Σύνδεση συνδρομητών

Βλαντίμιρ Πούτιν

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Τι έφερε στην Ουκρανία η τελευταία σύνοδος της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών

 

 

KIEBO. Η 81η σύνοδος της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ πραγματοποιήθηκε υπό το σύνθημα «Αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, διαχείριση της μεταμόρφωσης: Ένας Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών που ανταποκρίνεται στις ανάγκες όλων», στις 18-28 Σεπτεμβρίου 2026. Τα κυρίαρχα θέματα της φετινής συνόδου ήταν οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη, η μεταρρύθμιση της πολυμέρειας, η διακυβέρνηση της τεχνητής νοημοσύνης και η ανθεκτικότητα των ενεργειακών υποδομών.

Δύσκολα μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει τη Γενική Συνέλευση ως όργανο λήψης αποφάσεων. Πρόκειται μάλλον για μια βιτρίνα της παγκόσμιας πολιτικής και έναν προορισμό που οι ηγέτες του κόσμου δεν πρέπει να παραλείψουν να επισκεφθούν μία φορά το χρόνο. Ωστόσο, για την Ουκρανία, παραμένει ένας σημαντικός χώρος για την προώθηση της ατζέντας της για ένα δίκαιο τέλος του πολέμου και για την εξασφάλιση της υποστήριξης που απαιτείται προκειμένου να διατηρήσει τη θέση της και να διαπραγματευτεί από θέση ισχύος. Η ουκρανική αποστολή μετέβη στη Νέα Υόρκη για να απαντήσει σε ένα πολύ πρακτικό ερώτημα: τι πραγματικά κερδίζει η Ουκρανία από αυτή τη συνάντηση;

Επιπλέον αμυντικά μέσα εναέριας άμυνας για το χειμώνα. Χρήματα για την άμυνα. Διατήρηση των κυρώσεων. Έναν λειτουργικό μηχανισμό για τουλάχιστον μερική εκεχειρία στον τομέα της ενέργειας. Μια διευρυμένη συμφωνία για τα drones. Αποκλεισμένα λιμάνια και αποκατάσταση των εξαγωγών σιτηρών. Και, το πιο σημαντικό, μια σαφή εικόνα για το ποιοι θα είναι πραγματικά οι κανόνες τυχόν μελλοντικών διαπραγματεύσεων, αν αυτές ξεκινήσουν τελικά.

Η διαπραγματευτική διαδρομή: ο Τραμπ και τα μηνύματα στη Μόσχα

Η ουκρανοαμερικανική ατζέντα επισκίασε το υπόλοιπο πρόγραμμα της Ουκρανίας στον ΟΗΕ. Η συνάντηση μεταξύ των δύο προέδρων στο περιθώριο της συνόδου κατέστησε σαφές προς ποια κατεύθυνση οδεύει η κύρια διαπραγματευτική διαδικασία – και αν η προσπάθεια για ειρήνη κλίνει περισσότερο προς τους όρους της Ρωσίας ή προς αυτούς της Ουκρανίας. Τρία πράγματα προέκυψαν. Πρώτον, μια σαφής ουκρανική θέση: ο Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι έτοιμη να τερματίσει τον πόλεμο και να εισέλθει σε οποιαδήποτε μορφή διαπραγματεύσεων, συμπεριλαμβανομένης μιας ενεργειακής εκεχειρίας, δηλαδή μιας κοινής αναστολής των επιθέσεων μακράς εμβέλειας κατά των ενεργειακών υποδομών. Δεύτερον, μια ακόμη υπόσχεση του Τραμπ ότι ο πόλεμος θα τελειώσει σύντομα — πιθανώς νωρίτερα από ό, τι περιμένουν οι άνθρωποι. Τρίτον, η Ουάσιγκτον σκοπεύει να ασκήσει οικονομική πίεση ως κύριο μέσο πίεσης.

Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο διαβίβασε τις προτάσεις της Ουκρανίας για ενεργειακή εκεχειρία στον Ρώσο υπουργό Εξωτερικών Λαβρόφ στο περιθώριο της συνάντησης. Ο Ρούμπιο ανέφερε ότι και οι δύο πλευρές εξέφρασαν ενδιαφέρον για μια περιορισμένη εκεχειρία που θα καλύπτει τα σιτηρά και την ενέργεια. Ο Λαβρόφ, από την πλευρά του, δήλωσε ότι η Ρωσία δεν έχει καμία πρόθεση να διακόψει τις εχθροπραξίες κατά τη διάρκεια οποιωνδήποτε διαπραγματεύσεων.

Γιατί η ενεργειακή εκεχειρία έχει τόσο μεγάλη σημασία για την Ουάσιγκτον; Ανησυχεί όλο και περισσότερο για τον τρόπο με τον οποίο οι πόλεμοι επηρεάζουν τις παγκόσμιες τιμές της ενέργειας. Από αμερικανική σκοπιά, το ζήτημα δεν αφορά τόσο το Ιράν όσο τον πόλεμο που μαίνεται στην Ευρώπη. Ο Τραμπ είχε ήδη παροτρύνει την Ουκρανία να μην επιτεθεί σε ρωσικά διυλιστήρια πετρελαίου, προειδοποιώντας ότι αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση των παγκόσμιων τιμών του ντίζελ.

Ωστόσο, είναι πολύ νωρίς για να θεωρηθεί η αρχική απάντηση της Ρωσίας ως τελική. Παράλληλα, εξελισσόταν μια πιο διακριτική ρωσοαμερικανική διαδικασία: ο απεσταλμένος του Κρεμλίνου Κιρίλ Ντμιτριέφ έφτασε στη Νέα Υόρκη για να αναλάβει τον ρόλο του «εποικοδομητικού» ομολόγου του Λαβρόφ στο πλαίσιο ανεπίσημων, παρασκηνιακών διαβουλεύσεων, πραγματοποιώντας κλειστές συνομιλίες με τον στενό κύκλο του Τραμπ. Τι προέκυψε πραγματικά από αυτές τις συνομιλίες, θα μπορέσουμε να το μαντέψουμε μόνο από τις επόμενες κινήσεις και των δύο πλευρών.

Χειμώνας, αεροπορική άμυνα και η ευρωπαϊκή οπισθοφυλακή

Η ουκρανική αντιπροσωπεία διεξήγαγε μαραθώνιες συνομιλίες με βασικούς ευρωπαίους εταίρους και τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε για τη δημιουργία μιας χειμερινής αμυντικής ασπίδας. Ο Ζελένσκι έθεσε μια σαφή ανάγκη: 300 πυραύλους αναχαίτισης για τη χειμερινή περίοδο — ένα αίτημα που επιβεβαιώθηκε από μόνο του, δεδομένου ότι οι συναντήσεις πραγματοποιήθηκαν εν μέσω συνεχών ρωσικών επιθέσεων με drones και βαλλιστικούς πυραύλους στο Κίεβο.

Το αποτέλεσμα ήταν μόνο μερικώς επιτυχές. Οι ΗΠΑ συμφώνησαν να εγκρίνουν την παραγωγή πυραύλων «Patriot» με τη συμμετοχή της Raytheon, αλλά δεν έδωσαν συγκεκριμένες υποσχέσεις για επιπλέον πυραύλους αναχαίτισης. Η Ευρώπη, ωστόσο, εξισορρόπησε την εικόνα: η Γαλλία πρόσφερε συστήματα SAMP/T και πυραύλους, καθώς και κοινή συνεργασία στο αντιβαλλιστικό πρόγραμμα «FREYJA»· η Γερμανία επιβεβαίωσε την παροχή επιπλέον πυραύλων «IRIS-T» και μια συμφωνία για 600 πυραύλους αναχαίτισης «Patriot» έως το 2027–2028· η Φινλανδία ανακοίνωσε ένα νέο αμυντικό πακέτο ύψους 290 εκατομμυρίων ευρώ και μια συμφωνία για τα drones· η Νορβηγία χρηματοδότησε την προστασία του ενεργειακού δικτύου της Ουκρανίας· ακόμη και η μακρινή Αυστραλία υπέγραψε συμφωνία ασφάλειας ύψους 60 εκατομμυρίων δολαρίων.

Επίσης, στα θετικά, ο Τραμπ δεν επέκρινε αυτή τη φορά την Ευρώπη. Χαρακτήρισε το ΝΑΤΟ ισχυρότερο από ποτέ και αναφέρθηκε σε μια συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ, Δανίας και Γροιλανδίας που επεκτείνει την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Αρκτική, κάτι που θεωρείται ως προσπάθεια της Ουάσιγκτον να «κλειδώσει» την Αρκτική εν όψει των συνομιλιών με την Κίνα. Για την Ουκρανία, η θετική πλευρά: λιγότερες τριβές με το ΝΑΤΟ, περισσότερη πίεση στη Ρωσία στο βορρά.

Χρηματοοικονομική ανθεκτικότητα: η Ευρώπη παραμένει κρίσιμη

Η συνάντηση στη Νέα Υόρκη το επιβεβαίωσε για άλλη μια φορά: η Ευρώπη είναι ο κύριος χρηματοδότης της Ουκρανίας, και αυτή η υποστήριξη αποτελεί ουσιαστικά μέρος της αμυντικής της ικανότητας – κάτι ακριβώς που συζήτησε ο Ζελένσκι με την Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.

Το έλλειμμα του προϋπολογισμού της Ουκρανίας, που οφείλεται στις αμυντικές δαπάνες, ανέρχεται σε περίπου 27 δισεκατομμύρια δολάρια και το Κίεβο βασίζεται στη στήριξη της ΕΕ για την κάλυψή του. Τα χρήματα υπάρχουν στις Βρυξέλλες, αλλά με όρους: η Φον ντερ Λάιεν επανέλαβε ότι η περαιτέρω στήριξη –37 δισεκατομμύρια ευρώ που διατίθενται φέτος– εξαρτάται από την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων στο Κοινοβούλιο της Ουκρανίας. Ο Ζελένσκι ευχαρίστησε την ΕΕ για την απόφασή της να χορηγήσει δάνειο 90 δισεκατομμυρίων ευρώ και τόνισε ότι η Ουκρανία θα εκπληρώσει τις σχετικές υποχρεώσεις.

Υπήρξαν όμως και τριβές. Ο Ζελένσκι χαρακτήρισε τις ενδείξεις για άρση των κυρώσεων εναντίον των Ρώσων ολιγαρχών Ουσμάνοφ και Φρίντμαν αυτοκαταστροφικές: όταν τα πάντα γίνονται διαπραγματευτικό χαρτί ενόψει πιθανών διαπραγματεύσεων, η Μόσχα το ερμηνεύει ως αδυναμία. Οι Βρυξέλλες, ωστόσο, φαίνεται να έχουν συνειδητοποιήσει το λάθος τους. Διπλωμάτες παραδέχονται ιδιωτικά ότι ο συμβιβασμός δημιούργησε ένα επικίνδυνο προηγούμενο, και η ΕΕ βρίσκεται πλέον σε φάση περιορισμού των ζημιών, επανεξετάζοντας τους κανόνες ψηφοφορίας και προετοιμάζοντας μια σημαντική επέκταση της μαύρης λίστας.

Ναυτικός αποκλεισμός και παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια

Ένα άλλο βασικό θέμα ήταν η απεμπλοκή των λιμανιών της Ουκρανίας στη Μαύρη Θάλασσα. Οι ρωσικές επιθέσεις σε πολιτικά πλοία έχουν μειώσει τη λιμενική χωρητικότητα κατά 93%, απειλώντας να κρατήσουν έως και 24 εκατομμύρια τόνους σιτηρών εκτός των παγκόσμιων αγορών. Η παράλυση των γεωργικών εξαγωγών και η απειλή απώλειας δισεκατομμυρίων σε έσοδα σε ξένο νόμισμα επιδεινώνουν την εξάρτηση της Ουκρανίας από τη διεθνή βοήθεια. Οι σιδηροδρομικές και ποτάμιες διαδρομές μέσω της Ευρώπης δεν μπορούν να αντισταθμίσουν αυτή την απώλεια. Το λιμάνι της Κωνστάντζας στη Ρουμανία, έχοντας διαχειριστεί το ρεκόρ των 60 εκατομμυρίων τόνων, έχει φτάσει στο ανώτατο όριο των δυνατοτήτων του.

Με πρωτοβουλία της Κάγια Κάλας, 51 κράτη μέλη του ΟΗΕ υπέγραψαν δήλωση που καταδικάζει τις ρωσικές επιθέσεις στη Μαύρη Θάλασσα, επαναπροσδιορίζοντας το ζήτημα ως παγκόσμια απειλή για την ελευθερία της ναυσιπλοΐας και όχι ως διμερή διαμάχη. Σε αυτό το πλαίσιο, η συνάντηση του Ζελένσκι με τον Ερντογάν ήταν ρεαλιστική: η Τουρκία παραμένει ένας από τους λίγους παράγοντες που εξακολουθούν να συνομιλούν τόσο με τη Μόσχα όσο και με το Κίεβο. Το Κίεβο έδειξε ότι είναι έτοιμο για μια θαλάσσια εκεχειρία: η Ρωσία σταματά να τρομοκρατεί τα λιμάνια, ενώ η Ουκρανία, σε αντάλλαγμα, διακόπτει παρόμοιες επιθέσεις μεγάλου βεληνεκούς.

Συνοψίζοντας, αυτή η Συνέλευση δεν ήταν απλώς μια τελετή για την Ουκρανία — ήταν μια αυστηρή αξιολόγηση των αναγκών της πριν από τον πιο σκληρό χειμώνα που έχει αντιμετωπίσει μέχρι τώρα. Το Κίεβο δεν επέστρεψε ούτε με άδεια χέρια ούτε με ψευδαισθήσεις. Αν και δεν πέτυχε σαφήνεια όσον αφορά την αντιπυραυλική άμυνα, ένα σταθερό χρονοδιάγραμμα διαπραγματεύσεων ή πραγματική επιρροή έναντι της Μόσχας, σημειώθηκε πρόοδος όσον αφορά τις άδειες παραγωγής πυραύλων, τις ουσιαστικές δεσμεύσεις για την αεροπορική άμυνα κατά τη διάρκεια του χειμώνα, τις υποσχέσεις χρηματοδότησης από την ΕΕ, ενώ η ιδέα της ενεργειακής εκεχειρίας μετατράπηκε από θέμα συζήτησης σε πραγματική διαπραγμάτευση. Αυτό ήταν το ελάχιστο που κατάφερε να εξασφαλίσει.

μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής

07 Οκτωβρίου 2026

Οι πρώτες κοινοβουλευτικές εκλογές της Ρωσίας σε περίοδο πολέμου αποσκοπούν στην επίτευξη τριών στόχων ταυτόχρονα: να ενσωματώσουν τους βετεράνους στο καθεστώς του Πούτιν χωρίς να τους επιτρέψουν να αναδιαμορφώσουν τον «Πουτινισμό»· να παρουσιάσουν την προσάρτηση εδαφών στην Ουκρανία ως μια συνηθισμένη διοικητική διαδικασία· και, τέλος, να δώσουν σε ένα κοινό κουρασμένο από τον πόλεμο την ψευδαίσθηση της κανονικότητας – μιας κανονικότητας που το κράτος δεν μπορεί πλέον να αντέξει οικονομικά.

Οι εκλογές για τη Κρατική Δούμα διεξήχθησαν στη Ρωσία από τις 18 έως τις 20 Σεπτεμβρίου 2026. Πρόκειται για τις πρώτες κοινοβουλευτικές εκλογές που διεξάγονται σε καιρό πολέμου: οι στρατιώτες ψήφισαν από τις μονάδες τους· ίσχυσαν ειδικοί κανόνες για την ψηφοφορία στο μέτωπο και στα κατεχόμενα εδάφη· και δημιουργήθηκαν έντεκα μονοεδρικές εκλογικές περιφέρειες στα κατεχόμενα εδάφη της Ουκρανίας, μερικές από τις οποίες, παραδόξως, εκτείνονται σε πόλεις που στην πραγματικότητα δεν βρίσκονται υπό ρωσικό έλεγχο. Η Μόσχα χρησιμοποιεί τις εκλογές για να μετατρέψει τη ρωσική προσάρτηση κρατικού εδάφους της Ουκρανίας σε διοικητική κανονικότητα.

Οι εκλογές ως σημείο ευπάθειας

Αυτή η προσπάθεια εξομάλυνσης του πολέμου υπογραμμίζει το κεντρικό παράδοξο που αντιμετωπίζει η Μόσχα. Ο πόλεμος κατά της Ουκρανίας διαρκεί πλέον πάνω από 12 χρόνια. Ωστόσο, το Κρεμλίνο έχει παραμείνει σε μεγάλο βαθμό πιστό στη στρατηγική του να «προστατεύει» την πλειοψηφία των Ρώσων από την εισβολή, αποκλείοντάς τον από το οπτικό πεδίο των Ρώσων.

Οποιαδήποτε σημαντική αντιπολίτευση κατεστάλη πριν από χρόνια, ενώ το Γιαμπλόκο, το μοναδικό εγγεγραμμένο κόμμα που αντιτίθεται ανοιχτά στον πόλεμο, διαγράφηκε από τον εκλογικό κατάλογο τον Αύγουστο. Τα ποσοστά του Γιαμπλόκο στις δημοσκοπήσεις είχαν ήδη αρχίσει να αυξάνονται προτού καν το κόμμα ξεκινήσει την προεκλογική του εκστρατεία. Αυτό που απέμεινε δεν ήταν μια αναμέτρηση μεταξύ του καθεστώτος και των επικριτών του, αλλά μια αναμέτρηση μεταξύ υποψηφίων που το καθεστώς είχε ήδη εγκρίνει.

Ωστόσο, ένα προκαθορισμένο αποτέλεσμα δεν καθιστά τις εκλογές άνευ νοήματος. Το Κρεμλίνο χρειάζεται τις εκλογές για δύο αντιφατικούς σκοπούς: τόσο για να μεταδώσει και να διατηρήσει μια αίσθηση ελεγχόμενης κανονικότητας, όσο και για να επιδείξει τη δημόσια υποστήριξη για τους πολεμικούς στόχους του. Ο πόλεμος πρέπει να είναι αρκετά ορατός ώστε να νομιμοποιεί τον ρόλο των βετεράνων, τις εδαφικές προσαρτήσεις και τις συνεχιζόμενες θυσίες, αλλά και αρκετά απομακρυσμένος ώστε οι εκλογές να δίνουν την αίσθηση ότι διεξάγονται σε καιρό ειρήνης. Μια εκλογική αναμέτρηση με προκαθορισμένο αποτέλεσμα μπορεί να ρίξει φως στο πώς το Κρεμλίνο σκοπεύει να ενσωματώσει τον πόλεμο στο πολιτικό σύστημα της Ρωσίας και πού αυτές οι προσπάθειες ενδέχεται να αντιμετωπίσουν δυσκολίες.

Βετεράνοι: η νέα νομενκλατούρα της Ρωσίας;

Ο Πούτιν έχει χρησιμοποιήσει τις εκλογές στο παρελθόν για να προβάλλει νομιμότητα και έλεγχο και να κατευθύνει τις ανταγωνιστικές ελίτ. Αυτή τη φορά, ωστόσο, πρέπει επίσης να αντιμετωπίσει το αυξανόμενο πρόβλημα της τάξης των βετεράνων που επιστρέφουν.

Η «Novaya Gazeta Europe» εκτιμά ότι συνολικά 2,5 εκατομμύρια άτομα επιστρατεύτηκαν, εκ των οποίων τουλάχιστον 400.000 έχουν ήδη επιστρέψει στα σπίτια τους από το μέτωπο, ενώ άλλα 700.000 αναμένεται να ακολουθήσουν σε περίπτωση που ο πόλεμος τελειώσει. Το σύνολο του σοβιετικού στρατιωτικού σώματος στο Αφγανιστάν τη δεκαετία του 1980 ανερχόταν σε 620.000 άτομα σε διάστημα εννέα ετών.

Οι βετεράνοι επιστρέφουν με την προσδοκία να απολαύσουν προνομιακή μεταχείριση, αλλά και με δίκτυα που δημιούργησαν κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο μέτωπο και με παράπονα που έχουν συσσωρευτεί κατά τη διάρκεια του πολέμου. Το πολιτικό ερώτημα για τη Μόσχα είναι επομένως: πώς μπορεί να αποτραπεί το ενδεχόμενο αυτό το μεγάλο νέο εκλογικό σώμα να αναπτύξει τα δικά του συμφέροντα και τις δικές του οργανώσεις;

Το Κρεμλίνο έχει ήδη δει την εναλλακτική λύση δύο φορές: τους «Αφγκάντσι» (βετεράνους του πολέμου στο Αφγανιστάν), των οποίων οι ενώσεις στράφηκαν προς την οικονομία και το οργανωμένο έγκλημα μετά την κατάρρευση του σοβιετικού κράτους, και τον Πριγκόζιν, του οποίου η οργάνωση βετεράνων πραγματοποίησε πορεία στη Μόσχα τον Ιούνιο του 2023. Η απάντησή του είναι να ανταμείβει την ατομική πίστη αντί να επιτρέπει τη συλλογική οργάνωση — μέσω προγραμμάτων απασχόλησης, ειδικά προορισμένων θέσεων στη δημόσια διοίκηση, επανεκπαίδευσης και κινήτρων για τους εργοδότες, με μεγάλο μέρος του κόστους να μετακυλίεται στους περιφερειακούς προϋπολογισμούς που βρίσκονται ήδη στο κόκκινο. Το κράτος, που πλήρωσε τους άνδρες για να πάνε στον πόλεμο, πρέπει τώρα να τους πληρώσει ξανά, ώστε να επιστρέψουν στην πατρίδα τους ήσυχα και χωρίς φασαρία.

Ο Πούτιν προχώρησε ακόμη περισσότερο, προτείνοντας οι βετεράνοι να αποτελέσουν μια νέα πολιτική τάξη — ουσιαστικά μια «νέα ελίτ» που θα μπορούσε να διαμορφώσει τη μελλοντική ηγεσία της χώρας. Το 2024, εγκαινίασε το πρόγραμμα «Η Εποχή των Ηρώων», το οποίο στοχεύει στην ταχεία προώθηση βετεράνων (καθώς και άλλων που εμπλέκονται στον πόλεμο, όπως οι εργαζόμενοι του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος) σε κυβερνητικές θέσεις. Η σοβιετική νομενκλατούρα ήταν ένας κατάλογος θέσεων που ελέγχονταν από το Κόμμα. Η «Εποχή των Ηρώων» είναι ένας κατάλογος που ελέγχεται από την Προεδρική Διοίκηση. Τώρα που το καθεστώς έχει εξαλείψει το κομμουνιστικό σύστημα προαγωγών μέσω της νομενκλατούρας, δεν διαθέτει πλέον κανένα θεσμό ικανό να καλλιεργήσει μια νέα ελίτ. Μπορεί μόνο να διορίσει μία.

Το «Ενωμένη Ρωσία», όπως ήταν αναμενόμενο, αποτέλεσε το σημαντικότερο μέσο για τη δημιουργία της νέας κάστας των πολεμιστών. Από τους 4.374 υποψηφίους στις φετινές προκριματικές εκλογές, οι 535 —ή το 12%— ήταν εγγεγραμμένοι ως βετεράνοι πολέμου, μια κατηγορία για την οποία τα προκαταρκτικά αποτελέσματα της ψηφοφορίας διογκώθηκαν αυτόματα κατά 25%. Και άλλα κόμματα έχουν επίσης ορίσει βετεράνους πολέμου ως υποψηφίους: η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή ενέκρινε 1.586 βετεράνους να υποβάλουν υποψηφιότητα σε ομοσπονδιακό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον 200 για τις 450 έδρες στη Δούμα. Το 2024, 308 βετεράνοι από το «Ενωμένη Ρωσία» κέρδισαν τις τοπικές και περιφερειακές εκλογές. Σήμερα είναι η πρώτη φορά που καταφέρνουν να έχουν την ευκαιρία να κερδίσουν έδρες στο ομοσπονδιακό κοινοβούλιο.

Το Κρεμλίνο έχει θεσπίσει μια ποσόστωση για τους βετεράνους, όχι ένα λόμπι βετεράνων. Ο ιδανικός υποψήφιος είναι ένας βετεράνος που είναι πιστός στην κυβέρνηση και πολιτικά άπειρος — να διαθέτει ένα ιστορικό, ένα βιογραφικό σημείωμα, όχι μια εκλογική βάση. Κανένα ιστορικό δεν αποκλείεται. Ο Βλαντισλάβ Γκολόβιν, 29 ετών, διοικούσε μια διμοιρία πεζοναυτών στη Μαριούπολη, τραυματίστηκε εκεί, ολοκλήρωσε το πρόγραμμα «Η Ώρα των Ηρώων» και τώρα ηγείται της εθνικής λίστας της «Ενωμένης Ρωσίας» μαζί με τον υπουργό Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ και τον δήμαρχο της Μόσχας Σεργκέι Σομπιανίν· το Κίεβο τον καταζητεί για εγκλήματα πολέμου. Ο Εδουάρντ Σόνοφ, ο οποίος περιλαμβάνεται στον κατάλογο του κόμματος για τη Μόσχα, είναι πρώην μαχητής των ειδικών δυνάμεων που συμμετείχε στην κατάληψη της περιοχής του Κιέβου και ενδέχεται να έχει εμπλακεί σε εγκλήματα πολέμου στη Μπούχα. Αυτά τα ιστορικά είναι τα διαπιστευτήριά τους. Η συνενοχή δεσμεύει πιο δυνατά από την ιδεολογία και δεν απαιτεί ποτέ αύξηση μισθού.

Άλλοι «βετεράνοι» είναι ήδη καθιερωμένα πολιτικά στελέχη, των οποίων τα βιογραφικά έχουν εμπλουτιστεί με στρατιωτικό υπόβαθρο. Σε κάθε περίπτωση, το Κρεμλίνο θέλει βετεράνους που μπορεί να ελέγχει, όχι στρατιωτικό προσωπικό που ενδέχεται να ενεργεί με δική του πρωτοβουλία. Εντάσσονται στο καθεστώς του Πούτιν χωρίς να αλλάζει ο ίδιος ο «Πουτινισμός». Με αυτόν τον τρόπο, ο πόλεμος προορίζεται να συνεχιστεί πολιτικά αμέσως μόλις σταματήσουν οι μάχες.

Ο κρυφός πόλεμος

Η «Ενωμένη Ρωσία» παρουσιάζεται τόσο ως το πολεμικό κόμμα του Πούτιν όσο και ως το κόμμα που προστατεύει τους Ρώσους από τον πόλεμο, απομονώνοντάς τους από αυτόν. Οι δύο κορυφαίοι υποψήφιοί του διεξάγουν δύο διαφορετικές εκστρατείες: ο δήμαρχος της Μόσχας Σεργκέι Σομπιανίν απορρίπτει τις εκκλήσεις για να τεθεί η οικονομία σε πολεμική βάση ως άνευ αξίας και υπόσχεται σε ένα εξαντλημένο κοινό ότι τίποτα δεν θα αλλάξει, ενώ ο Πούτιν λέει στο ίδιο κοινό ότι οι «ήρωες της ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης» έχουν κάνει τον ρωσικό λαό να νιώσει τι σημαίνει η Ρωσία.

Η παλιά συνταγή ήταν η σταθερότητα, συσκευασμένη ως προεκλογικές υποσχέσεις — δρόμοι, σχολεία, υποδομές, χρονομετρημένες ώστε να συμπίπτουν με τις εκλογές. Όμως αυτή η συνταγή έχει εξαντληθεί: οι προϋπολογισμοί είναι στο κόκκινο, και ακόμη και στη Μόσχα γίνονται συγχωνεύσεις σχολείων και κλινικών.

Αυτή είναι η «αρνητική σταθερότητα». Το Κρεμλίνο δεν μπορεί πλέον να αγοράσει την κανονικότητα που πρέπει να επιδεικνύει· μπορεί, ωστόσο, να τη σκηνοθετήσει και να την ελέγχει — εξ ου και οι περιορισμοί σε εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων όπως το Telegram και το WhatsApp, καθώς και η καταστολή των VPN. Ο πόλεμος επηρεάζει ήδη τις εκλογές: οι κομμουνιστές βουλευτές δηλώνουν πλέον ανοιχτά ότι η οικονομία δεν μπορεί να αντέξει έναν μακροχρόνιο πόλεμο.

Οι επιθέσεις του Κιέβου σε ρωσικό έδαφος αναδιαμορφώνουν τη γεωγραφία της αβεβαιότητας, ενώ στα κατεχόμενα εδάφη εμποδίζουν τη Μόσχα να ομαλοποιήσει την προσάρτηση — μια διαδικασία που οι νέες εκλογικές περιφέρειες προορίζονται να νομιμοποιήσουν. Κατά τη διάρκεια της κρίσης της βενζίνης αυτό το καλοκαίρι, ο Πούτιν απέρριψε ανοιχτά την πρόταση του Ζελένσκι για αμοιβαία αναστολή των επιθέσεων στο εσωτερικό της χώρας: Η απόφαση να παραμείνει ο πόλεμος στο προσκήνιο εναπόκειται σε αυτόν — σε αντίθεση με τις τάσεις της ίδιας της κομματικής του λίστας.

Το Κρεμλίνο χρησιμοποιεί τις εκλογές για να «εξωραΐσει» τον πόλεμο και την προσάρτηση, εντάσσοντάς τα σε συνηθισμένες πολιτικές βιογραφίες. Η Δύση πρέπει να απορρίψει αυτή τον εξωραϊσμό: κάθε βουλευτής που εκλέγεται από τα κατεχόμενα εδάφη ή μέσω της ποσόστωσης των βετεράνων θα πρέπει να προστεθεί στη μαύρη λίστα αμέσως και να παραμείνει εκεί για όσο διάστημα διαρκεί η θητεία του.

μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής

21 Σεπτεμβρίου 2026

Οι περιφερειακές εκλογές του Σεπτεμβρίου 2026 στη Σαξονία-Άνχαλτ θα φαίνονταν, λαμβάνοντας υπόψη τον μικρό πληθυσμό των 2,12 εκατομμυρίων κατοίκων αυτού του ανατολικογερμανικού κρατιδίου, ως ένα ασήμαντο ευρωπαϊκό γεγονός. Ωστόσο, οι εκλογές αυτές αντιπροσωπεύουν μια ιστορική στροφή στην πολιτική εξέλιξη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της μεγαλύτερης χώρας και οικονομίας της Ευρώπης, από το 1949, όταν ιδρύθηκε η ΟΔΓ. Για πρώτη φορά, ένα ακροδεξιό κόμμα, η λεγόμενη Εναλλακτική για τη Γερμανία (Alternative für Deutschland, AfD), που ιδρύθηκε το 2013, πέτυχε, με ποσοστό 43,8%, μια νίκη τέτοιας κλίμακας σε περιφερειακές εκλογές.

 

 

Η AfD κέρδισε 39 από τις 83 έδρες στο περιφερειακό Κοινοβούλιο της Σαξονίας-Άνχαλτ και, ως εκ τούτου, πλησίασε την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών. Οι διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού και οι κύκλοι ψηφοφοριών στο Κοινοβούλιο κατά τις επόμενες εβδομάδες θα δείξουν αν η AfD θα καταφέρει να αναλάβει και την εκτελεστική εξουσία της Σαξονίας-Άνχαλτ. Μια περιφερειακή κυβέρνηση υπό την κυριαρχία της AfD –αν τελικά συγκροτηθεί– θα αποτελούσε μια ακόμη πιο καθοριστική νέα τάση στη γερμανική πολιτική.

Ως εθνικιστικό, ευρωσκεπτικιστικό και αντιμεταναστευτικό κίνημα, καθώς και ως πολιτιστικά μονιστικό, πολιτικά μη φιλελεύθερο, αλλά οικονομικά φιλελεύθερο κόμμα, η AfD βρίσκεται στην ακροδεξιά πτέρυγα του κατά τα άλλα φιλελεύθερου, φιλοευρωπαϊκού κομματικού φάσματος της Γερμανίας, το οποίο αποτελείται από χριστιανοδημοκράτες, σοσιαλδημοκράτες, φιλελεύθερους και πράσινους δημοκράτες. Ορισμένες από τις περιφερειακές οργανώσεις της AfD, συμπεριλαμβανομένης αυτής της Σαξονίας-Άνχαλτ, έχουν χαρακτηριστεί από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος «εξτρεμιστικές», αντίθετες δηλαδή προς τη συνταγματικά κατοχυρωμένη φιλελεύθερη-δημοκρατική τάξη της Γερμανίας. Λόγω της αμφίρροπης στάσης της AfD απέναντι στο φασιστικό παρελθόν της Γερμανίας, ακόμη και πολλά άλλα ευρωπαϊκά ακροδεξιά κόμματα, όπως ο Εθνικός Συναγερμός της Γαλλίας, αρνούνται να συνεργαστούν με τους Γερμανούς εθνικιστές σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αντίθετα, τόσο ο Ίλον Μασκ όσο και ο Ντόναλντ Τραμπ έχουν χαιρετίσει δημόσια την εκλογική επιτυχία της AfD.

Αν και η AfD περιλαμβάνει μια φασιστική συνιστώσα, ούτε η άνοδος της οργάνωσης στο σύνολό της ούτε το αυξανόμενο εκλογικό της σώμα κατά τη διάρκεια των τελευταίων 10 ετών υποδηλώνουν επικείμενη επιστροφή στον γερμανικό ναζισμό. Αντίθετα, η AfD λειτουργεί από πολλές απόψεις ως κόμμα διαμαρτυρίας που καταφέρνει να απορροφήσει την κοινωνική απογοήτευση, την πολιτική απογοήτευση και τον πολιτισμικό πεσιμισμό. Αυτό αφορά ιδιαίτερα την Ανατολική Γερμανία, η οποία αποτελούσε μέρος του σοβιετικού μπλοκ κατά την περίοδο 1945-1990 και σήμερα περιλαμβάνει (χωρίς το Βερολίνο) 12,4 εκατομμύρια από τους 83,5 εκατομμύρια κατοίκους της Γερμανίας. Στο έδαφος της πρώην κομμουνιστικής, λεγόμενης Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΛΔΓ), η AfD είναι πολύ πιο δημοφιλής απ’ ό,τι στο έδαφος της Δυτικής Γερμανίας, η οποία αποτελεί πολιτική δημοκρατία από το 1949.

Συχνά, η έλλειψη δημοκρατικής εμπειρίας των Ανατολικογερμανών και οι αναταραχές των ετών της κοινωνικοοικονομικής μετάβασης της δεκαετίας του 1990 χρησιμοποιούνται για να εξηγηθεί η διαφορετική εκλογική συμπεριφορά τους. Αυτά τα τραύματα, καθώς και η εκροή νέων και γυναικών από την Ανατολική Γερμανία, η χαμηλή παρουσία των χριστιανικών εκκλησιών σε αυτήν και η ταχέως γηράσκουσα κοινωνία της, αποτελούν τις συνήθεις εξηγήσεις για την προτίμηση των «Ossis» (Ανατολικών) τόσο προς τα ακροαριστερά όσο και προς τα ακροδεξιά αντισυστημικά κόμματα. Στην ίδια την Ανατολική Γερμανία, υπάρχει επίσης η ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι, υποτίθεται, οι «Wessis» δεν έδειξαν και δεν δείχνουν επαρκή σεβασμό προς τους «Ossis».

Αυτό που ίσως αποτελεί τον ισχυρότερο καθοριστικό παράγοντα της χαμηλής υποστήριξης της φιλελεύθερης δημοκρατίας στην Ανατολική Γερμανία είναι το γεγονός ότι, υπό τη σοβιετική κατοχή, η περιοχή αυτή δεν είχε συμμετάσχει στη διαδικασία απελευθέρωσης και πλουραλισμού της κοινωνίας της Δυτικής Γερμανίας που ακολούθησε τις φοιτητικές εξεγέρσεις του 1968 σε ολόκληρη τη Δύση. Από τη δεκαετία του 1970, οι δυτικές κοινωνίες διαμορφώνονται όλο και περισσότερο από τον ατομικισμό, τον πλουραλισμό, τον φεμινισμό, τον οικολογισμό, τον μετα-αποικιοκρατισμό, τον κοσμοπολιτισμό και παρόμοιες αντι-συντηρητικές ιδέες. Ωστόσο, οι Ανατολικογερμανοί στη ΛΔΓ προστατεύονταν από αυτές τις τάσεις από το Σιδηρούν Παραπέτασμα μέχρι το 1989. Έτσι, διατήρησαν, σε μεγαλύτερο βαθμό από τους Δυτικογερμανούς, απομεινάρια της παραδοσιακά ιεραρχικής, μη φιλελεύθερης και εθνοκεντρικής γερμανικής πολιτικής κουλτούρας, η οποία χρονολογείται από την αμέσως μεταπολεμική και ακόμη και την προπολεμική περίοδο.

Το σημαντικότερο χάσμα μεταξύ των πολιτισμικών εξελίξεων της Δυτικής και της Ανατολικής Γερμανίας αφορά το βάθος της σκέψης σχετικά με την ιστορική και πολιτική σημασία της φασιστικής περιόδου 1933-1945 για τους μεταπολεμικούς Γερμανούς. Στη Δυτική Γερμανία, τα μαζικά εγκλήματα των Ναζί και η γερμανική ευθύνη γι’ αυτά, η ιστορική αποτυχία του γερμανικού αντιφασισμού και οι επιπτώσεις τους για το σήμερα έχουν αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης, έρευνας και προβληματισμού στο πλαίσιο μιας καθολικής, πολυετούς συζήτησης. Αυτή η εθνική συζήτηση έχει γίνει γνωστή με τον όρο Vergangenheitsbewältigung, ο οποίος μπορεί να μεταφραστεί ως «αντιμετώπιση του παρελθόντος», (αυτο)κριτική αναστροφή με αυτό ώστε να επιλυθούν οι εκκρεμείς λογαριασμοί κατά μέτωπο, χωρίς εξωραϊσμούς, συγκαλύψεις και βολικές αποσιωπήσεις.

Βεβαίως, οι εκπαιδευτικές πολιτικές, οι κριτικές προσεγγίσεις και ο δημόσιος διάλογος για τις ρίζες, τη φύση και τις συνέπειες των γερμανικών εγκλημάτων υπό το ναζισμό επεκτάθηκαν στο έδαφος της πρώην ΛΔΓ ως αποτέλεσμα της επανένωσης της Γερμανίας το 1990. Ωστόσο, η καθυστερημένη και εν μέρει επιβεβλημένη συμμετοχή των Ανατολικογερμανών στο Vergangenheitsbewältigung έχει οδηγήσει σε πολύ μικρότερο σκεπτικισμό απέναντι στον ακροδεξιό εξτρεμισμό σε σύγκριση με την κοινωνία της Δυτικής Γερμανίας. Επίσης, είχε αποτέλεσμα υψηλότερο βαθμό αντιαμερικανισμού στην Ανατολική Γερμανία σε σχέση με τη Δυτική.

Σήμερα, αυτό εκφράζεται, μεταξύ άλλων, μέσω της μεγαλύτερης υποστήριξης προς το αντιδυτικό καθεστώς του Βλαντίμιρ Πούτιν και της ανοχής απέναντι στις σχέσεις της AfD με τη Μόσχα. Ενώ όλα τα κεντρώα γερμανικά κόμματα έχουν ταχθεί υπέρ της Ουκρανίας, τόσο η Ακροδεξιά όσο και η Ακροαριστερά της Γερμανίας έχουν υιοθετήσει μια περισσότερο ή λιγότερο φιλο-πουτινική στάση και αντιτίθενται τόσο στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας όσο και στη στρατιωτική βοήθεια προς το Κίεβο. Μέχρι στιγμής, το αναλογικό, κοινοβουλευτικό και πολυκομματικό πολιτικό σύστημα της Γερμανίας περιορίζει την επιρροή της AfD, καθώς αυτό παραμένει μια αναπτυσσόμενη, αλλά απομονωμένη και στιγματισμένη πολιτική δύναμη. Εκτός αν οι Γερμανοί εθνικιστές γίνουν πιο μετριοπαθείς –όπως, για παράδειγμα, έγινε πρόσφατα η ριζοσπαστική δεξιά της Σουηδίας και της Ιταλίας– και, ως εκ τούτου, πιθανοί εταίροι συνασπισμού, η άμεση επιρροή του AfD στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική της Γερμανίας θα παραμείνει περιορισμένη.

15 Σεπτεμβρίου 2026

Πώς έχει εξελιχθεί σήμερα η δομή που δημιουργήθηκε το 2025 και γιατί το Κίεβο ζητά πλέον συχνότερες συναντήσεις αντί για την αποστολή δυτικών χερσαίων δυνάμεων στην Ουκρανία.

 

Στις 24 Αυγούστου 2026, η Συμμαχία των Προθύμων, η οποία αποτελείται από 34 χώρες που υποστηρίζουν την Ουκρανία, συνήλθε στο Κίεβο για να τιμήσει την 35η επέτειο της αποκατάστασης της ουκρανικής ανεξαρτησίας. Ο Άντι Μπέρναμ, ένας από τους συμπροέδρους της συνάντησης, στο πρώτο του ταξίδι στο εξωτερικό ως πρωθυπουργός της Βρετανίας, ήταν παρών μαζί με τον Αντόνιο Κόστα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, τον Αλεξάντερ Σταμπ της Φινλανδίας, τον Γκιτάνας Ναουσέντα της Λιθουανίας, τη Μάια Σάντου της Μολδαβίας, τους πρωθυπουργούς της Λετονίας και του Λουξεμβούργου, καθώς και τον υπουργό Εξωτερικών της Σουηδίας· οι περισσότεροι συμμετέχοντες, συμπεριλαμβανομένων των δύο άλλων συμπροέδρων, του Εμμανουέλ Μακρόν και του Φρίντριχ Μερτς, συμμετείχαν μέσω βιντεοδιάσκεψης. Στο άρθρο του για το διακεκριμένο ουκρανικό διαδικτυακό περιοδικό European Pravda, ο Μπέρναμ επανέλαβε τον σκοπό αυτής της πρωτοβουλίας: τη διαμόρφωση ενός σχεδίου για την επίτευξη και διατήρηση μιας ειρηνευτικής συμφωνίας υπό την ηγεσία της Ουκρανίας. Η ουσιαστική συζήτηση, ωστόσο, κινήθηκε σε άλλη κατεύθυνση.

Ενώ πρωταρχικός στόχος της Συμμαχίας είναι η οργάνωση μιας πολυεθνικής δύναμης που θα στηρίξει τις εγγυήσεις ασφάλειας μόλις επιτευχθεί κατάπαυση του πυρός, οι πρόσφατες συναντήσεις της απέδωσαν αποτελέσματα και σε άλλες διαστάσεις: υποστήριξη της αμυντικής βιομηχανίας της Ουκρανίας μέσω μεταφοράς τεχνολογίας και χορήγησης αδειών, ένα φόρουμ για τα πιο επείγοντα ζητήματα της ανθεκτικότητας και της άμυνας της Ουκρανίας, καθώς και μια ευκαιρία για την προώθηση διμερών αμυντικών πρωτοβουλιών με μεμονωμένα μέλη.

Πρώτον, ο Μπέρναμ ενέκρινε τη μεταφορά της τεχνολογίας «Storm Shadow», ώστε οι πύραυλοι να μπορούν να κατασκευαστούν στο ουκρανικό έδαφος, και ζήτησε από τη βρετανική βιομηχανία να υποστηρίξει το «Freyja», το ουκρανο-ευρωπαϊκό πρόγραμμα αντιβαλλιστικών αναχαιτιστικών πυραύλων που προορίζεται ως φθηνότερη εναλλακτική λύση έναντι του «Patriot». Ο Μακρόν ανέλαβε να επιταχύνει τις παραδόσεις και τη χορήγηση αδειών που είχαν συμφωνηθεί στην προηγούμενη συνάντηση της Συμμαχίας τον Ιούλιο, όταν η Γαλλία αδειοδότησε την ουκρανική κατασκευή βομβών AASM και πυραύλων SCALP, καθώς και, από κοινού με την Ιταλία, των αναχαιτιστικών Aster 30, και δεσμεύθηκε να υποστηρίξει το Freyja. Η δήλωση της Συμμαχίας τον Ιούλιο χαιρέτισε τη Συμμαχία Αντιβαλλιστικών Πυραύλων και τις άδειες που χορηγήθηκαν για την παραγωγή αναχαιτιστικών, καθώς και τις νέες δεσμεύσεις σχετικά με επιχειρήσεις κατά του «σκιώδους στόλου», την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συντονισμένη υποστήριξη των εθνικών επιχειρήσεων.

Δεύτερον, ο Ζελένσκι άσκησε πίεση για τις πιο επείγουσες ανάγκες της ουκρανικής άμυνας: ένα πακέτο χειμερινής βοήθειας κατά των βαλλιστικών επιθέσεων, με τουλάχιστον 300 αναχαιτιστικά Patriot, οικονομική στήριξη προς το Υπουργείο Άμυνας της Ουκρανίας, το οποίο παρουσιάζει έλλειμμα 27 δισεκατομμυρίων ευρώ, μεταξύ άλλων με την επανεξέταση του ζητήματος των δεσμευμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων· καθώς και το ξεμπλοκάρισμα της Μαύρης Θάλασσας και τη χρήση των «Διαδρομών Αλληλεγγύης» για τις εξαγωγές. Εκείνη την ημέρα, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ανακοίνωσε επιπλέον στρατιωτική βοήθεια ύψους 7 δισεκατομμυρίων δολαρίων από την ΕΕ για την αεροπορική και πυραυλική άμυνα, πυραύλους, πυρομαχικά και ραντάρ. Ο Ζελένσκι υποσχέθηκε να ενημερώσει τους συμμετέχοντες στη συνάντηση για τις διαπραγματεύσεις σε μεταγενέστερο στάδιο, αλλά προφανώς το αντιμετώπισε ως δευτερεύον ζήτημα.

Τρίτον, η Συμμαχία λειτουργεί ως φόρουμ υψηλού επιπέδου που προσελκύει πολλούς εταίρους και επιλύει διμερή ζητήματα. Για παράδειγμα, μια ημέρα πριν από τη συνεδρίαση της Συμμαχίας πραγματοποιήθηκε στο Κίεβο σύνοδος κορυφής των Σκανδιναβικών και Βαλτικών χωρών με την Ουκρανία, και υπογράφηκαν ορισμένα διμερή έγγραφα σχετικά με την άμυνα, μεταξύ των οποίων μια δήλωση για στρατηγική εταιρική σχέση και μια συμφωνία για μη επανδρωμένα αεροσκάφη με τη Νορβηγία, καθώς και περαιτέρω συμφωνίες με το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Φινλανδία. Καθώς η αμερικανική ηγεσία αποσύρεται από την Ομάδα Επαφής για την Άμυνα της Ουκρανίας —η οποία συνεδρίασε οκτώ φορές το 2025 και τρεις φορές φέτος, ενώ η συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακά—, η Συμμαχία αρχίζει να αναλαμβάνει τα ίδια ζητήματα με το Ράμσταϊν.

Το τρέχον έργο της Συμμαχίας ανταποκρίνεται στην ερμηνεία του καγκελαρίου Mερτς σχετικά με τα καθήκοντά της, όπως αυτά καθορίστηκαν τον Ιούλιο: πρώτον, να πιέσει τη Ρωσία να προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις, στη συνέχεια να στηρίξει την Ουκρανία για όσο διάστημα χρειάζεται να αμυνθεί, και μόνο τότε, από κοινού με τις Ηνωμένες Πολιτείες, να είναι έτοιμη να επιβλέπει μια εκεχειρία και να παρέχει εγγυήσεις. Αυτές οι πρωτοβουλίες των τελευταίων δύο μηνών, τόσο εντός όσο και εκτός της Συμμαχίας, έρχονται εν μέσω μιας σαφούς κλιμάκωσης της υποστήριξης της Βόρειας Κορέας και της Κίνας προς τη Ρωσία, σε συνδυασμό με την περαιτέρω απομάκρυνση των ΗΠΑ από την Ευρώπη και την ανοιχτή προτίμησή τους να κατευνάσουν τον Πούτιν αντί να τον εξαναγκάσουν.

Όσον αφορά το πρώτο σημείο, η Επιτροπή Αναθεώρησης Οικονομικών και Ασφάλειας ΗΠΑ-Κίνας ανέφερε τον Αύγουστο ότι η Κίνα αντιπροσώπευε το 90% του συνόλου της τεχνολογίας που υπόκειται σε κυρώσεις και εισήλθε στη Ρωσία το 2026, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες έχει προμηθεύσει δορυφορικές εικόνες που χρησιμοποιήθηκαν για την καθοδήγηση ρωσικών πυραυλικών επιθέσεων. Μετά από ένα χρόνο παύσης, η Πιονγιάνγκ επανέλαβε την προμήθεια βαλλιστικών πυραύλων στα τέλη Ιουλίου του 2026 και έχει αναπτύξει στη Ρωσία τα δικά της πληρώματα και έξι εκτοξευτές για μια μονάδα ικανή να εκτοξεύσει έως και 120 πυραύλους.

Οι παραδόσεις δυτικών αναχαιτιστικών στην Ουκρανία έχουν εν τω μεταξύ μειωθεί στο ένα τρίτο του επιπέδου του 2025. Η Ουάσιγκτον δεν πωλεί στο Κίεβο τα αντιαεροπορικά συστήματα PAC-3 που ζητά, ούτε χορηγεί την άδεια παραγωγής που ο Τραμπ είχε μισοϋποσχεθεί στην Άγκυρα και αναθεώρησε τρεις εβδομάδες αργότερα. Ο Ζελένσκι δήλωσε στους δημοσιογράφους στις 23 Αυγούστου ότι η Ρωσία μπορεί να παράγει έως και εκατό βαλλιστικούς πυραύλους τον μήνα και ότι η χειρότερη εκτίμηση για το ερχόμενο φθινόπωρο και χειμώνα είναι 1.300 πύραυλοι, συμπεριλαμβανομένων και αυτών της Βόρειας Κορέας. Αυτή η ασυμμετρία στη συμμαχική βοήθεια απαιτεί σίγουρα πιο αποφασιστικές ενέργειες από τους εταίρους της Ουκρανίας που αποτελούν τη Συμμαχία.

Η αποστασιοποίηση της Ουάσιγκτον από τη Συμμαχία αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης τάσης. Η παρουσία της στην Ευρώπη μειώνεται σταδιακά: το Πεντάγωνο έχει επίσημα ξεκινήσει μια αναθεώρηση της στάσης και της στάθμευσης των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη, ενώ ο Έλμπριτζ Κόλμπι εργάζεται ενεργά στις πρωτεύουσες των συμμάχων για την εκεί απόδοση της κύριας ευθύνης για τη συμβατική άμυνα στην Ευρώπη. Τα 5.000 στρατεύματα που υποσχέθηκε ο Τραμπ στην Πολωνία ως αντιστάθμισμα για τον ίδιο αριθμό αμερικανικών στρατευμάτων που αποσύρθηκαν από την Ευρώπη την άνοιξη δεν έχουν ούτε ημερομηνία ούτε τόπο ανάπτυξης. Παρά τις πολυάριθμες υβριδικές εκστρατείες και τις εκστρατείες σαμποτάζ της Ρωσίας, ο Τραμπ συνεχίζει να αρνείται ότι η Ρωσία αποτελεί οποιαδήποτε απειλή για το ΝΑΤΟ.

Στις 16 Αυγούστου, την ημέρα πριν από την προγραμματισμένη έναρξη των ετήσιων στρατιωτικών ασκήσεων με τη Νότια Κορέα, ο Τραμπ διέταξε το Πεντάγωνο να τις περιορίσει, επικαλούμενος τις καλές του σχέσεις με τον Κιμ Γιονγκ Ουν και χαρακτηρίζοντας τις ασκήσεις ως ένα μήνυμα ακατάλληλο και εχθρικό προς τη Βόρεια Κορέα, η οποία, σύμφωνα με τα λόγια του, δεν αποτελούσε απειλή και έδειχνε σεβασμό — τον ίδιο μήνα που η Ρωσία επανέλαβε τις εκτοξεύσεις πυραύλων της Βόρειας Κορέας εναντίον ουκρανικών πόλεων. Στον Καναδά, σύμμαχο βάσει συνθήκης, δεν προσφέρονται τέτοιες ευγένειες: ο Τραμπ έχει επιβάλει επιπλέον ασφυκτικούς δασμούς στα καναδικά προϊόντα, αμφισβητεί τα σύνορα — τα οποία, όπως λέει, έχουν χαραχθεί αυθαίρετα «με χάρακα» — και μετονομάζει τη λίμνη Οντάριο σε «Λίμνη Αμερική». Τίποτα από όλα αυτά δεν ενισχύει την διατλαντική εμπιστοσύνη και αξιοπιστία, υπονομεύοντας τις τρέχουσες στρατηγικές κρατών που είναι σταθερά φιλοαμερικανικά, όπως η Πολωνία και η Ιταλία.

Η αμερικανική αδιαφορία και αποστασιοποίηση παρεμποδίζουν τον αρχικό στόχο της Συμμαχίας και υποβαθμίζουν το περιβάλλον ασφάλειας στο οποίο λειτουργεί. Η αεροπορική της συνιστώσα σχεδιάστηκε ώστε να εξαρτάται από τις υποστηρικτικές δυνατότητες των ΗΠΑ. Η Διακήρυξη του Παρισιού της Συμμαχίας, του Ιανουαρίου 2026, έθεσε στο επίκεντρο των εγγυήσεων έναν μηχανισμό παρακολούθησης και επαλήθευσης της εκεχειρίας υπό αμερικανική ηγεσία· αξιωματούχοι που επικαλείται το Reuters ανέφεραν ότι αυτό θα σήμαινε τη χρήση αμερικανικών drones, αισθητήρων και δορυφόρων. Η διακήρυξη δεν φέρει καμία αμερικανική υπογραφή, ενώ η αναφορά στη χρήση αμερικανικών δυνατοτήτων για τη στήριξη της δύναμης είχε αφαιρεθεί από ένα προηγούμενο σχέδιο. Το εύρος και οι φιλοδοξίες της δύναμης που θα έπρεπε να υποστηρίξει μια τέτοια ρύθμιση είχαν περιοριστεί εδώ και καιρό. Ο αρχικός στόχος του Ζελένσκι τον Ιανουάριο του 2025 για 200.000 Ευρωπαίους στρατιώτες είχε συρρικνωθεί, μέχρι τον Ιανουάριο του 2026, σε μια συνδυασμένη γαλλο-βρετανική προσφορά έως 15.000. Μεταξύ των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών κρατών, ούτε η Γερμανία ούτε η Ιταλία ούτε η Πολωνία προσφέρουν χερσαίες δυνάμεις: το Βερολίνο έχει προτείνει τη στάθμευση δυνάμεων σε έδαφος του ΝΑΤΟ που γειτονεύει με την Ουκρανία, η Βαρσοβία περιορίζεται στην υλικοτεχνική υποστήριξη και τη φιλοξενία, ενώ η Ιταλία, την ημέρα που ανακοινώθηκαν οι ασκήσεις, επιβεβαίωσε ότι δεν θα συμμετάσχει. Παρ’ όλα αυτά, διατηρώντας ζωντανό τον αρχικό στόχο, ο Μακρόν όρισε τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο για τις πρώτες ασκήσεις πλήρους κλίμακας της Συμμαχίας, οι οποίες θα φιλοξενηθούν από την Πολωνία με γαλλικά και βρετανικά στρατεύματα, προκειμένου να δοκιμαστούν η διοίκηση και ο έλεγχος, η υλικοτεχνική υποστήριξη και η ανάπτυξη. Η αποστολή, το επιδιωκόμενο τελικό αποτέλεσμα και οι κανόνες εμπλοκής της δύναμης παραμένουν ακαθόριστοι, ενώ η προετοιμασία είναι αργή και αμφισβητείται πολιτικά. Η Συμμαχία, η οποία ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2025, έχει από τότε αποκτήσει μόνιμο αρχηγείο τριών αστέρων στο Παρίσι, μια μονάδα συντονισμού στο Κίεβο και περίπου διακόσιους σχεδιαστές από περισσότερες από τριάντα χώρες. Μετά από δεκαεπτά μήνες, ο μηχανισμός αυτός δοκιμάζεται για πρώτη φορά.

Το πιο σημαντικό είναι ότι, ενώ η Πολυεθνική Δύναμη για την Ουκρανία εξακολουθεί να αποτελεί την οργανωτική ιδέα ολόκληρης της Συμμαχίας, αυτό που επρόκειτο να εγγυηθεί δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί. Στην ίδια κλειστή ενημέρωση της 23ης Αυγούστου, ο Ζελένσκι σύμφωνα με πληροφορίες δήλωσε στους παρευρισκόμενους ότι κανένας σημαντικός σύμμαχος δεν έχει δώσει ακόμη καμία εγγύηση ότι κάποιος θα έρθει να σώσει την Ουκρανία αν ο Πούτιν προχωρήσει περαιτέρω. Οι προσπάθειες για την επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών ακολουθούν το συνηθισμένο σχήμα με τα συνηθισμένα αποτελέσματα: άλλη μια πρόταση μιας σελίδας για την κατάπαυση του πυρός, άλλη μια καινοτόμος «εδαφική ρύθμιση» για το Ντονμπάς, άλλος ένας υψηλού προφίλ απεσταλμένος που στάλθηκε στη Μόσχα για να πείσει τον Πούτιν να αποδεχτεί μια συμφωνία, άλλη μια επίπληξη από τη Ρωσία και μια νέα ανακοίνωση ότι οι ειρηνευτικές συνομιλίες θα ξαναρχίσουν το φθινόπωρο.

Ποιο θα πρέπει να είναι το σημείο συνάντησης μεταξύ αυτού για το οποίο σχεδιάστηκε η Συμμαχία και αυτού που πράγματι κάνει στο τρέχον στάδιο του πολέμου; Δεν υπάρχει μόνιμη ιδιότητα μέλους, ούτε θεσμική δομή, ούτε διαδικασία λήψης αποφάσεων, και συχνά ούτε κοινό όραμα. Αυτό διατηρεί τη Συμμαχία ευρεία, αλλά την αποδυναμώνει όποτε απαιτούνται κοινές αποφάσεις. Είναι ενδεικτικό ότι το αποτέλεσμα της συνάντησης της 24ης Αυγούστου ήταν και πάλι μια δήλωση των τριών συμπροέδρων, και όχι της Συμμαχίας στο σύνολό της, γεγονός που προδίδει την απουσία ενότητας. Από πολιτική άποψη, η κατάσταση δεν είναι πιο σταθερή. Ο Μακρόν αποχωρεί από το αξίωμα την επόμενη άνοιξη και οι πιθανοί δεξιοί διάδοχοί του αντιτίθενται τόσο στην αποστολή γαλλικών στρατευμάτων όσο και στην παροχή περισσότερων όπλων στην Ουκρανία, η θέση του Μερτς στην πατρίδα του αποδυναμώνεται, ενώ η Πολωνία και η Ιταλία αντιμετωπίζουν τις δικές τους εκλογές· η μορφή αυτή δεν έχει καμία εγγύηση συνέχισης πέρα από την προσωπική δέσμευση ενός ηγέτη που βρίσκεται ακόμη στο υψηλότερο αξίωμα. Σε αυτό το πλαίσιο, η άφιξη του Μπέρναμ στο Κίεβο αποτελεί μια σπάνια επίδειξη συνέχειας. Προς το παρόν, το σημείο συνάντησης έγκειται λιγότερο στη δύναμη που επρόκειτο να αναπτύξει η Συμμαχία και περισσότερο στη λειτουργία που έχει πράγματι αποκτήσει: τη σύνδεση της άμυνας της Ουκρανίας με εκείνη της Ευρώπης — μέσω της βοήθειας, των συμφωνιών για τα drones και άλλων συμφωνιών που λειτουργούν αμφίδρομα, μέσω της κοινής παραγωγής και των στρατηγικών αντιβαλλιστικών προγραμμάτων όπως το «Freyja» — όλα αυτά είναι πραγματικά, αλλά κανένα δεν είναι ακόμη μη αναστρέψιμο ή διαρθρωτικό.

Ο Ζελένσκι αποχώρησε από τη συνάντηση του Αυγούστου ζητώντας όχι την ανάπτυξη δυνάμεων, αλλά τη συχνότητα των συναντήσεων — χωρίς μεγάλες παύσεις, μια ακόμη σύνοδο τον Σεπτέμβριο, όπως δήλωσε. Πρόκειται για μια ορθολογική χρήση ενός μηχανισμού, η αξία του οποίου έγκειται πλέον στο να συγκεντρώνει τους εταίρους αρκετά συχνά, ώστε η αμυντική ατζέντα της Ουκρανίας να παραμένει ψηλά στη λίστα των προτεραιοτήτων τους και η Ουκρανία να ενσωματωθεί στην ευρωπαϊκή άμυνα — κάτι που όσοι τάσσονται υπέρ ενός συμβιβασμού με τη Ρωσία εις βάρος της κυριαρχίας της Ουκρανίας δηλώνουν ανοιχτά ότι φοβούνται. Το καθήκον για το Κίεβο είναι να καταστήσει αυτή τη λειτουργία μόνιμη πριν οι εκλογικοί κύκλοι απομακρύνουν τους ηγέτες που τη στηρίζουν. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τη Συμμαχία δεν είναι η διάλυση — τέτοιες χαλαρές μορφές σπάνια διαλύονται — αλλά η εδραιωμένη ρουτίνα, στην οποία η Ευρώπη αναλαμβάνει την ευθύνη για έναν πόλεμο που εξακολουθεί να αναμένει ότι θα τερματίσουν άλλοι, ελπίζοντας παράλληλα ότι αυτός ο τερματισμός δεν θα είναι επιζήμιος για τα συμφέροντά της.

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά ως σχόλιο του EPIK στις 28 Αυγούστου 2026.

 

 

μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής

09 Σεπτεμβρίου 2026

Ένα χρόνο μετά τη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Βλαντίμιρ Πούτιν στην Αλάσκα, το «Πνεύμα του Άνκορατζ» έχει επιβιώσει όχι ως ειρηνευτικό σχέδιο, αλλά ως μέθοδος προσωπικών διπλωματικών διαπραγματεύσεων και διπλής πίεσης, με στόχο την επίτευξη μιας συμφωνίας που ο Τραμπ θα μπορεί να παρουσιάσει ως δική του, ανεξάρτητα από τις μετέπειτα εξελίξεις.

Στις 15 Αυγούστου 2025, ο Ρώσος πρόεδρος, ο οποίος τότε ήταν ήδη καταζητούμενος από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και απομονωμένος από το μεγαλύτερο μέρος της Δύσης, πάτησε σε αμερικανικό έδαφος, έλαβε υποδοχή με κόκκινο χαλί και στάθηκε δίπλα στον πρόεδρο των ΗΠΑ ως ίσος προς ίσο. Η Ουκρανία απουσίαζε. Η υποστήριξη του Κιέβου φαινόταν δαπανηρή· η διαπραγμάτευση με τη Μόσχα παρουσιάστηκε ως πιο πρακτική. Η σύνοδος κορυφής δεν οδήγησε ούτε σε κατάπαυση του πυρός ούτε σε ειρηνευτική συμφωνία, ωστόσο ο Πούτιν αποκαταστάθηκε δημοσίως χωρίς να κάνει καμία παραχώρηση.

Ένα χρόνο αργότερα, η Ρωσία έχει μετατρέψει τη σύνοδο κορυφής σε δικό της προϊόν. Έχει κατατεθεί μάλιστα αίτηση για κατοχύρωση εμπορικού σήματος για ένα άρωμα με την ονομασία «Spirit of Anchorage», η ονομασία που προτιμά το Κρεμλίνο για τη συνεννόηση που, όπως ισχυρίζεται, πέτυχαν ο Τραμπ και ο Πούτιν στην Αλάσκα. Ωστόσο, δεν υπήρχε καμία συμφωνία να εμφιαλωθεί, καμία ειρήνη να τιμηθεί και καμία στρατηγική πρόοδος να διαφυλαχθεί – μόνο μια ατμόσφαιρα. Καθώς η ουσία εξατμίστηκε, η Ρωσία κράτησε το άρωμα.

Το ερώτημα τώρα δεν είναι αν ο Τραμπ έχει στραφεί από τον Πούτιν στον Ζελένσκι. Δεν το έχει κάνει. Το ερώτημα είναι τι μπορεί να προσφέρει η κάθε πλευρά σε έναν πρόεδρο που θέλει να μετατρέψει την εξωτερική πολιτική σε μια συναλλαγή που μπορεί και πρέπει να κλείσει. Η Μόσχα προσφέρει πρόσβαση σε ενέργεια και γεωπολιτικές ευκαιρίες. Το Κίεβο προσφέρει τεχνολογία δοκιμασμένη σε μάχες και βιομηχανική τεχνογνωσία. Και τα δύο μπορεί να είναι χρήσιμα για τον Τραμπ· ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις, η χρησιμότητα δεν πρέπει να συγχέεται με τη δέσμευση.

Πριν συναντήσει τον Πούτιν, ο Τραμπ είχε ήδη πλαισιώσει τις σχέσεις ΗΠΑ-Ουκρανίας με εμπορικούς όρους. Νωρίτερα το 2025, πίεσε το Κίεβο να υπογράψει μια συμφωνία για ορυκτά που θα έδινε στις Ηνωμένες Πολιτείες απτή ανταπόδοση για τη στήριξη που παρείχαν στην Ουκρανία. Στην Ουκρανία, η πρόταση προκάλεσε φόβους ότι η χώρα θα αντιμετωπιζόταν και πάλι κυρίως ως προμηθευτής πρώτων υλών και όχι ως συμμετέχων σε αλυσίδες παραγωγής υψηλότερης αξίας.

Η αναδυόμενη αμυντική συνεργασία ακολουθεί την ίδια λογική, αλλά αλλάζει πλέον το τι μπορεί να προσφέρει η Ουκρανία. Το Κίεβο διαθέτει συστήματα δοκιμασμένα σε μάχες, δεδομένα από το πεδίο της μάχης και έναν κύκλο καινοτομίας που διαμορφώνεται από τη συνεχή προσαρμογή στα ρωσικά αντίμετρα – δυνατότητες που οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαθέτουν ακόμη με συγκρίσιμη ταχύτητα ή κλίμακα.

Οι δύο χώρες προωθούν σχέδια για κοινή παραγωγή μη επανδρωμένων αεροσκαφών, συμπεριλαμβανομένου ενός εργοστασίου στις Ηνωμένες Πολιτείες που θα χρησιμοποιεί ουκρανική τεχνολογία. Έξι ουκρανικοί κατασκευαστές έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα «Drone Dominance» του Πενταγώνου, στο πλαίσιο του οποίου τα συστήματά τους θα δοκιμαστούν σύμφωνα με τις απαιτήσεις των ΗΠΑ και, για μελλοντικές παραγγελίες, θα παραχθούν μέσω αμερικανικών συνεργασιών.

Η Ουκρανία αναμένεται να κατασκευάσει μεταξύ έξι και επτά εκατομμυρίων μικρών επιθετικών drones το 2026. Μέχρι τον Φεβρουάριο του 2027, το πρόγραμμα του Πενταγώνου ύψους 1,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων θα έχει παραγγείλει λιγότερα από 200.000. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν συντριπτικά πλεονεκτήματα σε κεφάλαιο, εξαρτήματα και βιομηχανική ικανότητα, αλλά παραμένουν χρόνια πίσω από την Ουκρανία στην παραγωγή αυτής της κατηγορίας όπλων με ρυθμό πολέμου.

Η Ουάσιγκτον προσπαθεί να μετατρέψει τα διδάγματα της Ουκρανίας από το πεδίο της μάχης σε αμερικανική ικανότητα. Αυτό ενδέχεται να δημιουργήσει πρακτική αλληλεξάρτηση χωρίς να οδηγήσει σε στρατηγική ευθυγράμμιση. Η Ουκρανία μπορεί να γίνεται πιο πολύτιμη για τον Τραμπ, αλλά όχι πιο ασφαλής. Η αναδυόμενη συνεργασία παρέχει στο Κίεβο μια επιπλέον πηγή επιρροής στην Ουάσιγκτον, αφήνοντας όμως τη βασική σχέση υπό όρους: η αμερικανική υποστήριξη παραμένει συνδεδεμένη με ό,τι μπορεί να παρουσιάσει η κυβέρνηση ως συμφωνία.

Με φόντο τη βελτιωμένη συνεργασία και το αυξανόμενο κλίμα εμπιστοσύνης και ανοιχτότητας μεταξύ αμερικανικών και ουκρανικών αμυντικών εταιρειών, θα μπορούσε κανείς να αναμένει μια πιο θετική στάση όσον αφορά την υποστήριξη των ουκρανικών συμφερόντων στις διαπραγματεύσεις. Κάποιοι ίσως να περίμεναν ακόμη και τον Τραμπ να αποφασίσει να υλοποιήσει το δικό του προεκλογικό σύνθημα, «ειρήνη μέσω ισχύος», και να καταστεί ένας φιλοουκρανός και ατλαντιστής αμερικανός ηγέτης. Ωστόσο, η λογική της προεδρίας του και οι δικές του προτεραιότητες έρχονται σε αντίθεση με οποιαδήποτε «φιλο-τάδε» στάση. Ο σημερινός πρόεδρος των ΗΠΑ δεν μπορεί να έχει φιλοουκρανική ή φιλορωσική τάση – ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να είναι μόνο «φιλο-Τραμπ(ικός)» - κάποιοι μπορεί να υποστηρίξουν ότι δεν είναι πάντα ούτε καν φιλοαμερικανός.

Με αυτά τα δεδομένα, ποιος είναι ο στόχος του Τραμπ στην πολιτική του τόσο απέναντι στη Ρωσία όσο και στην Ουκρανία; Το επίμονο «άρωμα του Άνκορατζ» στο ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών οδήγησε τους ανθρώπους εκεί να πιστεύουν ότι ο Τραμπ θέλει να κερδίσει την εύνοια του Πούτιν και να ενταχθεί στον κύκλο των αυτοαποκαλούμενων «machos» της παγκόσμιας πολιτικής σκηνής. Η συμμετοχή σε αυτή τη λέσχη θα συνεπαγόταν φθηνό πετρέλαιο και την υλοποίηση του πακέτου έργων ανάπτυξης της Αρκτικής του Κιρίλ Ντμίτριεφ, αξίας 12 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Επιπλέον, αυτή η λογική ταιριάζει απόλυτα στη στρατηγική που προωθεί ο Έλμπριτζ Κόλμπι, η οποία αποσκοπεί στο να πείσει τη Ρωσία να αντιταχθεί στην Κίνα σε μια μελλοντική σύγκρουση ηγεμονιών. Ακόμη και αν η ρωσική ηγεσία δεν υποστηρίζει αυτή την ιδέα, θα την αξιοποιήσει για να στρέψει την προσοχή της Αμερικής προς τη Μόσχα.

Από την πλευρά της Ουκρανίας, η πρόσφατη ενεργή και σε μεγάλο βαθμό παραγωγική συνεργασία δημιούργησε την εντύπωση ότι οι ΗΠΑ δεν ήθελαν πλέον απλώς να «αποτρέψουν την ήττα της Ουκρανίας». Φαινόταν ότι η Ουάσιγκτον ήταν έτοιμη να επενδύσει τόσο σε τρέχοντα στρατιωτικά έργα όσο και στη μεταπολεμική ανοικοδόμηση. Έγινε σημαντική δουλειά προς την κατεύθυνση μιας συμφωνίας για τα μέταλλα σπάνιων γαιών, τη δημιουργία ενός ταμείου ανοικοδόμησης και τη συνέχιση του διαλόγου σχετικά με τη δυνατότητα αδειοδοτημένης παραγωγής πυραύλων PAC-3. Δεδομένου ότι οι Αμερικανοί δεν μπορούν να δείξουν αδυναμία έναντι της Κίνας, υπήρχε η ελπίδα ότι θα συνεχίσουν να υποστηρίζουν ενεργά τον εταίρο τους στην Ευρώπη.

Ωστόσο, η αλήθεια είναι πιο απλή, ακριβώς όπως και η ίδια η εξωτερική πολιτική του Τραμπ. Χρειάζεται απλώς μια συμφωνία. Δεν έχει πλέον μεγάλη σημασία ποιος θα βγει νικητής από τον πόλεμο και σε ποια κατάσταση. Εάν πρόκειται για μια πραγματική συμφωνία που μπορεί να υπογράψει ο Τραμπ και που φέρει το όνομά του, αυτή η συμφωνία θα εξυπηρετήσει τον Αμερικανό πρόεδρο.

Μια συμφωνία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τον Τραμπ για να διεκδικήσει για άλλη μια φορά το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης. Θα του επέτρεπε επίσης να ξεχάσει αυτό το μέρος του κόσμου – ακριβώς όπως ο Τραμπ δεν αντέδρασε στην παραβίαση της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς, ακριβώς όπως ξέχασε την επανέναρξη του πολέμου μεταξύ του Κονγκό και της Ρουάντα ή μεταξύ της Ταϊλάνδης και της Καμπότζης. Η διάρκεια μιας συνθήκης, η τήρηση των αρχών της ή η μακρά διαδικασία οικοδόμησης σχέσεων μεταξύ πρώην αντιπάλων δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παρούσα κυβέρνηση.

Ένα εφήμερο «πνεύμα του Άνκορατζ» ενδέχεται να κρύβεται στην πολιτική της διπλής πίεσης. Όπως παραδέχτηκε ο ίδιος ο Τραμπ, η συνάντηση με τον Πούτιν στην Αλάσκα δεν ήταν επιτυχής. Στη συνέχεια, δεν σημειώθηκε καμία πρόοδος σε καμία από τις διάφορες πρωτοβουλίες που πρότεινε η ρωσική πλευρά.

Η συνάντηση ενδέχεται ωστόσο να είχε ένα αποτέλεσμα – ένα ορισμένο πάγωμα των σχέσεων των ΗΠΑ με την Ουκρανία. Πριν από ένα χρόνο, το Κίεβο είχε μόλις αρχίσει να καθιερώνει κανονικές διμερείς σχέσεις με τη νέα αμερικανική κυβέρνηση. Ένα χρόνο μετά τη σύνοδο κορυφής στην Αλάσκα, εξακολουθεί να επικρατεί η ίδια ασαφής κατάσταση που επικρατούσε τότε. Αφενός, η Ρωσία αντιμετωπίζει νέες κυρώσεις, ενώ οι εταίροι της αντιμετωπίζουν νέους δασμούς και εμπορικούς περιορισμούς. Αφετέρου, η Ουκρανία ενδέχεται να μείνει χωρίς αντιβαλλιστική άμυνα κατά τη διάρκεια του πιο δύσκολου χειμώνα σε καιρό πολέμου.

Όπως και το καλοκαίρι του 2025, υπάρχει και σήμερα πίεση και στις δύο πλευρές να καταλήξουν σε συμφωνία το συντομότερο δυνατό. Δεν υπάρχει ακόμη στρατηγικό σχέδιο για την εφαρμογή μιας τέτοιας συμφωνίας. Και παραμένει ασαφές τι ακριβώς επιθυμεί να επιτύχει ο Λευκός Οίκος.

μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής

15 Αυγούστου 2026

Στην πραγματική Ρωσία του Πούτιν

Χαράλαμπος Γναρδέλλης

Κος Κανένας εναντίον Πούτιν (Mr. Nobody Against Putin). Έγχρωμο πολιτικό ντοκιμαντέρ δανικής παραγωγής 2025, σε σκηνοθεσία των David Borenstein και Pavel Talankin. Συμπαραγωγή: Βρετανία, Γερμανία. Διανομή: Filmtrade/Tanweer. Διάρκεια: 90΄.  

Η ταινία Κος Κανένας εναντίον Πούτιν (Mr. Nobody Against Putin) είναι ένα πολιτικό ντοκιμαντέρ που παρακολουθεί τη σταδιακή μεταμόρφωση της καθημερινής ζωής σε μια μικρή ρωσική πόλη των Ουραλίων μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Είναι από εκείνα τα ντοκιμαντέρ που δεν προσπαθούν να σοκάρουν τον θεατή με υπερβολές αλλά τον κερδίζουν ακριβώς επειδή παραμένουν ανθρώπινα και ήσυχα. Μέσα από την καθημερινότητα ενός δασκάλου και σχολικού βιντεογράφου στη Ρωσία, του Πάβελ “Πάσα” Ταλάνκιν (Pavel “Pasha” Talankin), η ταινία δείχνει πώς η κρατική προπαγάνδα και ο μιλιταρισμός εισχωρούν σταδιακά στη ρωσική εκπαίδευση μετά την εισβολή στην Ουκρανία.

18 Μαϊος 2026

Ian Garner - Taras Kuzio, Russia and Modern Fascism: New Perspectives on the Kremlin’s War Against Ukraine, πρόλογος: David Satter, Soviet and Post-Soviet Politics and Society, Vol. 292, ibidem-Verlag, Στουτγάρδη 2025, 350 σελ.

Μια συλλογή κειμένων που κυκλοφόρησε στη Γερμανία θέτει ένα ενδιαφέρον ερώτημα: μπορεί το καθεστώς του Πούτιν, στη Ρωσία, να είναι φασιστικόq Οι συγγραφείς, στην πλειονότητά τους, παραδέχονται ότι πολύ συχνά βαφτίζονται φασίστες αντίπαλοι στις πολεμικές διαμάχες – κάτι που πάει να καταστήσει τον όρο χαρακτηρισμό απαξίωσης παρά εξειδικευμένη κατηγορία. Διερευνώντας τα χαρακτηριστικά του σημερινού ρωσικού αυταρχικού κράτους, ιδεολογικά και μεθοδολογικά,  και παρατηρώντας τις μεθόδους με τους οποίους η Ρωσία κάνει τον πόλεμο στην Ουκρανία, εντοπίζουν ενδιαφέρουσες αναλογίες αλλά και αποκλίσεις. Αυτό για το οποίο όλοι συμφωνούν είναι ο ολοκληρωτικός πόλεμος που διεξάγεται και οι μέθοδοι εκρωσισμού της Μαριούπολης. [ΤΒJ]

14 Μαϊος 2026

Γιατί η μονομερής παράδοση της περιφέρειας του Ντονέτσκ ισοδυναμεί με στρατηγική και στρατιωτική αυτοκτονία για την Ουκρανία

Δεδομένου ότι η Ρωσία καταλαμβάνει ήδη περίπου 110.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα της Ουκρανίας, η παραχώρηση περίπου 4.500 τετραγωνικών χιλιομέτρων της περιοχής του Ντονέτσκ δεν φαίνεται να αποτελεί σημαντική παραχώρηση για την ειρήνη. Ωστόσο, το αν θα αποσυρθεί από το Ντονέτσκ είναι ένα θεμελιώδες ζήτημα, με δυνητικά εκτεταμένες συνέπειες για το μέλλον της Ουκρανίας.

28 Απριλίου 2026

Ο σχιζοφασισμός

Μιχαήλ Επστάιν

Εδώ και λίγο καιρό, η γαλλική πλατφόρμα Desk Russie δημοσιεύει σε συνέχειες το βιβλίο Πριν από το τέλος της ιστορίας; Οι όψεις του ρωσικού αντι-κόσμου (κυκλοφορεί στα ρωσικά από τις εκδόσεις Franc-Tireur USA) του ρωσοαμερικανού φιλοσόφου Μιχαήλ Επστάιν (https://desk-russie.eu/2026/01/11/le-schizofascisme.html). Στο έκτο κεφάλαιο, ο συγγραφέας εμβαθύνει στο φαινόμενο που ονομάζει «σχιζοφασισμό», αυτή την αλλόκοτη αμφισημία της ρωσικής ψυχής που της επιτρέπει να συμμερίζεται τα φασιστικά ιδεώδη παραμένοντας ταυτόχρονα συναισθηματική και άπληστη· να χύνει το αίμα των γειτόνων της και συγχρόνως να νιώθει ότι εξαγνίζεται μέσα από την προσευχή. Το κεφάλαιο αυτό, με την άδεια του συγγραφέα, δημοσιεύεται παρακάτω.

16 Απριλίου 2026

Υπό το πρίσμα των συνεντεύξεων των Odd Arne Westad και Anne Applebaum στο Βοοks’ Journal

Στις 24 Φεβρουαρίου 2026 συμπληρώνονται τέσσερα χρόνια από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία —ένα γεγονός που, ανεξάρτητα από την τελική του έκβαση, έχει ήδη μεταβάλει το διεθνές γεωπολιτικό σύστημα σε τέτοιο βαθμό που είχε να συμβεί  από την πτώση του τείχους του Βερολίνου το 1989 και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης δυο χρόνια αργότερα.

24 Φεβρουαρίου 2026
Σελίδα 1 από 4