Σύνδεση συνδρομητών

web only

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Ο Δημήτρης Παπούλιας, ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών, ένας από τους ανθρώπους που συνέδεσαν τη διαδρομή τους με το μεταρρυθμιστικό και εκσυγχρονιστικό εγχείρημα της δεκαετίας του 1990 και των αρχών του 2000, δεν είναι πια μαζί μας. Πέθανε στις 28 Αυγούστου 2026, σε ηλικία 87 χρόνων.

Ο Δημήτρης Παπούλιας είχε γεννηθεί το 1939. Την περίοδο 1959-1964, ενόσω σπούδαζε Μαθηματικά, συμμετείχε στο φοιτητικό κίνημα μέσα από τις οργανώσεις της ΕΔΑ. Το 1968 εγκατέλειψε την Ελλάδα και συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στον τομέα της επιχειρησιακής έρευνας στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης (1968-1970), ενώ κατόπιν συνέχισε τις σπουδές του στην Οξφόρδη. Η ακαδημαϊκή ειδίκευσή του στην οργάνωση και τη διοίκηση δεν έμεινε, ωστόσο, στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα. Ο Παπούλιας ανήκε σε εκείνη τη γενιά καθηγητών πανεπιστημίου που επιχείρησαν να μεταφέρουν τη γνώση στη διοίκηση, στην οικονομία και τελικά στην πολιτική – αυτό που φίλοι και συνοδοιπόροι του περιγράφουν ως «τεχνοπολιτική».

Υπήρξε στενός συνεργάτης του Κώστα Σημίτη, διετέλεσε υποδιοικητής της ΕΤΒΑ και ανέλαβε την προεδρία σε δύο από τους μεγαλύτερους δημόσιους οργανισμούς της χώρας, στον ΟΤΕ και τη ΔΕΗ. Παράλληλα, είχε σημαντική παρουσία στον Όμιλο Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας (ΟΠΕΚ), του οποίου υπήρξε επί χρόνια πρόεδρος (ο ΟΠEK ήταν το think tank που προώθησε και επεξεργάστηκε τις πολιτικές του ευρωπαϊκού εκσυγχρονισμού).

Τα πράγματα όμως για τη ζωή του Δημήτρη Παπούλια δεν είναι έτσι ευθύγραμμα, όπως φαίνονται. Η παιδική του ηλικία και τα πρώτα χρόνια βρίσκονταν μακριά από την άνεση που θα μπορούσε να υποθέσει κανείς κοιτάζοντας μόνο την κατοπινή σταδιοδρομία του. Δούλεψε από μικρός, σε οικοδομές και εμπορικές δουλειές, φοίτησε σε νυχτερινό γυμνάσιο και κατόρθωσε μέσα από τις σπουδές του να ακολουθήσει το δρόμο που είχε επιλέξει. Η βιογραφία του είναι μια βιογραφία κοινωνικής κινητικότητας, χαρακτηριστική μιας Ελλάδας που άλλαζε γρήγορα — και στην αλλαγή της οποίας θέλησε αργότερα να συμμετάσχει.

Ο Δημήτρης Παπούλιας ήταν αδελφός του φίλου και συνεργάτη του Books’ Journal, Μάκη Παπούλια. Στον Μάκη και στους οικείους του εκφράζουμε τα θερμά συλλυπητήριά μας.

*Η κηδεία του Δημήτρη Παπούλια θα τελεστεί το Σάββατο 29/8/2026 στις 10:30 π.μ. στον Άγιο Αιμιλιανό, στο λόφο Σκουζέ. Η ταφή του θα γίνει στα Φουρνά Ευρυτανίας.

28 Αυγούστου 2026

Η ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι η Ρωσία, ως κράτος που διαθέτει πυρηνικά όπλα, δεν γίνεται να χάσει τον επιθετικό πόλεμο που διεξάγει στην Ουκρανία βασίζεται και σε λανθασμένες στρατηγικές υποθέσεις και σε ιστορική άγνοια.

Λίγοι Δυτικοί πολιτικοί υποστηρίζουν ρητά μια «νίκη» του Κιέβου στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο. Αντίθετα, οι περισσότεροι διατυπώνουν γενικόλογες υποσχέσεις, όπως η σχετική με την υποστήριξη της Ουκρανίας «για όσο διάστημα χρειαστεί». Αυτή η αμφιθυμία, όσον αφορά την εισβολή της Ρωσίας, βασίζεται στην υπόθεση ότι η Ουκρανία δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να νικήσει τη Ρωσία. Πράγματι, υποστηρίζεται ότι η Ουκρανία δεν μπορεί καν να εκδιώξει πλήρως τα ρωσικά στρατεύματα από το έδαφός της – και, στην πραγματικότητα, ότι δεν θα έπρεπε να το κάνει.

Δεδομένου ότι η Μόσχα διαθέτει πυρηνικά όπλα, σύμφωνα με αυτή τη λογική, μια ρωσική ήττα στον πόλεμο δεν είναι μόνο αδύνατη, αλλά και ανεπιθύμητη. Για να αποφύγει την ταπείνωση, η Ρωσία θα χρησιμοποιούσε τα πυρηνικά της όπλα. Για να αποφευχθεί αυτός ο κίνδυνος, είναι, σύμφωνα με αυτή τη λογική, απαραίτητο να θυσιαστεί η ακεραιότητα και η κυριαρχία της Ουκρανίας. Δεδομένου ότι η Ουκρανία παραιτήθηκε οικειοθελώς από τα πυρηνικά της όπλα το 1994, συνεχίζει η εσωτερική λογική αυτού του επιχειρήματος, είναι καταδικασμένη να αποδεχτεί τουλάχιστον ορισμένες από τις απαιτήσεις της Ρωσίας.

Ευρύ φάσμα εκπροσώπων της πανεπιστημιακής διανόησης έχει καλέσει, ρητά ή σιωπηλά, την Ουκρανία να σταματήσει την αυτοάμυνά της, προκειμένου να αποτραπεί το ξέσπασμα ενός πυρηνικού πολέμου. Λίγες ημέρες μετά την έναρξη της πλήρους εισβολής της Ρωσίας, ο καθηγητής του MIT Μπάρι Πόζεν (Barry Posen) –ο οποίος είχε δικαιολογήσει την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία ως προληπτικό πόλεμο– προέβλεπε τον Μάρτιο του 2022 ότι «αν η ρωσική εκστρατεία αρχίσει να μοιάζει με στρατιωτική καταστροφή, τότε εκεί μπαίνει στο παιχνίδι η κλιμάκωση προς τα πυρηνικά όπλα». Ο διαβόητος, πλέον, καθηγητής του Σικάγου, Τζον Μερσχάιμερ, είχε προβλέψει πριν από τον Φεβρουάριο του 2022 ότι η Ρωσία δεν θα επιτεθεί στην Ουκρανία, και αργότερα προφήτευσε ότι η Ρωσία θα βγει νικήτρια. Προειδοποίησε τη Δύση στα τέλη του 2022 να μην ωθήσει «μια μεγάλη δύναμη στα όρια. Ο κ. Πούτιν μπορεί τότε να στραφεί στα πυρηνικά όπλα». Στις αρχές του 2023, ο Στίβεν Γουόλτ (Stephen Walt) του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ προειδοποίησε: «αν η Ρωσία πιστεύει ότι χάνει και θεωρεί ότι αυτό θα αποτελούσε καταστροφική ήττα […], αυτό πρέπει να μας ανησυχεί όλους».

Ωστόσο, ούτε το Κίεβο ούτε η Δύση είχαν ποτέ την πρόθεση να επιφέρουν καταστροφική ήττα στη Ρωσία – όπως μια προέλαση των ουκρανικών στρατευμάτων μέχρι τη Μόσχα. Η Ουκρανία επιδιώκει απλώς να απελευθερώσει εκείνα τα τμήματα του εδάφους της τα οποία η Ρωσία είχε επανειλημμένως αναγνωρίσει ως ουκρανικά πριν από το 2014, αλλά τα οποία έχει καταλάβει παράνομα και προσαρτήσει τα τελευταία 12 χρόνια. Εν τω μεταξύ, ο πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι είναι πλέον διατεθειμένος να μην επιδιώξει τη νίκη, με οποιαδήποτε έννοια, στον πόλεμο.

Από το 2025, το Κίεβο έχει δηλώσει ρητά ότι θα αποδεχόταν την τρέχουσα γραμμή του μετώπου ως τη μελλοντική γραμμή επαφής για μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός. Η Ουκρανία μπορεί επίσης να συμφωνήσει σε μερική κατάπαυση του πυρός, όπως μια από κοινού παύση όλων των επιθέσεων μακράς εμβέλειας και/ή αμοιβαίων επιθέσεων κατά της ναυτιλίας στη Μαύρη Θάλασσα. Με αυτόν τον τρόπο, το Κίεβο έχει παραδεχτεί την πιθανότητα προσωρινής απώλειας ουκρανικού εδάφους και κυριαρχίας προς όφελος της Ρωσίας. Το Κίεβο θα αποδεχόταν, επομένως, μια μερική ρωσική νίκη επί της Ουκρανίας, εφόσον αυτό θα οδηγούσε στην ειρήνη.

Επιπλέον, η ιστορία των διεθνών συγκρούσεων δείχνει ότι οι αποκαλυπτικές αντιλήψεις για πυρηνική κλιμάκωση από μια μεγάλη δύναμη που έχει στριμωχτεί στα σχοινιά είναι αβάσιμες. Στην Αλγερία, τη δεκαετία του 1960, η πυρηνικά εξοπλισμένη Γαλλία έχασε έναν βίαιο αποικιακό πόλεμο. Η Αλγερία, όπως συχνά ξεχνάμε, δεν ήταν μια κλασική υπερπόντια αποικία, αλλά ένα πλήρως προσαρτημένο τμήμα της μητρικής Γαλλίας και έδρα 1,6 εκατομμυρίων Ευρωπαίων εποίκων.

Οι ΗΠΑ στο Βιετνάμ και η Σοβιετική Ένωση στο Αφγανιστάν υπέστησαν ταπεινωτικές ήττες – που οι υπερδυνάμεις αυτές δεν προσπάθησαν να αποτρέψουν μέσω πυρηνικής κλιμάκωσης. Και η Κίνα έχασε έναν πόλεμο εναντίον του Βιετνάμ, τον οποίο δεν άφησε να κλιμακωθεί – ακριβώς όπως δεν το έκαναν οι ΗΠΑ, όπως και οι Σοβιετικοί πριν από αυτές, όταν και ηττήθηκαν στο Αφγανιστάν. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, μια πυρηνική δύναμη υπέστη μια συγκλονιστική ήττα από έναν πολύ μικρότερο, μη πυρηνικό εχθρό – και δεν πάτησε το κόκκινο κουμπί.

Σήμερα, εννέα χώρες διαθέτουν πυρηνικά όπλα, και η πλειονότητα αυτών διεξάγει ή έχει διεξαγάγει πολέμους εναντίον μη πυρηνικών κρατών. Γιατί αυτά τα πυρηνικά κράτη, από τότε που οι ΗΠΑ έριξαν πυρηνικές βόμβες στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι το 1945, δεν έχουν ξαναχρησιμοποιήσει ποτέ όπλα μαζικής καταστροφής για να επιτύχουν τους πολεμικούς τους στόχους; Γιατί δεν έχουν καν απειλήσει πειστικά να τα χρησιμοποιήσουν – αν εξαιρέσουμε τις προπαγανδιστικές απειλές της Ρωσίας ήδη από το 2014;

Παράλληλα με την ανάπτυξη και τη διάδοση των ατομικών όπλων από το 1945, έχει εξελιχθεί και η παγκόσμια αντίληψη και άποψη για αυτά τα όπλα. Ως αποτέλεσμα των έντονων διεθνών συζητήσεων σχετικά με τις παγκόσμιες συνέπειες ενός πυρηνικού πολέμου και ενός πυρηνικού χειμώνα, έχει αναπτυχθεί ένα άτυπο παγκόσμιο ταμπού κατά της χρήσης ατομικών κεφαλών. Βεβαίως, τα πυρηνικά όπλα συνεχίζουν να διαδραματίζουν εξέχοντα ρόλο στον σχεδιασμό της εθνικής ασφάλειας πολλών χωρών – ως αποτρεπτικός παράγοντας και ως το απόλυτο μέσο εθνικής άμυνας σε περίπτωση υπαρξιακού, ολοκληρωτικού πολέμου. Ταυτόχρονα, η στρατηγική ματαιότητα και η ηθική ανευθυνότητα της χρήσης πυρηνικών όπλων με σκοπό την εξωτερική επέμβαση αναγνωρίζονται πλέον ευρέως.

Η εμπιστοσύνη στην εγκυρότητα αυτού του ταμπού έγινε τόσο ισχυρή, ώστε ορισμένα κράτη που δεν διαθέτουν πυρηνικά όπλα έχουν επιτεθεί ακόμη και σε πυρηνικές δυνάμεις. Για παράδειγμα, το 1973, η Αίγυπτος και η Συρία –καμία από τις οποίες δεν διέθετε πυρηνικά όπλα– επιτέθηκαν στο Ισραήλ, παρόλο που ήταν γνωστό ότι το Ισραήλ διέθετε ήδη πυρηνικό οπλοστάσιο εκείνη την εποχή. Το 1982, η μη πυρηνική Αργεντινή μπήκε σε πόλεμο με την πυρηνική δύναμη της Βρετανίας για τα νησιά Φόκλαντ.

Η ιστορία της περιφρόνησης της Ουκρανίας έναντι της πυρηνικής επιλογής της Ρωσίας είναι κάπως διαφορετική. Από την έναρξη του πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας με την εισβολή στην Κριμαία τον Φεβρουάριο του 2014, αξιωματούχοι στη Μόσχα έχουν απειλήσει επανειλημμένα και με τρόπο που μόλις και μετά βίας καλύπτεται από τα προσχήματα, να χρησιμοποιήσουν πυρηνικά όπλα. Από την έναρξη της πλήρους κλίμακας εισβολής το 2022, αυτές οι προσπάθειες εκφοβισμού δεν έχουν γίνει μόνο πιο έντονες και συχνές. Το 2024, η Ρωσία άλλαξε επιδεικτικά το πυρηνικό της δόγμα, για να μειώσει το επίσημο όριο πυρηνικής κλιμάκωσης.

Η αποκαλυπτική ρητορική της Μόσχας από το 2014 έχει προκαλέσει εντύπωση στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Μαζί με άλλους παράγοντες που διαμόρφωσαν τη διστακτικότητα της Δύσης να υποστηρίξει την Ουκρανία, είχαν αντίκτυπο οι καλυμμένες μεν αλλά σαφώς κατανοητές πυρηνικές απειλές του Κρεμλίνου. Οι δυτικές κυβερνήσεις παρείχαν όπλα στην Ουκρανία μόνο με μεγάλη απροθυμία, σημαντική καθυστέρηση, σε περιορισμένες ποσότητες και με πολυάριθμους περιορισμούς στη χρήση τους.

Στην ίδια την Ουκρανία, από την άλλη πλευρά, τα πολλά πυρηνικά μηνύματα της Ρωσίας πέρασαν σε μεγάλο βαθμό απαρατήρητα. Το Κίεβο έχει υπερβεί, και συνεχώς υπερβαίνει, τις υποτιθέμενες «κόκκινες γραμμές» της Μόσχας. Για παράδειγμα, το 2024 πραγματοποιήθηκε στην Περιφέρεια Κουρσκ η πρώτη χερσαία εισβολή σε νόμιμο ρωσικό έδαφος από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ακολούθησαν μεγάλης κλίμακας επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον της Μόσχας και της Αγίας Πετρούπολης, καθώς και μια ολοένα και πιο συστηματική καταστροφή στρατηγικών στόχων στο εσωτερικό της Ρωσίας. Ορισμένες από τις επιθέσεις εναντίον νόμιμου ρωσικού εθνικού εδάφους πραγματοποιήθηκαν με τη χρήση δυτικών όπλων, όπως οι βρετανικοί πύραυλοι Κρουζ «Storm Shadow».

Αυτές οι επιδρομές αμφισβητούν το νέο πυρηνικό δόγμα της Ρωσίας, η οποία πλέον προσανατολίζεται προς χαμηλότερα όρια. Το 2024, ο Πούτιν δήλωσε: «Θα εξετάσουμε το ενδεχόμενο [πυρηνικών αντιποίνων] όταν λάβουμε αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με μαζική εκτόξευση αεροπορικών και διαστημικών μέσων επίθεσης και τη διέλευσή τους πέρα από τα κρατικά μας σύνορα». Ωστόσο, το Κίεβο έχει πραγματοποιήσει –και συνεχίζει να πραγματοποιεί– ολοένα και πιο μαζικές επιχειρήσεις με drones εντός της Ρωσίας. Αγνοεί τόσο το επίσημο πυρηνικό δόγμα του Κρεμλίνου όσο και τις τρομακτικές προειδοποιήσεις των προπαγανδιστών του.

Η επιθετική αυτοάμυνα της Ουκρανίας έχει αποδειχθεί μέχρι στιγμής ότι δεν αποτελεί απειλή για την παγκόσμια ειρήνη, παρά το υψηλό επίπεδο λεκτικής κλιμάκωσης από τη Ρωσία. Η στρατηγική του Κιέβου βασίζεται σε πιο ορθολογικές εκτιμήσεις από τον αυθόρμητο φόβο της Δύσης για μια ρωσική πυρηνική επίθεση. Δεδομένης της ακραίας ουκρανοφοβίας του Κρεμλίνου, το Κίεβο δεν τρέφει καμία ψευδαίσθηση ότι ηθικές αντιλήψεις, αναστολές, ενδοιασμοί και επιφυλάξεις θα εμπόδιζαν τη Μόσχα να παραβιάσει το πυρηνικό ταμπού. Ωστόσο, η Μόσχα θα αντιμετώπιζε σημαντικούς κινδύνους εάν εξαπέλυε πυρηνικές επιθέσεις για να εξασφαλίσει παράνομα κατακτηθέν ξένο έδαφος – και όχι για να υπερασπιστεί τη δική της πατρίδα από ξένη επέκταση.

Για τον Πούτιν και τον στενό του κύκλο, οι σωρευτικές επιπτώσεις μιας άνευ προηγουμένου παραβίασης του διεθνούς δικαίου –καθώς και των άτυπων κανόνων, προτύπων και εθίμων των διεθνών σχέσεων– που θα προκύψουν από τη χρήση πυρηνικών όπλων είναι δύσκολο να υπολογιστούν. Σε αυτούς τους ανυπολόγιστους κινδύνους προστίθεται μια προβλέψιμη απώλεια φήμης: μια ρωσική πυρηνική κλιμάκωση θα θεωρηθεί από πολλούς παρατηρητές όχι ως ένδειξη δύναμης, αλλά ως ένδειξη αδυναμίας. Θα αποδείκνυε ότι μια μεγάλη δύναμη με τεράστια εδαφική έκταση είναι ανίκανη να επικρατήσει με συμβατικά μέσα έναντι μιας πολύ μικρότερης, μη πυρηνικής μεσαίας δύναμης.

Το καθαρό ισοζύγιο των στρατηγικών κερδών και απωλειών για τη Μόσχα, το οποίο θα προκύψει από την έκρηξη μιας ή περισσότερων ατομικών κεφαλών στην Ουκρανία, θα είναι απρόβλεπτο. Εκτός αν το Κίεβο παραδοθεί πλήρως, η Μόσχα είναι πιθανό να χάσει περισσότερα –ίσως πολύ περισσότερα– από όσα θα κερδίσει από μια τέτοια κλιμάκωση. Δεδομένης της ανθεκτικότητας που έχει επιδείξει ώς τώρα η Ουκρανία, η χώρα δεν θα παραδοθεί απλά, ακόμη και ως απάντηση σε πυρηνική επίθεση. Ο υπόλοιπος κόσμος, συμπεριλαμβανομένων πολλών μη δυτικών χωρών, από την άλλη πλευρά, θα συγκλονιστεί από την παραβίαση του πυρηνικού ταμπού από τη Ρωσία, γεγονός που θα ωθήσει πολλές χώρες να επανεξετάσουν τις σχέσεις τους με τη Μόσχα.

Σε αντίθεση με τα απρόβλεπτα αποτελέσματα μιας πυρηνικής κλιμάκωσης, η Μόσχα έχει σημειώσει σημαντική επιτυχία με τις λεκτικές απειλές της για μια τέτοια κλιμάκωση. Αν και οι Ουκρανοί έχουν αγνοήσει τέτοιες στάσεις, οι πυρηνικές δηλώσεις και νύξεις της Ρωσίας έχουν προκαλέσει σημαντική ζημιά στο Κίεβο, καθώς οι αναστατωμένες δυτικές κυβερνήσεις έχουν περιορίσει τη βοήθειά τους ως αντίδραση στη ρητορική του Κρεμλίνου και συνεχίζουν να το κάνουν. Δεν ήταν τυχαίο ότι οι πυρηνικές απειλές της Μόσχας συχνά κορυφώνονταν όταν η Δύση συζητούσε νέες παραδόσεις όπλων στην Ουκρανία.

Παραδόξως, μια πραγματική πυρηνική κλιμάκωση στον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας θα μπορούσε να εξελιχθεί σύμφωνα με ένα σενάριο αρκετά διαφορετικό από αυτό που φοβούνται πολλοί στη Δύση. Η Μαριάνα Μπουντζέριν, ειδική στην ιστορία των πυρηνικών όπλων και του αφοπλισμού στο ΜΙΤ, υποστήριξε το 2024, στο φημισμένο Bulletin of the Atomic Scientists, ότι το Κρεμλίνο ενδέχεται να αισθανθεί την αυτοπεποίθηση να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα όχι για να αποτρέψει την ταπείνωση στην Ουκρανία, αλλά, αντίθετα, όταν ήδη κατέχει στρατιωτικό πλεονέκτημα. Όπως ακριβώς οι προωθούμενες αμερικανικές δυνάμεις αποφάσισαν το 1945 να ρίξουν ατομικές βόμβες σε μια σχεδόν ηττημένη Ιαπωνία, έτσι και η Μόσχα θα μπορούσε να καταφύγει σε πυρηνικά όπλα για να μετατρέψει μια κατάσταση στο πεδίο της μάχης που είναι ήδη ευνοϊκή για τη Ρωσία σε μια ταχεία και ολοκληρωτική νίκη.

Αν η Ρωσία παραβίαζε το ταμπού κατά της χρήσης πυρηνικών όπλων σε ένα τέτοιο σενάριο, θα αντιμετώπιζε, ομολογουμένως, και τις παγκόσμιες πολιτικές επιπτώσεις που προαναφέρθηκαν. «Αλλά αυτά τα κόστη», υποστήριξε η Μπουντζέριν, «θα μπορούσαν να μετριαστούν και να ελεγχθούν καλύτερα από μια νικήτρια παρά από μια ηττημένη Ρωσία». Οι δυτικές χώρες, έγραψε η Μπουντζέριν το 2024, ενδέχεται να διστάσουν να επιβάλουν σοβαρά στρατιωτικά κόστη στη Ρωσία αν η Ουκρανία φαινόταν ούτως ή άλλως χαμένη υπόθεση. «Η κατακραυγή από την Κίνα θα έχει μικρότερη σημασία για μια Ρωσία που κέρδισε τον πόλεμό της στην Ευρώπη», συνέχισε. Τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, «η χρήση πυρηνικών όπλων από τη Ρωσία είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει εντύπωση στις πρωτεύουσες του ΝΑΤΟ και θα επιτρέψει στη Ρωσία να διαμορφώσει την ευρύτερη μεταπολεμική ρύθμιση στην Ευρώπη προς όφελός της».

Ωστόσο, τόσο το δέος της Δύσης απέναντι στη Ρωσία ως πυρηνική υπερδύναμη όσο και ο φόβος της για μια ρωσική πυρηνική αντίδραση σε περίπτωση ήττας στην Ουκρανία βασίζονται σε λανθασμένες υποθέσεις. Κατά τις τελευταίες οκτώ δεκαετίες, κράτη που διαθέτουν πυρηνικά όπλα έχουν χάσει επανειλημμένα επεμβατικούς/επεκτατικούς πολέμους και έχουν μάλιστα δεχτεί επιθέσεις από χώρες που δεν διαθέτουν πυρηνικά. Εάν μια πυρηνική κλιμάκωση –σε περίπτωση αποτυχίας του επιθετικού πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία– είναι πράγματι πιθανή ή ακόμη και αναπόφευκτη, γιατί δεν έχει υλοποιηθεί ένα παρόμοιο σενάριο σε προηγούμενη περίπτωση όπου μια επεκτατική δύναμη είχε στριμωχθεί στρατιωτικά από το θύμα της εισβολής της; Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η ίδια η Ρωσία θα έπρεπε να είχε αρχίσει να ανεβαίνει τη σκάλα της πυρηνικής κλιμάκωσης ήδη από το 2022 – αντί να περιορίζεται απλώς σε συζητήσεις για τη χρήση ατομικών όπλων.

Οι αποφάσεις σχετικά με το εύρος, τη φύση και τη διάρκεια της στήριξης προς την Ουκρανία δεν πρέπει να καθοδηγούνται από αόριστο φόβο και στρατηγική μυωπία. Πρέπει να διαμορφώνονται από την ανησυχία για το θύμα μιας εγκληματικής επιθετικότητας, την αλληλεγγύη μεταξύ των δημοκρατικών εθνών και ένα θεμελιώδες συμφέρον για τη διατήρηση των θεμελίων της διεθνούς τάξης. Η Μόσχα μπορεί να μην έχει ηθικούς ενδοιασμούς για την πυροδότηση μιας ατομικής κεφαλής στην Ουκρανία. Ωστόσο, η εμπειρία των τελευταίων 80 ετών υποδηλώνει ότι μια τέτοια κλιμάκωση είναι απίθανη. Στο βαθμό που το Κρεμλίνο εκτιμά ότι η αντίδραση του κόσμου σε μια ρωσική πυρηνική περιπέτεια θα είναι αποφασιστική και θα έχει καταστροφικές συνέπειες για τη Ρωσία, η Μόσχα θα συνεχίσει να αποφεύγει να εισέλθει σε μια τέτοια αβέβαιη πορεία.

*Η Mariana Budjeryn (ΜΙΤ) και η Polina Sinovets (Κέντρο της Οδησσού για τη Μη Διάδοση) παραχώρησαν ευγενικά χρήσιμα σχόλια σε ένα προηγούμενο προσχέδιο του παρόντος κειμένου, ωστόσο δεν μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνες για τυχόν εναπομένουσες ανακρίβειες. Μια διαφορετική έκδοση του κειμένου δημοσιεύθηκε στις 25 Αυγούστου 2026 στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού Foreign Policy.

μετάφραση: Βασίλης Α. Μπογιατζής

28 Αυγούστου 2026

Ο Διαμαντής Αξιώτης, που πέθανε το βράδυ του Σαββάτου 22 Αυγούστου σε ηλικία 84 ετών, ήταν ιδιαίτερη περίπτωση των μεταπολεμικών γραμμάτων, κυρίως επειδή, αν και η γραφή του είναι στιβαρή και το έργο του δυναμικό και πολυδιάστατο, εκείνος επέλεξε να ταυτίσει τη λογοτεχνική του ταυτότητα με την Καβάλα και τη λογοτεχνική της ζωή, χωρίς να επιδιώξει να ενταχθεί στο αθηναϊκό λογοτεχνικό κέντρο.

 

Είχε γεννηθεί στην Καβάλα στις 6 Ιανουαρίου 1942. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από τη Στέρνα της Ανατολικής Θράκης, εγκατεστημένοι στη Μακεδονία μετά το 1922. Άρχισε οικονομικές και πολιτικές σπουδές στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, τις οποίες δεν ολοκλήρωσε, και εργάστηκε για χρόνια στην οικογενειακή εμπορική επιχείρηση.

Στη λογοτεχνία μπήκε μέσω της ποίησης. Τα πρώτα του ποιητικά βιβλία: Ιχώρ (1966), Ποσοστό ευθύνης (1974), Διαμπερές (1976), Ύπνος μεσημβρίας (1985). Αργότερα στράφηκε και στην πεζογραφία. Από τα γνωστότερα βιβλία του είναι Το μισό των Κενταύρων, Ξόβεργα με μέλι, Το ελάχιστον της ζωής του, Μοιρασμένα χιλιόμετρα και Λάθος λύκο.

Ιδιαίτερη θέση στο έργο του κατέχει η Ξόβεργα με μέλι (1994), όπου η μεταπολεμική Καβάλα, οι προσφυγικές συνοικίες, οι λαϊκές δοξασίες, η καταπίεση αλλά και η σκληρότητα των μικρών κοινωνιών γίνονται αφηγηματικό υλικό. Από τη συλλογή προέρχεται «Η Άννα του Κλήδονα», που εντάχθηκε στα σχολικά Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Β΄ Γυμνασίου.

Ο Διαμαντής Αξιώτης ήταν μια πνευματική προσωπικότητα της Καβάλας. Έπαιξε ρόλο στον Σύνδεσμο Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών Καβάλας και στη Δημοτική Βιβλιοθήκη και είχε την ευθύνη των λογοτεχνικών περιοδικών Σκαπτή Ύλη και Υπόστεγο. Ανθολόγησε Καβαλιώτες ποιητές και πεζογράφους και, το 2003, συγκέντρωσε στον τόμο Καβάλα, μια πόλη στη λογοτεχνία κείμενα διαφορετικών εποχών για τη γενέθλια πόλη του.

«Η Καβάλα καθορίζει τα γραπτά μου», είχε πει. Και όντως, στο έργο του η πόλη δεν λειτουργεί ως φόντο. Πρωταγωνιστεί, ως υποκείμενο της ιστορίας: οι πρόσφυγες, οι καπνεργάτες, οι γειτονιές, οι κοινωνικές απαγορεύσεις, οι έρωτες και οι μικρές τραγωδίες ανθρώπων που διαφορετικά θα χάνονταν χωρίς ίχνος δεσπόζουν πάντα στις ιστορίες του.

Γύρω από αυτή την Καβάλα, άλλωστε, δημιουργήθηκε ολόκληρη λογοτεχνική ανθρωπογεωγραφία. Ο Αξιώτης συνδέθηκε με συγγραφείς όπως ο Βασίλης Βασιλικός και ο Γιώργος Χειμωνάς, αλλά και με νεότερους συγγραφείς της περιοχής. Το τελευταίο του βιβλίο, Γιώργος Χειμωνάς: Βασιληάς της Ασίας (2024), ήταν μια ιδιότυπη επιστροφή στον Χειμωνά και συγχρόνως στον λογοτεχνικό κόσμο της Καβάλας.

Ίσως αυτή να είναι μια άλλη, εξίσου ουσιαστική με τη λογοτεχνία, πτυχή της κληρονομιάς του. Ο Διαμαντής Αξιώτης έκανε την πόλη του κέντρο του λογοτεχνικού του σύμπαντος. Και ταυτόχρονα, για πολλές δεκαετίες, φρόντισε ώστε γύρω από τον λογοτεχνικό κόσμο του, να υπάρχουν περιοδικά, βιβλία, συζητήσεις, συγγραφείς και αναγνώστες.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

Ποιητικές συλλογές

Ιχώρ (Καβάλα 1966)

Ποσοστό ευθύνης (Καβάλα 1974)

Διαμπερές (Σκαπτή Ύλη, Θεσσαλονίκη 1976)

Ύπνος μεσημβρίας (ΑΣΕ, Θεσσαλονίκη 1985)

Ανθολογίες

Καβαλιώτες ποιητές 1983

Καβαλιώτες πεζογράφοι 1985

Διηγήματα Φώτη Πρασίνη (Εκδόσεις Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καβάλας, 1987)

Καβάλα. Μια πόλη στη λογοτεχνία (Μεταίχμιο, 2003)

Ποιητική Ανθολογία της Νέας Ποιητικής Γενιάς (Άγκυρα, 1971)

Ανθολογία διηγήματος: Ασφυξία Ομβρίων (1985)

Ανθολογία πεζών: Συνάντηση Κοζάνης (1997)

Ανθολογία: Η τρέλα και το παράλογο στην ελληνική λογοτεχνία (2014)

Από τον Σολωμό μέχρι τις μέρες μας 2015. Ανθολόγηση Γιάννης Παππάς (Διαπολιτισμός, 2014)

Θεατρικά αναλόγια

Στον κήπο με τις πέτρες: Οι γυναίκες που κατέβηκαν απ’ το πλοίο (Σύνδεσμος Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών Καβάλας, 1990)

Βασιληάς της Ασίας (Αφιέρωμα στον Γιώργο Χειμωνά: Ο Άμλετ της Καβάλας, Φεστιβάλ Φιλίππων – Καβάλας, 2010)

Η νυχτερινή πλευρά του κόσμου. "Στον κήπο με τις πέτρες" και "Η αρχαία κνήμη" (ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας, 2013)

Πεζά

Το μισό των Κενταύρων (διηγήματα, Παρατηρητής, 1990, β΄ έκδ. 2016)

Ξόβεργα με μέλι (διηγήματα, εκδ. Τραμ 1994 – β΄ έκδ. Νεφέλη)

Το ελάχιστον της ζωής του (μυθιστόρημα, Κέδρος, 1999)

Πλωτές γυναίκες (μυθιστόρημα, Κέδρος, 2002, β΄ έκδ. Κάπα εκδοτική, 2017)

Μοιρασμένα χιλιόμετρα (μυθιστόρημα, Κέδρος, 2004)

Λάθος λύκο (μυθιστόρημα, Κέδρος, 2010)

Με χίλιους τρόμους γενναίος (διηγήματα, Κίχλη, 2016)

Γιώργος Χειμωνάς. Βασιληάς της Ασίας (μυθοπλαστικό ντοκουμέντο, Οδός Πανός, 2025)

Με στοιχεία από την Εταιρεία Συγγραφέων

 

24 Αυγούστου 2026

Ποιος σας έδωσε τη Σύρο;

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Όταν μια πολιτική άποψη διεκδικεί δικαιώματα κυριαρχίας

Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός οικοδομήθηκε πάνω σε μια αρχή που η Ευρώπη χρειάστηκε αιώνες βίας, διωγμών και ποταμούς αίματος για να κατακτήσει: η ευθύνη είναι ατομική. Ο άνθρωπος κρίνεται για τις πράξεις του. Η φυλή, η θρησκεία, η εθνικότητα, το χρώμα του δέρματος, η κυβέρνηση της χώρας του και οι πράξεις του στρατού της χώρας του δεν συνιστούν τεκμήρια ενοχής. Η συλλογική ενοχή ανήκει στο σκοτεινότερο πολιτικό λεξιλόγιο της Ευρώπης. Κανένας άνθρωπος δεν κληρονομεί ενοχή. Το διαβατήριο δεν είναι ποινικό μητρώο. Κάθε παραβίαση αυτών των κατακτήσεων αποτελεί οπισθοδρόμηση προς ένα παρελθόν που η Ευρώπη γνώρισε στην πιο εφιαλτική του μορφή: εκεί όπου η καταγωγή ήταν κατηγορία, η ταυτότητα ενοχή και ο άνθρωπος έπαψε να αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο. Πρόκειται για πολιτισμική άβυσσο.

Στη Σύρο αυτή ακριβώς η αρχή δοκιμάζεται εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο. Και το σοβαρότερο είναι ότι οι επαναλαμβανόμενες παραβιάσεις της δεν συναντούν την αποφασιστικότητα που απαιτεί ένα κράτος δικαίου. Συναντούν φλύαρες καταδίκες, καθυστερημένες αντιδράσεις και μια οκνηρή γραφειοκρατία που μεταφέρει την ευθύνη από υπηρεσία σε υπηρεσία και από αρμόδιο σε αρμόδιο ώσπου τελικά η ίδια η ευθύνη να εξαφανιστεί. Οι διαδηλώσεις επαναλαμβάνονται, οι απαγορεύσεις διαδέχονται η μία την άλλη, η αστυνομία κινητοποιείται εκ των υστέρων και το κράτος συμπεριφέρεται κάθε φορά σαν να αιφνιδιάζεται από ένα φαινόμενο που γνωρίζει εδώ και μήνες. Όταν μια τέτοια παρεμπόδιση επαναλαμβάνεται και η πολιτεία περιορίζεται να την παρακολουθεί, η αδράνεια παύει να είναι αδυναμία. Γίνεται πολιτική ευθύνη.

Στις 22 Ιουλίου 2025, το κρουαζιερόπλοιο Crown Iris, με περίπου 1.700 Ισραηλινούς επιβάτες, απέπλευσε από την Ερμούπολη χωρίς οι επιβάτες του να αποβιβαστούν. Διαδηλωτές είχαν συγκεντρωθεί στο λιμάνι δηλώνοντας ότι θα παρέμεναν εκεί μέχρι την αναχώρηση του πλοίου. Η ΕΡΤ κατέγραψε ότι έγιναν προσπάθειες για την αποβίβαση, χωρίς αποτέλεσμα. Την επομένη ο κυβερνητικός εκπρόσωπος χαρακτήρισε το περιστατικό «εξοργιστικό» και καταδίκασε τον αντισημιτισμό και τον φασισμό. Την ίδια ημέρα ο Άδωνις Γεωργιάδης χαρακτήρισε τα γεγονότα «ντροπιαστικά για την Ελλάδα» και δήλωσε ότι «οφείλουμε συγγνώμη» στους επιβάτες.

Το θέμα θα μπορούσε να έχει τελειώσει εκεί, ως ένα ατυχές επεισόδιο. Δεν τελείωσε όμως. Τον Ιούνιο του 2026 το ίδιο πλοίο επέστρεψε και η Σύρος βρέθηκε ξανά σε κατάσταση έκτακτης αστυνόμευσης: ΜΑΤ, περιορισμοί κυκλοφορίας, απαγορεύσεις και ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις. Αυτή τη φορά οι επιβάτες αποβιβάστηκαν και επισκέφθηκαν το νησί. Το ίδιο συνέβη και στις 7 Ιουλίου, με τους Ισραηλινούς τουρίστες να κατεβαίνουν κατά ομάδες υπό ισχυρή αστυνομική προστασία.

Άρα, ας είμαστε ακριβείς. Το ελληνικό κράτος δεν απουσίαζε. Είχε αστυνομικούς, ΜΑΤ, λιμενικούς, απαγορεύσεις, κιγκλιδώματα και επιχειρησιακά σχέδια. Απουσίαζε κάτι σημαντικότερο: η καθαρή πολιτική αρχή. Η δημόσια διαβεβαίωση, ειπωμένη εγκαίρως και χωρίς μισόλογα, ότι στην Ελληνική Δημοκρατία κανένα πλήθος, καμία συλλογικότητα, κανένα σωματείο και καμία τοπική συνέλευση δεν αποφασίζει ποια εθνικότητα επιτρέπεται να αποβιβαστεί σε ελληνικό λιμάνι.

Η διαμαρτυρία εναντίον της πολιτικής του Ισραήλ είναι απολύτως νόμιμη. Η καταγγελία του πολέμου στη Γάζα είναι απολύτως νόμιμη. Η υποστήριξη των Παλαιστινίων είναι απολύτως νόμιμη. Κάθε πολίτης μπορεί να θεωρεί την ισραηλινή κυβέρνηση εγκληματική, να ζητεί κυρώσεις, διακοπή διπλωματικών σχέσεων, εμπάργκο όπλων ή αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους. Μπορεί επίσης να υιοθετεί τις θέσεις του ΚΚΕ ή οποιουδήποτε άλλου κόμματος πάνω στο ζήτημα. Όσο ανεύθυνες, επικίνδυνες, ανιστόρητες ή ακόμη και επιζήμιες για τα εθνικά συμφέροντα της χώρας κι αν θεωρεί κανείς αυτές τις θέσεις, παραμένουν πολιτικές θέσεις. Και η δημοκρατία κρίνεται ακριβώς εκεί: στην ελευθερία να εκφράζονται ακόμη και απόψεις που θεωρούμε βαθιά λανθασμένες.

Το δικαίωμα όμως στην πολιτική άποψη σταματά εκεί όπου αρχίζει η συλλογική τιμωρία ανθρώπων για την εθνικότητά τους.

Στις 4 Ιουνίου 2026, η λεγόμενη Αντιπολεμική Πρωτοβουλία Σύρου ζήτησε δημόσια να ακυρωθούν οι προγραμματισμένες αφίξεις του Crown Iris και να αφαιρεθεί η Σύρος από τους προορισμούς του. Η ανακοίνωσή της καταλήγει με μια φράση που αξίζει να διαβαστεί λέξη προς λέξη:

Γενοκτόνοι και εγκληματίες πολέμου, καθώς και οι υποστηρικτές τους, είναι ανεπιθύμητοι στο νησί μας.

Εδώ ακριβώς αρχίζει το πρόβλημα.

Ποια είναι η Αντιπολεμική Πρωτοβουλία Σύρου; Ποια θεσμική εξουσία διαθέτει; Από ποια εκλογή προέκυψε; Ποιος της παραχώρησε το δικαίωμα να μιλά εξ ονόματος μιας ολόκληρης κοινωνίας και, ακόμη περισσότερο, να αποφασίζει ποιοι άνθρωποι είναι επιθυμητοί και ποιοι ανεπιθύμητοι σε ένα ελληνικό νησί;

Η απάντηση είναι απλή: κανείς.

Μια ομάδα πολιτών έχει κάθε δικαίωμα να οργανώνεται, να διαδηλώνει, να καταγγέλλει, να συντάσσει ψηφίσματα, να χαρακτηρίζει την πολιτική μιας κυβέρνησης εγκληματική και να απαιτεί αλλαγή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Εκεί εξαντλείται η δημοκρατική της νομιμοποίηση. Από τη στιγμή που περνά από το «καταγγέλλω» στο «κηρύσσω ανθρώπους ανεπιθύμητους», αλλάζει κατηγορία. Αυτοαναγορεύεται ταυτόχρονα σε δικαστήριο, υπουργείο Εξωτερικών, συνοριακή αρχή και τοπική κυβέρνηση.

Και με ποια εξουσία αποφαίνεται ότι οι άνθρωποι πάνω στο Crown Iris είναι «γενοκτόνοι» και «εγκληματίες πολέμου»;

Η γενοκτονία αποτελεί συγκεκριμένο έγκλημα του διεθνούς δικαίου. Η νομική ευθύνη γι’ αυτήν αποδίδεται μέσα από συγκεκριμένες δικαστικές διαδικασίες. Η υπόθεση Νότια Αφρική κατά Ισραήλ βρίσκεται ακόμη ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου, χωρίς τελική απόφαση επί της ουσίας. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, από την άλλη, όταν κρίνει ότι υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται πως έχουν διαπραχθεί διεθνή εγκλήματα, εκδίδει εντάλματα εναντίον συγκεκριμένων προσώπων. Δεν εκδίδει ένταλμα εναντίον ενός λαού.

Αυτή η διάκριση χωρίζει το κράτος δικαίου από τη λογική της συλλογικής ενοχής.

Ο εγκληματίας πολέμου έχει όνομα. Έχει πράξεις. Έχει κατηγορία. Έχει στοιχεία εις βάρος του. Έχει δικαίωμα υπεράσπισης. Η εθνικότητα από μόνη της δεν αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο.

Η ανακοίνωση όμως προσθέτει κάτι ακόμη πιο αποκαλυπτικό: ανεπιθύμητοι είναι και «οι υποστηρικτές τους».

Εδώ πλέον καταρρέει και το τελευταίο πρόσχημα.

Ποιος είναι «υποστηρικτής»; Πώς αναγνωρίζεται; Ποιος εξετάζει τις πολιτικές του απόψεις; Πόση υποστήριξη απαιτείται για να κηρυχθεί κάποιος ανεπιθύμητος; Αρκεί να υποστηρίζει το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ; Αρκεί να θεωρεί τη Χαμάς τρομοκρατική οργάνωση; Αρκεί να πιστεύει ότι το Ισραήλ έχει δικαίωμα αυτοάμυνας; Αρκεί να διαφωνεί με την Αντιπολεμική Πρωτοβουλία Σύρου;

Το ερώτημα με αφορά προσωπικά.

Είμαι Έλληνας πολίτης. Έχω υπηρετήσει είκοσι τέσσερις μήνες τη στρατιωτική μου θητεία στη Σύρο. Έχω διατυπώσει δημόσια συγκεκριμένες θέσεις για το Ισραήλ και αναλαμβάνω πλήρως την ευθύνη γι’ αυτές. Με τη λογική λοιπόν της ανακοίνωσης ανήκω στους «υποστηρικτές». Είμαι κι εγώ ανεπιθύμητος στη Σύρο;

Ποιος ακριβώς θα μου το ανακοινώσει;

Η Αντιπολεμική Πρωτοβουλία;

Με ποιο δικαίωμα;

Θα χρειαστώ άδεια για να αποβιβαστώ στην Ερμούπολη; Θα εξετάσει κάποια επιτροπή τις πολιτικές μου πεποιθήσεις; Θα υπάρχει στην είσοδο του λιμανιού κατάλογος επιτρεπόμενων απόψεων; Και ποιος θα τον συντάσσει; Η γελοιότητα αυτών των ερωτημάτων αποκαλύπτει τη σοβαρότητα του προβλήματος. Γιατί κάθε αυταρχική λογική γίνεται γελοία όταν την ακολουθήσεις μέχρι το τέλος της.

Η Σύρος αποτελεί τμήμα της Ελληνικής Δημοκρατίας και διοικείται σύμφωνα με τους νόμους της. Η είσοδος και η παραμονή αλλοδαπών ρυθμίζονται από το ελληνικό και το ευρωπαϊκό δίκαιο. Οι Ισραηλινοί πολίτες περιλαμβάνονται μάλιστα στους υπηκόους τρίτων χωρών που απαλλάσσονται από την υποχρέωση θεώρησης για βραχεία παραμονή στον χώρο Σένγκεν. Μια τοπική συλλογικότητα μπορεί να επιθυμεί την αλλαγή αυτού του καθεστώτος. Δεν μπορεί να το αντικαθιστά με δικό της.

Ούτε μπορεί να ισχυριστεί ότι εκπροσωπεί τη Σύρο. Όταν 172 πολίτες ζήτησαν επισήμως από το Δημοτικό Συμβούλιο να κηρυχθεί το Crown Iris ανεπιθύμητο και να αφαιρεθεί η Σύρος από τους προορισμούς του, το εκλεγμένο Δημοτικό Συμβούλιο απέρριψε το αίτημα. Αυτή είναι η μόνη δημοκρατικά μετρήσιμη απάντηση που διαθέτουμε μέχρι σήμερα.

Οι 172 πολίτες δικαιούνται τη γνώμη τους. Οι υπόλοιποι Συριανοί δικαιούνται επίσης τη δική τους. Κανείς όμως δεν κληρονόμησε τη Σύρο ώστε να αποφασίζει ποιον θα δεχθεί και ποιον θα διώξει από αυτήν.

Κάπου εδώ λοιπόν η αντιπολεμική διαμαρτυρία εγκαταλείπει τον φυσικό της χώρο και εμφανίζεται μια πολύ πιο επικίνδυνη αξίωση: μια ομάδα πολιτών χωρίς θεσμική εντολή διεκδικεί το δικαίωμα να απονέμει διεθνή δικαιοσύνη, να αποδίδει συλλογική ενοχή, να ελέγχει πολιτικές πεποιθήσεις και να ασκεί εξωτερική πολιτική στο όνομα μιας κοινωνίας που ουδέποτε της έδωσε αυτή την εντολή.

Και επειδή οι αντιπολεμικές συλλογικότητες χρησιμοποιούν συχνά με αξιοθαύμαστη ευκολία τις λέξεις «φασισμός», «ναζισμός» και «ολοκληρωτισμός», αξίζει αυτή τη φορά να κοιτάξουν προσεκτικά το περιεχόμενο των ίδιων των λέξεων. Η συλλογική ενοχή, η καταδίκη ανθρώπων λόγω καταγωγής, η πολιτική πεποίθηση ως τεκμήριο ενοχής, η διάκριση των πολιτών σε αποδεκτούς και ανεπιθύμητους και η αξίωση μιας αυτοδιορισμένης πρωτοπορίας να αποφασίζει ποιος δικαιούται να βρίσκεται ανάμεσά μας αποτελούν αναγνωρίσιμα εργαλεία των ολοκληρωτισμών του εικοστού αιώνα. Ο ναζισμός τα εφάρμοσε πάνω στη φυλή και στην καταγωγή. Ο φασισμός πάνω στην απόλυτη υποταγή του προσώπου στην πολιτική κοινότητα και στο κράτος. Ο σταλινισμός πάνω στην κοινωνική προέλευση, στην ταξική ταυτότητα και στο πολιτικό φρόνημα. Διαφορετικές ιδεολογίες, διαφορετικά εγκλήματα, ένας κοινός μηχανισμός: πρώτα κατασκευάζεις την κατηγορία, ύστερα τοποθετείς μέσα της τον άνθρωπο και στο τέλος τον κρίνεις χωρίς να χρειάζεται να γνωρίζεις τίποτε άλλο γι’ αυτόν.

Αυτό ακριβώς υποτίθεται ότι μάθαμε να φοβόμαστε.

Γι’ αυτό και το ζήτημα στη Σύρο ξεπερνά κατά πολύ μια διαδήλωση για τη Γάζα. Όταν ένας άνθρωπος μετατρέπεται σε «ανεπιθύμητο» λόγω του διαβατηρίου του ή επειδή κάποιος τρίτος αποφάσισε ποιες πολιτικές απόψεις τού αποδίδει, έχουμε ήδη περάσει από την πολιτική διαφωνία σε μια λογική που η δημοκρατική Ευρώπη γνώρισε, πλήρωσε και ορκίστηκε ότι θα αφήσει πίσω της. Στο τέλος, λοιπόν, απομένει μία μόνο ερώτηση. Και είναι βαρύτερη από όλα τα συνθήματα, τις καταγγελίες και τις αυτοανακηρύξεις περί «ανεπιθύμητων»:

Ποιος σας έδωσε το δικαίωμα να μετατρέψετε την πολιτική σας θέση σε τοπική κυριαρχία;

Εδώ η απάντηση είναι δυσκολότερη απ’ όσο φαίνεται. Γιατί οδηγεί σε ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα: στην ιδεολογική εξουσία που η Αριστερά κατόρθωσε επί δεκαετίες να ασκεί στον δημόσιο χώρο και στην ανοχή ενός αστικού κόσμου που, φοβούμενος μήπως κατηγορηθεί για αυταρχισμό, έμαθε να υποχωρεί ακόμη και απέναντι στην αυθαιρεσία. Κάποτε η ανοχή είναι αρετή της δημοκρατίας. Από ένα σημείο και πέρα γίνεται παραίτηση.

Αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση. Και ίσως η σημαντικότερη.

 

22 Αυγούστου 2026

Πριν ανοίξει το βιβλίο

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Ποιος αποφασίζει ποια έργα θα αποκτήσουν κύρος, αναγνώστες και μνήμη;

Η αιφνιδιαστική λογοτεχνική διαμάχη για τη χρήση της ντοπιολαλιάς από τους συγγραφείς στο έργο τους, κάνει επιτακτική την ανάγκη να συζητήσουμε, σοβαρά, πολλά πράγματα που αφορούν το βιβλίο, την αγορά του, τον κόσμο του, την πρόσβαση στους αναγνώστες, τα αναγνωστικά γούστα και τις μόδες. Για ό,τι φαίνεται και για ό,τι δεν φαίνεται [ΤΒJ]

1. Η κατάκτηση του αυτονόητου

Η λογοτεχνία θα όφειλε να είναι ο χώρος όπου κάθε βιβλίο δοκιμάζεται μόνο απέναντι στον αναγνώστη του. Ωστόσο, πολύ πριν ανοίξει η πρώτη σελίδα, έχει συχνά προηγηθεί μια άλλη αξιολόγηση: ποιος είναι ο συγγραφέας, σε ποιον χώρο ανήκει, ποιες ιδέες εκπροσωπεί, ποιες συγγένειες, διαδρομές και δημόσιες τοποθετήσεις τον συνοδεύουν. Μόνο τότε έρχεται η σειρά του ίδιου του βιβλίου.

Οι μεγάλες πολιτιστικές μεταβολές σπάνια γίνονται αντιληπτές την ώρα που συντελούνται. Διαμορφώνονται μέσα από μικρές επιλογές που επαναλαμβάνονται επί δεκαετίες, ώσπου παύουν να εκλαμβάνονται ως επιλογές και αποκτούν το κύρος του αυτονόητου.

Εκεί ακριβώς αρχίζει κάθε πολιτιστική ηγεμονία. Τα κριτήρια της αναγνώρισης μεταβάλλονται σχεδόν ανεπαίσθητα, ώσπου μια ολόκληρη κοινότητα αρχίζει να αντιμετωπίζει ως φυσικό εκείνο που αρχικά αποτελούσε μία μόνο εκδοχή του κόσμου. Η διαφορετική γνώμη εξακολουθεί να ακούγεται· σπανίως όμως αποκτά το ίδιο κύρος, την ίδια προβολή ή την ίδια επιρροή.

Στον ελληνικό χώρο του βιβλίου, η μεταπολιτευτική περίοδος υπήρξε το προνομιακό πεδίο αυτής της μεταβολής. Η διάκριση ανάμεσα στον «προοδευτικό» και τον «αντιδραστικό» ξεπέρασε βαθμιαία τα όρια της πολιτικής τοποθέτησης και άρχισε να επηρεάζει την απονομή του πολιτιστικού κύρους. Η ιδεολογική ταυτότητα βάρυνε πλέον τόσο στην πρόσληψη των ιδεών ενός συγγραφέα όσο και στη θέση που του επιφυλασσόταν μέσα στον λογοτεχνικό κόσμο. Συχνά λειτουργούσε ως τεκμήριο ευαισθησίας και πνευματικής αξιοπιστίας, σχεδόν ως προκαταβολή αισθητικής αξίας.

Η μεταβολή αυτή έγινε ορατή και στις θεματικές προτεραιότητες της λογοτεχνίας. Ορισμένα ιστορικά και κοινωνικά βιώματα αντιμετωπίζονταν σχεδόν αυτονόητα ως προνομιακά πεδία λογοτεχνικής σοβαρότητας. Άλλα παρέμεναν συχνότερα στις παρυφές της προσοχής και δυσκολεύονταν να αποκτήσουν την ίδια πολιτιστική νομιμοποίηση. Έτσι, η επιλογή του θέματος άρχισε να λειτουργεί και ως επιλογή πολιτιστικής ταυτότητας.

 

2. Το οικοσύστημα της αναγνώρισης

Κάθε βιβλίο ακολουθεί δύο παράλληλες διαδρομές. Η πρώτη οδηγεί από τον συγγραφέα στον αναγνώστη. Η δεύτερη περνά από εκδότες, κριτικούς, πανεπιστημιακούς, επιτροπές βραβείων, λογοτεχνικά περιοδικά, βιβλιοθήκες, φεστιβάλ και κάθε θεσμό που συμμετέχει στη δημόσια ζωή του βιβλίου. Εκεί διαμορφώνεται η δημόσια παρουσία του έργου: ο τρόπος με τον οποίο διαβάζεται, συζητείται και τελικά καταλαμβάνει τη θέση του μέσα στον λογοτεχνικό κόσμο.

Οι μεσολαβήσεις αυτές είναι απαραίτητες για τη ζωή του βιβλίου. Όταν όμως οι ίδιοι άνθρωποι, οι ίδιες αναφορές και οι ίδιες ιδεολογικές ευαισθησίες επανεμφανίζονται στους περισσότερους από αυτούς τους χώρους, το οικοσύστημα αποκτά αξιοσημείωτη ομοιογένεια. Η αναγνώριση κυκλοφορεί μέσα στους ίδιους κύκλους, οι αισθητικές αντιλήψεις επιβεβαιώνονται αμοιβαία και οι πολιτιστικές προτεραιότητες αρχίζουν να εμφανίζονται ως αυτονόητα κριτήρια αξιολόγησης.

Σιγά σιγά δημιουργείται ένα δίκτυο αμοιβαίας νομιμοποίησης. Ο εκδότης επικαλείται την κρίση του κριτικού, ο κριτικός αντλεί κύρος από τον πανεπιστημιακό, ο πανεπιστημιακός συμμετέχει στις επιτροπές των βραβείων, οι επιτροπές απονέμουν την αναγνώριση στον συγγραφέα και ο συγγραφέας ενισχύει με τη σειρά του το πολιτιστικό περιβάλλον που τον ανέδειξε. Καμία συνεννόηση δεν είναι αναγκαία. Αρκεί η σταθερή αναπαραγωγή των ίδιων κριτηρίων.

Η κριτική βιβλίου αποκτά τότε και μια δεύτερη λειτουργία. Εξετάζει τη γλώσσα, τη σύνθεση και την αφηγηματική δύναμη του έργου, ενώ συγχρόνως επιβεβαιώνει πρόσωπα, κοινές αναφορές και πολιτιστικές συγγένειες. Η αισθητική αξιολόγηση συνυπάρχει έτσι με ένα παράλληλο σύστημα αναγνώρισης, μέσα στο οποίο η ιδεολογική οικειότητα, οι προσωπικές διαδρομές και η θέση στο πολιτιστικό οικοσύστημα αποκτούν τη δική τους βαρύτητα.

Η άνιση κατανομή της προσοχής αφορά τόσο τους συγγραφείς όσο και τα ίδια τα θέματα. Η προδιάθεση αυτή σπάνια παίρνει τη μορφή ρητού αποκλεισμού· λειτουργεί πολύ συχνότερα ως πολιτιστική οικειότητα. Ορισμένες αφηγήσεις εισέρχονται στον δημόσιο διάλογο με τη σιωπηρή εύνοια ενός ήδη διαμορφωμένου πολιτιστικού κλίματος. Άλλες κινούνται έξω από τις κυρίαρχες ευαισθησίες της εποχής, κουβαλούν εξαρχής το βάρος της επιφύλαξης και καλούνται να αποδείξουν τη σοβαρότητα και τη λογοτεχνική τους αξία.

Κάθε κυρίαρχο πολιτιστικό κλίμα διαμορφώνει και τον δικό του λογοτεχνικό κανόνα. Καθώς αναδεικνύονται ορισμένοι συγγραφείς, αποκτούν μαζί τους κύρος οι αφηγηματικοί κόσμοι, οι ήρωες και οι αναγνώσεις της ιστορίας που ενσαρκώνουν. Μερικές αφηγήσεις συναντούν από την πρώτη στιγμή ένα έτοιμο λεξιλόγιο αποδοχής, μια ήδη διαμορφωμένη ηθική και αισθητική γλώσσα που τις υποδέχεται ως αναμενόμενες και αναγκαίες. Άλλες, όσο απαιτητικές ή πρωτότυπες κι αν είναι, ξεκινούν τη διαδρομή τους χωρίς αυτό το πολιτιστικό απόθεμα εμπιστοσύνης.

Η διαδικασία σπανίως γίνεται αντιληπτή από όσους συμμετέχουν σε αυτήν. Κάθε επιμέρους επιλογή μοιάζει εύλογη και κάθε κρίση απολύτως δικαιολογημένη. Το φαινόμενο αποκαλύπτεται μόνο όταν παρατηρήσει κανείς το σύνολο. Τότε γίνεται ορατό ότι στην κατανομή της αναγνώρισης βαρύνουν, μαζί με τη λογοτεχνική ποιότητα των έργων, και οι κυρίαρχες αντιλήψεις για τα θέματα που αξίζει να βρίσκονται στο επίκεντρο της πολιτιστικής ζωής.

 

3. Οι αντισυστημικοί του συστήματος

Κάθε πολιτιστική τάξη αποκτά κάποτε και τους δικούς της αντιρρησίες. Ένα από τα χαρακτηριστικότερα παράδοξα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας είναι ότι, τουλάχιστον στο χώρο του βιβλίου, ανάμεσα στους επιδραστικότερους επικριτές του συστήματος βρέθηκαν συχνά άνθρωποι ήδη εγκατεστημένοι στις προνομιακότερες θέσεις του. Δεν βρίσκονταν στις παρυφές του· αποτελούσαν το κέντρο του.

Ο βραβευμένος συγγραφέας μιλούσε για αποκλεισμούς από το βήμα μιας ακόμη βράβευσης. Ο άνθρωπος που είχε ήδη αποκτήσει κεντρική θέση στη δημόσια συζήτηση εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί το λεξιλόγιο της περιθωριοποίησης. Και το ακροατήριο, έχοντας συνηθίσει αυτή τη μικρή θεατρική σύμβαση, άκουγε τις διαμαρτυρίες χωρίς να προσέχει το σκηνικό μέσα στο οποίο εκφωνούνταν.

Το φαινόμενο υπερβαίνει την προσωπική υποκρισία και αποκαλύπτει έναν βαθύτερο μηχανισμό κάθε εδραιωμένης πολιτιστικής ηγεμονίας. Όταν μια πολιτιστική τάξη κυριαρχήσει, δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τον εαυτό της ως κατεστημένο. Συνεχίζει να αυτοπεριγράφεται με το λεξιλόγιο της αντίστασης, ακόμη και όταν βρίσκεται στο κέντρο των μηχανισμών της αναγνώρισης. Έτσι γεννιέται ένας ιδιότυπος αντισυστημισμός χωρίς πραγματικό αντίπαλο· ένας αντισυστημισμός που ασκείται από ανθρώπους οι οποίοι επιλέγουν, αξιολογούν, βραβεύουν, χρηματοδοτούν και νομιμοποιούν το ίδιο πολιτιστικό περιβάλλον μέσα στο οποίο πρωταγωνιστούν.

Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη επιτυχία κάθε κυρίαρχου πολιτιστικού οικοσυστήματος. Κατορθώνει να εμφανίζεται συγχρόνως ως εξουσία και ως αδιάκοπος επικριτής της. Όσο διατηρεί αυτή τη διπλή ιδιότητα, το ηθικό του κύρος παραμένει σχεδόν ανέπαφο.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, κάθε διαφωνία με το κυρίαρχο πολιτιστικό αφήγημα μπορεί να παρουσιάζεται όχι ως διαφορετική ερμηνεία, αλλά ως ηθική υστέρηση απέναντι σε μια ευαισθησία που έχει ήδη αποκτήσει το κύρος του αυτονόητου.

 

4. Η οικονομία της ηθικής υπεροχής

Η ηθική νομιμοποίηση ενός πολιτιστικού περιβάλλοντος μεταφέρεται αναπόφευκτα και στα πρόσωπα που το εκπροσωπούν. Στη διαμόρφωση της αναγνώρισης ενός συγγραφέα συνυπολογίζονται περισσότερα από τα βιβλία του. Στη δημόσια ζωή της λογοτεχνίας δρουν και άλλοι, λιγότερο ορατοί παράγοντες. Ανάμεσά τους έχει αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα η ηθική φυσιογνωμία του δημιουργού.

Η λογοτεχνική ποιότητα εξακολουθεί να αποτελεί το θεμελιώδες κριτήριο. Παράλληλα, ο συγγραφέας καλείται, σιωπηλά αλλά διαρκώς, να εκπέμπει το κατάλληλο ηθικό σήμα. Οι παρεμβάσεις, οι ευαισθησίες, οι πρωτοβουλίες, ακόμη και οι αποσιωπήσεις του συνθέτουν μια δεύτερη αφήγηση, η οποία συνοδεύει το έργο και επηρεάζει την πρόσληψή του πριν ακόμη ανοίξει η πρώτη σελίδα.

Η εξέλιξη αυτή ούτε στηρίζεται σε κάποιον άγραφο κανονισμό ούτε προϋποθέτει οργανωμένη απαίτηση. Η δημόσια τοποθέτηση παραμένει προσωπική επιλογή. Όταν όμως συμπίπτει με τις κυρίαρχες ευαισθησίες της πολιτιστικής κοινότητας, προσφέρει στον δημιουργό ένα πρόσθετο απόθεμα αξιοπιστίας. Οι προθέσεις του θεωρούνται ευκολότερα αγαθές και το έργο του εντάσσεται με λιγότερες αντιστάσεις σε ένα ήδη διαμορφωμένο πλαίσιο αποδοχής.

Η ηθική στάση αποκτά έτσι και μια δεύτερη λειτουργία: μετατρέπεται σε πολιτιστικό κεφάλαιο. Συνοδεύει τη λογοτεχνική αξία και επηρεάζει τους όρους μέσα στους οποίους αυτή αναγνωρίζεται. Η ποιότητα του έργου παραμένει καθοριστική, όμως η δημόσια φυσιογνωμία του δημιουργού μπορεί να διευκολύνει την υποδοχή του και να ενισχύσει το κύρος του. Η δημόσια τοποθέτηση λειτουργεί σχεδόν ως δεύτερο εξώφυλλο του βιβλίου. Προηγείται της ανάγνωσης, προδιαθέτει την υποδοχή του έργου και επηρεάζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα ερμηνευθεί.

Οι πολιτικές και κοινωνικές ευαισθησίες αποτελούν φυσικό μέρος της παρουσίας ενός δημιουργού στον δημόσιο χώρο. Το ενδιαφέρον αρχίζει όταν μετατρέπονται, έστω αθέατα, σε στοιχείο πολιτιστικής αξιολόγησης. Τότε οι παρεμβάσεις λειτουργούν και ως διαπιστευτήριο. Όποιος διαθέτει το κατάλληλο ηθικό λεξιλόγιο εκλαμβάνεται ευκολότερα ως άνθρωπος καλών προθέσεων, αξιόπιστος συνομιλητής και δημιουργός που θεωρείται ότι βρίσκεται αυτονόητα στη σωστή πλευρά των πραγμάτων.

Η αποδοχή αυτή αφήνει τυπικά ανέπαφη την αισθητική κρίση, την περιβάλλει όμως με μια ευνοϊκή προδιάθεση που προηγείται συχνά της ανάγνωσης. Το έργο φέρει πλέον ένα πρόσθετο συμβολικό φορτίο, αντλημένο από τη δημόσια εικόνα του συγγραφέα. Όσο ισχυρότερο γίνεται αυτό το φορτίο, τόσο δυσκολότερα διακρίνεται το σημείο όπου τελειώνει η αισθητική αξιολόγηση και αρχίζει η ηθική επιβεβαίωση.

Η ίδια ιεράρχηση επηρεάζει τελικά και την κατανομή της δημόσιας προσοχής. Καθορίζει ποια γεγονότα θεωρούνται αυτονόητα άξια παρέμβασης και ποια μπορούν να περάσουν σχεδόν αθόρυβα. Από την ηθική εικόνα του δημιουργού οδηγούμαστε έτσι στη σημασία όσων μια πολιτιστική κοινότητα επιλέγει να υπερασπιστεί και όσων αφήνει στη σιωπή.

 

5. Η δημόσια σιωπή

Η δημόσια σιωπή εκλαμβάνεται συνήθως ως ουδέτερη. Συχνά, ωστόσο, λειτουργεί ως μορφή ιεράρχησης. Ακολουθεί τις προτεραιότητες, τις ευαισθησίες και, τελικά, την ηθική γεωγραφία μιας πολιτιστικής κοινότητας.

Οι κοινωνίες αποκαλύπτουν τον εαυτό τους μέσα από όσα επιλέγουν να υπερασπιστούν. Τον αποκαλύπτουν όμως, ίσως ακόμη περισσότερο, μέσα από όσα αφήνουν να περάσουν χωρίς να αισθανθούν την ανάγκη δημόσιας τοποθέτησης. Ορισμένα γεγονότα κινητοποιούν σχεδόν αυτονόητα ανακοινώσεις, συλλογικά κείμενα, παρεμβάσεις και εκκλήσεις. Άλλα, όσο σοβαρά κι αν είναι, μοιάζουν ανίκανα να διαταράξουν την ηθική ηρεμία του ίδιου χώρου.

Κάθε άνθρωπος και κάθε κοινότητα ιεραρχούν αναπόφευκτα τα γεγονότα. Η επιμέρους επιλογή έχει περιορισμένη σημασία. Το ενδιαφέρον αρχίζει όταν η ίδια ιεράρχηση επαναλαμβάνεται με τέτοια κανονικότητα, ώστε να αποκαλύπτει έναν σταθερό τρόπο θέασης του κόσμου. Η σιωπή αποκτά τότε ερμηνευτική αξία: γίνεται ένας τρόπος με τον οποίο μια πολιτιστική κοινότητα περιγράφει, συχνά χωρίς να το συνειδητοποιεί, τις πραγματικές της προτεραιότητες.

Η σιωπή διαθέτει ένα προνόμιο που σπανίως έχει ο δημόσιος λόγος. Κάθε ανακοίνωση συνοδεύεται από επιχειρήματα, κάθε καταγγελία από μια εξήγηση, κάθε συλλογική παρέμβαση από μια επίκληση αρχών. Η σιωπή μένει έξω από αυτή την υποχρέωση. Περνά εύκολα απαρατήρητη, ακριβώς επειδή αποφεύγει τις ρητές διατυπώσεις. Κι όμως, πολλές φορές αποκαλύπτει περισσότερα από έναν μακροσκελή δημόσιο λόγο.

Καμία πολιτιστική κοινότητα δεν μπορεί να αντιδρά με την ίδια ένταση σε όλα όσα συμβαίνουν γύρω της. Η επιλογή είναι αναπόφευκτη· το κρίσιμο ζήτημα αφορά τα κριτήρια που την καθορίζουν. Πότε μια υπόθεση θεωρείται αυτονόητα άξια κινητοποίησης και πότε αντιμετωπίζεται ως γεγονός που μπορεί να περάσει χωρίς ιδιαίτερο σχολιασμό;

Όσο αυτές οι επιλογές παραμένουν περιστασιακές, η ερμηνευτική τους σημασία είναι περιορισμένη. Όταν όμως επαναλαμβάνονται με συνέπεια επί δεκαετίες παύουν να αποτελούν απλή συγκυρία και μετατρέπονται σε πολιτιστικό χαρακτηριστικό. Οι παρεμβάσεις σχηματίζουν τότε ένα σταθερό μοτίβο. Το ίδιο και οι σιωπές.

Εκεί ακριβώς βρίσκεται η ιδιαίτερη σημασία τους. Φωτίζουν τα γεγονότα που κρίνονται ανεπαρκή για να διαταράξουν τις βεβαιότητες μιας πολιτιστικής κοινότητας. Γι’ αυτό αποτελούν συχνά ασφαλέστερο οδηγό για την κατανόησή της από τις πιο εύγλωττες διακηρύξεις της.

 

6. Η ομοφωνία ως κοινή λογική

Με την πάροδο του χρόνου, οι επαναλαμβανόμενες παρεμβάσεις, ευαισθησίες και σιωπές χάνουν το χαρακτήρα της επιλογής και αποκτούν το κύρος του αυτονόητου. Εκείνο που κάποτε αποτελούσε μια από τις πολλές δυνατές οπτικές γωνίες αρχίζει να εμφανίζεται ως η μόνη εύλογη στάση απέναντι στα πράγματα.

Η μεγαλύτερη νίκη κάθε πολιτιστικής ηγεμονίας είναι ότι απαλλάσσεται από την ανάγκη να απολογείται για τον εαυτό της. Όταν μια επιμέρους εκδοχή του κόσμου ταυτιστεί με τον ίδιο τον κόσμο, η ομοφωνία παύει να γίνεται αντιληπτή ως επιλογή. Οι κοινές παραδοχές σταθεροποιούνται τόσο, ώστε λησμονείται η ιστορική και ιδεολογική τους καταγωγή. Απομένουν ως φυσική τάξη των πραγμάτων.

Οι αξίες του κυρίαρχου πολιτιστικού κλίματος εμφανίζονται τότε ως αυτονόητες, οι προτιμήσεις του ως φυσικές και οι αισθητικές ή ηθικές επιλογές του ως ουδέτερα κριτήρια. Κάθε διαφορετική προσέγγιση βρίσκεται σχεδόν υποχρεωμένη να δικαιολογήσει τη θέση της.

Οι περισσότεροι άνθρωποι βιώνουν αυτή τη διαδικασία ως υπεράσπιση της λογικής, της ευαισθησίας, της δημοκρατίας ή του ανθρωπισμού. Οι έννοιες αυτές διαθέτουν ασφαλώς καθολική αξία. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν μία μόνο ερμηνεία τους αποκτά το κύρος της μοναδικής εύλογης εκδοχής και οι υπόλοιπες αντιμετωπίζονται ως ηθικά ή πνευματικά ύποπτες.

Ο βασικός ορίζοντας της συναίνεσης προϋπάρχει πλέον κάθε επιμέρους αντιπαράθεσης. Ο νέος συγγραφέας, ο νέος κριτικός ή ο νέος πανεπιστημιακός εισέρχεται σε ένα χώρο όπου οι θεμελιώδεις βεβαιότητες έχουν παγιωθεί. Τις μαθαίνει όπως μαθαίνει κανείς μια γλώσσα: μέσα από τη συνεχή χρήση της. Πολύ πριν συγκροτήσει τη δική του κρίση, έχει αποκτήσει το λεξιλόγιο με το οποίο θα την εκφράσει.

Όταν εδραιωθεί, η ομοφωνία δεν εξαλείφει τη διαφωνία· οριοθετεί το πεδίο μέσα στο οποίο μπορεί να εκδηλωθεί. Οι συγκρούσεις συνεχίζονται, αλλά εκτυλίσσονται συνήθως μέσα στο ίδιο σύστημα παραδοχών. Η αμφισβήτηση περιορίζεται σε επιμέρους κρίσεις, ενώ οι θεμελιώδεις βεβαιότητες παραμένουν σχεδόν ανέγγιχτες.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η διαφωνία συναντά συχνά όχι μόνο αντίρρηση αλλά και απορία. Αντιμετωπίζεται περισσότερο ως παρέκκλιση από έναν καθιερωμένο ηθικό και πολιτιστικό ορίζοντα παρά ως διαφορετική κρίση. Οι όροι του διαλόγου έχουν καθοριστεί πολύ πριν αρχίσει ο ίδιος.

Αυτό εξηγεί γιατί πολλές δημόσιες αντιπαραθέσεις μοιάζουν να έχουν ολοκληρωθεί πριν ακόμη εκδηλωθούν. Τα επιχειρήματα διατυπώνονται, όμως οι προϋποθέσεις της αξιολόγησής τους έχουν ήδη τεθεί. Ορισμένες θέσεις εισέρχονται με το πλεονέκτημα της αδιαμφισβήτητης σοβαρότητας. Άλλες καλούνται, πριν ακόμη ακουστούν, να δικαιολογήσουν το ίδιο το δικαίωμά τους να συμμετάσχουν.

Ίσως αυτή να είναι η λεπτότερη μορφή πολιτιστικής επιρροής. Αντί να υπαγορεύει τι πρέπει να σκεφτούν οι άνθρωποι, ορίζει το σημείο από το οποίο αρχίζουν να σκέφτονται. Όταν ακόμη και η αφετηρία θεωρηθεί φυσική, η ισχύς παύει να γίνεται αντιληπτή ως ισχύς. Βιώνεται απλώς ως κοινή λογική.

 

7. Η ηθική ως αισθητικό κριτήριο

Η κοινή αυτή λογική εισχωρεί τελικά και στην αισθητική κρίση. Όσα έχουν αποκτήσει το κύρος του ηθικά αυτονόητου επηρεάζουν σταδιακά και την αξιολόγηση του ίδιου του έργου. Η αισθητική κρίση θεωρείται η πλέον αυτόνομη μορφή κρίσης, προσηλωμένη στη γλώσσα, στη δομή, στο ύφος, στην πρωτοτυπία και στην αφηγηματική δύναμη. Η ιστορία της λογοτεχνίας δείχνει, ωστόσο, ότι διαμορφώνεται πάντοτε μέσα σε ένα συγκεκριμένο πολιτιστικό περιβάλλον. Κάθε κοινωνία διαμορφώνει, μαζί με τα λογοτεχνικά της πρότυπα, και μια αντίληψη για το έργο που θεωρεί πνευματικά γενναίο, κοινωνικά αναγκαίο ή ηθικά σημαντικό.

Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στην αλληλεπίδραση ηθικής και αισθητικής. Η ηθική αποδοχή ενός έργου δημιουργεί ευνοϊκή προδιάθεση απέναντι στην αισθητική του αξία, ενώ η λογοτεχνική επιτυχία προσδίδει με τη σειρά της κύρος στις ιδέες και στις ευαισθησίες που το συνοδεύουν. Οι δύο μορφές αναγνώρισης αρχίζουν έτσι να ενισχύουν η μία την άλλη.

Ορισμένα βιβλία καλούνται συγχρόνως να αναγνωριστούν ως επιτυχημένα λογοτεχνικά έργα και να ανταποκριθούν στις κυρίαρχες πολιτιστικές ευαισθησίες της εποχής τους. Η ποιότητα εξακολουθεί να αποτελεί προϋπόθεση της αναγνώρισης, συνοδεύεται όμως από έναν ηθικό ορίζοντα που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο το έργο διαβάζεται, συζητείται και τελικά αξιολογείται.

Αυτό εξηγεί γιατί δύο βιβλία αντίστοιχης λογοτεχνικής δύναμης μπορούν να ακολουθήσουν διαφορετική δημόσια διαδρομή. Η υποδοχή τους εξαρτάται από τη γλώσσα, τη σύνθεση και την αφηγηματική τους αρτιότητα. Βαρύνει όμως και η ευκολία με την οποία εντάσσονται στο κυρίαρχο πολιτιστικό λεξιλόγιο. Η αισθητική κρίση διαμορφώνεται πάντοτε μέσα στην Ιστορία.

Κάθε συγγραφέας αντιλαμβάνεται, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε διαισθητικά, ποιες αφηγήσεις συναντούν ευκολότερα την αποδοχή, ποια θέματα αναγνωρίζονται ως σημαντικά και ποιοι τρόποι γραφής θεωρούνται ώριμοι, υπεύθυνοι ή σύγχρονοι. Συνήθως δεν πρόκειται για υπολογισμό, αλλά για μια αργή εσωτερίκευση του πολιτιστικού περιβάλλοντος. Οι προσδοκίες του ενσωματώνονται στον τρόπο με τον οποίο ο δημιουργός βλέπει τον κόσμο και, τελικά, στον τρόπο με τον οποίο γράφει.

Η αισθητική αξιολόγηση αρχίζει έτσι να λειτουργεί και ως μέτρο πολιτιστικής οικειότητας. Ορισμένα έργα αναγνωρίζονται ευκολότερα επειδή συνομιλούν με ένα εδραιωμένο σύστημα αξιών και ευαισθησιών. Άλλα, ακόμη και όταν διαθέτουν ανάλογη λογοτεχνική δύναμη, χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να αποκτήσουν την ίδια αναγνώριση, επειδή κινούνται έξω από τον κυρίαρχο ορίζοντα προσδοκιών.

Η συζήτηση μετατοπίζεται πλέον από το ποια βιβλία θεωρούνται καλά στο τι σημαίνει, σε κάθε ιστορική περίοδο, ένα καλό βιβλίο. Αφηγηματικοί κόσμοι, τύποι ηρώων, αναγνώσεις της Ιστορίας και μορφές κοινωνικής ευαισθησίας συνδέονται σταδιακά με την ίδια την έννοια της λογοτεχνικής ποιότητας. Κάθε γενιά κληροδοτεί έτσι στην επόμενη τα βιβλία που ανέδειξε και τα κριτήρια με τα οποία τα αξιολόγησε.

Η αισθητική κρίση παραμένει αισθητική κρίση. Συγχρόνως, όμως, λειτουργεί ως επιβεβαίωση ενός ήδη διαμορφωμένου πολιτιστικού ορίζοντα. Γι’ αυτό οι λογοτεχνικοί κανόνες μεταβάλλονται με την εμφάνιση σπουδαίων συγγραφέων και με τις αλλαγές στην εικόνα που μια κοινωνία σχηματίζει για τον εαυτό της. Τότε αλλάζουν αθόρυβα τα βιβλία που γράφονται και εκείνα που θεωρούνται αυτονόητα σημαντικά. Μαζί τους μετακινείται και η ίδια η λογοτεχνική μνήμη.

 

8. Η κριτική που δεν γράφτηκε ποτέ

Η ιστορία της λογοτεχνίας διατηρεί πάντοτε ένα αόρατο κεφάλαιο: εκείνο που δεν θα γραφτεί ποτέ.

Θα μείνει για πάντα άγνωστο ποια έργα θα είχαν ακολουθήσει διαφορετική διαδρομή αν είχαν συναντήσει την κατάλληλη στιγμή την προσοχή που τους αναλογούσε. Κάθε λογοτεχνικός κανόνας διαμορφώνεται τόσο από τα βιβλία που αναγνωρίστηκαν όσο και από εκείνα τα οποία το ενδιαφέρον των συγχρόνων τους τα προσπέρασε.

Κάθε εποχή φωτίζει διαφορετικά τη βιβλιοθήκη που παραλαμβάνει. Ορισμένα βιβλία έρχονται στο προσκήνιο, άλλα υποχωρούν σχεδόν ανεπαίσθητα στη σκιά. Τα ίδια παραμένουν στη θέση τους· αλλάζουν τα ερωτήματα, οι εμπειρίες και οι ευαισθησίες με τις οποίες τα πλησιάζει κάθε γενιά. Έτσι μετακινούνται αθόρυβα το κέντρο και οι παρυφές της λογοτεχνικής μνήμης. Ο χρόνος θυμάται μόνο ένα μέρος από όσα του παραδόθηκαν. Ανάμεσα σε όσα χάθηκαν βρίσκονται και οι κρίσεις που δεν διατυπώθηκαν ποτέ.

Πολλά βιβλία επέζησαν μιας εχθρικής υποδοχής. Άλλα γνώρισαν τον ενθουσιασμό της εποχής τους και αργότερα ξεχάστηκαν. Για ορισμένα, όμως, η σιωπή υπήρξε η μοναδική κριτική.

Κάθε αναγνώστης κληρονομεί μια ήδη ταξινομημένη βιβλιοθήκη. Μαζί με τα βιβλία που του έχουν υποδειχθεί ως σημαντικά, παραλαμβάνει και μια πρώτη εικόνα της λογοτεχνίας, πολύ πριν διαμορφώσει τη δική του κρίση.

Η εικόνα αυτή μοιάζει τόσο αυτονόητη ώστε σπάνια γίνεται αντικείμενο σκέψης. Μαζί με τη λογοτεχνία, κάθε γενιά κληρονομεί και την ιεράρχηση που τη συνοδεύει. Οι μεγάλες λογοτεχνικές ανακαλύψεις αρχίζουν συχνά τη στιγμή που κάποιος αποφασίζει να κοιτάξει πέρα από αυτή την κληρονομημένη τάξη των πραγμάτων.

Ο λογοτεχνικός κανόνας αποτελεί ταυτόχρονα πράξη μνήμης και πράξη λήθης. Κάθε βιβλιοθήκη συγκροτείται από τα βιβλία που διασώθηκαν στα ράφια της και από εκείνα που έχασαν την ευκαιρία να δοκιμαστούν πραγματικά μέσα στο χρόνο. Αναζητούμε μόνο όσα έχουμε μάθει ότι υπάρχουν. Η λήθη καθιστά αόρατη την ίδια την απώλεια.

Ίσως γι’ αυτό κάθε μεγάλη ανάγνωση αρχίζει από μια μικρή πράξη δυσπιστίας απέναντι στον διαμορφωμένο κανόνα: από την περιέργεια να αναζητήσει όσα έμειναν έξω από το φως, να ξανανοίξει βιβλία που η εποχή τους προσπέρασε και να δοκιμάσει ξανά τη δύναμή τους. Η ιστορία της λογοτεχνίας γράφεται από όσα θυμόμαστε. Κάποτε όμως αλλάζει πορεία, επειδή κάποιος αποφασίζει να ανασύρει από τη λήθη όσα οι προηγούμενοι είχαν αφήσει να χαθούν.

20 Αυγούστου 2026

Ανακοινώθηκε το μεσημέρι της Τρίτης, 18 Αυγούστου 2026, ο θάνατος του καθηγητή Κωνσταντίνου Τσουκαλά.

 

Ποιος ήταν ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς

Είχε γεννηθεί στην Αθήνα το 1937. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνέχισε τις σπουδές του στη Χαϊδελβέργη, στο Μόναχο, στο Παρίσι και στο Yale. Δίδαξε για πολλά χρόνια στη Γαλλία, στο Πανεπιστήμιο Paris VIII, στη συνέχεια στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και, από το 1985 έως την αφυπηρέτησή του το 2004, στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Υπήρξε ένας από τους στοχαστές που διαμόρφωσαν τον τρόπο με τον οποίο η μεταπολιτευτική Ελλάδα σκέφτηκε τον εαυτό της. Το κράτος, οι κοινωνικές τάξεις, η εκπαίδευση, οι μηχανισμοί κοινωνικής αναπαραγωγής βρέθηκαν στο επίκεντρο της σκέψης του.

Ο θεωρητικός λόγος του ήταν πυκνός, απαιτητικός, κάποτε πληθωρικός, πάντοτε προσωπικός και αναγνωρίσιμος. Ο ίδιος τοποθετούσε τον εαυτό του στην ευρύτερη Αριστερά. Τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια κινήθηκε στο χώρο του ΚΚΕ εσωτερικού, ιδιαίτερα στην τάση του που έβλεπε θετικά τον κυβερνητικό ρόλο του ΠΑΣΟΚ. Αργότερα, βρέθηκε στον ευρύ κύκλο του Κώστα Σημίτη τα χρόνια του πασοκικού εκσυγχρονισμού. Στις βουλευτικές εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 ήταν επικεφαλής στο ψηφοδέλτιο επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ και εξελέγη βουλευτής.

Τον Μάρτιο του 2025 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, στην έδρα Κοινωνιολογία – Κοινωνική Θεωρία.

18 Αυγούστου 2026

Δεν είναι η Οδύσσεια

Σταματία Αγρέλλη

Ως λάτρης της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας και θαυμάστρια των έργων του Ομήρου, ανυπομονούσα για τη νέα ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν, The Odyssey. Είχα ακούσει διάφορες κριτικές από όσα είχαν διαρρεύσει από τα γυρίσματα, δεν με ενδιέφερε το κάστινγκ, πέρα από το αυτονόητο, να μπορέσουν οι ηθοποιοί να υποστηρίξουν τους χαρακτήρες. Η αλήθεια είναι ότι, παρά τις κριτικές, είχα εμπιστοσύνη στις σκηνοθετικές ικανότητες του Νόλαν, καθώς έχω δει τις πιο χαρακτηριστικές ταινίες του. Και προσδοκούσα ένα έργο που θα πλησίαζε νοηματικά το μεγαλείο του ομηρικού έπους.

 

Αρχικά, ο Οδυσσέας της ταινίας (Ματ Ντέιμον) ξεκινάει να αφηγείται την ιστορία του από το νησί της Καλυψώς αντί να το κάνει από τη χώρα των Φαιάκων – και, για να είμαστε ακριβείς, αφαιρεί απολύτως τους Φαίακες. Με αυτό τον τρόπο χάνεται όλη η σκηνή του παρ’ ολίγον πνιγμού του Οδυσσέα, η τομή της αποκορύφωσης της αφήγησης.

Μετά έχουμε τον «Κανένα», ή μάλλον την παράλειψή του. Ο «Κανένας» ήταν ιδανική ευκαιρία να φανεί η προσωπικότητα του ήρωα και οι δυνατότητες του ηθοποιού που τον ενσαρκώνει, πράγμα που δεν συνέβη στη σκηνή του Κύκλωπα, όπως και σε καμία άλλη σκηνή... Γενικά όλος ο δυναμισμός, το κύρος, η ηγετική ικανότητα και η προσωπικότητα του Οδυσσέα δίνει την εντύπωση ότι αφαιρέθηκε προκειμένου να δοθεί στην Πηνελόπη. Με αυτόν τον τρόπο, ο Οδυσσέας έμοιαζε έρμαιο τον καταστάσεων. Και για μένα προσωπικά, η μεγαλύτερη αδικία προς τον χαρακτήρα του ήταν στο νησί της Καλυψώς.

 

Στην ταινία, η χώρα των Λωτοφάγων παραβλέπεται εντελώς. Αντ’ αυτού, η σκηνοθεσία τοποθετεί την Καλυψώ να του δίνει τον λωτό ώστε να παραμείνει στο νησί.

Στην Οδύσσεια, ο Όμηρος έκανε τον Οδυσσέα απόλυτα συνειδητοποιημένο σχετικά με τον τόπο, το χρόνο και την κατάσταση στην οποία βρισκόταν. Έτσι, όταν η Καλυψώ θέλησε να τον κάνει σύζυγό της, του έδωσε μια δοκιμασία, μια ακαταμάχητη πρόταση: την αθανασία. Ο Οδυσσέας ήταν ένας σπουδαίος ήρωας, γιατί έκανε κάτι το ασυναγώνιστο: έβαλε τις ευθύνες του και την ανθρώπινη φύση του πάνω από τη θεϊκή υπόσταση. Αφαιρώντας του αυτό το δίλημμα, ο Νόλαν αφαίρεσε ένα από τα βαθύτερα νοήματα της Οδύσσειας, όπως έκανε και με πολλά άλλα. Ο Οδυσσέας της Οδύσσειας ήταν ένας άνθρωπος που πλήρωσε το τίμημα επειδή πίστευε ότι μπορούσε να τα λύσει όλα με τη λογική και με την πανουργία του. Ο Οδυσσέας του Νόλαν είναι ένας άνδρας που αποφεύγει να αντιμετωπίσει τις πράξεις του και οδηγείται από τις τύψεις του. Είναι ένας άλλος ήρωας, μια άλλη ιστορία – και αλλά τα νοήματά της.

 

Προσωπικά, την ταινία τη χάρηκα αρκετά. Και υπήρξαν σημεία που συμπεριέλαβε πολλές πληροφορίες από το πρωτότυπο κείμενο. Κατά τη γνώμη μου, είναι μια καλή ταινία. Απλώς, εξυπηρετεί διαφορετικούς στόχους, γι’ αυτό και θεωρώ ότι έπρεπε να της έχει δοθεί ένας διαφορετικός τίτλος. Γιατί αυτό που είδα είναι ευχάριστο, αλλά όχι η Οδύσσεια.

17 Αυγούστου 2026

Κινηματογραφικές διασκευές μυθιστορημάτων σύγχρονων συγγραφέων της αμερικανικής σκηνής

 

Ο Κόρμακ ΜακΚάρθι, ο Φίλιπ Ροθ, ο Ντον ντεΛίλο και ο Πολ Όστερ είναι οι σύγχρονοι Αμερικανοί συγγραφείς που τα βιβλία τους έγιναν κινηματογραφικές ταινίες. Ποιοι άλλοι μεγάλοι συγγραφείς κίνησαν το ενδιαφέρον παραγωγών και σκηνοθετών. Και γιατί δεν έχει γυριστεί ούτε μια ταινία με σενάριο από τα μυθιστορήματα του Τζόναθαν Φράνζεν;

Κόρμακ ΜακΚάρθι. Τα καλά μυθιστορήματα του Κόρμακ ΜακΚάρθι ίσως γίνονται πιο εύκολα ταινίες από αυτά άλλων, σύγχρονων, πολυδαίδαλων Αμερικανών συγγραφέων, γιατί εμπεριέχουν οπτικά μέρη και περιπέτειες. Καλύτερη και πιο εμπνευσμένη μεταφορά μυθιστορήματας του Κόρμακ ΜακΚάρθι στο σινεμά ήταν το ευφυέστατο Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους (2007), ένα κατάμαυρο, βίαιο θρίλερ των εξαιρετικών αδελφών Κοέν, με τον Χαβιέ Μπαρδέμ δολοφόνο και τον Τόμι Λι Τζόουνς σερίφη που τον καταδιώκει. Η υπόθεση διαδραματίζεται στο Τέξας της δεκαετίας του 1980. Ένας απλός κυνηγός ανακαλύπτει μια αιματηρή σκηνή με ναρκωτικά και μια βαλίτσα με δύο εκατομμύρια δολάρια, γεγονός που πυροδοτεί ένα εξαίσια σκηνοθετημένο, ανελέητο ανθρωποκυνηγητό ενός αδίστακτου ψυχοπαθή δολοφόνου από έναν κουρασμένο τοπικό σερίφη.

Το Όλα τα όμορφα άλογα (All the Pretty Horses) μεταφέρθηκε στο σινεμά το 2000 σε σκηνοθεσία Μπίλι Μπομπ Θόρντον, με πρωταγωνιστές τον Ματ Ντέιμον και την Πενέλοπε Κρουζ. Ο Δρόμος (The Road) μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη το 2009, με αργό, κουραστικό ρυθμό από τον σκηνοθέτη Τζον Χίλκοουτ, με πρωταγωνιστή τον Βίγκο Μόρτενσεν. Το The Sunset Limited, αν και είναι θεατρικό έργο, μεταφέρθηκε σωστά ως τηλεταινία το 2011 από το ποιοτικό κανάλι/πλατφόρμα ΗΒΟ, σε σκηνοθεσία Τόμι Λι Τζόουνς, ο οποίος και πρωταγωνιστούσε μαζί με τον Σάμιουελ Λ. Τζάκσον. Το Child of God (Τέκνο του Θεού) μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 2013, σε σκηνοθεσία και σενάριο του Τζέιμς Φράνκο.

Φίλιπ Ροθ. Ο μεγαλοφυής, άφθαστος μυθιστοριογράφος, αφηγητής και ψυχογράφος  Φίλιπ Ροθ μεταφέρεται δυσκολότερα στο σινεμά γιατί συμπυκνώνει στα έργα του πολλή εργασία πάνω στη γλώσσα, τους μονόλογους και τη συνεχή ροή της ενεργού συνείδησης.

Την καλύτερη μεταφορά έργου του Αμερικανοεβραίου Φίλιπ Ροθ έκανε ο Άγγλος ηθοποιός και σκηνοθέτης Γιούαν ΜακΓκρέγκορ, που διασκεύασε επιτυχώς, πειστικά κι αποτελεσματικά, το κοινωνικό μυθιστόρημα του Ροθ, American pastoral, στην ομώνυμη ταινία του 2016 (ελληνικός τίτλος, Αμερικανικό ειδύλλιο – ταυτόσημος με την ελληνική μετάφραση του βιβλίου).

Υπάρχει, ακόμη, η καλή, έξυπνη γαλλική διασκευή, Απάτη (Tromperie, 2021), του καλού Γάλλου σκηνοθέτη Αρνό Ντεπλεσέν, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Ροθ, Deception, εκδοθέν το 1990. Τα μυθιστορήματα του Ροθ, επειδή, μεταξύ άλλων, επεξεργάζονται σε μεγάλο βαθμό τη γλώσσα, τους εσωτερικούς μονολόγους και τη (δι)εργασία της ατομικής συνείδησης, διασκευάζονται δύσκολα για τον κινηματογράφο και οι μεταφορές τους χαρακτηρίζονται δύσκολα πετυχημένες. Έχουν γυριστεί ακόμη:

Ελεγεία ενός έρωτα (Elegy, 2008), σε σκηνοθεσία της Ισπανίδας Isabel Coixet, ταινία βασισμένη στο βιβλίο Το ζώο που ξεψυχά (Τhe Dying Animal).

Ταπείνωση (The Humbling, 2014), σε σκηνοθεσία Μπάρι Λέβινσον, με πρωταγωνιστή τον Αλ Πατσίνο.

*Το Ανθρώπινο στίγμα (2003), διασκευή του ικανού Αμερικανού σκηνοθέτη Ρόμπερτ Μπέντον, φτιάχτηκε δυστυχώς με γραμμικό, παραδοσιακό τρόπο και έχει ένα πολύ προβληματικό casting. (Συγκεκριμένα, η απαστράπτουσα Νικόλ Κίντμαν υποδύεται μια γυναίκα που στο μυθιστόρημα είναι καθαρίστρια, ενώ η καλλονή Κίντμαν θα προσλαμβανόταν μόνο ως μοντέλο ή ηθοποιός…)

*O Αμερικανός σκηνοθέτης Λάρι Πιρς γύρισε το 1969 το Αντίο Κολόμπους (Goodbye, Columbus), που ήταν το πρώτο βιβλίο του Φίλιπ Ροθ.

*Γυρίστηκε και η Αγανάκτηση (Indignation, 2016), σε σκηνοθεσία Τζέιμς Σέιμους.

*Πλήρης αποτυχία ήταν Το σύνδρομο Πόρτνοϊ (Portnoy's Complaint, 1972) του Έρνεστ Λέμαν, που δεν απέδωσε το τολμηρότατο, αισθησιακό και ρηξικέλευθο μυθιστόρημα…

Γενικά οι κινηματογραφικές διασκευές μυθιστορημάτων του Φίλιπ Ροθ έχουν κάποια μαλθακότητα, πεζότητα και έλλειψη τόλμης, που τις διαφοροποιεί από το σφρίγος, την ορμή, το σθένος, τη λίμπιντο, το σαρκαστικό θράσος, την ευρωστία, το βάθος πνεύματος, την καυστικότητα και την ειρωνεία, τη φιλοσοφική διάθεση, την ενδελέχεια και την προκλητικότητα του πεζογραφικού έργου του…

Ντον ντεΛίλο. Aπό τα έργα του έξοχου μυθιστοριογράφου Ντον ΝτεΛίλο έχει διασκευαστεί καλά ο Λευκός θόρυβος (2022), ένα φιλμ πάνω στο φόβο του θανάτου και στην αναζήτηση νοήματος στην Αμερική των μίντια, της ρύπανσης του περιβάλλοντος και του υπερκαταναλωτισμού. Σκηνοθετήθηκε με εύστοχη, ευφυή χρήση της κινηματογραφικής γλώσσας, από τον ταλαντούχο και σημαντικό, ανεξάρτητο, Αμερικανό σκηνοθέτη, Νόα Μπάουμπακ. Το ρηξικέλευθο, οικολογικό, αντικαταναλωτικό και φιλοσοφικό μυθιστόρημα του Ντον ντεΛίλο μεταφέρθηκε λειτουργικά, έξυπνα κι αντιπροσωπευτικά. Το μεταμοντέρνο, ειρωνικό, οικολογικό, ηθικοφιλοσοφικό μυθιστόρημα White noise, γράφτηκε το 1984 από τον αγχίνοα, ικανότατο, διεισδυτικό Αμερικανό πεζογράφο.

Το À Jamais (Never Ever, 2016) είναι μια γαλλική κινηματογραφική μεταφορά της νουβέλας The Body Artist του 2001. Την ταινία σκηνοθέτησε ο πνευματώδης Γάλλος σκηνοθέτης Μπενουά Ζακό και εξερευνά τη θλίψη και την απομόνωση μιας καλλιτέχνη.

Το πολυαναμενόμενο την εποχή του φιλμ Cosmopolis του 2012, βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του 2003 του ΝτεΛίλο, σε σκηνοθεσία του σημαντικότατου Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ, δεν δικαίωσε τις προσδοκίες. Ήταν περίκλειστο και στατικό, παρά το μεγάλο όνομα του έμπειρου σκηνοθέτη. Πρωταγωνιστεί ο Ρόμπερτ Πάτινσον στον ρόλο ενός δισεκατομμυριούχου που διασχίζει το Μανχάταν μέσα σε μια λιμουζίνα.

Τζόναθαν Φράνζεν. Ο ιδιοφυής, κορυφαίος Τζόναθαν Φράνζεν δεν έχει μεταφερθεί στο σινεμά γιατί έχει κι αυτός πολυσύνθετη γλώσσα. Η μεταφορά των έργων του Φράνζεν στην οθόνη θεωρείται από τις πιο δύσκολες προκλήσεις κυρίως λόγω της πολύπλοκης αφηγηματικής τους δομής και της έμφασης στον εσωτερικό κόσμο των χαρακτήρων. Τα μυθιστορήματά του είναι ογκώδη και γεμάτα λεπτομέρειες για την καθημερινότητα, την ψυχολογία των προσώπων και την κοινωνική πραγματικότητα, ώστε η προσπάθεια να συμπυκνωθεί ένας τέτοιος όγκος πληροφορίας σε μια ταινία δύο ωρών κρίνεται πολύ δυσχερής από τις εταιρείες παραγωγής. Το αφηγηματικό όσο και σύνθετο μυθιστόρημά του Διορθώσεις προετοιμάζεται για να γυριστεί σειρά από το Netflix. Επίσης, το σπουδαίο μυθιστόρημα Αγνή (Purity) θα μπορούσε να μεταφερθεί επιτυχώς γιατί εξιστορεί την πολύ ενδιαφέρουσα πορεία ενός αντικαθεστωτικού Ανατολικογερμανού που περνά στη Δύση, όπου γίνεται ακτιβιστής, γκουρού, χάκερ και leaker (βλέπε wikileaks).

Ο Φράνζεν έχει γράψει πολύ πλούσια, εμβριθή και πολυπρόσωπα μυθιστορήματα που έχουν ισχυρή, αλλά μη γραμμική αφηγηματική γραμμή, η οποία κάνει πηδήματα στο χρόνο και στους χώρους.

Πολ Όστερ. Πολύ ενδιαφέρον ως μυθιστοριογράφος έχει ο στυλίστας, οραματιστής Πολ Όστερ, που έχει ασχοληθεί και ο ίδιος με το σινεμά. Έχει κάνει ταινίες κι έχει γράψει σενάρια, συνεργαζόμενος κυρίως με το σκηνοθέτη Wayne Wang, στις ταινίες Καπνός (1995) και τη συνέχειά του, Blue in the Face (1995). Σκηνοθέτησε, ακόμη, τα Λουλούδια στο βυθό (Lulu on the Bridge, 1998), βασισμένο σε δικό του πρωτότυπο σενάριο, καθώς και Το βιβλίο των ψευδαισθήσεων (The Inner Life of Martin Frost, 2007), βασισμένο στο συγκεκριμένο μυθιστόρημά του.

Τζον Απντάικ. Η δύναμη, πρωτοτυπία και ρεαλιστική αλήθεια των μυθιστορημάτων του Τζον Απντάικ βρίσκεται στις σκέψεις και στα συναισθήματα των ηρώων του, στοιχεία που συχνά χάνονται όταν μετατρέπονται σε εξωτερική, οπτική δράση. Τα πεζογραφήματα που έχουν γίνει ταινίες είναι τα εξής: Οι μάγισσες του Ίστγουικ (The Witches of Eastwick, 1987) είναι η πιο γνωστή μεταφορά έργου του, παρ’ όλο που δεν έχει ξεχωριστό κινηματογραφικό ενδιαφέρον. Πρόκειται για μια μαύρη κωμωδία φαντασίας σε σκηνοθεσία Τζορτζ Μίλερ, με ένα εκθαμβωτικό καστ: Τζακ Νίκολσον, Σερ, Μισέλ Φάιφερ και Σούζαν Σαράντον.

Το σπουδαίο μυθιστόρημα Λαγέ, Τρέχα (Rabbit, Run) είναι το πρώτο μέρος της διάσημης, εκλεκτής τετραλογίας του και μεταφέρθηκε το 1970 στον κινηματογράφο από τον Τζακ Σμάιτ, με πρωταγωνιστή τον Τζέιμς Κάαν στο ρόλο του αντιπροσωπευτικού της κοινωνίας και της εποχής του, Χάρι «Λαγού» Άνγκστρομ. Η ταινία δεν γνώρισε εμπορική επιτυχία, ούτε έλαβε καλές κριτικές.

Το Too Far to Go (1979) είναι μια τηλεταινία βασισμένη σε μια σειρά διηγημάτων του Απντάικ (The Maples Stories), που παρακολουθεί την παρακμή του γάμου ενός ζευγαριού.

Σολ Μπέλοου. Ούτε ο λεπτόγουστος, γλαφυρός, Εβραιοαμερικανός Σολ Μπέλοου μεταφέρεται εύκολα στο σινεμά λόγω της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, της χειμαρρώδους ροής της συνείδησης που μας εκθέτει στα πεζά του και λόγω της έλλειψης κλασικής δράσης. Μεταφέρθηκε μόνο το Άδραξε τη μέρα (Seize the Day) το 1986. Πρόκειται για τη μόνη κινηματογραφική μεταφορά μυθιστορήματός του. Η ταινία, σε σκηνοθεσία Φίλντερ Κουκ, έχει πρωταγωνιστή τον Ρόμπιν Γουίλιαμς στο ρόλο του αποτυχημένου πωλητή Τόμι Βίλχελμ που προσπαθεί να επιβιώσει στη Νέα Υόρκη.

 

 

16 Αυγούστου 2026

Δύο μερόνυχτα πάλευε με τα κύματα, γραπωμένος πάνω σε ένα μαδέρι. Η τρικυμία δεν έλεγε να κοπάσει – σαν να την είχε στείλει ο αρχαίος θεός Ποσειδώνας, που τον είχε άχτι. Μετά, το ίδιο ξαφνικά όπως άρχισε, η θαλασσοταραχή έπεσε –πάλι σαν από θεϊκή παρέμβαση– και το πέλαγος έγινε λάδι. Μπόρεσε έτσι να προσεγγίσει την ακτή του νησιού, όπου οι φιλόξενοι κάτοικοι της Σχερίας τον περισυνέλεξαν, τον περιποιήθηκαν και τον φρόντισαν. Το μαδέρι το κράτησαν οι ντόπιοι, ως έκθεμα για το μελλοντικό τους λαογραφικό μουσείο.

Το βράδυ είχε πια συνέλθει. Μετά το δείπνο, όπως συνηθιζόταν τότε, έπρεπε να διηγηθεί την ιστορία του σε ανταπόδοση της φιλοξενίας. «Ο άνθρωπος πρέπει να προσαρμόζεται στην εποχή του», είπε, αφού σηκώθηκε από το τραπέζι, ενώ έβγαζε το λάπτοπ και τον φορτιστή από τη στεγανή τους θήκη. Ήταν το μόνο αντικείμενο που μπόρεσε να διασώσει από το ναυάγιο. «Κι εσείς 220 δεν έχετε;» ρώτησε καλού κακού, και έβαλε το φις  του φορτιστή στην πρίζα.

«Αυτό το μηχάνημα με έχει σώσει», τους εξήγησε. «Πολλές φορές το συμβουλεύομαι, γιατί δεν θέλω να παρεκκλίνω (πλην σπανίων εξαιρέσεων) από όσα έχει προδιαγράψει ο Όμηρος». Άνοιξε το PowerPoint και ξεκίνησε να ξετυλίγει το κουβάρι της αφήγησης. Στο βασιλικό παλάτι δεν ακουγόταν κιχ. Ο Αλκίνοος, η γυναίκα του η Αρήτη και οι ευγενείς του τόπου (των οποίων οι απόγονοι, πολύ αργότερα, θα τρούπωναν στο Libro d'Oro και θα ανέβαιναν σε πολυτελή γιοτ, ως παρακολουθήματα και ντεκόρ πρέσβεων και δισεκατομμυριούχων) περίμεναν με ανυπομονησία τη διήγηση του Οδυσσέα. Αφού πρώτα τους εξήγησε ότι αυτά τα πράγματα οφείλουν να λέγονται σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση –εκτός κι αν μιλάμε για το Χόλιγουντ, το οποίο, κακό του κεφαλιού του, παρέλειψε εντελώς τη νήσο των Φαιάκων– ξεκίνησε τη διήγηση in medias res, εφευρίσκοντας τον όρο πολύ πριν φτιαχτεί  η γλώσσα που θα τον περιείχε.

Και ο Οδυσσέας τους αντάμειψε με το παραπάνω. Τους μίλησε για την Κίρκη και για το πόσο θελκτικές μπορεί να γίνουν οι μάγισσες, αποδεικνύοντας ότι το «τραβάτε με κι ας κλαίω» ευδοκιμεί και στα παραμύθια, κάτι που –σε παραλλαγή– του συνέβη και με τις Σειρήνες. Τους έδειξε φωτογραφίες με τους ροδαλούς και στρουμπουλούς συντρόφους του να χαμογελούν, πριν η μάγισσα τους μεταμορφώσει (ξανά) σε νεότερους και ομορφότερους από πριν. Τους έδειξε και πολλές άλλες. Μόνο από την κατάβαση στον Άδη δεν τους έδειξε τίποτα, εξηγώντας ότι εκεί, αφενός απαγορευόταν αυστηρά η φωτογράφηση και η βιντεοσκόπηση ένεκα GDPR-Hades version , αφετέρου οι ψυχές δεν αποτυπώνονται στη φωτογραφική πλάκα, καθότι σκιερές και αόρατες. Την τελευταία διαφάνεια, με τον λιτό τίτλο «Εκκρεμότητες», την προσπέρασε βιαστικά· εσωτερικό θέμα, είπε, που θα λυνόταν εντός των ημερών.

Σε όλη τη διάρκεια της παρουσίασης, ο Αλκίνοος σκεφτόταν πόσο δαιμόνιος μάνατζερ ήταν αυτός ο άνθρωπος και πόσο θα απογείωνε την τουριστική ανάπτυξη της νήσου. Του πρότεινε πάραυτα να νυμφευθεί την κόρη του τη Ναυσικά (μικρή σημασία είχε που η κοπέλα απουσίαζε από τη βασιλική αίθουσα) και να τον διαδεχθεί στο θρόνο. Όταν ο Οδυσσέας αντιπρότεινε ότι δεν μπορεί να τροποποιεί αυθαίρετα τους γραμμένους μύθους, ο γέρος βασιλιάς του γύρεψε να κάνει μια εξαίρεση και να «πειράξει» λίγο τα κείμενα, υποσχόμενος ακόμα πιο πλουσιοπάροχα ανταλλάγματα. Ο Οδυσσέας αποκρίθηκε ότι είχε ήδη εξαντλήσει τα περιθώρια παραποιήσεων: όταν ζούσε ζωή χαρισάμενη με την Κίρκη δεν ήθελε να φύγει στο τρίμηνο, όπως προέβλεπε το αρχικό σενάριο. Έκανε λοιπόν μια μικρή λαθροχειρία στο κείμενο, παρατείνοντας τη διαμονή του στον ένα χρόνο, αφού πρώτα απέσπασε τη δέσμευση της Κίρκης να μην καταναλώνεται στο παλάτι της χοιρινό. Βέβαια, ο Οδυσσέας θα μπορούσε να αλλάξει την πλοκή έτσι κι αλλιώς (επειδή «μια φορά είναι σαν καμία»), αλλά η άρνησή του δεν ήταν παρά άλλο ένα ψέμα στο βιογραφικό τού πιο διάσημου ψεύτη της αρχαιότητας. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς πόσο ισχυρό πράγμα είναι τελικά αυτός ο νόστος.

Ο γερο-Αλκίνοος δεν επέμεινε άλλο. Όταν ο Οδυσσέας ολοκλήρωσε το presentation, του δήλωσε πως θα ήταν κρίμα κι άδικο κοτζάμ βασιλιάς να επιστρέψει στην Ιθάκη με το πλοίο της γραμμής. Έτσι, έθεσε στη διάθεσή του τη βασιλική θαλαμηγό, καύσιμα, προμήθειες και εικοσαμελές πλήρωμα. «Μην παραξενευτείς αν τους δεις μελαψούς», τον καθησύχασε· «στις μέρες μας κανένας Έλληνας δεν καταδέχεται να μπαρκάρει. Και μη νομίζεις πως είναι Κόλχοι: Πακιστανοί είναι όλοι τους».

Ο Οδυσσέας τους αποχαιρέτησε, σάλπαρε και σε χρόνο μηδέν έφτασε στην Ιθάκη. Εκεί, για να μη γίνει αντιληπτός , βγήκε στη στεριά με  Zodiac. Στην ακτή τον περίμεναν ο Τηλέμαχος, με ένα μακρόστενο δέμα τυλιγμένο σε μουσαμά παραμάσχαλα, και ο γέρικος σκύλος του, ο Άργος (απλή συνωνυμία με το γνωστό πρακτορείο Τύπου), ο οποίος έπνεε τα λοίσθια. Ο αείποτε πολυμήχανος Οδυσσέας προσάρμοσε μια μικροσκοπική κάμερα –που του προμήθευσε ο Τηλέμαχος– στο περιλαίμιο του Άργου και τον έστειλε στο παλάτι για αναγνώριση και κατόπτευση. Αμέσως μετά, ο Άργος, υπακούοντας πιστά στις βουλές του δημιουργού του, απεδήμησε εις Κύριον.

Κατόπιν, ο Οδυσσέας κίνησε για το παλάτι προκειμένου να καθαρίσει τα του οίκου του. «Ο άνθρωπος πρέπει να προσαρμόζεται στην εποχή του και να μην ταλαιπωρείται ασκόπως με τόξα», επανέλαβε, φυσώντας την κάννη του Καλάσνικοφ που του είχε πασάρει ο Τηλέμαχος και το οποίο ακόμη κάπνιζε. Αφού το κρέμασε σε ένα καρφί πάνω από το τζάκι, χύθηκε στην αγκαλιά της ακλόνητα πιστής συζύγου του. «Πολυαγαπημένη μου σύζυγε Πηνελόπη! Δεν το πιστεύω· ίδια κι απαράλλαχτη είσαι, σαν να μην πέρασε μια μέρα από πάνω σου— κι ας πέρασαν είκοσι χρόνια!».

«Μπορεί εδώ να είμαστε επαρχία, πολυαγαπημένε μου σύζυγε», απάντησε εκείνη, «αλλά έχουν φτάσει και στα μέρη μας οι τελευταίες τεχνολογικές εξελίξεις της γυναικείας ομορφιάς: μπότοξ, λίφτινγκ, λιποαναρρόφηση. Αλλιώς πώς θα μπορούσα να σε κρατήσω κοντά μου, μετά από όσα έχω διαβάσει για σένα στα ομηρικά έπη;»

Ο Οδυσσέας δεν αποκρίθηκε στη θυμαρή του άλοχο· τον απασχολούσαν άλλα, πολύ πιο σοβαρά ζητήματα διακυβέρνησης. Ανησυχώντας για την οικονομική κατάσταση του βασιλείου μετά την επιδρομή των αδηφάγων μνηστήρων, προσέλαβε αμέσως τον διεθνούς φήμης οίκο McKinsey για διαχειριστικό έλεγχο, προκειμένου να μην αναγκαστεί να προσφύγει στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και διασυρθεί — ή, ακόμη χειρότερα, στους Αθηναίους, οι οποίοι μπορεί να μην είχαν φτάσει ακόμη στην απόλυτη ακμή τους, αλλά είχαν αρχίσει να αποκτούν επικίνδυνα ιμπεριαλιστικά χούγια.

Αφού συμμάζεψε λοιπόν τα οικονομικά του βασιλείου, έπεμψε δύο κήρυκες. Τον έναν, τον Μέδοντα, τον έστειλε σε γνωστό και μη εξαιρετέο Έλληνα πολιτικό που είχε σφετεριστεί βέβηλα το brand name του βασιλείου του, προκειμένου να κάνει το δικό του rebranding. Τον άλλον, τον πιστό Ευρυβάτη, τον έστειλε στον Χριστόφορο Νόλαν, στη νεαρά τότε Αλβιώνα.

Όταν οι κήρυκες έφτασαν στους προορισμούς τους, ύψωσαν το κηρύκειο –τη διπλωματική ασυλία της εποχής– και διάβασαν με βροντερή φωνή το μήνυμα. Ο βασιλιάς της Ιθάκης Οδυσσέας τους προσκαλούσε στην επικράτειά του ASAP, καλύπτοντας πλήρως τα έξοδα μετακίνησης και παρέχοντάς τους πλουσιοπάροχη διαμονή στο παλάτι. Κατόπιν τους διαμήνυε ότι δεν ήταν αρμόζον να νέμονται μόνοι τους τα λάφυρα, ιδιοποιούμενοι ξένα περιουσιακά στοιχεία και ουδέποτε λήξαντα πνευματικά δικαιώματα. Παρόλο που το κηρύκειο δεν αποτελούσε τυπικό εξώδικο, τους καλούσε στο παλάτι για να τα βρουν σε μια δίκαιη μοιρασιά. Τους υπενθύμιζε, μάλιστα, ότι δεν τους συνέφερε να διαλέξουν τη δικαστική οδό, διότι η δικαιοσύνη ήταν πάντα με το μέρος των βασιλέων.

Μάλιστα, διέταξε τους δύο κήρυκες, μετά το τέλος του επίσημου ανακοινωθέντος, να διηγηθούν στους οιονεί καλεσμένους του με το νι και με το σίγμα τι είχε συμβεί με τους μνηστήρες — ο Μέδων, άλλωστε, θα μιλούσε ως αυτόπτης μάρτυρας, μια και η ζωή του του είχε χαριστεί μόλις πρόσφατα. Και κατέληξαν πως ο Οδυσσέας δεν θα τους άφηνε σε χλωρό κλαρί αν δεν αποδέχονταν την πρόσκληση.

Τη συνέχεια δυστυχώς δεν τη γνωρίζουμε, διότι η Οδύσσεια τελειώνει λίγες μέρες μετά τη μνηστηροφονία. Μετά τη ραψωδία ω΄ κανένα σίκουελ δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα. Ωστόσο, και οι δύο προσκεκλημένοι του Οδυσσέα –δημόσια πρόσωπα με εκσυγχρονισμένη άποψη για τα πράγματα– είναι ακόμη ζωντανοί και καλά στην υγεία τους, που σημαίνει ότι μάλλον πήγαν στο ραντεβού και επέζησαν. Αυτούς πρέπει να ρωτήσουμε για λεπτομέρειες.

14 Αυγούστου 2026

Ανακοίνωση του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος (ΚΙΣΕ)

Με τίτλο « Ο αντισημιτισμός ξεκινά με πλήγματα εναντίον των Εβραίων αλλά δεν σταματά στους Εβραίους», το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος εξέδωσε ανακοίνωση σχετική με τις διαδηλώσεις και τις επιθέσεις εναντίον Εβραίων πολιτών σε ελληνικές πόλεις. Το κείμενο του ΚΙΣΕ, που κάνει λόγο για εβραιοφοβία, για απόπειρα εκφοβισμού και τρομοκρατίας ανθρώπων εβραϊκού θρησκεύματος, σημειώνει ότι «οι επιθέσεις εναντίον φυσικών προσώπων με Ισραηλινή υπηκοότητα και εναντίον όλων εκείνων που φέρουν εβραϊκά σύμβολα, καθώς και οι αποκλεισμοί Ισραηλινών τουριστών σε διάφορα λιμάνια της χώρας, συνιστούν ηχηρή παραβίαση  των νόμων και των αρχών της φιλοξενίας και της ελεύθερης μετακίνησης» και ζητεί από την ελληνική πολιτεία να προστατεύσει τους διωκόμενους εξαιτίας της εβραϊκής τους ταυτότητας και να παραπέμψει τους παραβάτες στη δικαιοσύνη. 

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ανακοίνωσης του ΚΙΣΕ, στα ελληνικά και στα αγγλικά:

«Το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος εκφράζει για ακόμη μια φορά  την έντονη ανησυχία των Ελλήνων Εβραίων για τη σειρά σοβαρών περιστατικών που σημειώνονται το τελευταίο διάστημα στους δρόμους της Αθήνας και σε άλλες περιοχές της χώρας, τα οποία έχουν ως στόχο τον εκφοβισμό και την τρομοκράτηση Ισραηλινών τουριστών και πολιτών που φέρουν εβραϊκά σύμβολα ή μιλούν την εβραϊκή γλώσσα.

Επαναλαμβάνουμε ότι η άσκηση κριτικής, αυστηρής κριτικής στα πεπραγμένα της Ισραηλινής κυβέρνησης και στις δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων δεν συνιστά αντισημιτισμό. Δεν αρκούνται όμως σε αυτή την κριτική.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι δράσεις οργανωμένων ομάδων "κατά Ισραηλινών και σιωνιστών", που δεν διστάζουν πλέον να απειλούν με άσκηση φυσικής βίας, με συνθήματα που παραπέμπουν στο πιο χυδαίο είδος εβραιοφοβικής προπαγάνδας, με την συκοφαντική κατηγορία της τέλεσης γενοκτονίας, προκειμένου να εκφοβίσουν και να τρομοκρατήσουν ανθρώπους εβραϊκού θρησκεύματος.  Οι επιθέσεις εναντίον φυσικών προσώπων με Ισραηλινή υπηκοότητα και εναντίον όλων εκείνων που φέρουν εβραϊκά σύμβολα, καθώς και οι αποκλεισμοί Ισραηλινών τουριστών σε διάφορα λιμάνια της χώρας, συνιστούν ηχηρή παραβίαση  των νόμων και των αρχών της φιλοξενίας και της ελεύθερης μετακίνησης.

Καλούμε την Πολιτεία να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να διασφαλιστεί η προστασία των πολιτών και των επισκεπτών από κάθε μορφή ρατσιστικής ή αντισημιτικής βίας και να παραπεμφθούν οι παραβάτες  στην Ελληνική Δικαιοσύνη.

Καλούμε δε τους πολιτικούς και κοινωνικούς φορείς να αποδοκιμάσουν αυτά τα φαινόμενα που υπονομεύουν τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και την εικόνα της Ελλάδας ως μια ασφαλή χώρα για όλους.

Επαναλαμβάνουμε και τονίζουμε ότι η ανοχή στον αντισημιτισμό και στη ρητορική μίσους δεν έχει θέση στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, διότι ο αντισημιτισμός ξεκινά με πλήγματα εναντίον των Εβραίων αλλά δεν σταματά ποτέ στους Εβραίους.     

Αθήνα, 13 Αυγούστου 2026

Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος

 

ANTISEMITISM STARTS WITH ATTACKS AGAINST JEWS, BUT DOES NOT STOP WITH JEWS.

KIS ANNOUNCEMENT 13/8/2026

The Central Board of Jewish Communities in Greece expresses once again the deep concern of Greek Jews regarding the series of severe incidents that have recently taken place on the streets of Athens and in other regions of the country, aimed at intimidating and terrorizing Israeli tourists and citizens wearing Jewish symbols or speaking Hebrew.

We reiterate that criticizing —even strictly criticizing— the actions of the Israeli government and the statements of government officials does not constitute antisemitism. However, they do not stop at this criticism.

Deep concern is caused by the actions of organized groups "against Israelis and Zionists," who no longer hesitate to threaten with physical violence, with slogans evoking the most vulgar form of Judeophobic propaganda, launching the defamatory accusation of genocide in order to intimidate and terrorize people of the Jewish faith. The attacks against individuals with Israeli citizenship and against all those wearing Jewish symbols, as well as the blockades of Israeli tourists at various ports across the country, constitute a blatant violation of the law and the principles of hospitality and freedom of movement.

We call upon the State to take all necessary measures to ensure the protection of citizens and visitors from any form of racist or antisemitic violence, and to bring the perpetrators before Greek Justice.

Furthermore, we call upon political and social bodies to denounce these phenomena, which undermine democracy, the rule of law, and Greece's image as a safe country for all.

We reiterate and emphasize that tolerance toward antisemitism and hate speech has no place in modern Greek society, because antisemitism may start with attacks against Jews, but it never stops with Jews.

Athens, August 13, 2026

Central Board of Jewish Communities in Greece

13 Αυγούστου 2026
Σελίδα 1 από 227