό κίνημα στη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου», Ουτοπία, τεύχος 131 (Οκτώβριος-Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2019), σ. 139-157. Οι αφιερωμένες στον Ισπανικό Εμφύλιο σελίδες του περιοδικού στο εν λόγω τεύχος είναι εξαιρετικού ενδιαφέροντος και ποιότητας. 

[33] Σχετικά με τους Αρχειομαρξιστές, βλ. Κώστας Παλούκης, «Οι αρχειομαρξιστές απέναντι στο ΕΑΜικό κίνημα: οι επιδιώξεις κοινής αντιστασιακής δράσης και η καταγγελία της φιλο-συμμαχικής πολιτικής του ΕΑΜ την περίοδο των Δεκεμβριανών», στο Προκόπης Παπαστράτης κ.ά. (επιμ.), Από την Απελευθέρωση στα Δεκεμβριανά. Μια τομή στην πολιτική ιστορία της Ελλάδας, Πάντειο Πανεπιστήμιο / Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Αθήνα 2018, σ. 613-622, όπου περιλαμβάνονται και στοιχεία για εκτελέσεις αρχειομαρξιστών από τον ΕΛΑΣ και την ΟΠΛΑ (Οργάνωση Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών, ένοπλος βραχίονας του ΚΚΕ με καθήκον και αποστολή την εξόντωση συνεργατών του κατακτητή, καθώς και άλλων αντιπάλων της πολιτικής του), όπως και σχετική βιβλιογραφία. Στη διάρκεια των Δεκεμβριανών υπήρξαν θύματα μεταξύ των τροτσκιστών και στην επαρχία, προελθόντα από τη δράση της ΟΠΛΑ. Για ένα από αυτά, τον Θεόδωρο Κοκκινογιάννη, που τότε «πιστώθηκε» στο «εθνικόφρον» στρατόπεδο, θα μου επιτραπεί να παραπέμψω στο Νίκος Ε. Καραγιαννακίδης - Νίκος Θ. Γεωργιάδης, «Καβάλα, Δεκέμβρης 1944. "Γαλήνη", εμφύλια σύγκρουση και αγώνας για επιβίωση μέσα από μνήμες, μαρτυρίες και σιωπές», στο Θανάσης Δ. Σφήκας - Λουκιανός Ι. Χασιώτης - Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης (επιμ.), Δρόμοι του Δεκεμβρίου: Από τον Λίβανο στην Αθήνα, 1944, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2016, σ. 267-289. Για τους τροτσκιστές που εξοντώθηκαν από το ΚΚΕ βλ. Ευτύχης Μπιτσάκης, «Η άλυτη αντίφαση», στο Κώστας Μανιμανάκης (επιμ.), 1968. Η διάσπαση του ΚΚΕ 50 χρόνια μετά, ένθετο στην Εφημερίδα των Συντακτών, 3 Φεβρουαρίου 2018, σ. 56.  

[34] Σε μια άλλη εποχή, πριν εμπορευματοποιηθεί πλήρως το ποδόσφαιρο, εποχή την οποία έφεραν στον νου οι εκδηλώσεις λατρείας μετά τον θάνατο του Ντιέγκο Μαραντόνα, ο Καμύ είχε δηλώσει πως ό,τι γνωρίζει για τη Δημοκρατία το οφείλει στο ποδόσφαιρο. Σε νεανική ηλικία είχε διατελέσει τερματοφύλακας στην Αλγερία, αποικία της Γαλλίας, και μάλλον ήξερε καλά τι έλεγε…

[35] Φιλιππής, Εμφύλιος, σ. 119.

[36] Φιλιππής, Εμφύλιος, σ. 123.

[37] Φιλιππής, Εμφύλιος, σ. 129.

[38] Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας, Οδυσσέας, Αθήνα 2005, σ. 210-211. (Το βιβλίο επανεκδόθηκε το 2019, σε μετάφραση του Σπύρου Μοσκόβου, από τις εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου της Εστίας.)  

[39] Φιλιππής, Εμφύλιος, σ. 141.

[40] «Θα το λέω με έναν στεναγμό. Κάπου, καιρούς και χρόνους πριν, δυο δρόμοι ανοίγονταν μες στο δάσος. Κι εγώ πήρα τον ένα, τον λιγότερο ταξιδεμένο. Κι αυτό ήταν που τα έκανε όλα διαφορετικά» (πρόχειρη μετάφραση των στίχων, που παραθέτω και αυτούσιους, όπως έκανε ο Σφήκας: "I shall be telling this with a sigh / Somewhere ages and ages hence / Two roads diverged in a wood, and I- I took the one less travelled by, And that has made all the difference»). Ελπίζω να μου συγχωρεθεί η μεταφραστική απόπειρα.  

[41] Φιλιππής, Εμφύλιος, σ. 147.

[42] Φιλιππής, Εμφύλιος, σ. 158.

[43] Philip Snowden, βρετανός πολιτικός (1864-1937), προλογίζοντας το βιβλίο του Edmund D. Morel, Truth and the War, στα 1916.

[44] Φιλιππής, Εμφύλιος, σ. 166.

[45] Φιλιππής, Εμφύλιος, σ. 169.

[46] Μανόλης Αναγνωστάκης, Εποχές, ιδιωτική έκδοση, Θεσσαλονίκη 1945.

[47] Παναγιώτης Κονδύλης, Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης, Νεφέλη, Αθήνα 2000, σ. 32-33.

[48] Αναφέρομαι συγκεκριμένα στο –εξαιρετικού ενδιαφέροντος- κείμενο του Φιλιππή «Οι πειρατές της δημοκρατίας – οι κουρσάροι του φασισμού: Στιγμιότυπα από τον ισπανικό εμφύλιο στη Μεσόγειο», Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου «Ο Ισπανικός Εμφύλιος: Κύπρος Ελλάδα και Ευρώπη», Πανεπιστήμιο Κύπρου, Λευκωσία 2015, σ. 129-151, καθώς και στη δημοσίευσή του «Μελανοχίτωνες σταυροφόροι στη Μεσόγειο. "Εθνική και ηθική αγωγή" του φασιστικού Νέου Κράτους και η κληρονομιά του», Τhe Books’ Journal, τεύχος 49 (Νοέμβριος 2014), σ. 82-88, υποσημείωση 34. Για την ιστορία, τη μετάφραση στα ελληνικά έκαναν οι Σπύρος Κακουριώτης και Χάρης Παπαγεωργίου. Ίσως η ένστασή μου ηχεί υπερβολική, αλλά αφενός δεν αντιλήφθηκα αν βρίσκεται σε εξέλιξη μελέτη του Φιλιππή σχετικά με τη μεταφρασμένη ιστοριογραφία, αφετέρου θεωρώ πως ο ίδιος, έχοντας μεταφράσει επί πολλά χρόνια κείμενα από τα ισπανικά, όπως συνέβη λ.χ. στα προαναφερθέντα (στις υποσημειώσεις 6 και 7 του παρόντος κειμένου) Ιστορικά της Ελευθεροτυπίας (τεύχος αφιερωμένο στον Ισπανικό Εμφύλιο), όπου μετέφρασε όλα τα κείμενα ισπανών επιστημόνων, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος σε θέματα μετάφρασης και μεταφραστών. Θα χαρώ αν υπάρξει αντίλογος…   

Νίκος Ε. Καραγιαννακίδης

Ιστορικός, υποψήφιος διδάκτωρ ιστορίας στο τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Κυκλοφορεί το βιβλίο του, Νεάπολις - Χριστούπολις - Καβάλα. Οδοιπορικό στο χώρο και το χρόνο της παλιάς πόλης (2006).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.