Για σήμερα έχω επιλέξει να σας πω ένα όμορφο διδακτικό παραμύθι. Το παίρνω από την Πηνελόπη Δέλτα, από το σπουδαίο της μυθιστόρημα Παραμύθι χωρίς όνομα, που φυσικά δεν είναι μόνο για παιδιά. Στο παραμύθι αυτό λοιπόν, το κράτος έχει καταρρεύσει από κακοδιαχείριση. Εργασίες δεν υπάρχουν, οι νέοι άνθρωποι φεύγουν στο εξωτερικό, οι μεγάλοι φυτοζωούν. Πολλοί είναι όσοι κλέβουν. Σχολεία δεν λειτουργούν πια – και στο ένα που έχει απομείνει ο δάσκαλος αρνείται να διδάξει επειδή ξεχνούν, λέει, να τον πληρώσουν. Εντωμεταξύ το νεαρό βασιλόπουλο ξυπνά από τη νάρκη του παλατιού, χάρη σε μια κοπέλα που συναντά και την οποία λένε χαρακτηριστικά Γνώση, βγαίνει στον κόσμο μαζί με την αδελφή του, καταλαβαίνει τα προβλήματα. Ας το παρακολουθήσουμε στη συνομιλία του με τον δάσκαλο, ο οποίος –ας σημειώσουμε– δεν ξέρει ποιον έχει μπροστά του:
«Τι θέλετε, παιδιά μου;» ρώτησε [ο δάσκαλος] με καλοσύνη.
«Θέλομε να μάθομε τι είναι τούτο το σπίτι», απολογήθηκε το Βασιλόπουλο.
«Τούτο το σπίτι; Μα το γράφει απ’ έξω, παιδιά μου!» είπε με απορία ο άνθρωπος δείχνοντας τα μαύρα γράμματα πάνω από την πόρτα.
«Δεν ξέρομε να διαβάσομε», είπε ταπεινά η Βασιλοπούλα.
«Α…;» έκανε ο άνθρωπος. «Ωστόσο, σ’ όλο το βασίλειο είναι τα ίδια χάλια και κανένας νέος δεν ξέρει πια να διαβάσει». Και τους εξήγησε πως απ’ έξω έγραφε: «Σχολείο του Κράτους».
«Σχολείο!» αναφώνησε με χαρά το Βασιλόπουλο. «Ποτέ μου δεν είδα σχολείο, και ήθελα τόσο να ξέρω πώς είναι! Μα πού είναι τα παιδιά;»
Ο άνθρωπος έξυσε το αυτί του, κοντοστάθηκε και στο τέλος είπε.
«Λείπουν αυτή την ώρα».
«Και τι ώρα θα γυρίσουν για το μάθημα; Θα ήθελα να τα δω», είπε το Βασιλόπουλο.
«Μα… δεν κάνουν μάθημα…», αποκρίθηκε διστακτικά ο άνθρωπος· και βλέποντας την απορία στα μάτια του αγοριού, «Ε, ναι! Δεν τους κάνω μάθημα!» ξέσπασε, και τους είπε με πίκρα. «Σαν να είναι κι εύκολο να κάνει κανείς εκείνο που πρέπει σε τούτο τον τόπο! Μ’ έβαλε το κράτος δάσκαλο και μου παραδίνει τα παιδιά του να τους μάθω γράμματα• μα ξεχνά να με πληρώσει, ξεχνά πως έχω ανάγκες κι εγώ, πως πρέπει και να φάγω και να ντυθώ! Έρχονται τα παιδιά, μα δεν τους κάνω μάθημα• τα βάζω στο περιβόλι να σκάβουν για να βγάλω το ψωμί μου, και τα στέλνω στο δάσος να μου μαζέψουν πότε φράουλες, πότε κούμαρα ή άλλα φρούτα της εποχής. Είμαι άνθρωπος κι εγώ! Κι εγώ πρέπει να ζήσω!»
Τα έλεγε αυτά ο δάσκαλος με παράπονο, και βούρκωναν τα μάτια του. Το Βασιλόπουλο τον κοίταξε συλλογισμένο• το πρόσωπό του ήταν σοβαρό.
«Και ποιος σε υποχρεώνει να μείνεις δάσκαλος;» ρώτησε.
«Αμ’ αλλιώς θα πεθάνω από το κρύο· εδώ τουλάχιστον έχω σπίτι!»
«Το σπίτι λοιπόν το δέχεσαι», είπε το Βασιλόπουλο με αναμμένα μάτια, «μα το χρέος σου δεν το κάνεις!»
Ο δάσκαλος χαμογέλασε.
«Σαν να είναι κι εύκολο», είπε σιγανά. «Είσαι παιδί. Δεν ξέρεις τι θα πει ζωή, και το νομίζεις απλό κι εύκολο να κάνεις το χρέος σου, σαν είναι να δουλεύεις χωρίς απολαβή, για ξένο όφελος! Μα για να κάνεις το καθήκον σου, παιδί μου, χρειάζεται κάποτε ηρωική αυτοθυσία, και όλοι δεν είναι ήρωες στον κόσμο».
Βγήκε έξω το Βασιλόπουλο, χωρίς ν’ αποκριθεί· σκέψεις και άλλες σκέψεις σκουντουφλιούνταν στο μυαλό του· του φαίνουνταν πως αντίκριζε καινούργιους κόσμους. Για κάμποσην ώρα πήγαινε σιωπηλά βαστώντας το χέρι της αδελφής του.
«Η αυτοθυσία!» μουρμούρισε· «τ’ άκουσες, Ειρηνούλα; Χρειάζεται, λέγει, ηρωική αυτοθυσία, και όλοι οι άνθρωποι δεν είναι ήρωες… Θυμάσαι τα λόγια της Γνώσης, πως δουλεύοντας για το γενικό καλό ωφελούμε τον εαυτό μας στο τέλος; Φοβούμαι πως στον τόπο μας κανένας δεν το έμαθε αυτό• ο καθένας μας γυρεύει μόνο το δικό του το συμφέρον ή τουλάχιστον τη δική του ησυχία…»
«Γιατί το λες αυτό, αδελφέ μου;»
«Γιατί και μεις ίδιοι είμαστε· ούτε συ, ούτ’ εγώ, ούτε κανένας μας δεν εκάναμε ποτέ τίποτα για το γενικό καλό… Ναι, Ειρηνούλα, γι’ αυτό καταστράφηκε το Κράτος…»
Εξακολούθησαν τ’ αδέλφια το δρόμο τους, χωρίς να μιλήσουν πια, χωμένα στις σκέψεις τους. (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2025, σ. 46-48)
Τα λέει όλα η Πηνελόπη Σ. Δέλτα! Το βασικό: είμαστε όλοι υπεύθυνοι και υπεύθυνες για τα προβλήματα του κράτους. Δεν φταίνε μόνο οι μεγαλόσχημοι, οι ηγεσίες, παρά ο καθένας που θεωρεί ότι για τη δική του καλοπέραση μπορεί να βάλει χέρι στο ταμείο, ελληνικό ή ευρωπαϊκό – είναι συνυπεύθυνοι όσοι δεν κάνουν το καθήκον τους, όσοι με διάφορες προφάσεις αρνούνται να υπηρετήσουν το σύνολο, όσοι ζουν χωρίς το αίσθημα της ευθύνης.
Η Γνώση έχει πει την καίρια φράση: «δουλεύοντας για το γενικό καλό ωφελούμε τον εαυτό μας στο τέλος». Ναι, το προσωπικό όφελος (που είναι μια επιδίωξη απολύτως νόμιμη) πρέπει να προέρχεται, να συμβαδίζει, να μην αντιβαίνει (το λιγότερο) προς το κοινό καλό. Στον όρκο που θα διαβάσετε σε λίγο οι ιδέες αυτές συμπεριλαμβάνονται:
Θα μεταδίδω την επιστημονική γνώση με ανιδιοτέλεια, ευσυνειδησία και κριτικό πνεύμα, σύμφωνα με τις αξίες του ανθρωπισμού και προς όφελος του κοινωνικού συνόλου. Θα συμπεριφέρομαι με αυτεπίγνωση, ελέγχοντας, εκτός από τους άλλους, και τον ίδιο μου τον εαυτό.
Το βασιλόπουλο του Παραμυθιού κατόρθωσε με σκληρή δουλειά και έμπνευση να ανορθώσει το κατεστραμμένο κράτος – εντέλει παντρεύτηκε τη Γνώση, πολύ πολύ συμβολικά.
Λοιπόν κι εσείς, με πυξίδα το κοινό καλό, με αυτοκριτική διάθεση και με μια δόση αυταπάρνησης (εννοείται ότι χρειάζεται κι αυτή), θα πάτε μπρος, σε μια κοινωνία που θα ευημερεί, σε ένα κράτος που θα μπορεί να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του απέναντι στους πολίτες. Το κράτος πρέπει να φτιάξει, αλλά κι εμείς δεν πρέπει να τα φορτώνουμε όλα στο κράτος – είμαστε, όπως είπαμε, συνυπεύθυνοι.
Έχω εμπιστοσύνη στη γενιά σας. Είστε τα φωτεινά παιδιά που γνωρίσαμε μέσα στις τάξεις. Ας υπερβούμε τις χρόνιες παθογένειες της πατρίδας μας. Μπορούμε! Εάν το πάρουμε πάνω μας – αν εσείς το πάρετε πάνω σας. Γίνετε βασιλόπουλα και βασιλοπούλες και κάντε το παραμύθι πραγματικότητα!