Σύνδεση συνδρομητών

Ντόναλντ Τραμπ

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Η «τραμπική κτηματομεσιτική λογική» (Τrumpian real estate logic) αναφέρεται στον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ έχτισε την επιχειρηματική του αυτοκρατορία και την προσωπική του εικόνα. Δεν πρόκειται απλώς για μια στρατηγική αγοραπωλησιών, αλλά για μια ολόκληρη φιλοσοφία που συνδυάζει το real estate με την ψυχολογία, το μάρκετινγκ και την πολιτική ισχύ.

Αυτό σημαίνει πως η «κτηματομεσιτική λογική» του Τραμπ (Trumpian real estate mindset) δεν αποτελεί απλώς μια επιχειρηματική στρατηγική, αλλά τη θεμελιώδη κοσμοθεωρία που διαμόρφωσε τόσο την πολιτική του καριέρα όσο και τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τη διακυβέρνηση, τις διεθνείς σχέσεις και την επικοινωνία.

Στο real estate της Νέας Υόρκης των δεκαετιών του 1970 και του 1980, η επιτυχία κρινόταν από το θράσος, τη διαπραγμάτευση και την ικανότητα να πουλάς ένα «όραμα» (ή μια ψευδαίσθηση) πριν καν πέσουν τα θεμέλια.

Ακολουθούν μερικές βασικές σκέψεις και άξονες για το πώς μεταφράζεται αυτή η λογική ή, αλλιώς ειπωμένο, οι βασικοί πυλώνες αυτής της λογικής, χωρισμένοι σε κεντρικές θεματικές:

1. Το Real Estate ως Branding (Brand-Centric Real Estate)

Για την παραδοσιακή αγορά, η αξία ενός ακινήτου καθορίζεται από την τοποθεσία, τα τετραγωνικά και τα υλικά. Στη λογική του Τραμπ, η μεγαλύτερη αξία κρύβεται στο όνομα.

Η χρυσή ταμπέλα: Η τοποθέτηση του ονόματος "Trump" με μεγάλα, επίχρυσα γράμματα σε κτίρια μετατρέπει το τσιμέντο σε προϊόν πολυτελείας.

Αδειοδότηση (Licensing): Σε μεταγενέστερα στάδια, η λογική αυτή εξελίχθηκε: ο Τραμπ δεν έχτιζε απαραίτητα τα κτίρια ούτε του ανήκαν. Αντίθετα, «νοίκιαζε» το όνομά του σε ξένους επενδυτές, αποδεικνύοντας ότι το brand έχει μεγαλύτερη ρευστότητα και μικρότερο ρίσκο από το ίδιο το τούβλο.

2. Η Ψυχολογία της Υπερβολής και του "Premium"

Η αισθητική και η ρητορική αυτής της προσέγγισης βασίζονται στην έννοια του "Hyper-Luxury".

Οπτική επιβολή: Χρυσός, μάρμαρο, τεράστια αίθρια και εντυπωσιακοί ουρανοξύστες. Ακόμα κι αν η αρχιτεκτονική κοινότητα την έκρινε συχνά «κιτς», η λογική αυτή στόχευε σε ένα συγκεκριμένο κοινό που ταύτιζε το φορτωμένο στυλ με την απόλυτη επιτυχία.

Δημιουργική αύξηση ορόφων: Είναι γνωστή η τακτική του να παραλείπει ορόφους στην αρίθμηση των ασανσέρ (π.χ. ένα κτίριο 58 ορόφων να εμφανίζεται ως 68 ορόφων). Η λογική; Οι πελάτες νιώθουν ότι αγοράζουν κάτι πιο ψηλό, πιο σπάνιο και πιο ακριβό.

3. Μόχλευση και Διαχείριση Ρίσκου (Debt as a Weapon)

Η παραδοσιακή συντηρητική λογική βλέπει το χρέος ως βάρος. Η τραμπική λογική βλέπει το χρέος ως εργαλείο.

OPM (Other People's Money): Η μέγιστη δυνατή χρήση ξένων κεφαλαίων (τραπεζών ή επενδυτών) για τη χρηματοδότηση έργων.

Το μέγεθος του χρέους ως ασπίδα: Όπως έχει αποτυπωθεί στην επιχειρηματική ιστορία, αν χρωστάς στην τράπεζα 100.000 δολάρια έχεις εσύ πρόβλημα. Αν της χρωστάς 100 εκατομμύρια, έχει η τράπεζα πρόβλημα. Αυτή η λογική χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένα για την αναδιάρθρωση χρεών και την αποφυγή της προσωπικής οικονομικής καταστροφής μέσω των πτωχευτικών νόμων.

4. Η Υποκειμενικότητα της Αξίας (The Art of the Deal)

Στο σύμπαν αυτής της λογικής, η αξία ενός ακινήτου δεν είναι ποτέ σταθερή ή αντικειμενική· είναι διαπραγματεύσιμη και εξαρτάται από το αφήγημα.

Η τέχνη της υπερβολής (Truthful Hyperbole): Ο ίδιος ο Τραμπ έχει περιγράψει τον όρο στο βιβλίο του: μια αθώα, κατά τον ίδιο, υπερβολή που ενισχύει τη φαντασία των ανθρώπων. Στην πράξη, η λογική αυτή υπαγορεύει ότι ένα ακίνητο αξίζει όσο μπορείς να πείσεις τον άλλον ότι αξίζει, μια προσέγγιση που βρέθηκε συχνά στο μικροσκόπιο δικαστικών αρχών για τις αποκλίσεις στις αποτιμήσεις (διαφορετική αξία για την εφορία, διαφορετική για τις τράπεζες).

                 

5. Το Real Estate ως Πολιτικό και Κοινωνικό Σκαλοπάτι

Για πολλούς developers, τα κτίρια είναι απλώς πηγή εισοδήματος. Στη συγκεκριμένη λογική, το real estate είναι το εισιτήριο για την κοινωνική και πολιτική ελίτ.

Κτίρια όπως το Trump Tower στη Νέα Υόρκη δεν σχεδιάστηκαν απλώς για να στεγάσουν γραφεία, αλλά για να αποτελέσουν σκηνικά (stages). Έγιναν το φόντο για τηλεοπτικά show (The Apprentice), για συνεντεύξεις Τύπου και, τελικά, για την πολιτική του ανάδειξη.

Συνοψίζοντας: Η τραμπική κτηματομεσιτική λογική μετατόπισε το real estate από τη σφαίρα των «υλικών υποδομών» στη σφαίρα του θεάματος, της αντίληψης (perception) και της πειθούς. Ανεξάρτητα από το πώς κρίνει κανείς την αποτελεσματικότητα ή την ηθική της, άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο συνδέεται το real estate με τη μαζική κουλτούρα.

Πώς αυτή η λογική εφαρμόστηκε σε συγκεκριμένα project:

Για να κατανοήσουμε πώς η θεωρία έγινε πράξη, έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς οι παραπάνω πυλώνες εφαρμόστηκαν σε τρία εμβληματικά και εντελώς διαφορετικά projects της καριέρας του Ντόναλντ Τραμπ. Το καθένα αντιπροσωπεύει και μια διαφορετική πτυχή της κτηματομεσιτικής του λογικής:

1. The Grand Hyatt Hotel (Νέα Υόρκη, 1980)

Η εφαρμογή της πολιτικής επιρροής, της ακραίας μόχλευσης και του "OPM" (Other People's Money).

Αυτό ήταν το project που έβαλε τον Τραμπ στον χάρτη του Μανχάταν, μετατρέποντας το παλιό, παρακμασμένο ξενοδοχείο Commodore δίπλα στο Grand Central σε ένα υπερσύγχρονο Hyatt.

Πώς εφαρμόστηκε η λογική:

Κρατική διευκόλυνση: Ο Τραμπ χρησιμοποίησε τις πολιτικές διασυνδέσεις του πατέρα του (Φρεντ Τραμπ) για να πετύχει κάτι πρωτοφανές: μια 40ετή φοροαπαλλαγή από τον Δήμο της Νέας Υόρκης, η οποία εξοικονόμησε εκατομμύρια δολάρια στο project.

Μηδενικό προσωπικό ρίσκο: Έπεισε την αλυσίδα Hyatt να μπει συνεταίρος 50-50 και τις τράπεζες να χρηματοδοτήσουν το έργο, βασιζόμενος στη φοροαπαλλαγή που είχε εξασφαλίσει. Ουσιαστικά, έχτισε ένα τεράστιο project στο κέντρο του Μανχάταν βάζοντας ελάχιστα δικά του μετρητά.

2. Trump Tower (Νέα Υόρκη, 1983)

Η εφαρμογή της ψυχολογίας του premium, του hyper-luxury και του branding ως σκηνικού.

Ο ουρανοξύστης στην 5η Λεωφόρο αποτελεί το «ιερό δισκοπότηρο» της τραμπικής λογικής. Δεν χτίστηκε απλώς ως κτίριο, αλλά ως το μνημείο του brand του.

Πώς εφαρμόστηκε η λογική:

Η οφθαλμαπάτη των ορόφων: Το κτίριο έχει στην πραγματικότητα 58 ορόφους, αλλά αν μπείτε στο ασανσέρ, ο τελευταίος όροφος αναγράφεται ως 68ος. Ο Τραμπ παρέλειψε 10 ορόφους (δικαιολογώντας το λόγω του μεγάλου ύψους του εμπορικού αιθρίου στη βάση). Αυτό του επέτρεψε να πουλάει τα ρετιρέ σε πολύ υψηλότερες τιμές, καθώς οι αγοραστές πλήρωναν το premium του να μένουν «πιο ψηλά».

Το Real Estate ως Reality Show: Το κτίριο επενδύθηκε εσωτερικά με εντυπωσιακό ροζ μάρμαρο, έναν καταρράκτη 24 μέτρων και παντού χρυσές λεπτομέρειες. Αυτό το σκηνικό χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως το μόνιμο πλατό για το τηλεοπτικό show The Apprentice, ταυτίζοντας το κτίριο με την έννοια της επιχειρηματικής επιτυχίας στο μυαλό του παγκόσμιου κοινού.

3. Trump International Hotel & Tower (Σικάγο, 2009)

Η εφαρμογή της «διαχείρισης κρίσεων μέσω χρέους» και της σύγκρουσης με τις τράπεζες.

Αυτός ο εντυπωσιακός ουρανοξύστης στο Σικάγο ολοκληρώθηκε ακριβώς πάνω στην παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008, αποτελώντας το τέλειο παράδειγμα του πώς το «μεγάλο χρέος» γίνεται όπλο του δανειζόμενου.

Πώς εφαρμόστηκε η λογική:

Η επίθεση ως άμυνα: Όταν η αγορά κατέρρευσε και ο Τραμπ έπρεπε να αποπληρώσει ένα δάνειο ύψους 400 εκατομμυρίων δολαρίων στην Deutsche Bank, αντί να ζητήσει απλώς παράταση μήνυσε την τράπεζα.

Η ανωτέρα βία (Force Majeure): Υποστήριξε δικαστικά ότι η οικονομική κρίση του 2008 ήταν μια «πράξη του Θεού» (ανωτέρα βία) και επομένως δεν ευθυνόταν ο ίδιος για την αδυναμία πληρωμής. Η κίνηση αυτή ανάγκασε την τράπεζα να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και τελικά να αναδιαρθρώσει το δάνειο με ευνοϊκούς όρους, αποδεικνύοντας τη θεωρία ότι οι τράπεζες δεν θέλουν να χρεοκοπήσουν τους πολύ μεγάλους πελάτες τους γιατί θα χάσουν τα λεφτά τους.

Σύνοψη των τακτικών κινήσεων στην πράξη

Αν απομονώσουμε τις κινήσεις του σε αυτά τα projects, βλέπουμε ένα κοινό μοτίβο:

1. Αγοράζεις την τοποθεσία (πάντα κεντρικά σημεία).

2. Μεγιστοποιείς το αφήγημα (χρυσός, extra όροφοι, luxury branding).

3. Μεταφέρεις το ρίσκο στις τράπεζες ή στους αγοραστές (μέσω προπωλήσεων).

4. Χρησιμοποιείς το μέγεθος του έργου για να πιέσεις το σύστημα (δήμους ή πιστωτές) αν τα πράγματα πάνε στραβά.

Πώς αυτή η λογική μεταφέρθηκε αυτούσια στην πολιτική του ρητορική;

Η μεταφορά της κτηματομεσιτικής λογικής στην πολιτική ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα φαινόμενα της σύγχρονης πολιτικής επικοινωνίας. Ουσιαστικά, ο Τραμπ δεν άλλαξε επάγγελμα, εφάρμοσε τους κανόνες του Real Estate και του μάρκετινγκ των ουρανοξυστών στη διακυβέρνηση μιας χώρας, αντιμετωπίζοντας τις διεθνείς σχέσεις, τους αντιπάλους και τους ψηφοφόρους με τους ίδιους όρους που αντιμετώπιζε τους αγοραστές, τους εργολάβους και τις τράπεζες.

Οι κεντρικοί πυλώνες αυτής της μεταφοράς περιλαμβάνουν

1. Το Brand ως Πολιτική Ιδεολογία (MAGA):

Στο real estate, η αξία κρυβόταν στο όνομα "Trump" και όχι στα υλικά. Στην πολιτική, η λογική αυτή γέννησε το κίνημα MAGA (Make America Great Again).

Το brand ως ταυτότητα: Όπως ακριβώς πουλούσε ένα διαμέρισμα επειδή είχε τη χρυσή ταμπέλα "Trump Tower", έτσι ακριβώς πουλάει και μια πολιτική ιδέα βασισμένη σε ένα ισχυρό, απλό και εύκολα αναγνωρίσιμο σλόγκαν.

Merchandising: Τα κόκκινα καπέλα, οι σημαίες και τα T-shirts αντιμετωπίζονται με όρους εμπορικού branding. Η πολιτική υποστηρίζεται μέσω της κατανάλωσης του brand, ακριβώς όπως η διαμονή σε ένα Trump Hotel αποτελούσε δήλωση status.

2. Η «Τέχνη της Υπερβολής» ως Πολιτικό Αφήγημα (Truthful Hyperbole)

Στο βιβλίο του The Art of the Deal, περιγράφει την «αθώα υπερβολή» ως ένα εξαιρετικό εργαλείο προώθησης. Στην πολιτική, αυτή η τακτική μεταφράστηκε σε μια ρητορική των ακραίων υπερθετικών βαθμών.

Το «μεγαλύτερο» και το «καλύτερο»: Στις ομιλίες του, οι συγκεντρώσεις του είναι πάντα «οι μεγαλύτερες στην ιστορία», η οικονομία επί των ημερών του «η καλύτερη που υπήρξε ποτέ» και οι αντίπαλοί του «οι χειρότεροι όλων των εποχών».

Η υποκειμενικότητα της πραγματικότητας: Όπως η αξία ενός ακινήτου καθορίζεται από το πόσο καλά μπορείς να το πλασάρεις, έτσι και τα πολιτικά γεγονότα αναδιαμορφώνονται μέσω του αφηγήματος, ανεξάρτητα από τα αντικειμενικά στατιστικά στοιχεία.

3. Η Πολιτική ως Συναλλαγή (Transactional Politics)

Για έναν developer, δεν υπάρχουν μόνιμοι φίλοι ή ιδεολογίες, υπάρχουν μόνο deals (συμφωνίες). Ο Τραμπ μετέφερε αυτή την ψυχρή, επιχειρηματική λογική στην εξωτερική και εσωτερική πολιτική.

Διεθνείς σχέσεις ως real estate: Αντιμετώπισε παραδοσιακές συμμαχίες, όπως το ΝΑΤΟ, με όρους ενοικιαστή-ιδιοκτήτη, δηλώνοντας ανοιχτά ότι οι σύμμαχοι «πρέπει να πληρώσουν το μερίδιό τους» για την προστασία που τους παρέχεται.

Παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος (Zero-Sum Game): Στη λογική του, για να κερδίσει η Αμερική (ή ο ίδιος), πρέπει κάποιος άλλος να χάσει (π.χ. η Κίνα ή το Μεξικό στους δασμούς). Δεν υπάρχει αμοιβαίο όφελος, υπάρχει μόνο ο «νικητής» και ο «χαμένος» μιας διαπραγμάτευσης.

4. Το Τείχος στα Σύνορα ως το Απόλυτο "Mega-Project":

Η πιο ξεκάθαρη μεταφορά της κτηματομεσιτικής λογικής στην πολιτική ήταν η υπόσχεση για την κατασκευή του Τείχους στα σύνορα με το Μεξικό.

Η λύση μέσω της υποδομής: Ένας developer λύνει τα προβλήματα χτίζοντας. Αντί για μια περίπλοκη γεωπολιτική ή κοινωνική προσέγγιση του μεταναστευτικού, ο Τραμπ πρότεινε ένα φυσικό κτίσμα.

Η μεταφορά του κόστους (OPM): Η περίφημη ατάκα «Θα χτίσουμε το τείχος και θα πληρώσει το Μεξικό γι’ αυτό» είναι η απόλυτη πολιτική μετάφραση της στρατηγικής "Other People's Money". Όπως έπειθε τις τράπεζες να χρηματοδοτήσουν τα κτίριά του, έτσι ισχυρίστηκε ότι θα έπειθε μια ξένη χώρα να χρηματοδοτήσει το πολιτικό του project.

5. Η Επίθεση ως η Μόνη Άμυνα

Όπως ακριβώς μήνυσε την Deutsche Bank εν μέσω κρίσης για να κερδίσει χρόνο και πλεονέκτημα, έτσι λειτουργεί και απέναντι στους πολιτικούς ή δικαστικούς του αντιπάλους.

Αντεπίθεση(Counter-punching): Η ρητορική του βασίζεται στην αρχή ότι αν σε κατηγορήσουν για κάτι, δεν απολογείσαι ποτέ. Αντίθετα, επιτίθεσαι με διπλάσια ένταση, αμφισβητείς την εγκυρότητα του θεσμού που σε κατηγορεί (π.χ. «Fake News», «διεφθαρμένο δικαστικό σύστημα») και μετατρέπεις τη δικαστική ή πολιτική μάχη σε ένα επικοινωνιακό σόου όπου εσύ κρατάς τα ηνία.

Συμπέρασμα: Ο Ντόναλντ Τραμπ κατάφερε να εκλεγεί και να κυβερνήσει χρησιμοποιώντας το ίδιο ακριβώς «εγχειρίδιο» που τον έκανε διάσημο στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του 1980. Αντιμετώπισε τις ΗΠΑ ως ένα τεράστιο, premium ακίνητο που χρειαζόταν έναν σκληρό διαπραγματευτή για να το ανακαινίσει και να αυξήσει την αξία του στην παγκόσμια αγορά.

Η μεταφορά της κτηματομεσιτικής λογικής του Ντόναλντ Τραμπ στην περίπτωση του πολέμου στην Ουκρανία δεν αποτελεί πλέον θεωρία, αλλά την επίσημη διπλωματική του στρατηγική. Σε αναλύσεις διεθνών μέσων (όπως το Foreign Affairs και η Wall Street Journal), η προσέγγισή του περιγράφεται κυριολεκτικά ως μια «κτηματομεσιτική συναλλαγή μεταμφιεσμένη σε γεωπολιτική στρατηγική».

Αυτή η επιχειρηματική νοοτροπία εφαρμόζεται στην Ουκρανία μέσα από συγκεκριμένες τακτικές:

1. Η επιλογή των «Μεσιτών» αντί για Διπλωμάτες:

Η πιο τρανταχτή απόδειξη αυτής της λογικής είναι τα πρόσωπα που επέλεξε ο Τραμπ για να ηγηθούν των ειρηνευτικών συνομιλιών. Αντί για έμπειρους διπλωμάτες καριέρας ή διεθνολόγους, έστειλε στο Κρεμλίνο και στις διαπραγματεύσεις τον Στιβ Γουίτκοφ, έναν δισεκατομμυριούχο developer ακινήτων από τη Νέα Υόρκη και προσωπικό του φίλο, ο οποίος συνέταξε το αρχικό προσχέδιο ειρήνης (το λεγόμενο σχέδιο 28 σημείων). Η λογική είναι απλή: «Αν θες να κλείσεις ένα deal, στέλνεις έναν άνθρωπο της αγοράς, όχι της γραφειοκρατίας».

2. Η πάτρια γη ως «Οικόπεδο προς Διαπραγμάτευση» (Territorial Cession)

Για έναν developer, η πάτρια γη δεν έχει εθνική κυριαρχία ή ιστορική μνήμη, είναι τετραγωνικά μέτρα, τοποθεσία και «assets».

«Καλύτερα να κλείσεις deal τώρα»: Σε δηλώσεις του, ο Τραμπ αντιμετωπίζει τα εδάφη της ανατολικής Ουκρανίας με όρους αγοράς, αναφέροντας ότι «κάποια από αυτά τα εδάφη έχουν ήδη χαθεί, κάποια είναι προς διεκδίκηση», οπότε «είναι προτιμότερο να κλείσεις μια συμφωνία τώρα».

Η λογική της απομείωσης: Στα προσχέδια που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, η Ουκρανία πιέζεται να παραχωρήσει εδάφη στη Ρωσία (Κριμαία, Ντονμπάς). Στην «τραμπική λογιστική», αυτό παρουσιάζεται ως το αναγκαίο τίμημα (reparations) που πρέπει να πληρώσει ο «ενοικιαστής» (Ουκρανία) για να σταματήσει η καταστροφή του υπόλοιπου «κτιρίου».

3. Η ειρήνη μέσω επιχειρηματικών deals ("Make Money, Not War"):

Η Ουάσιγκτον προωθεί τη λογική του «Ειρήνη μέσω επιχειρήσεων» («Peace through business»). Η στρατηγική του Τραμπ βασίζεται στην ιδέα ότι μπορεί να δελεάσει τη Μόσχα και να ικανοποιήσει την αμερικανική πλευρά συνδέοντας την κατάπαυση του πυρός με τεράστιες οικονομικές συμφωνίες.

Εκμετάλλευση πόρων: Το σχέδιο περιλαμβάνει προτάσεις για τη συμμετοχή αμερικανικών εταιρειών και επενδυτών (στους οποίους περιλαμβάνονται πρόσωπα με στενούς δεσμούς με την οικογένεια Τραμπ) σε έργα ενέργειας, αγωγών, εξόρυξης ορυκτών στην Αρκτική, ακόμη και στη διαχείριση παγωμένων ρωσικών κεφαλαίων.

• Αντάλλαγμα για τη βοήθεια: Η τραμπική λογική απαιτεί από το Κίεβο να παραχωρήσει στις ΗΠΑ πρόσβαση σε ουκρανικά κοιτάσματα πετρελαίου και ορυκτών ως «ξεπλήρωμα» (payback) για την πολεμική βοήθεια που έλαβε.

4. Η Συναλλακτική Διαχείριση των Συμμάχων

Η στάση του Τραμπ απέναντι στον Βολοντίμιρ Ζελένσκι θυμίζει τη σχέση ενός σκληρού ιδιοκτήτη με έναν πελάτη που «δεν φέρνει αποτελέσματα».

Πίεση για αλλαγή ηγεσίας: Ο Τραμπ έφτασε στο σημείο να δηλώσει δημόσια ότι «είναι καιρός η Ουκρανία να αποκτήσει νέο πρόεδρο», κατηγορώντας τον Ζελένσκι ότι «δεν ξέρει να κλείνει deals».

Η προτεραιότητα του αμερικανικού κόστους: Όταν οι ουκρανικές επιθέσεις με drones σε ρωσικά διυλιστήρια επηρέασαν τις παγκόσμιες τιμές των καυσίμων, ο Τραμπ απαίτησε να σταματήσουν, διότι αύξαναν τις τιμές του ντίζελ στις ΗΠΑ ενόψει των ενδιάμεσων αμερικανικών εκλογών. Προχώρησε μάλιστα σε μια αιφνιδιαστική εμπορική συμφωνία με τον Πούτιν για την εισαγωγή ρωσικού ντίζελ (αναστέλλοντας τις σχετικές κυρώσεις), με τον Ζελένσκι να διαμαρτύρεται έντονα ότι οι ειρηνευτικές συνομιλίες στο Μαϊάμι χρησιμοποιήθηκαν απλώς ως «προπέτασμα καπνού» για να κλειστεί ένα αμερικανορωσικό ενεργειακό deal.

Το Γεωπολιτικό Ρίσκο της Μεθόδου:

Οι επικριτές αυτής της προσέγγισης, τόσο στην Ευρώπη όσο και στο εσωτερικό των ΗΠΑ, επισημαίνουν το θεμελιώδες λάθος της: Ένας πόλεμος φθοράς και εθνικής επιβίωσης δεν είναι μια εμπορική διαφωνία για ένα οικόπεδο.

Η προσπάθεια να επιλυθεί η ρωσική εισβολή με όρους «αγοραπωλησίας» και εκβιαστικών διαπραγματεύσεων κινδυνεύει να αφήσει την Ουκρανία γεωγραφικά εκτεθειμένη, τη Ρωσία γεωπολιτικά ενισχυμένη και την Ευρώπη βαθιά διχασμένη, καθώς οι παραδοσιακές εγγυήσεις ασφαλείας αντικαθίστανται από επιχειρηματικά συμβόλαια.

Καίρια τα ερωτήματα που εγείρονται και ζητούν την απάντησή τους:

Υπό αυτές τις συνθήκες, έχει τη δυνατότητα η Ουκρανία να διατηρήσει ζωντανή την εθνολογική διάσταση της σύγκρουσης με τη Ρωσία και να αποτρέψει τον  εκχυδαϊσμό που απορρέει από τυχόν επιβολή και επικράτηση μιας κτηματομεσιτικής συναλλαγής;

Μπορεί να επιφυλάξει η Ουκρανία μία οδυνηρή έκπληξη τόσο στην ρωσική επιβουλή όσο και στην αμερικανική κτηματομεσιτική λογική ή είναι καταδικασμένη να ζήσει μέσα στη μοναξιά, εγκαταλειμμένη σταδιακά από κάθε δυτική συμπαράσταση;

28 Οκτωβρίου 2026

Η στρατηγική της Ουάσιγκτον για το φυσικό αέριο παρερμηνεύει το Κρεμλίνο ακόμη μια φορά. Κι ενώ το Κίεβο θα ήταν ικανοποιημένο με την επανέναρξη της διαμετακόμισης ρωσικού φυσικού αερίου προς την ΕΕ μέσω ουκρανικών αγωγών ως μέρος μιας συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός, η Μόσχα δεν φαίνεται διατεθειμένη να ανταλλάξει τους πολεμικούς της στόχους γι’ αυτό.

Στις 17 Οκτωβρίου, οι New York Times ανέφεραν ότι οι απεσταλμένοι του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο Στιβ Γουίτκοφ και ο Τζάρετ Κούσνερ, προέτρεψαν το Κίεβο και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να εξετάσουν το ενδεχόμενο επανέναρξης της ροής ρωσικού φυσικού αερίου μέσω του εκτεταμένου δικτύου αγωγών της Ουκρανίας, ως μέρος μιας ειρηνευτικής συμφωνίας. Η λογική πίσω από την πρόταση είναι απλή: δεδομένου ότι τόσο η Μόσχα όσο και το Κίεβο θα αποκομίσουν εμπορικά οφέλη, μια τέτοια συνεργασία θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για κατάπαυση του πυρός. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, Αμερικανοί και Ρώσοι εκπρόσωποι συζήτησαν επίσης την επανέναρξη της λειτουργίας του τμήματος του αγωγού «Nord Stream 2» που έχει διασωθεί κάτω από τη Βαλτική Θάλασσα —κάτι που αρνείται ο Λευκός Οίκος. Η ιδέα για το φυσικό αέριο ακολουθεί ένα άλλο κίνητρο που τέθηκε στο τραπέζι των συνομιλιών στο Μαϊάμι νωρίτερα αυτό το μήνα: μια πρόταση των ΗΠΑ να ξεπαγώσουν μέρος των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής κεντρικής τράπεζας και να τα θέσουν υπό τον έλεγχο της Ουάσιγκτον, την οποία απέρριψαν οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι.

Πρόκειται για μια λογική συμφωνία ή για ένα «δηλητηριασμένο ποτήρι»; Η απάντηση εξαρτάται πολύ λιγότερο από το Κίεβο παρά από τη Μόσχα.

Το Κίεβο δεν αποτελεί εμπόδιο

Εάν μια οικονομική ρύθμιση αυτού του είδους μπορούσε να οδηγήσει σε κατάπαυση του πυρός, το Κίεβο κατά πάσα πιθανότητα θα συμφωνούσε να επαναλάβει τη διαμετακόμιση ρωσικού φυσικού αερίου μέσω της επικράτειάς του — και ίσως να μην είχε αντίρρηση ούτε για την επανέναρξη της ροής φυσικού αερίου μέσω της Βαλτικής Θάλασσας. Από τις αρχές του 2025, ο Πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει επανειλημμένα υποστηρίξει τόσο μια ολοκληρωτική κατάπαυση του πυρός όσο και μερική αναστολή των επιθέσεων κατά ενεργειακών υποδομών και των εχθροπραξιών στη Μαύρη Θάλασσα. Στις 11 Μαρτίου 2025, στη Τζέντα, η Ουκρανία αποδέχτηκε μια πρόταση των ΗΠΑ για άμεση εκεχειρία τριάντα ημερών. Η Ρωσία δεν την αποδέχτηκε. Τον Ιούνιο του 2026, ο Ζελένσκι δήλωσε ότι η παγίωση της τρέχουσας γραμμής του μετώπου στην ανατολική και νότια Ουκρανία ήταν «ο ταχύτερος τρόπος» για να σταματήσει ο πόλεμος.

Τα τελευταία δύο χρόνια, το ενδιαφέρον της Ουκρανίας για τον τερματισμό των εχθροπραξιών έχει ενισχυθεί τόσο πολύ, ώστε το Κίεβο να έχει εγκαταλείψει τους όρους του για πλήρη ή μερική εκεχειρία. Θα αποδεχόταν την τρέχουσα πορεία της γραμμής του μετώπου ως γραμμή επαφής της εκεχειρίας και πιθανότατα θα ανεχόταν μια νέα μορφή οικονομικής συνεργασίας με τη Ρωσία στον τομέα της μεταφοράς φυσικού αερίου. Τα ρωσικά τέλη διαμετακόμισης προς την Ουκρανία θα ήταν ευπρόσδεκτα, αλλά έχουν δευτερεύουσα σημασία. Στο πλαίσιο της σύμβασης διαμετακόμισης για την περίοδο 2019–2024, η Naftogaz κατέγραψε έσοδα άνω του 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων από τη ρήτρα «ship-or-pay» – ένα σημαντικό ποσό, αλλά μέτριο σε σύγκριση με το κόστος της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης της Ουκρανίας και τη δημοσιονομική στήριξη από τη Δύση στην οποία βασίζεται επί του παρόντος.

Πράγματι, το Κίεβο επέτρεψε τη διαμετακόμιση ρωσικού φυσικού αερίου ακόμη και σε καιρό πολέμου. Όχι μόνο μετά την πρώτη εισβολή της Μόσχας στην Ουκρανία το 2014, αλλά και μετά την έναρξη της πλήρους εισβολής στις 24 Φεβρουαρίου 2022, το ρωσικό φυσικό αέριο συνέχισε να ρέει μέσω των ουκρανικών αγωγών προς την ΕΕ και τη Μολδαβία μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2025 – περίπου 15–16 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα μόνο το 2024. Η Ουκρανία, που είχε πληγεί οικονομικά, χρειαζόταν τα έσοδα, και η διακοπή της διαμετακόμισης δεν θα είχε κάνει τίποτα περισσότερο από το να εκτρέψει τις ρωσικές εξαγωγές προς άλλες διαδρομές, όπως το TurkStream μέσω της Μαύρης Θάλασσας και της Τουρκίας.

Δεν ήταν ο πόλεμος καθεαυτός που έθεσε τέλος στη διαμετακόμιση σχεδόν τρία χρόνια μετά την έναρξη της πλήρους εισβολής, αλλά οι συνέπειες του πολέμου σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες. Αυτοί περιλάμβαναν τη λήξη της τελευταίας πενταετούς σύμβασης διαμετακόμισης, διαφωνίες σχετικά με τις υποχρεώσεις «ship-or-pay» της Gazprom, την επιμονή του Κιέβου ότι οποιοδήποτε φυσικό αέριο πρέπει να είναι ουσιαστικά μη ρωσικής προέλευσης και όχι απλώς μετονομασμένο, καθώς και την ίδια την πολιτική σταδιακής κατάργησης της ΕΕ, η οποία υιοθετήθηκε ως απάντηση στην κλιμακούμενη επιθετικότητα της Ρωσίας. Εάν η Ουκρανία επέτρεπε τη διαμετακόμιση ρωσικού φυσικού αερίου κατά τη διάρκεια ενός πλήρους πολέμου, είναι πιθανό να το πράξει και υπό συνθήκες εκεχειρίας.

Γιατί η Μόσχα δεν θα δεχτεί

Καταρχήν, η συμφωνία που πρότειναν οι Κούσνερ και Γουίτκοφ θα έπρεπε να είναι ακόμη πιο επικερδής για τη Μόσχα παρά για το Κίεβο. Οι γρήγορες, μεγάλης κλίμακας και σχετικά φθηνές εξαγωγές μέσω αγωγών προς τα δυτικά θα έφερναν φρέσκα χρήματα στον πιεσμένο προϋπολογισμό της Ρωσίας. Τα έσοδα της Ρωσίας από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο μειώθηκαν κατά 23,8%ό το 2025, φτάνοντας τα 8,48 τρισεκατομμύρια ρούβλια =ένα ιστορικά χαμηλό ποσοστό, κάτω του 23% των ομοσπονδιακών εσόδων και το χαμηλότερο επίπεδο από το 2020– ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα έφτασε τα 5,6 τρισεκατομμύρια ρούβλια. Η πτώση συνεχίστηκε το 2026, με τα έσοδα από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο να σημειώνουν περαιτέρω μείωση κατά 17,2% σε ετήσια βάση κατά τους πρώτους εννέα μήνες. Μόνο η διακοπή της διαμετακόμισης μέσω της Ουκρανίας κόστισε στη Gazprom περίπου το 16% του προγραμματισμένου όγκου εξαγωγών της για το 2025, αξίας έως και 4,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως.

Παρ’ όλα αυτά, η αμερικανική ιδέα είναι ως τέτοια μάταιη, διότι παρερμηνεύει τη στρατηγική, την ιδεολογία και την εσωτερική λογική του καθεστώτος του Βλαντιμίρ Πούτιν. Η συμπεριφορά της Ρωσίας στην Ουκρανία καθοδηγείται από ιστορικούς μύθους, πολιτική δυσαρέσκεια, πανρωσικό υπερεθνικισμό και φαντασιώσεις περί καθεστώτος μεγάλης δύναμης και εδαφικής επέκτασης. Το οικονομικό συμφέρον αποτελεί μόνο ένα μέρος της εικόνας. Ο Πούτιν, επομένως, είναι πιθανό να απορρίψει την πρόταση ως βάση για ειρήνη. Για τον ίδιο, μια συμφωνία για το φυσικό αέριο θα ήταν, το πολύ, το κερασάκι στην τούρτα της μερικής –ή, ακόμα καλύτερα, της πλήρους– συνθηκολόγησης της Ουκρανίας.

Το πρόσφατο ιστορικό της Ρωσίας το αποδεικνύει αυτό. Οι ρωσικές εξαγωγές φυσικού αερίου προς την ΕΕ μέσω του Nord Stream δεν σταμάτησαν το 2022 λόγω επίθεσης της Ουκρανίας στους υποθαλάσσιους αγωγούς, όπως συχνά υποστηρίζεται. Η ίδια η Μόσχα είχε διακόψει τις προμήθειες εβδομάδες νωρίτερα, στα τέλη Αυγούστου του 2022, θυσιάζοντας τον μεγαλύτερο πελάτη της για να αποκτήσει πολιτικό πλεονέκτημα. Όταν οι αχρησιμοποίητοι αγωγοί ανατινάχθηκαν στις 26 Σεπτεμβρίου 2022 –μια πράξη που οι Γερμανοί εισαγγελείς αποδίδουν σε μια ουκρανική ομάδα ο φερόμενος ως ηγέτης της οποίας παραπέμφθηκε σε δίκη στο Αμβούργο στις 14 Οκτωβρίου 2026– ένας από τους τέσσερις αγωγούς παρέμεινε άθικτος.

Ο Πούτιν προσφέρθηκε να διοχετεύσει φυσικό αέριο μέσω αυτού· το Βερολίνο αρνήθηκε. Αυτό που πρόσφερε το Κρεμλίνο ήταν μια συμφωνία που θα βοηθούσε τη Ρωσία να χρηματοδοτήσει τον πόλεμό της, όχι μια αλλαγή πορείας. Η Μόσχα προτίμησε να παραιτηθεί από το μεγαλύτερο μέρος της πιο κερδοφόρας εξαγωγικής της αγοράς παρά να μετριάσει τους στόχους της στην Ουκρανία. Για το Κρεμλίνο, βεβαίως, περισσότερα έσοδα από το ευρωπαϊκό εμπόριο ενέργειας θα ήταν ευπρόσδεκτα. Όμως, συνολικά, αποτελεί δευτερεύον ζήτημα για τη ρεβανσιστική ρωσική ηγεσία.

Εν τω μεταξύ, έχει προκύψει ένα πολύ πρακτικό εμπόδιο για την επαναλειτουργία τόσο του αγωγού «Nord Stream 2» που επέζησε όσο και οποιασδήποτε άλλης διαδρομής για το ρωσικό φυσικό αέριο προς την ΕΕ. Στις 26 Ιανουαρίου 2026, το Συμβούλιο της ΕΕ ενέκρινε επίσημα έναν κανονισμό που καταργεί σταδιακά όλες τις εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου: το ρωσικό υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) θα απαγορευτεί πλήρως από τις αρχές του 2027, και το φυσικό αέριο μέσω αγωγών από το φθινόπωρο του 2027. Η επανέναρξη της διαμετακόμισης θα απαιτούσε, επομένως, μια θεμελιώδη αναθεώρηση της ισχύουσας νομοθεσίας της ΕΕ.

Ήττα, όχι συμφωνίες

Η ιδέα της ειρήνης στην Ανατολική Ευρώπη μέσω ανανεωμένης ενεργειακής συνεργασίας είναι αφελής και βασίζεται σε λανθασμένες υποθέσεις. Βεβαίως, η Ουκρανία δεν αποτελεί εμπόδιο.

Το Κίεβο θα δεχόταν πιθανότατα την επανέναρξη της διαμετακόμισης ρωσικού φυσικού αερίου μέσω της επικράτειάς του ως μέρος μιας πραγματικής εκεχειρίας, ακριβώς όπως επέτρεψε τη διαμετακόμιση κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης του ρωσο-ουκρανικού πολέμου από το 2014 έως το 2021 και κατά τη διάρκεια των πρώτων τριών ετών της πλήρους εισβολής από το 2022 έως το τέλος του 2024.

Ωστόσο, για να δανειστούμε μια αγαπημένη φράση του Κρεμλίνου, η «βασική αιτία» της ανασφάλειας στην Ανατολική Ευρώπη δεν είναι οικονομική. Είναι ο εγγενής ιμπεριαλισμός της Ρωσίας, ο επεκτατικός ζήλος και η δηλητηριώδης ουκρανοφοβία. Ενάντια σε τέτοιες τάσεις, ακόμη και οι πιο κερδοφόρες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες είναι άχρηστες. Το δίδαγμα τόσο της τσαρικής όσο και της σοβιετικής ιστορίας είναι ότι αυτό που ψύχει τον εξωτερικό τυχοδιωκτισμό της Μόσχας και στρέφει την προσοχή της Ρωσίας προς τα ενδότερα είναι η ήττα στο πεδίο της μάχης και όχι η διπλωματική νίκη, καθώς και οι οικονομικές δυσκολίες και όχι η εμπορική επιτυχία.

Τα πιο διαρκή αποτελέσματα προκύπτουν όταν η στρατιωτική αποτυχία και η οικονομική κρίση συμπίπτουν. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η Σοβιετική Ένωση αποσύρθηκε από το Αφγανιστάν, έχασε τον Ψυχρό Πόλεμο και βυθίστηκε σε μια βαθιά κοινωνικοοικονομική κρίση. Η σοβιετική αυτοκρατορία διαλύθηκε, και το ρωσικό κράτος που αναδύθηκε έγινε, για ένα διάστημα, μια πρωτο-δημοκρατία με σχετικά συγκρατημένες εξωτερικές φιλοδοξίες. Κάτι παρόμοιο θα έπρεπε να συμβεί σήμερα για να τερματιστεί η τρέχουσα εξωτερική περιπέτεια της Ρωσίας.

Στην καλύτερη περίπτωση, το ελάττωμα στην προσέγγιση των Κούσνερ και Γουίτκοφ αφορά τη σειρά των ενεργειών. Προτεινόμενο πριν από μια εκεχειρία, το ανανεωμένο εμπόριο φυσικού αερίου ισοδυναμεί με ελάφρυνση των κυρώσεων που επιβραβεύει την επιθετικότητα· δεν μπορεί να αγοράσει αυτό που η Μόσχα δεν θέλει να πουλήσει. Η Γερμανία έχει ήδη δοκιμάσει αυτή τη στρατηγική με την αποτυχημένη πολιτική της Wandel durch Handel, ή «αλλαγή μέσω του εμπορίου», και πάνω απ’ όλα με τα δύο έργα Nord Stream – τα οποία συνέβαλαν στην ενθάρρυνση του Κρεμλίνου πριν από τις κλιμακώσεις του 2014 και του 2022.

Αν η ενεργειακή συνεργασία πρόκειται να διαδραματίσει κάποιο ρόλο σε μια διευθέτηση, θα πρέπει να έρθει μετά, και όχι πριν, από μια επαληθευμένη και διαρκή εκεχειρία που θα υποστηρίζεται από αξιόπιστες εγγυήσεις ασφάλειας για την Ουκρανία. Το ρωσικό φυσικό αέριο που ρέει μέσω της Ουκρανίας και κάτω από τη Βαλτική Θάλασσα θα μπορούσε να συμβάλει στην εδραίωση της ειρήνης. Δεν μπορεί όμως να τη δημιουργήσει.

 

Το παρόν άρθρο βασίζεται σε ένα Σχόλιο του EPIK.

μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής

25 Οκτωβρίου 2026

Ένα χρόνο μετά τη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Βλαντίμιρ Πούτιν στην Αλάσκα, το «Πνεύμα του Άνκορατζ» έχει επιβιώσει όχι ως ειρηνευτικό σχέδιο, αλλά ως μέθοδος προσωπικών διπλωματικών διαπραγματεύσεων και διπλής πίεσης, με στόχο την επίτευξη μιας συμφωνίας που ο Τραμπ θα μπορεί να παρουσιάσει ως δική του, ανεξάρτητα από τις μετέπειτα εξελίξεις.

Στις 15 Αυγούστου 2025, ο Ρώσος πρόεδρος, ο οποίος τότε ήταν ήδη καταζητούμενος από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και απομονωμένος από το μεγαλύτερο μέρος της Δύσης, πάτησε σε αμερικανικό έδαφος, έλαβε υποδοχή με κόκκινο χαλί και στάθηκε δίπλα στον πρόεδρο των ΗΠΑ ως ίσος προς ίσο. Η Ουκρανία απουσίαζε. Η υποστήριξη του Κιέβου φαινόταν δαπανηρή· η διαπραγμάτευση με τη Μόσχα παρουσιάστηκε ως πιο πρακτική. Η σύνοδος κορυφής δεν οδήγησε ούτε σε κατάπαυση του πυρός ούτε σε ειρηνευτική συμφωνία, ωστόσο ο Πούτιν αποκαταστάθηκε δημοσίως χωρίς να κάνει καμία παραχώρηση.

Ένα χρόνο αργότερα, η Ρωσία έχει μετατρέψει τη σύνοδο κορυφής σε δικό της προϊόν. Έχει κατατεθεί μάλιστα αίτηση για κατοχύρωση εμπορικού σήματος για ένα άρωμα με την ονομασία «Spirit of Anchorage», η ονομασία που προτιμά το Κρεμλίνο για τη συνεννόηση που, όπως ισχυρίζεται, πέτυχαν ο Τραμπ και ο Πούτιν στην Αλάσκα. Ωστόσο, δεν υπήρχε καμία συμφωνία να εμφιαλωθεί, καμία ειρήνη να τιμηθεί και καμία στρατηγική πρόοδος να διαφυλαχθεί – μόνο μια ατμόσφαιρα. Καθώς η ουσία εξατμίστηκε, η Ρωσία κράτησε το άρωμα.

Το ερώτημα τώρα δεν είναι αν ο Τραμπ έχει στραφεί από τον Πούτιν στον Ζελένσκι. Δεν το έχει κάνει. Το ερώτημα είναι τι μπορεί να προσφέρει η κάθε πλευρά σε έναν πρόεδρο που θέλει να μετατρέψει την εξωτερική πολιτική σε μια συναλλαγή που μπορεί και πρέπει να κλείσει. Η Μόσχα προσφέρει πρόσβαση σε ενέργεια και γεωπολιτικές ευκαιρίες. Το Κίεβο προσφέρει τεχνολογία δοκιμασμένη σε μάχες και βιομηχανική τεχνογνωσία. Και τα δύο μπορεί να είναι χρήσιμα για τον Τραμπ· ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις, η χρησιμότητα δεν πρέπει να συγχέεται με τη δέσμευση.

Πριν συναντήσει τον Πούτιν, ο Τραμπ είχε ήδη πλαισιώσει τις σχέσεις ΗΠΑ-Ουκρανίας με εμπορικούς όρους. Νωρίτερα το 2025, πίεσε το Κίεβο να υπογράψει μια συμφωνία για ορυκτά που θα έδινε στις Ηνωμένες Πολιτείες απτή ανταπόδοση για τη στήριξη που παρείχαν στην Ουκρανία. Στην Ουκρανία, η πρόταση προκάλεσε φόβους ότι η χώρα θα αντιμετωπιζόταν και πάλι κυρίως ως προμηθευτής πρώτων υλών και όχι ως συμμετέχων σε αλυσίδες παραγωγής υψηλότερης αξίας.

Η αναδυόμενη αμυντική συνεργασία ακολουθεί την ίδια λογική, αλλά αλλάζει πλέον το τι μπορεί να προσφέρει η Ουκρανία. Το Κίεβο διαθέτει συστήματα δοκιμασμένα σε μάχες, δεδομένα από το πεδίο της μάχης και έναν κύκλο καινοτομίας που διαμορφώνεται από τη συνεχή προσαρμογή στα ρωσικά αντίμετρα – δυνατότητες που οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαθέτουν ακόμη με συγκρίσιμη ταχύτητα ή κλίμακα.

Οι δύο χώρες προωθούν σχέδια για κοινή παραγωγή μη επανδρωμένων αεροσκαφών, συμπεριλαμβανομένου ενός εργοστασίου στις Ηνωμένες Πολιτείες που θα χρησιμοποιεί ουκρανική τεχνολογία. Έξι ουκρανικοί κατασκευαστές έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα «Drone Dominance» του Πενταγώνου, στο πλαίσιο του οποίου τα συστήματά τους θα δοκιμαστούν σύμφωνα με τις απαιτήσεις των ΗΠΑ και, για μελλοντικές παραγγελίες, θα παραχθούν μέσω αμερικανικών συνεργασιών.

Η Ουκρανία αναμένεται να κατασκευάσει μεταξύ έξι και επτά εκατομμυρίων μικρών επιθετικών drones το 2026. Μέχρι τον Φεβρουάριο του 2027, το πρόγραμμα του Πενταγώνου ύψους 1,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων θα έχει παραγγείλει λιγότερα από 200.000. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν συντριπτικά πλεονεκτήματα σε κεφάλαιο, εξαρτήματα και βιομηχανική ικανότητα, αλλά παραμένουν χρόνια πίσω από την Ουκρανία στην παραγωγή αυτής της κατηγορίας όπλων με ρυθμό πολέμου.

Η Ουάσιγκτον προσπαθεί να μετατρέψει τα διδάγματα της Ουκρανίας από το πεδίο της μάχης σε αμερικανική ικανότητα. Αυτό ενδέχεται να δημιουργήσει πρακτική αλληλεξάρτηση χωρίς να οδηγήσει σε στρατηγική ευθυγράμμιση. Η Ουκρανία μπορεί να γίνεται πιο πολύτιμη για τον Τραμπ, αλλά όχι πιο ασφαλής. Η αναδυόμενη συνεργασία παρέχει στο Κίεβο μια επιπλέον πηγή επιρροής στην Ουάσιγκτον, αφήνοντας όμως τη βασική σχέση υπό όρους: η αμερικανική υποστήριξη παραμένει συνδεδεμένη με ό,τι μπορεί να παρουσιάσει η κυβέρνηση ως συμφωνία.

Με φόντο τη βελτιωμένη συνεργασία και το αυξανόμενο κλίμα εμπιστοσύνης και ανοιχτότητας μεταξύ αμερικανικών και ουκρανικών αμυντικών εταιρειών, θα μπορούσε κανείς να αναμένει μια πιο θετική στάση όσον αφορά την υποστήριξη των ουκρανικών συμφερόντων στις διαπραγματεύσεις. Κάποιοι ίσως να περίμεναν ακόμη και τον Τραμπ να αποφασίσει να υλοποιήσει το δικό του προεκλογικό σύνθημα, «ειρήνη μέσω ισχύος», και να καταστεί ένας φιλοουκρανός και ατλαντιστής αμερικανός ηγέτης. Ωστόσο, η λογική της προεδρίας του και οι δικές του προτεραιότητες έρχονται σε αντίθεση με οποιαδήποτε «φιλο-τάδε» στάση. Ο σημερινός πρόεδρος των ΗΠΑ δεν μπορεί να έχει φιλοουκρανική ή φιλορωσική τάση – ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να είναι μόνο «φιλο-Τραμπ(ικός)» - κάποιοι μπορεί να υποστηρίξουν ότι δεν είναι πάντα ούτε καν φιλοαμερικανός.

Με αυτά τα δεδομένα, ποιος είναι ο στόχος του Τραμπ στην πολιτική του τόσο απέναντι στη Ρωσία όσο και στην Ουκρανία; Το επίμονο «άρωμα του Άνκορατζ» στο ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών οδήγησε τους ανθρώπους εκεί να πιστεύουν ότι ο Τραμπ θέλει να κερδίσει την εύνοια του Πούτιν και να ενταχθεί στον κύκλο των αυτοαποκαλούμενων «machos» της παγκόσμιας πολιτικής σκηνής. Η συμμετοχή σε αυτή τη λέσχη θα συνεπαγόταν φθηνό πετρέλαιο και την υλοποίηση του πακέτου έργων ανάπτυξης της Αρκτικής του Κιρίλ Ντμίτριεφ, αξίας 12 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Επιπλέον, αυτή η λογική ταιριάζει απόλυτα στη στρατηγική που προωθεί ο Έλμπριτζ Κόλμπι, η οποία αποσκοπεί στο να πείσει τη Ρωσία να αντιταχθεί στην Κίνα σε μια μελλοντική σύγκρουση ηγεμονιών. Ακόμη και αν η ρωσική ηγεσία δεν υποστηρίζει αυτή την ιδέα, θα την αξιοποιήσει για να στρέψει την προσοχή της Αμερικής προς τη Μόσχα.

Από την πλευρά της Ουκρανίας, η πρόσφατη ενεργή και σε μεγάλο βαθμό παραγωγική συνεργασία δημιούργησε την εντύπωση ότι οι ΗΠΑ δεν ήθελαν πλέον απλώς να «αποτρέψουν την ήττα της Ουκρανίας». Φαινόταν ότι η Ουάσιγκτον ήταν έτοιμη να επενδύσει τόσο σε τρέχοντα στρατιωτικά έργα όσο και στη μεταπολεμική ανοικοδόμηση. Έγινε σημαντική δουλειά προς την κατεύθυνση μιας συμφωνίας για τα μέταλλα σπάνιων γαιών, τη δημιουργία ενός ταμείου ανοικοδόμησης και τη συνέχιση του διαλόγου σχετικά με τη δυνατότητα αδειοδοτημένης παραγωγής πυραύλων PAC-3. Δεδομένου ότι οι Αμερικανοί δεν μπορούν να δείξουν αδυναμία έναντι της Κίνας, υπήρχε η ελπίδα ότι θα συνεχίσουν να υποστηρίζουν ενεργά τον εταίρο τους στην Ευρώπη.

Ωστόσο, η αλήθεια είναι πιο απλή, ακριβώς όπως και η ίδια η εξωτερική πολιτική του Τραμπ. Χρειάζεται απλώς μια συμφωνία. Δεν έχει πλέον μεγάλη σημασία ποιος θα βγει νικητής από τον πόλεμο και σε ποια κατάσταση. Εάν πρόκειται για μια πραγματική συμφωνία που μπορεί να υπογράψει ο Τραμπ και που φέρει το όνομά του, αυτή η συμφωνία θα εξυπηρετήσει τον Αμερικανό πρόεδρο.

Μια συμφωνία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τον Τραμπ για να διεκδικήσει για άλλη μια φορά το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης. Θα του επέτρεπε επίσης να ξεχάσει αυτό το μέρος του κόσμου – ακριβώς όπως ο Τραμπ δεν αντέδρασε στην παραβίαση της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς, ακριβώς όπως ξέχασε την επανέναρξη του πολέμου μεταξύ του Κονγκό και της Ρουάντα ή μεταξύ της Ταϊλάνδης και της Καμπότζης. Η διάρκεια μιας συνθήκης, η τήρηση των αρχών της ή η μακρά διαδικασία οικοδόμησης σχέσεων μεταξύ πρώην αντιπάλων δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παρούσα κυβέρνηση.

Ένα εφήμερο «πνεύμα του Άνκορατζ» ενδέχεται να κρύβεται στην πολιτική της διπλής πίεσης. Όπως παραδέχτηκε ο ίδιος ο Τραμπ, η συνάντηση με τον Πούτιν στην Αλάσκα δεν ήταν επιτυχής. Στη συνέχεια, δεν σημειώθηκε καμία πρόοδος σε καμία από τις διάφορες πρωτοβουλίες που πρότεινε η ρωσική πλευρά.

Η συνάντηση ενδέχεται ωστόσο να είχε ένα αποτέλεσμα – ένα ορισμένο πάγωμα των σχέσεων των ΗΠΑ με την Ουκρανία. Πριν από ένα χρόνο, το Κίεβο είχε μόλις αρχίσει να καθιερώνει κανονικές διμερείς σχέσεις με τη νέα αμερικανική κυβέρνηση. Ένα χρόνο μετά τη σύνοδο κορυφής στην Αλάσκα, εξακολουθεί να επικρατεί η ίδια ασαφής κατάσταση που επικρατούσε τότε. Αφενός, η Ρωσία αντιμετωπίζει νέες κυρώσεις, ενώ οι εταίροι της αντιμετωπίζουν νέους δασμούς και εμπορικούς περιορισμούς. Αφετέρου, η Ουκρανία ενδέχεται να μείνει χωρίς αντιβαλλιστική άμυνα κατά τη διάρκεια του πιο δύσκολου χειμώνα σε καιρό πολέμου.

Όπως και το καλοκαίρι του 2025, υπάρχει και σήμερα πίεση και στις δύο πλευρές να καταλήξουν σε συμφωνία το συντομότερο δυνατό. Δεν υπάρχει ακόμη στρατηγικό σχέδιο για την εφαρμογή μιας τέτοιας συμφωνίας. Και παραμένει ασαφές τι ακριβώς επιθυμεί να επιτύχει ο Λευκός Οίκος.

μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής

15 Αυγούστου 2026

 

Η γενική γραμμή που επικρατεί στα σχόλια του «μνημονίου κατανόησης» μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν είναι ότι οι ΗΠΑ –και μαζί τους το Ισραήλ– υπέστησαν μια ήττα στον τρέχοντα γύρο των χρόνιων αντιπαραθέσεών τους. Και κάπου ανάμεσα στις γραμμές των σχολίων διακρίνει κανείς και μια πικρόχολη ικανοποίηση για την ανικανότητα της διοίκησης Τραμπ και μια πιο ανοιχτή χαιρεκακία για την «αποτυχία» του πρωθυπουργού του Ισραήλ να «περάσει» την πολεμόχαρη πολιτική του.

Όμως αν διαβάσουμε πιο προσεκτικά το κείμενο του μνημονίου, όπως αυτό δημοσιεύτηκε, θα διαπιστώσουμε ότι αυτή η χαιρέκακη από τους επικριτές των Τραμπ και Νετανιάχου και ταυτόχρονα απαξιωτική στάση από τους θιασώτες μιας πιο σκληρής γραμμής απέναντι στο Ιράν δεν είναι δικαιολογημένη.

Το κεντρικό σημείο του μνημονίου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν είναι η δέσμευση του τελευταίου να μην αναπτύξει ή και να μην αποκτήσει πυρηνικά όπλα, να θέσει τα αποθέματα σχάσιμου υλικού που κατέχει υπό διεθνή έλεγχο και να «μειώσει» την περιεκτικότητα σε σχάσιμο ουράνιο σε επίπεδα που δεν θα επιτρέπουν τη χρήση του σε πυρηνικά όπλα.

Ένα άλλο σημαντικό σημείο της συμφωνίας είναι η αναγνώριση από το Ιράν της κυριαρχίας και των άλλων γειτονικών κρατών στα νερά του Ορμούζ και του Περσικού κόλπου και η  υποχρέωσή του να συμμετάσχει σε έναν διεθνή μηχανισμό ελέγχου της ναυσιπλοΐας.

Σε ό,τι αφορά το Ισραήλ, το Ιράν δεσμεύεται να επιβάλει στη Χεζμπολάχ τη συμμόρφωση στην κατάπαυση του πυρός, ανοίγοντας έτσι ένα παράθυρο για τον έλεγχο αυτής της οργάνωσης από το κεντρικό λιβανικό κράτος.

Σε αυτά τα σημεία θα μετρηθεί η αξιοπιστία της ιρανικής κυβέρνησης και η ισχύς της απέναντι στα SS των φρουρών της επανάστασης – που όπως φαίνεται έχουν χάσει μεγάλο μέρος της επιρροής τους, καθώς δεν κατάφεραν να συνεισφέρουν τίποτα στην προστασία των κρίσιμων υποδομών αλλά και των ανθρώπων που ήταν απαραίτητοι για τη λειτουργία του ιρανικού προγράμματος ανάπτυξης πυρηνικών όπλων.

Σε ό,τι αφορά την αποδέσμευση των κεφαλαίων του Ιράν και την άρση ενός μέρους των κυρώσεων –γιατί προφανώς η απαγόρευση εξαγωγής τεχνολογίας αιχμής στο Ιράν θα παραμείνει μακροπρόθεσμα υπό αυστηρό έλεγχο– , ας αναλογιστούμε πόσο θα κόστιζε η αναδόμηση ενός Ιράν κατεστραμμένου από έναν ολοκληρωτικό πόλεμο, με έναν πληθυσμό που θα υπέφερε από έναν πρωτοφανή λιμό –το Ιράν δεν μπορεί να θρέψει τα 90 εκατομμύρια των κατοίκων του με ίδιους πόρους[1]– και μια επίσης πρωτοφανή λειψυδρία.

Και σ’ αυτή την καταστροφή δεν υπολογίζουμε τον εσωτερικό πόλεμο που θα ξέσπαγε με τα διάφορα αυτονομιστικά κινήματα.

Ελπίζω οι έμφρονες Ιρανοί να κατάλαβαν ότι αυτή είναι η περίφημη second chance...

18 Ιουνίου 2026

David Frum: Πού βαδίζει ο κόσμος

Γιώργος Ναθαναήλ

 

Ο senior editor του Atlantic για την Αμερική του Τραμπ, την αμήχανη Ευρώπη και τις παγκόσμιες αναταράξεις. 

Συνέντευξη στον Γιώργο Ναθαναήλ

25 Μαϊος 2026

Η έκδοση Benchmarking Working Europe 2026 του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Συνδικάτων (ETUI) και της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων (ETUC) αποτελεί μία από τις πιο ολοκληρωμένες αποτιμήσεις της σημερινής κατάστασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού σχήματος. Το βασικό ερώτημα που διατρέχει το σύνολο της μελέτης είναι αν η Ευρώπη μπορεί να εξελιχθεί σε μια πραγματικά «στρατηγική» δύναμη σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από πολέμους, γεωπολιτικό ανταγωνισμό, ενεργειακές κρίσεις, τεχνολογικές μεταβολές και κλιματική αβεβαιότητα.

21 Μαϊος 2026

Γιατί η μονομερής παράδοση της περιφέρειας του Ντονέτσκ ισοδυναμεί με στρατηγική και στρατιωτική αυτοκτονία για την Ουκρανία

Δεδομένου ότι η Ρωσία καταλαμβάνει ήδη περίπου 110.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα της Ουκρανίας, η παραχώρηση περίπου 4.500 τετραγωνικών χιλιομέτρων της περιοχής του Ντονέτσκ δεν φαίνεται να αποτελεί σημαντική παραχώρηση για την ειρήνη. Ωστόσο, το αν θα αποσυρθεί από το Ντονέτσκ είναι ένα θεμελιώδες ζήτημα, με δυνητικά εκτεταμένες συνέπειες για το μέλλον της Ουκρανίας.

28 Απριλίου 2026

Ιράν: Ο Ρούσντι θα στήριζε την επέμβαση

Τριαντάφυλλος Καρατράντος

Στις 14 Αυγούστου 2022, η εφημερίδα Καϊχάν —η οποία ανήκε στον Αλί Χαμενεΐ και διευθύνεται από τον εκπρόσωπό του Χοσεΐν Σαριατμαντάρι— ασχολήθηκε με την επίθεση στον συγγραφέα Σαλμάν Ρούσντι, σε ένα άρθρο με τίτλο: «Ο Σαλμάν Ρούσντι παγιδευμένος στη θεϊκή εκδίκηση: ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Mάικ Πομπέο είναι οι επόμενοι στόχοι». Το άρθρο υποστήριζε ότι η επίθεση εναντίον του «αποστάτη συγγραφέα […] που προσέβαλε τον προφήτη του Ισλάμ» έπρεπε να θεωρηθεί η ιρανική απάντηση στη στοχευμένη δολοφονία του στρατηγού των Φρουρών της Επανάστασης, Κασέμ Σολεϊμανί, από την πρώτη κυβέρνηση Τραμπ, τον Ιανουάριο του 2020. Στη συνέχεια, το άρθρο διατύπωνε την εξής απειλή: «Δεν πρέπει να παραμείνουμε παθητικοί και να κάνουμε λάθος υπολογισμούς… Η απάντηση στην εχθρότητα δεν μπορεί να είναι ευσεβείς πόθοι και παθητικότητα… Η επίθεση στον Σαλμάν Ρούσντι αποδεικνύει ότι η εκδίκηση εναντίον εγκληματιών στο έδαφος των ΗΠΑ δεν είναι δύσκολη, από εδώ και πέρα ο Τραμπ και ο [πρώην υπουργός Εξωτερικών του] Πομπέο θα βρίσκονται αντιμέτωποι με ακόμη πιο σοβαρή απειλή»[1]. Ο Ρούσντι έχει πολλές φορές χαρακτηρίσει το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν εγκληματικό, χορηγό της τρομοκρατίας και διεφθαρμένο κράτος. Ζητήματα που ήρθαν ξανά στην επιφάνεια.

16 Απριλίου 2026

Ανατομία μιας επίθεσης

Γιώργος Ναθαναήλ

Ψευδολογία, προπαγάνδα και δολοφονία χαρακτήρα: Η ανάρτηση Τραμπ κατά του Πάπα Λέοντα ΙΔ΄

Στο τελευταίο τεύχος του Books Journal που κυκλοφορεί δημοσιεύεται συνέντευξη που παραχώρησε o senior  editor του σπουδαίου ιστορικού περιοδικού The Atlantic, David Frum. Σε αυτήν αναφέρεται, μεταξύ άλλων,  στην παραπληροφόρηση, την προπαγάνδα και τους τρόπους με τους οποίους ο αναγνώστης και οι θεατής μπορούν να διακρίνουν την ήρα από το στάρι, το ψέμα και την προπαγάνδα από την αλήθεια. Για να το πετύχουν είναι κρίσιμο να αναζητούν τις πηγές κάθε είδησης και να τις μαθαίνουν από οργανισμούς κύρους.

13 Απριλίου 2026

Από την έναρξη της δεύτερης θητείας του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ τον Ιανουάριο του 2025, το Κίεβο και οι εταίροι του στο πλαίσιο της Συμμαχίας των Προθύμων βρίσκονται σε όλο και πιο ταραγμένα γεωπολιτικά νερά. Οι ενέργειες του Τραμπ και της κυβέρνησής του όχι μόνο έναντι της Ουκρανίας, αλλά και άλλων χωρών σε όλο τον κόσμο –συμπεριλαμβανομένων στενών συμμάχων στο ΝΑΤΟ– έχουν δημιουργήσει ένα δύσκολο και πολυεπίπεδο διατλαντικό πεδίο δράσης.

18 Μαρτίου 2026
Σελίδα 1 από 7