Σύνδεση συνδρομητών

The Books' Journal

The Books' Journal

Το Books' Journal είναι μια απολύτως ανεξάρτητη επιθεώρηση με κείμενα παρεμβάσεων, αναλύσεις, κριτικές και ιστορίες, γραμμένα από τους κατά τεκμήριον ειδικούς. Πανεπιστημιακούς, δημοσιογράφους, συγγραφείς και επιστήμονες με αρμοδιότητα το θέμα με το οποίο καταπιάνονται.

Μια Αληθινή Ιστορία (D'Après Une Histoire Vraie). Έγχρωμο ψυχολογικό θρίλερ γαλλοπολωνικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία Ρομάν Πολάνσκι. Σενάριο: Ρομάν Πολάνσκι – Ολιβιέ Ασαγιάς. Πρωταγωνιστούν: Έμανουέλ Σενιέ, Εύα Γκριν, Βενσάν Περέζ. Παραγωγή: Wy Productions, R.P. Productions, Mars Films, France 2 Cinéma, Monolith Films, Belga Productions. Διάρκεια: 100’

Η Ντελφίν Ντεριέ (Εμανουέλ Σενιέ), συγγραφέας σε καλλιτεχνικό αδιέξοδο, γνωρίζει στην παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου της την Ελ (Εύα Γκριν), μια μυστηριώδη νέα κοπέλα, βιογράφο διασήμων, που σταδιακά διεισδύει στη ζωή της και καταλαμβάνει την προσωπικότητά της. Πηγαίνει σε εκδηλώσεις στη θέση της Ντελφίν, στέλνει μέιλ σε εκδότες και γνωστούς, δίνει ιδέες ή ακόμα και γράφει η ίδια στη θέση της συγγραφέως. Η Ντελφίν αρχικά βλέπει με θετικό μάτι την Ελ, αλλά στη συνέχεια ξεκινά να νιώθει ασφυκτικά πιεσμένη από αυτήν. Τα πράγματα σύντομα ξεφεύγουν από τον έλεγχο.

02 Ιουνίου 2018

Βέλγος την καταγωγή, όπως ο Ερζέ, ο Έντυ Μερκξ ή ο Ζακ Μπρελ, ο Ζωρζ Ζοζέφ Κριστιάν Σιμενόν (1903-1989) θα πολιτογραφηθεί σύντομα Παριζιάνος για να κατακτήσει στη συνέχεια την παγκόσμια αγορά του βιβλίου και να καταλήξει πολίτης του κόσμου, έχοντας αρχική αφετηρία του τη γενέτειρα Λιέγη. Για τη ζωή και το έργο του έχουν γραφτεί πολλά βιβλία, σχεδόν ισάριθμα με τα έργα του συγγραφέα. Κάποια ερωτήματα αναζητούν πάντως ακόμα τις απαντήσεις τους.Mερικές από τις απαντήσεις αυτές, στο νέο τεύχος του Books' Journal που θα είναι στα βιβλιοπωλεία από την Τρίτη.

 

Aν και κατά βάση «λαϊκός συγγραφέας», με την αμφισημία του όρου (popular) ως προς τη συγγραφή έργων που πολλά από αυτά (κι όχι μόνο τα «αστυνομικά») συγκαταλέγονται αρχικά στη λαϊκή και την εν γένει χαρακτηριζόμενη ως «ρυπαρή και ευτελή» λογοτεχνία (Schund- und Trivialliteratur), αλλά και ως προς την ευρύτερη αποδοχή του από το «λαϊκό» αναγνωστικό κοινό, ο Σιμενόν εντάσσεται δικαιωματικά στο πάνθεον των μεγάλων μυθιστοριογράφων (romanciers), περνώντας τη «στενή πύλη» των εκδόσεων Γκαλιμάρ στη «Βιβλιοθήκη της Πλειάδος» (Bibliothèque de la Pléiade) και, παράλληλα, κατέχει αδιαφιλονίκητα δεσπόζουσα θέση στην αστυνομική λογοτεχνία.  

Η «ήπειρός» του, πάντως, είναι διακριτή και χαρτογραφημένη με σημαντική ευκρίνεια στον λογοτεχνικό άτλαντα του 20ού αιώνα και η εργοβιογραφία του συνδέεται άρρηκτα με δύο άλλα μέσα, τον Τύπο και τον κινηματογράφο: συμπεριλαμβάνει ένα πλούσιο παλμαρέ αρθρογραφίας, ρεπορτάζ (από τα ταξίδια του στην Αφρική, την Αμερική, αλλά και με τα ιδιόκτητα πλωτά του) και συνεντεύξεων, συμπεριλαμβανομένων των δημοσιογραφικών και λογοτεχνικών του δημοσιευμάτων (επιφυλλίδες, διηγήματα κ.ά.), ενώ ένα μεγάλο μέρος του έργου του μεταφέρεται στη μεγάλη (και αργότερα στη μικρή) οθόνη, με την υπογραφή σημαντικών σκηνοθετών (Ζαν Ρενουάρ, Ζαν-Πιερ Μελβίλ, Ζυλιέν Ντυβιβιέ, Πιερ Γκρανιέ-Ντεφέρ, Μπέλα Ταρ κ.ά.) και ανεξίτηλες ερμηνείες.

Όπως η Λιέγη, ως γενέθλια πόλη, κατέχει καίρια θέση στη βιογραφία του Σιμενόν, κάτι ανάλογο ισχύει και για το Πεντιγκρή – όμως, πόλη και βιβλίο σύντομα θα απομακρυνθούν από τον μυθιστοριογράφο, αν λάβουμε υπ’ όψη τα πρώτα παρισινά χρόνια του συγγραφέα, καθώς και το γεγονός ότι η γενέτειρα των «αστυνομικών» με τον Μαιγκρέ είναι η ολλανδική Ντελφέελ (Dellfzjil), όπου ο Σιμενόν εμπνέεται το 1931 την πρώτη του ιστορία (Πιετρ ο Λεττονός). Αν και τα Σημειωματάριά του (σε διάφορες εκδοχές και εκδόσεις) έχουν περισσότερο ενδιαφέρον για τον μελετητή του έργου του, το Πεντιγκρή, μία «μυθιστορηματική αφήγηση των νεανικών χρόνων», που τροποποιήθηκε κατόπιν προτροπής του Αντρέ Ζιντ σε σχέση με το αρχικό σχεδίασμα,παραμένει ένα σημαντικό βιβλίο-κλειδί για να εισχωρήσει κανείς στα βιώματα της εφηβικής ηλικίας του συγγραφέα, αλλά και στις κοινωνικές, και κυρίως στις οικογενειακές συνθήκες που τον διαμόρφωσαν τα «άγουρα χρόνια». Επιπλέον, είναι εύστοχη η διαπίστωση του LucSant, στην «Εισαγωγή» που συνοδεύει την ελληνική έκδοση (Άγρα, 2017, σε μετάφραση της Αργυρώς Μακάρωφ), αναφερόμενος στις «ανθεκτικές χαρτογραφικές δεξιότητες που αποκόμισε στη Λιέγη» ο Σιμενόν, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, πρωτίστως, στις παρισινές περιπλανήσεις και έρευνες του Μαιγκρέ.

Πράγματι, σύμφωνα με τον Sante, «το Πεντιγκρή είναι η ενσάρκωση της νοητής πατρίδας»...

Για τον Ζωρζ Σιμενόν, τον ήρωά του, τον επιθεωρητή Μαιγκρέ, αλλά και για τα βιβλία του χωρίς τον Μαιγκρέ, γράφουν ο Κώστας Θ. Καλφόπουλος και ο Δημήτρης Κωστόπουλος. Σε λίγο, στα βιβλιοπωλεία και στα περίπτερα.

02 Ιουνίου 2018

Solo. A Star Wars Story.Έγχρωμη περιπέτεια φαντασίας αμερικανικής παραγωγής 2018,σε σκηνοθεσία του Ρον Χάουαρντ. Σενάριο: Τζόναθαν Κάσνταν, Λόρενς Κάσνταν. Πρωταγωνιστούν: Άλντεν Έρενραϊχ , Ντόναλντ Γκλόβερ, Εμίλια Κλαρκ, Γούντι Χάρελσον, Θάντι Νιούτον. Παραγωγή: Lucasfilm, Walt Disney Pictures, Allison Shearmur Productions. Διάρκεια: 135’

Ο Χαν (Άλντεν Έρενραϊχ) είναι ερωτευμένος με την Κίρα (Εμίλια Κλαρκ), αλλά τη χάνει όταν εκείνη πέφτει θύμα απαγωγής, και βάζει στόχο της ζωής του να τη βρει. Με το όνομα Χαν Σόλο (=μόνος) προσπαθεί να βγάλει χρήματα με κάθε τρόπο, προκειμένου να αγοράσει δικό του σκάφος και να βρει την αγαπημένη του. Τυχαία συναντά τον Τομπάιας Μπέκετ (Γούντι Χάρελσον), λαθρέμπορο με διασυνδέσεις στην οργάνωση Πορφυρή Αυγή του πανίσχυρου Ντράιντεν Βος (Πολ Μπέτανι). Μαζί του, ο Χαν Σόλο συνεχίζει την αναζήτηση της αγαπημένης του, σε ένα ταξίδι που περνά μέσα από τη γνωριμία του με τον θρυλικό Γούκι Τσουμπάκα, τη γέννηση της επανάστασης και την απόκτηση του μυθικού Μιλένιουμ Φάλκον.

02 Ιουνίου 2018

Μια αθώωση, η κριτική μιας δικαστικής απόφασης και η ελευθερία του λόγου. Μια παρέμβαση για την αθώωση του μητροπολίτη Αμβρόσιου. Αναδημοσίευση από το Books' Journal τχ. 86, Απρίλιος 2018.

02 Ιουνίου 2018

Η τελευταία σημαία (Last flag flying). Έγχρωμη κοινωνική ταινία, αμερικανικής παραγωγής 2017, σε σκηνοθεσία: Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ. Πρωταγωνιστούν: Μπράιαν Κράνστον, Λόρενς Φίσμπερν, Στιβ Καρέλ. Παραγωγή: Amazon Studios, Big Indie Pictures, Cinetic Media. Διάρκεια: 125’.

Δεκέμβριος 2003. Ο Λάρι "Ντοκ" Σέπαρντ  (Στιβ Καρέλ), βετεράνος πεζοναύτης του Βιετνάμ, βρίσκει δύο παλιούς του συμπολεμιστές, τον Σαλ (Μπράιαν Κράνστον), που έχει γίνει μπάρμαν, και τον Μίλερ (Λόρενς Φίσμπερν), ιερέα πλέον μιας τοπικής ενορίας, και τους ενημερώνει πως ο 21χρονος γιος του σκοτώθηκε στο Ιράκ. Ζητά από τους παλιούς του φίλους να τον συνοδεύσουν στην παραλαβή του πτώματος του γιου του και ακολούθως στην κηδεία του. Το ταξίδι τους θα δώσει αφορμές για μια ανασκόπηση, αναπολήσεις στα περασμένα και τη συνειδητοποίηση πως η Ιστορία επαναλαμβάνεται.

27 Μαϊος 2018

Στις 21 Αυγούστου 1968, τα τανκς της τότε ΕΣΣΔ εισέβαλαν στην Πράγα βάζοντας βίαια τέλος στο εγχείρημα μετατροπής του αυταρχικού καθεστώτος σοβιετικού τύπου σε σοσιαλισμό με ελευθερία και δημοκρατία. Στο κείμενο του Φίλιπ Ροθ, που ακολουθεί, ο συγγραφέας περιγράφει με σαρκασμό τα ανελεύθερα χαρακτηριστικά του καθεστώτος που πήρε τη σκυτάλη μετά τη σοβιετική εισβολή και την πραξικοπηματική εκδίωξη του προέδρου Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ. Αναδημοσίευση από το Books' Journal 32, Ιούνιος 2013.

23 Μαϊος 2018

Ο Φίλιπ Ροθ, από τους δημοφιλέστερους σύγχρονους αμερικανούς λογοτέχνες, πέθανε την Τρίτη, 22 Μαΐου 2018, σε ηλικία 85 ετών.

23 Μαϊος 2018

Δυο δηλώσεις πολιτικών προσώπων, συμπληρωματικές μεταξύ τους, αναδεικνύουν το πρόβλημα της πολιτικής βίας. Τις ξεχωρίζουμε.

20 Μαϊος 2018

Κωστής Καρπόζηλος - Δημήτρης Κ. Χριστόπουλος, 10+1 ερωτήσεις και απαντήσεις για το Μακεδονικό, Πόλις, Αθήνα 2018, 96 σελ.

Τελικά η Μακεδονία δεν είναι ελληνική; Είναι. Η ελληνική Μακεδονία είναι ελληνική. Αλλά στη διαμάχη για το όνομα της γειτονικής χώρας, που την αποκαλούμε είτε με το όνομα της πρωτεύουσάς της, Σκόπια, είτε με το αρκτικόλεξο (πΓΔΜ) της προσωρινής ονομασίας: πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, η Ελλάδα δεν έχει δίκιο. Ο Κωστής Καρπόζηλος και ο Δημήτρης Χριστόπουλος παραδίδουν ένα ευσύνοπτο και πολύ χρήσιμο βιβλίο για ένα ζήτημα που δεν θα υπήρχε αν δεν το είχε καλλιεργήσει ο ελληνικός εθνικισμός. [ΤΒJ]

 


Η τέχνη της προσέγγισης του μεγάλου αναγνωστικού κοινού δεν είναι διόλου εύκολη υπόθεση. Είναι όμως μια τέχνη πάντοτε αναγκαία, όταν ο ιστορικός και ο πολιτικός επιστήμονας καλούνται να παρέμβουν στα δημόσια πράγματα της εποχής τους προκειμένου να προσδιορίσουν όσες χρόνιες παθογένειες ταλανίζουν την κοινωνία τους και να τις ανασκευάσουν. Ένα τέτοιο απαιτητικό εγχείρημα δοκιμάζουν να φέρουν σε πέρας ο Κωστής Καρπόζηλος και ο Δημήτρης Χριστόπουλος, συζητώντας το Μακεδονικό Ζήτημα στον απόηχο των τελευταίων συγκεντρώσεων σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα.

Σε αυτήν την προσπάθεια, όπου η ιδιότητα του πολίτη ευθυγραμμίζεται με τις μέριμνες του επιστήμονα, οι δύο συγγραφείς αναγνωρίζουν εξ αρχής τις οφειλές τους και υποδεικνύουν το νήμα που τους συνδέει με «όσες και όσους άρθρωσαν έναν λόγο τεκμηριωμένο και κριτικό σχετικά με το Μακεδονικό την κρίσιμη δεκαετία του ’90». Αν όμως τα πολιτικά αντανακλαστικά και οι παρεμβάσεις της προοδευτικής διανόησης, από τότε μέχρι σήμερα, οριοθετούν ευκρινώς το πεδίο εντός του οποίου κινείται το βιβλίο, ποια μορφή λόγου είναι σε θέση να υπηρετήσει τις ζητήσεις και τις προτεραιότητες που αυτή η κληρονομιά υπαγορεύει; Η επιλογή της μικρής, μετρημένης φόρμας, δηλαδή οι «10 συν 1 ερωτήσεις και απαντήσεις» που δηλώνει ο τίτλος, δείχνουν να ανταποκρίνονται ιδανικά στους στόχους της ιστορικο-πολιτικής γραφής. Η επιχειρηματολογία αναπτύσσεται κλιμακωτά στη βάση αριθμημένων μικρών ενοτήτων, οι οποίες διαδέχονται λογικά η μία την άλλη, επιτυγχάνοντας στο τέλος μια συνολική ενότητα. Οι ερωτήσεις στην αρχή κάθε κεφαλαίου δίνουν την αίσθηση ενός σταδιακά αναπτυσσόμενου ανοικτού διαλόγου, όπου η απάντηση αναλαμβάνει να εκθέσει την επικρατούσα κάθε φορά άποψη και έπειτα να την αναιρέσει μεθοδικά. Την πραγμάτευση του ακανθώδους θέματος διευκολύνει το συνειδητά επιλεγμένο απλό ύφος, συναρμόζοντας γόνιμα τη σαφήνεια με τη ζωντάνια. Δεν πρόκειται όμως μόνο για ζήτημα δομής και γλώσσας.

Οι συγγραφείς ζητούν προγραμματικά την καλή προαίρεση και την αναστοχαστική διαθεσιμότητα του αναγνώστη, την ενεργή δηλαδή εμπλοκή και συμμετοχή του στη συνομιλία, αποφεύγοντας με τον τρόπο αυτό τον μεγάλο σκόπελο της διαφωτιστικής υπεροψίας και του άχαρου διδακτισμού. Το βιβλίο απευθύνεται σε εκείνους τους «πολίτες που θέλουν να αναμετρηθούν με την […] θλιβερή μονοτονία για το Μακεδονικό στη δημόσια συζήτηση» και είναι διατεθειμένοι να αντιπαρέλθουν τους «δικούς τους μύθους». Άλλωστε πρόκειται για ένα εγχείρημα γραμμένο σε τόνο μαχητικό, όχι όμως aprioriδιχαστικά πολεμικό, με κύρια επιδίωξη να είναι αποτελεσματικό για την κατίσχυση της νηφαλιότητας και της λογικής∙ με άλλα λόγια, ένα εγχείρημα πυροσβεστικό απέναντι στα επικίνδυνα συλλογικά πάθη και τραύματα που αναβιώνει ο σημερινός εθνικισμός.

Καθώς, λοιπόν, ο Καρπόζηλος και ο Χριστόπουλος, αποβλέπουν σε μια «θεραπευτική λειτουργία» (σελ. 14) ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι δυσκολίες με τις οποίες βρέθηκαν αντιμέτωποι. Έτσι, επισημαίνουν τη ρευστότητα της γενικής ρητορικής για το Μακεδονικό, τον ουσιαστικά ανορθολογικό της χαρακτήρα, αφού «παρακολουθώντας προσεκτικά τα πρόσφατα συλλαλητήρια, διαπιστώσαμε ότι ελάχιστα ήταν τα επιχειρήματα τόσο των συγκεντρωμένων, όσο και των ομιλητών. Αυτό που κυριαρχούσε ήταν το αίσθημα της “προδοσίας”, της καταγγελίας της, και της εθνικής υπερηφάνειας, δίχως όμως να τεκμηριώνεται το πού ακριβώς εδράζεται αυτή» (σελ. 10). Προκειμένου να αντιπαρέλθουν την ισχύ μύθων, ικανών να «κατασκευάζουν μια πραγματικότητα, η οποία στη συνέχεια αναπαράγεται ως τέτοια, χωρίς κανείς να ασχολείται με τον πυρήνα της» (σελ. 11), εξηγούν τη στρέβλωση που ενυπάρχει στον θεολογικής υφής ορισμό των λεγόμενων «εθνικών θεμάτων», έναντι των οποίων ο εθνικός λόγος δεν αναγνωρίζει κανέναν νόμιμο αντίλογο.

 

 

Περί εθνών και εθνικισμού

Στην αποδόμηση ισχυρών στερεοτύπων, πχ. πως τα «πνευματικά δικαιώματα» των Eλλήνων επί της αρχαίας Μακεδονίας εξασφαλίζουν στην Ελλάδα το μονοπώλιο της σημερινής χρήσης του ονόματος ή πως «η Μακεδονία είναι μία και Ελληνική», οι δυο συγγραφείς αποφεύγουν προσεκτικά την επιστημονικοφανή διάλεκτο. Προφανώς όμως δεν αποφεύγουν καθόλου να αξιοποιήσουν τις κατακτήσεις της σύγχρονης ιστορικής και πολιτικής επιστήμης. Αντίθετα, εκλαϊκεύουν με την πιο διαυγή διατύπωση τις σύγχρονες θεωρίες περί εθνών και εθνικισμού, όταν εξηγούν:

Το έθνος είναι η πολιτική κοινότητα που σφυρηλατεί την αλληλεγγύη της πάνω στην ανάγκη της στέγασής της σε ένα κράτος. Το κράτος, το εθνικό κράτος από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, είναι το ιστορικό σπίτι του έθνους. Έτσι εξηγείται γιατί τα έθνη, αυτά τα προϊόντα της πολιτικής νεωτερικότητας, δεν υπήρχαν –και σίγουρα δεν υπήρχαν με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε εμείς– ούτε στην Αρχαιότητα ούτε στον Μεσαίωνα. […]. Το σύγχρονο ελληνικό έθνος αναδύεται μέσα από το αίτημα της συστέγασης σε μια κρατική οντότητα –σχηματικά, ας πούμε από τα τέλη του 18ου αιώνα. Αυτό, όμως, δεν συνιστά ελληνική ιδιαιτερότητα∙ ισχύει για όλους. (σελ. 35-36)

Ακριβώς πάνω σε αυτό το κεκτημένο της αλλαγής επιστημολογικού παραδείγματος, ο Καρπόζηλος και ο Χριστόπουλος αντιπαρέρχονται τη διάχυτη φιλολογία περί «ανύπαρκτου» μακεδονικού έθνους. Χωρίς να βαρύνουν το βιβλίο με εξειδικευμένες παραπομπές που δεν ταιριάζουν στη γενική φιλοσοφία του, συνοψίζουν και αξιοποιούν την πλούσια βιβλιογραφία για το Μακεδονικό για να αποσαφηνίσουν μια σειρά από κρίσιμα ζητήματα. Η σταδιακή ανάδυση της μακεδονικής ταυτότητας από τον ύστερο 19ο αιώνα και η μετέπειτα ενίσχυσή της στο πλαίσιο της ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας, με την ίδρυση της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, δεν την καθιστά λιγότερο πραγματική από οποιαδήποτε άλλη εθνική ταυτότητα. Το ίδιο ισχύει και για τη μακεδονική γλώσσα, η οποία συλλήβδην υποβαθμίζεται στην τρέχουσα αντίληψη ως «διάλεκτος». Η απόρριψη του μακεδονικού έθνους ως «τεχνητού» έχει ως αφετηρία της την ιστορική και καθολική άρνηση της Ελλάδας να αναγνωρίσει την ύπαρξη μειονοτικών κοινοτήτων στο εσωτερικό της, ενώ οι περιφρονητικές αναφορές στο «κρατίδιο των Σκοπίων» και οι εσφαλμένες καταγγελίες περί «αλυτρωτικού συντάγματος» απλώς δυναμιτίζουν την καλή γειτονία και τη σταθερότητα στην περιοχή, τροφοδοτώντας εκατέρωθεν το εθνικιστικό μίσος. Σήμερα όμως, μετά από είκοσι πέντε χρόνια διαπραγματεύσεις, δεν υπάρχουν πια περιθώρια για τις κίβδηλες βεβαιότητες της εθνικής μας μυθολογίας. Η τελευταία ερωταπόκριση είναι αφοπλιστική στην αμεσότητα και την καθαρότητά της.

«Δηλαδή, δεν έχει δίκιο η Ελλάδα;» Όχι, δεν έχει. (σελ. 83)

Το θέμα πρέπει να λυθεί και η ελληνική κοινωνία να επικεντρωθεί «σε κάτι που αξίζει τον κόπο», στη συζήτηση δηλαδή του μέλλοντός της στον 21ο αιώνα (σελ. 21).

Οι 10 συν 1 ερωτήσεις για το Μακεδονικό, αξιοποιώντας στο έπακρο τον μικρό αριθμό σελίδων τους, ανταποκρίνονται με επιτυχία στην προγραμματική τους λογική. Το βιβλίο, προσεκτικό και καλοδουλεμένο, πατάει γερά σε όσα έχουν ήδη κερδηθεί στη θεωρία, την ιστοριογραφία και την πολιτική σκέψη, εκφράζοντας τελικά μια ώριμη αυτοπεποίθηση:

Σε αυτό το δυσάρεστο τοπίο, διαβλέπει κανείς σήμερα μια ελπίδα. Αν, το 1992, η αίσθηση ότι η Ελλάδα έχει απόλυτο δίκιο ήταν κυρίαρχη, σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Σήμερα είναι αδύνατο να φανταστεί κανείς τα σχολεία να κλείνουν με εντολή του Υπουργείου Παιδείας και τους μαθητές να μεταφέρονται σε συγκεντρώσεις ανεμίζοντας ελληνικές σημαίες […] Τότε η μη επίλυση του Μακεδονικού διαπερνούσε το σύνολο του πολιτικού φάσματος και συγκροτούσε τον βασικό πυρήνα της εξωτερικής μας πολιτικής. Σήμερα αυτό δεν συμβαίνει. […] Σταδιακά, όμως, απαλλασσόμαστε από το βάρος του. Βασανιστικά και αργά, θα πουν κάποιοι. Ίσως. Πάντως, οι καιροί αλλάζουν. Και αυτό μας επιτρέπει να ελπίζουμε. (σελ. 87-88, 93)  

Μια τέτοια αισιοδοξία, δεν παραβλέπει φυσικά καθόλου πως πάρα πολλά μένουν ακόμα εκκρεμή. Ο εφησυχασμός δεν συνιστάται σε καμία περίπτωση. Η επίγνωση όμως πως η ελληνική πραγματικότητα διαθέτει πλέον ανοικτά μονοπάτια ώστε να διαφύγει τα βαρίδια του παρελθόντος καθιστά αταίριαστη κάθε πεσιμιστική υπερβολή. Κι αν αυτή αποφεύγεται, αποφεύγεται σωστά, κατά τη γνώμη μου∙ ακριβώς επειδή σε αυτή τη μεγάλη διαδρομή τίποτα δεν υπήρξε εύκολο ή αυτονόητο.

 

 

19 Μαϊος 2018

Anon. Έγχρωμο θρίλερ επιστημονικής φαντασίας γερμανικής παραγωγής 2018, σε σκηνοθεσία Άντριου Νίκολ. Πρωταγωνιστούν: Κλάιβ Οουεν, Αμάντα Σέιφριντ, Κολμ Φιόρε, Μαρκ Ο' Μπράιαν, Σόνια Γουάλγκερ. Διανομή: Tanweer. Διάρκεια: 100’

Βρισκόμαστε  σε  ένα  όχι  πολύ  μακρινό  μέλλον, σε  έναν  κόσμο  όπου  δεν  υπάρχει  ιδιωτικότητα, καθώς  κάθε  άνθρωπος  μπορεί  να  «διαβάζει» πληροφορίες  για  τους  ανθρώπους  που  συναντά, ακόμα και για εκείνους που απλώς βλέπει  να  περνούν  από  το  δρόμο  του, μόνο  και  μόνο  ρίχνοντάς  τους  μια  ματιά. Στον  κόσμο  αυτόν, η  ανωνυμία  έχει  εξαλειφθεί, οι  αναμνήσεις  κάθε  ατόμου  έχουν  πάρει  ψηφιακή  μορφή  και  αποτελούν  ένα  είδος  αρχείου  μέσα  στον  εγκέφαλο  των  ανθρώπων  και  η  εγκληματικότητα  περιορίζεται  σε  μικρής  εμβέλειας  παραβάσεις. Έως ότου  διαπραχθούν κάποιοι φόνοι, χωρίς η αστυνομία να μπορεί να εντοπίσει το δράστη. Έτσι, ο  ντετέκτιβ  Σαλ  Φρίλαντ (Κλάιβ  Όουεν) αναλαμβάνει  να  επιλύσει  την  υπόθεση, η  οποία  τον  οδηγεί  σε  μια  γοητευτική  νεαρή  χάκερ (Αμάντα  Σέιφριντ), που  δεν  αναγνωρίζεται  από  κανένα  σύστημα  και  φαίνεται  να  μην  έχει  ταυτότητα. Ούτε  ο  ίδιος  ο  Σαλ, όταν  τη  βλέπει, μπορεί  να  «διαβάσει» το  ιστορικό  της. Το  ζητούμενο, επομένως, είναι  να  βρεθεί  τρόπος  να  παγιδεύσει  ο  Σαλ  την  κοπέλα  προτού  εκείνη  πραγματοποιήσει  τον  επόμενο  φόνο.

14 Μαϊος 2018
Σελίδα 10 από 49