Σύνδεση συνδρομητών

Γενάρχης της εθνικής ποιήσεως

Παρασκευή, 30 Απριλίου 2021 13:05
Το πιο γνωστό πορτρέτο του Διονυσίου Σολωμού, έργο άγνωστου ζωγράφου.
Μουσείο Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας
Το πιο γνωστό πορτρέτο του Διονυσίου Σολωμού, έργο άγνωστου ζωγράφου.

Μιμήσεις και μεταποιήσεις του Ύμνου εις την Ελευθερίαν  του Διονυσίου Σολωμού στην ποίηση των Αθηναίων Ρομαντικών*

Η εργασία αυτή αποτελεί τμήμα μιας ευρύτερης έρευνας διακειμένων (μιμήσεων ή/και μεταποιήσεων) του σολωμικού Ύμνου εις την Ελευθερίαν (1823) στην ποιητική παραγωγή εκπροσώπων τόσο της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής όσο και των Επτανήσων. Εδώ θα σταθώ στους Αθηναίους. Η δυνατότητα προσαρμογής του Ύμνου στα ιδεολογικά και αισθητικά δεδομένα της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής διευκολύνεται:

α) από το πατριωτικό θέμα του (και οι Αθηναίοι ψάλλουν τον Αγώνα),

β) από τη γλώσσα του Ύμνου (που δεν απέχει πολύ, τουλάχιστον στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, από την απλή καθαρεύουσα πολλών Αθηναίων ρομαντικών – άλλωστε και η γλώσσα του Ύμνου θεωρήθηκε «μεικτή» και όχι καθαυτό δημοτική), και

γ) από τη στιχουργία του Ύμνου (τροχαϊκοί στίχοι με 8 και 7 συλλαβές, που το άθροισμά τους ανά δύο βγάζει 15 συλλαβές, άρα μοιάζουν με φαναριώτικους 15σύλλαβους).[1]

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα «μίμησης» του σολωμικού Ύμνου από εκπρόσωπο της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής εντόπισα στο έργο του Αλεξάνδρου Σούτσου: πρόκειται για τον «Διθύραμβο εις τον λαόν της ελευθέρας και δούλης Ελλάδος» (1843). Mάλιστα, το ποίημα δημοσιεύεται μαζί με τον Ύμνο του Σολωμού σε μιαν αυτοτελή έκδοση που φέρει τον τίτλο Οι δύο Διθύραμβοι του Διονυσίου Σολομού [sic] και του Αλεξάνδρου Σούτσου υπό Κ. Αντωνιάδου, Εν Αθήναις, Εκ της Τυπογραφίας Κ. Αντωνιάδου, 1851.[2] Ο «Διθύραμβος» του Σούτσου αρχίζει απότομα, χωρίς προοίμιο, σαν να συνεχίζει ή τελοσπάντων να συμπληρώνει τον Ύμνο του Σολωμού. Παραθέτω την αρχή του ποιήματος του Σούτσου στην έκδοση του Αντωνιάδη (εκτός από το ίδιο μέτρο, ας προσεχθεί και η γλώσσα που δεν απέχει χτυπητά από το «λόγιο» ύφος της δημοτικής του Σολωμού):

1.     Και αν έπιες της λήθης             [7.1]

          το θανάσιμον νερόν,               [7.0]

        μόνος συ νεκραναστήθης         [7.1]

          απατήσας τον Καιρόν.                        [7.0]

2.     Ροδοδάφνης στέφανός μου       [7.1]

          εις Σε πρέπει δι’ αυτό∙                        [7.0]

        Σε, πρωτότοκε του κόσμου,     [7.1]

          Σε, λαέ! Σε χαιρετώ.               [7.0]

3.     Τρεις αιώνας δουλωμένη          [7.1]

          εσιώπα η πατρίς,                    [7.0]

        Κ’ εις τα στήθη σου κλεισμένη             [7.1]

          η Ελευθερία τρεις,                  [7.0]

4.     Καθώς έμεινε κρυμμένος          [7.1]

          και δεν έχυνε φωνάς,              [7.0]

        εις το κήτος του θαμμένος        [7.1]

          ο προφήτης Ιωνάς.                 [7.0]

Ο Ηλίας Βουτιερίδης, επισημαίνοντας τις αισθητές ομοιότητες των δύο ποιημάτων, σημειώνει:

Η στιχουργία του «Διθύραμβου» (μέτρο, ρυθμός) ίδια με του «Ύμνου». […] Ο Σολωμός ξαναβάνει τη στροφή «απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη» σε ορισμένα μέρη του «Ύμνου» του∙ ξαναβάνει κι’ ο Σούτσος σε ορισμένα μέρη του «Διθύραμβου» την πρώτη στροφή, «Και αν έπιες της λήθης». Έχει ο Σολωμός εικόνες από την Αγία Γραφή∙ βάζει παρόμοιες κι’ ο Σούτσος (ο προφήτης Ιωνάς κλπ.). Θυμάται το Λεωνίδα ο Σολωμός∙ τόνε θυμάται κι’ ο Σούτσος. Έχει το μέρος της η θρησκεία στον «Ύμνο»∙ το έχει και στο «Διθύραμβο». Κι’ άλλα πολλά τέτοια.[3]

Στιχουργικά, ο «Διθύραμβος» του Σούτσου εκτείνεται σε 110 τετράστιχες στροφές, με εναλλαγή 8σύλλαβων και 7σύλλαβων τροχαϊκών στίχων, ακριβώς όπως και ο Ύμνος του Σολωμού (που έχει 158 στροφές). Αξίζει να σημειωθεί ότι στα Άπαντα του Αλ. Σούτσου, οι στίχοι διατάσσονται ανά δύο στην ίδια αράδα με παύλα μεταξύ τους, γεγονός που τους μετατρέπει σε τροχαϊκούς δεκαπεντασύλλαβους, τυπικό φαναριώτικο μέτρο:[4]

Τρεις αιώνες δουλωμένη – Σιωπούσεν η πατρίς,

Κ’ εις τα σπλάγχνα σου κλεισμένη – η Ελευθερία τρεις, κ.ο.κ.

Το ενδιαφέρον είναι ότι έτσι ακριβώς διαβάζουν οι Φαναριώτες και τον σολωμικό Ύμνο:

Σε γνωρίζω από την κόψη – του σπαθιού την τρομερή,

Σε γνωρίζω από την όψη – που με βία μετράει τη γη…

πράγμα που βεβαιώνεται ρητά από τον αδελφό του Αλέξανδρου, τον Παναγιώτη Σούτσο, στη Νέα Σχολή του γραφομένου λόγου (1853).[5]

Από πλευράς ιδεολογικού περιεχομένου, ο εκδότης των δύο Διθυράμβων Αντωνιάδης εξηγεί την κοινή δημοσίευσή τους ως εξής:

«πας νεανίας αναγιγνώσκων τους δύο τούτους διθυράμβους των δύο αυτών νεωτέρων Λυρικών ποιητών της Ελλάδος, μανθάνει την ιστορίαν του Ελληνικού αγώνος εις τον του Σολωμού, και την ιστορίαν του Ελληνικού Έθνους εις τον του Αλεξάνδρου Σούτσου, αναπτερούται προς παν μέγαν και υψηλόν και ουδέποτε αποβάλλει των οφθαλμών τον μέγαν προορισμόν του Ελληνικού γένους». Αλλά «ο του Σούτσου» –σπεύδει να διευκρινίσει ο Αντωνιάδης– «υψιπετέστερος εν ολιγωτέροις έπεσιν περιέχει πλειόνας ιδέας και κατά το λεκτικόν μάλιστα ο Αλέξανδρος Σούτσος κατά πολύ νικά τον Διονύσιον Σολομόν».

Οπωσδήποτε, το σύνθεμα του Σούτσου γράφεται δύο δεκαετίες αργότερα από το σολωμικό ποίημα και επομένως το φάσμα των ιστορικών-πολιτικών επεισοδίων που καλύπτει είναι πολύ ευρύτερο∙ ο Σούτσος κάνει ουσιαστικά μια ποιητική σύνοψη της ιστορίας του ελληνικού έθνους, δίνοντας έμφαση στο θέμα του αλυτρωτισμού, της «ελευθέρας και δούλης Ελλάδος», όπως δηλώνεται ήδη στον τίτλο. Σε κάθε περίπτωση, και αυτό θα πρέπει να υπογραμμίσουμε, η ανάμνηση του σολωμικού Ύμνου ακόμα το 1843 (ή και το 1851 που συνεκδίδονται οι δύο Διθύραμβοι) είναι ζωντανή και δείχνει τη γόνιμη επενέργειά του στην πατριωτική ποίηση των Αθηναίων ρομαντικών, ως το πρώτο «εθνικό» ποίημα της ελληνικής λευτεριάς.

***

Το δεύτερο παράδειγμα, αυτή τη φορά όχι μίμησης αλλά μεταποίησης του σολωμικού Ύμνου από πλευράς γλώσσας και στιχουργίας, το εντόπισα στο έργο του Γεωργίου Ζαλοκώστα. Πρόκειται για το ποίημα «Η ΚΕ΄ Μαρτίου», το οποίο αναφέρεται στην έκδοση των Απάντων του Ζαλοκώστα ως «εκ των πρώτων του ποιητού συνθέσεων», πρωτοδημοσιευμένο «εν επιφυλλίδι εφημερίδος εν Ναυπλίω», δηλαδή στα πρώτα χρόνια της ελληνικής ελευθερίας (ο Βουτιερίδης το χρονολογεί στα 1834).[6]

Το ποίημα φέρει ως μότο τη στροφή 73 από τον Ύμνο του Σολωμού (την αντιγράφω ως έχει στην έκδοση των Απάντων του Ζαλοκώστα):

Της αυγής δροσάτο αέρι,

δεν φυσάς τώρα εσύ πλειό

στων ψευδόπιστων τ’ αστέρι∙

φύσα, φύσα στο Σταυρό!

(ΣΟΛΩΜΟΣ)

Οι θεματικές ομοιότητες των δύο ποιημάτων είναι αισθητές. Δίνω ενδεικτικά μερικές στροφές του ποιήματος του Ζαλοκώστα για να γίνει αντιληπτό τι εννοώ (παραθέτω και το στιχουργικό σχήμα της πρώτης στροφής, που επαναλαμβάνεται mutatis mutandis και στις επόμενες):

1. Ελλάς! ηρώων και μουσών εστία δοξασμένη,               [15σ.]

ω, πόσους θρήνους έχυνες ματαίως πειρωμένη             [15σ.]

να θραύσης τα δεσμά σου!                                [6.1]

Και πόσας ύβρεις κ’ εμπαιγμούς αντέτασσον οι ξένοι   [15σ.]

εις τα παράπονά σου.                                       [6.1]

3. Τοιαύτα ήκουες πικράς των ξένων ειρωνείας,

και μόνη σωτηρία σου κατά της δεσποτείας

τυράννων ανοσίων,

μόνη σοι έμενεν ελπίς το πυρ το της θρησκείας

και ανδρικός βραχίων.

7. Φρικώδες είναι, ω Ελλάς! το πυρ των κεραυνών σου,

και συνοδεύει φεύγοντα τα πλήθη των εχθρών σου

ο όλεθρος κ’ η φρίκη.

Συ τους διώκεις πανταχού και είναι σύμβολόν σου,

«ή Θάνατος ή Νίκη».

Τα επεισόδια στα οποία εστιάζει ο Σολωμός στον Ύμνο:

  • άλωση της Τριπολιτσάς,
  • καταστροφή του Δράμαλη στα Δερβενάκια κοντά στην Κόρινθο,
  • α΄ πολιορκία του Μεσολογγίου και καταστροφή των Τούρκων στον Αχελώο,
  • ναυτικά κατορθώματα των Ελλήνων (Χίος, Τένεδος),
  • αναφορά στη θρησκεία και στον απαγχονισμό του πατριάρχη Γρηγορίου,
  • μνεία των 300 του Λεωνίδα,
  • αποστροφή στους Ευρωπαίους βασιλείς,
  • καταδίκη της διχόνοιας των Ελλήνων

είναι ουσιαστικά τα ιστορικά επεισόδια στα οποία εστιάζει και ο Ζαλοκώστας, και μάλιστα με την ίδια σειρά:

  • Τριπολιτσά (στρ. 8-10),
  • Δράμαλης (στρ. 11-13),
  • ναυτικά κατορθώματα (Ύδρα, Χίος, Ψαρά: στρ. 14-16),
  • πολιορκία του Μεσολογγίου (στρ. 17).

Ο Ζαλοκώστας προσθέτει και:

  • τα γεγονότα της Εξόδου του Μεσολογγίου (στρ. 18-20),
  • της πολιορκίας των Αθηνών και του ηρωικού θανάτου του Καραϊσκάκη (στρ. 21-27) και
  • του ερχομού του Όθωνα (στρ. 28), επεισόδια που είναι μεταγενέστερα της συγγραφής του σολωμικού Ύμνου αλλά βιωμένα από τον Ζαλοκώστα.[7] Το μόνο που δεν αναφέρεται στο ποίημά του είναι η διχόνοια, θέμα ευαίσθητο, που ενδεχομένως ο Ζαλοκώστας το αποσιωπά για αυτόν ακριβώς τον λόγο.

Όπως και να ’χει, η γενική εντύπωση του παραλληλισμού των δύο ποιημάτων παραμένει: ο «εθνικός» χαρακτήρας του ποιήματος του Ζαλοκώστα αποτυπώνεται στον κώδικα των αξιών που προβάλλει, δηλαδή τη φιλοπατρία, τον ηρωισμό και τη θρησκευτική πίστη, παρακολουθώντας σχεδόν στροφή τη στροφή τα θεματικά κέντρα και τα ρητορικά μέσα (σχήματα λόγου, εικόνες) του Ύμνου του Σολωμού. Είναι δε χαρακτηριστικό για τις οφειλές του στον «εθνικό» ποιητή, ότι ο Ζαλοκώστας όχι μόνο ανοίγει (στην προμετωπίδα) αλλά και κλείνει το ποίημά του με την αναφορά στον Σταυρό, και με το «χαίρε» της Ελευθερίας, που αποτελεί την χαρακτηριστική επωδό στο σολωμικό ποίημα:

29.  Σταυρού σημαία ιερά υψώθ’ εις τον αέρα∙       

χαίρε του Ευαγγελισμού, χαίρε λαμπρά ημέρα

της ανεξαρτησίας!

Ω, χαίρε! μία σήμερον αντήχ’ εις τον αιθέρα

φωνή ελευθερίας.

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η στιχουργική μορφή του ποιήματος του Ζαλοκώστα, ο οποίος χρησιμοποιεί σε πεντάστιχες στροφές (29 συνολικά) τον δημοτικό 15σύλλαβο σε συνδυασμό με «τα παιδιά του» (7σύλλαβο και 8σύλλαβο), αλλά στην καθαρεύουσα της εποχής. Με τον τρόπο αυτό επαναγράφει, θα λέγαμε, τον γλωσσικά δημοτικό και μετρικά ιταλογενή στίχο του σολωμικού Ύμνου στα γλωσσικά (αρχαϊστικά) και στιχουργικά μέτρα της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής, στο πλαίσιο της οποίας η χρήση του ιαμβικού 15σύλλαβου είναι συχνή και αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, μια προσπάθεια στιχουργικής «δημοτικοποίησης» των έργων αυτών των ποιητών, που επιβάλλεται από το «εθνικό»/πατριωτικό θέμα.

Ο έντεχνος χαρακτήρας της «μιμήσεως» του δημοτικού στίχου από τον Ζαλοκώστα γίνεται ιδιαίτερα αισθητός στους διασκελισμούς και στον κλονισμό της τομής (που δεν συναντούμε στο δημοτικό τραγούδι). Εκτός από τα παραπάνω χωρία, παραθέτω δύο ακόμα που το πιστοποιούν με αρκετά έκδηλο τρόπο:

5. Ηγέρθης και εκτύπησες. – Βλέπω σωρούς πτωμάτων,

και βλέπω τους τυράννους σου, πετώντας τ’ άρματά των,

προς σε να γονατίζουν.

Είναι ελέους άρα γε ¦ καιρός; – Τα αίματά των                         κλονισμός τομής και

το έδαφος ποτίζουν.                                                                    διασκελισμός

 

21.  Πόσοι εχθροί προσβάλλουσι ¦ την Αττικήν! Θεέ μου,   κλονισμός τομής          

βοΐζουν τα πατήματα ως η βοή ανέμου                                 διασκελισμός με

φυσώντος τον χειμώνα.                                                          έντονο μετασκελισμό

Κυκλούται η Ακρόπολις κ’ αι σφαίραι του πολέμου             διασκελισμός

κλονούν τον Παρθενώνα.                                

 

Συμπεράσματα

Τα στοιχεία που ευσύνοπτα παρουσίασα εδώ δείχνουν πως η πρόσληψη του σολωμικού έργου, και δη του Ύμνου, του πιο γνωστού ποιήματος του Σολωμού ενόσω ζούσε, παράγει πιο δραστικά αποτελέσματα στο επίπεδο της ποιητικής πράξης, από την απλή δημοσίευση ή μνεία έργων του Επτανήσιου ποιητή σε ανθολογίες και έντυπα των Αθηνών.[8] Η πρόσληψη αυτή αφορά τη διακειμενική συνομιλία / αμιλλητική σχέση με το σολωμικό ποίημα, όπως συμβαίνει με τα παραδείγματα του Αλ. Σούτσου και του Ζαλοκώστα που σχολιάσαμε, αλλά ίσως να είναι πιο σοφιλιασμένη (η έρευνά μου, ως προς αυτό, είναι σε εξέλιξη).

Το πιο ενδιαφέρον ίσως εξαγόμενο της παρούσας εργασίας είναι ότι επιβεβαιώνει τη διαπίστωση πως η απόλυτη διάκριση ανάμεσα σε «Επτανήσιους» και «Φαναριώτες», πάνω στην οποία βασίζουμε γενικά τις κρίσεις μας για τον ελληνικό 19ο αιώνα, δεν φαίνεται να ευσταθεί. Προτιμότερο είναι να βλέπουμε τα πράγματα σε μια ολότητα, μέσα στην οποία δύναται Επτανήσιοι, όπως λ.χ. ο Μουστοξύδης, να επικρίνουν τον σολωμικό Ύμνο με κριτήρια εντελώς ανάλογα με εκείνα των Αθηναίων[9] (ή, αντιστρόφως, Αθηναίοι λόγιοι, όπως ο Γ. Ψύλλας να τον κρίνουν θετικά),[10] και Φαναριώτες, όπως ο Αλ. Σούτσος, να γράφουν Διθύραμβους παρόμοιους γλωσσικά και στιχουργικά με τον σολωμικό.[11] Αυτό το όλον που συνθέτει η λογιοσύνη και η λογοτεχνική παραγωγή του εθνορομαντικού 19ου αιώνα στην Ελλάδα, κατά τη γνώμη μου, παρουσιάζει πτυχές που οι (μεταγενέστερες) γλωσσικές και αισθητικές προκαταλήψεις μας αδυνατούν να τις δουν στην ιστορική τους προοπτική.

Πέρα από τη γλωσσική αντίθεση των δύο Σχολών, που δεν φαίνεται να είναι τόσο ισχυρή στις πρώτες δεκαετίες της Ανεξαρτησίας (το ποιητικό ιδίωμα του Αλ. Σούτσου, όπως διαπιστώσαμε, δεν απέχει αισθητά από εκείνο του σολωμικού Ύμνου ή και της ωδής στον Μπάιρον), υπάρχει και ένας άλλος παράγοντας, ο στιχουργικός, που δεν έχει νομίζω επαρκώς προσεχθεί, αλλά δεν είναι καθόλου αμελητέος, όπως απέδειξε η παρούσα εργασία. Αρκεί να πω, για να φανεί η συνθετότητα του πράγματος, ότι ο στιχουργικά ιταλογενής Ύμνος του Σολωμού εκλαμβάνεται σαν «τροχαϊκός 15σύλλαβος» από τους Φαναριώτες (πράγμα που τον κάνει πιο οικείο στα δικά τους στιχουργικά σχήματα). Από την άλλη, οι Αθηναίοι ρομαντικοί, όπως ο Ζαλοκώστας, «δημοτικοποιούν» τον καθαρευουσιάνικο στίχο τους υιοθετώντας ένα σχήμα ιαμβικού 15σύλλαβου και των παιδιών του εν πολλοίς ομόλογο με τα «δημοτικοφανή» στιχουργήματα ποιητών του σολωμικού κύκλου (Τρικούπης, Τερτσέτης, Πελεκάσης, κ.ά.). Last but not least: στο είδος της πατριωτικής ποίησης υπάρχει μια κοινή παρακαταθήκη τρόπων, εικόνων, εκφράσεων, από την οποία αντλούν όλοι οι κλασικορομαντικοί ποιητές ανεξαρτήτως «Σχολής» (είτε πρόκειται για τον Σολωμό και τον κύκλο του, είτε για τους Σούτσους και τους συνεχιστές τους, είτε ακόμη και για ποιητές στο μεταίχμιο των δύο Σχολών, που γράφουν δηλαδή τόσο στη δημοτική όσο και στην καθαρεύουσα, όπως ο Ζαλοκώστας).

Σε κάθε περίπτωση, εκείνο που προκύπτει χωρίς αμφιβολία είναι ότι ο Διονύσιος Σολωμός, και πριν ανακηρυχθεί «εθνικός ποιητής» από το επίσημο κράτος, αναγνωριζόταν ως γενάρχης της «εθνικής ποιήσεως» ένθεν και ένθεν, γεφυρώνοντας εκ των πραγμάτων, στο πεδίο της ποιητικής πράξης-άμιλλας, το χάσμα που οι κατοπινές –μετά τον θάνατό του– εξελίξεις άνοιξαν ή διεύρυναν μεταξύ των δύο Σχολών (δηλαδή: μεταξύ δημοτικής και καθαρεύουσας), συμπαρασύροντας και τις κριτικές αποτιμήσεις μας για τον ελληνικό 19ο αιώνα.[12]

 

* Ανακοινώθηκε στο διαδικτυακό Επιστημονικό Συνέδριο Η Επανάσταση του 1821 στην Ιστορία και την Λογοτεχνία (12-13/6/2020).

[1] Βλ. το άρθρο μου «Μετρικά ζητήματα στη φαναριώτικη ποίηση», Νέα Εστία 1866 (Σεπτέμβριος 2015) 716-752.

[2] Το ποίημα ανήκει στη συλλογή Ποιητικόν χαρτοφυλάκιον (1845) που περιλαμβάνεται στα Άπαντα Αλεξάνδρου Σούτσου, Εν Αθήναις, Εκδοτικός Οίκος Γεωργίου Φέξη 1916, 191 κ.εξ. Το κείμενο παρουσιάζει φραστικές διαφορές σε σχέση με το φυλλάδιο των Δύο Διθυράμβων που εξέδωσε ο Αντωνιάδης. Η πιο ενδιαφέρουσα διαφορά αφορά τη στιχουργική μορφή: βλ. πιο αναλυτικά παρακάτω.

[3] Ηλίας Βουτιερίδης, Ο Σολωμός κ’ οι Έλληνες. Α΄. Όταν εζούσε ο Σολωμός, Αθήνα 1937, 100-101 (στο εξής η μελέτη θα σημειώνεται ως: Βουτιερίδης, Α΄).

[4] Βλ. αναλυτικά στο άρθρο μου «Μετρικά ζητήματα στη φαναριώτικη ποίηση», Νέα Εστία 1866 (Σεπτέμβριος 2015) 716-752.

[5] Η έμφαση είναι δική μου: «[…] ο ποιητής Διονύσιος ο Σαλωμός, κατά το δεκαπεντασύλλαβον έπος [δηλ. τον Ύμνο], όπερ διαιρεί εις δύο τμήματα, άλλοτε μεν βάλλει δεκαέξ συλλαβάς, άλλοτε δε δεκαοκτώ […] ενίοτε δε βάλλει και δεκαεπτά» (η παρατήρηση αφορά τη μετρική συνίζηση, την οποία, ως γνωστόν, οι Φαναριώτες δεν αναγνωρίζουν, αλλά μετρούν τις συλλαβές μία-μία). «Ο ευφυής ποιητής της Ζακύνθου» ως προς το θέμα αυτό κάνει λάθος −σπεύδει να διευκρινίσει ο αρχαιόπληκτος Σούτσος−, αφού «το δεκαπεντασύλλαβον μέτρον ούτε του Διονυσίου Σολωμού ούτε του προγενεστέρου Αθανασίου Χριστοπούλου επινόησις εστί, αλλά κτήμα αναφαίρετον των αρχαίων Ελλήνων […] φέρει δ’ αείποτε δεκαπέντε συλλαβάς και ουχί δεκαέξ ή δεκαεπτά». Παναγιώτου Σούτσου, Νέα Σχολή του γραφομένου λόγου ή Ανάστασις της αρχαίας ελληνικής γλώσσης εννοουμένης υπό πάντων. (Μετά τινων δοκιμίων αυτής της γλώσσης), Εν Αθήναις, Εκ του Τυπογραφείου Ν. Αγγελίδου 1853, 53-54. Το κείμενο είναι προσβάσιμο στην «Ανέμη».

[6] Το ποίημα δεν περιλαμβάνεται στην πρώτη έκδοση των Απάντων του Ζαλοκώστα «δαπάνη της χήρας αυτού» (Αθήνησι, Τυπογραφείον Δ. Αθ. Μαυρομμάτη, 1859). Ο Βουτιερίδης (Α΄, 184) αναφέρει ότι το ποίημα περιλήφθηκε στη β΄ έκδοση: Γεωργίου Χ. Ζαλοκώστα Τα Άπαντα, έκδοσις δευτέρα υπό Ευγενίου Γ. Ζαλοκώστα, Εν Αθήναις 1873, 256 κ.εξ. Η εν λόγω έκδοση δεν μου είναι προσιτή∙ αντλώ το κείμενο από την έκδοση Καιροφύλα: Γεωργίου Ζαλοκώστα Έργα, πρόλογος και σημειώματα Κώστα Καιροφύλα, συνεργασία: Γ. Ε. Ζαλοκώστα, Εν Αθήναις, Βιβλιοπωλείον Ιωάννου Ν. Σιδέρη χ.χ., 309-314. Η υπόθεση του Βουτιερίδη, που το χρονολογεί με βάση τη σημείωση στα 1834, υποστηρίζεται και ενδοκειμενικά, από τη ρητή αναφορά στον Όθωνα στη στροφή 28: «κ’ επί αιμάτων ευγενών μαζή του παγιούται / του Όθωνος ο θρόνος».

[7] Ο ποιητής, ως γνωστόν, είχε πάρει κι ο ίδιος μέρος στην Έξοδο του Μεσολογγίου και ήταν από τους λίγους που γλίτωσε: βλ. το βιογραφικό του στην έκδοση των Έργων του από τον Καιροφύλα, 9 κ.εξ.

[8] Βλ. σχετικά Λ. Πολίτης, «Ο Σολωμός και οι σύγχρονοί του. Πριν από εκατό χρόνια», Γύρω στον Σολωμό. Μελέτες και άρθρα (1938-1982), β΄ έκδοση επαυξημένη, Αθήνα, Μ.Ι.Ε.Τ. 1985, 272-297.

[9] Βλ. την κριτική του για τον σολωμικό Ύμνο σε ιταλόγλωσση επιστολή του προς τον Antonio Papadopoli με ημερομηνία 8 Ιουνίου 1825, στο Αλέξης Πολίτης, «Μια κρίση του Α. Μουστοξύδη (1825) για τον “Ύμνο” του Σολωμού», στο Αφιέρωμα στον καθηγητή Λίνο Πολίτη, Θεσσαλονίκη 1979, 89-97 (το κείμενο της επιστολής παρατίθεται χωρίς ελληνική μετάφραση). Παραθέτω το σχετικό χωρίο σε δική μου μετάφραση: «Διάβασα τον Διθύραμβο του Σολωμού∙ εμπιστεύομαι την κρίση μου σε ώτα φίλου. Μου φαίνεται πολύ εκτενής και όχι χωρίς εκζήτηση. Η γλώσσα δεν είναι ούτε δημοτική ούτε αρχαία, και γεμάτη από αναρίθμητους ζακυνθινούς τύπους και ιδιωματισμούς. Δεν υστερεί σε ζωντάνια και οίστρο, αλλά o χαρακτήρας της ποιήσεως δεν είναι ελληνικός. Αυτό μεταξύ μας. Πιο σύντομος, πιο ελληνικός, πιο θερμός, πιο εμψυχωμένος είναι ένας πολεμικός Ύμνος [Inno marziale στο πρωτότυπο] του κ. Σούτσου που διάβασα αυτές τις μέρες. Δεν αρκεί ο ποιητής να είναι ποιητής, πρέπει επίσης να είναι πολίτης στις ιδέες και στη γλώσσα. Δεν ξέρω αν εξηγήθηκα, αλλά γράφοντάς σου βιαστικά και έχοντας εδώ παρόντες δυο-τρεις φίλους της Θείας Πρόνοιας δύσκολο να πω αν γράφω σε εσένα ή αν μιλάω μαζί τους». Όπως παρατηρεί ο Αλ. Πολίτης, ο Μουστοξύδης «ονοματίζει το έργο [Διθύραμβος] σύμφωνα με τη γαλλική μετάφραση του τίτλου», πράγμα που σημαίνει ότι μάλλον γνωρίζει το κείμενο από την έκδοση των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών του Φωριέλ (1824/25). Σχετικά με την αναφορά στη «Θεία Πρόνοια» στο γράμμα του Μουστοξύδη, ο Πολίτης επίσης σημειώνει: «Divina Provvidenza πρέπει να ονομαζόταν κάποιος ιδιωτικός κύκλος∙ ίσως μια από τις πολυάριθμες αδελφότητες της εποχής». Ο «πολεμικός Ύμνος του κ. Σούτσου», με τον οποίο ο Μουστοξύδης συγκρίνει τον σολωμικό, παραμένει αταύτιστος.

[10] Βλ. τις κριτικές του Σπ. Τρικούπη (στη Γενική εφημερίδα της Ελλάδος, Ναύπλιο 1825) και του Γ. Ψύλλα (στην Εφημερίδα των Αθηνών, 1825), οι οποίοι σπεύδουν να ανασκευάσουν τις αιτιάσεις για τη γλώσσα και τη στιχουργία του σολωμικού Ύμνου. Τα κείμενα περιλαμβάνονται στην έκδοση: Αικατερίνη Κουμαριανού (επιμ.), Ο τύπος στον Αγώνα, Αθήνα, Ερμής 1971, τ. Α΄, 232 κ.εξ., τ. Γ΄, 209 κ.εξ. Βλ. και τα σχόλια του Βουτιερίδη (Α΄, 21-39) για τις δύο αυτές κριτικές.

[11] Πράγμα ενδιαφέρον αν σκεφτούμε την επικριτική κριτική του Αλ. Σούτσου για τη γλώσσα του Κάλβου και του Σολωμού στην έμμετρη επιστολή στον Όθωνα (1833):

Ο Κάλβος και ο Σολωμός, ωδοποιοί μεγάλοι,

κ’ οι δύο παρημέλησαν της γλώσσης μας τα κάλλη·

ιδέαι όμως πλούσιαι, πτωχά ενδεδυμέναι,

δεν είναι δι’ αιώνιον ζωήν προωρισμέναι.

[12] Εξελίξεις που εντάθηκαν στα μέσα του 19ου αιώνα, μετά την εμπειρία του Κριμαϊκού Πολέμου και τη συνακόλουθη αμυντική αναδίπλωση της ελληνικής διανόησης (εντεινόμενος εξαρχαϊσμός, αντιευρωπαϊσμός κλπ.), και οι οποίες στο λογοτεχνικό πεδίο οπωσδήποτε υποβοήθηκαν όχι μόνο από τον θάνατο του Σολωμού, «ποιητή εθνικού και ευρωπαίου» κατά την έκφραση του Λ. Πολίτη (Γύρω στον Σολωμό, 351-382), αλλά και από την αφάνεια του ώριμου έργου του, την οποία ούτε η έκδοση των Ευρισκομένων κατόρθωσε να αναιρέσει, αντιθέτως, μάλλον την επέτεινε. «Εψεύσθησαν αι ελπίδες του έθνους», θα αναφωνήσει επ’ αυτού ο Βαλαωρίτης, σε επιστολή του προς τον Κωνσταντίνο Ασώπιο λίγο μετά τον θάνατο του Σολωμού και πριν κυκλοφορήσουν ακόμη τα Ευρισκόμενα. Βλ. Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Βίος, Επιστολές και Πολιτικά Κείμενα, φιλολ. επιμ. Γ. Π. Σαββίδης – Νίκη Λυκούργου, Αθήνα, Ίκαρος 1980, 285.

Αφροδίτη Αθανασοπούλου

Επίκουρος καθηγήτρια νεοελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Η διατριβή της έχει θέμα, Το πρόβλημα της διγλωσσίας – Η περίπτωση του Σολωμού (1999). Κυκλοφορεί το βιβλίο της Ιστορία και Λογοτεχνία σε διάλογο, ή Περί μυθικής και ιστορικής μεθόδου (2016).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.