Α. Οι τρεις βασικοί ορισμοί της ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΠΟΛΙΤΩΝ
1.Κοινωνία πολιτών ως ο χώρος που προσδιορίζει την κρατική εξουσία
Αυτή την εννοιολόγηση του όρου τη συναντούμε στον Μαρξ. Κατ’ αυτόν, σε έναν καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό υπάρχει μια βασική διαχωριστική γραμμή μεταξύ κράτους και κοινωνίας των πολιτών (CivilSociety). Ο κρατικός μηχανισμός καθορίζεται από την οικονομική βάση. Άρα, στο χώρο της ΚΠ εντάσσονται τα «συμφέροντα», κυρίως αυτά της άρχουσας τάξης, της τάξης που ελέγχει τα μέσα παραγωγής. Βασικά το κράτος είναι εργαλείο της. Από αυτή την άποψη είναι εξ ορισμού το κράτος που είναι πάντα καχεκτικό, ενώ η ΚΠ είναι παντοδύναμη. Αυτή όμως η διχοτομική εννοιολόγηση της ΚΠ δεν μας βοηθάει να εξετάσουμε εμπειρικά τη σχέση κράτους-ΚΠ. Δεν μας βοηθάει για παράδειγμα να ερευνήσουμε πώς εξελίσσεται η σχέση μεταξύ αυτών που ελέγχουν τα μέσα παραγωγής και αυτών που ελέγχουν τα μέσα κυριαρχίας. Αφού σε κάθε καπιταλιστικό σχηματισμό το κράτος είναι πάντα «επιφαινόμενο»[1]. Η γκραμσιανή παραλλαγή της μαρξιστικής θέσης αμβλύνει κάπως τον ντετερμινισμό μεταξύ «οικονομικής βάσης» και κράτους. Δίνει μεγαλύτερη αυτονομία στον πολιτικό και τον ιδεολογικό χώρο. Από την άλλη μεριά, όμως, διατηρεί τη διάκριση κράτος-κοινωνία. Με αυτό τον τρόπο, πάντως, η ΚΠ μετατρέπεται σε μια έννοια τόσο ευρεία που καλύπτει όλο το χώρο μεταξύ κράτους και οικογένειας. Πρόκειται με άλλα λόγια για μια έννοια «σεντόνι», αφού αναφέρεται σε ένα χώρο που εμπεριέχει από ΜΚΟ μέχρι οργανωμένα συμφέροντα βιομηχάνων, γιατρών, δικηγόρων, φαρμακοποιών κτλ. (βλ. μέρος Β, τμήμα 2).
2. Κοινωνία πολιτών ως ενδιάμεσα στρώματα μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων
Ένας δεύτερος ορισμός που περιορίζει κάπως την ασάφεια του πρώτου είναι να δούμε την κοινωνία των πολιτών στο πολιτικό κυρίως επίπεδο ως χώρο μεταξύ κράτους και πολιτών, μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Ο χώρος αυτός αποτελείται από «ενδιάμεσα στρώματα» ή οργανώσεις που και προστατεύουν τους πολίτες από τον κρατικό αυταρχισμό και, από την άλλη μεριά, προστατεύουν τις πολιτικές ηγεσίες από τις από τα κάτω προερχόμενες λαϊκιστικές πιέσεις. Για τον Κορνχάουζερ[2], ο οποίος συνεχίζει την παράδοση του Μοντεσκιέ[3]και του Ντε Τοκβίλ, σε μια απόλυτα μαζικοποιημένη πολιτεία (δηλαδή, σε μια πολιτεία που δεν έχει ισχυρά ενδιάμεσα στρώματα) οι μεν πολίτες δεν μπορούν να προστατευθούν από την κρατική χειραγώγηση – από την άλλη μεριά, οι κυβερνώντες δεν έχουν τα μέσα να αντισταθούν σε καταστροφικές για τη χώρα λαϊκιστικές πιέσεις. Για να κάνω το τελευταίο πιο συγκεκριμένο, ο τρόπος με τον οποίο οι πολιτικές ηγεσίες του τόπου μας υπέκυψαν σε λαϊκιστικές πιέσεις σε ό,τι αφορά το σκοπιανό πρόβλημα δείχνει μια αδύνατη ΚΠ. Δείχνει την έλλειψη αυτόνομων ενδιάμεσων στρωμάτων ικανών να επιβάλουν την κοινή λογική στον δημόσιο χώρο, ικανών δηλαδή να υποχρεώσουν τους κυβερνώντες να βάλουν το γενικό συμφέρον της χώρας πάνω από τα στενά ψηφοθηρικά συμφέροντά τους.
Άρα, εδώ, το κράτος είναι και ισχυρό και αδύνατο. Είναι ισχυρό όταν δεν βρίσκει αντίσταση από τα ενδιάμεσα στρώματα (δηλαδή την ΚΠ). Τότε, μέσω της δημόσιας διοίκησης και των κομματικών μηχανισμών διεισδύει και κομματικοποιεί όλους τους θεσμικούς χώρους. Καταργεί δηλαδή την αυτονομία τους, τις ιδιαίτερες λογικές και αξίες τους. Από τις επαγγελματικές οργανώσεις μέχρι το πανεπιστήμιο και την παιδεία πιο γενικά, η κομματικοκρατία διαμορφώνει νοοτροπίες και πρακτικές. Από την άλλη μεριά, όμως, το κράτος είναι και αδύνατο, όταν οι πολιτικές ελίτ που το ελέγχουν, λόγω της έλλειψης ισχυρών ενδιάμεσων στρωμάτων, δεν είναι ικανές να αντισταθούν σε λαϊκιστικές πιέσεις από τη βάση. Άρα, σε τελική ανάλυση, μια ισχυρή κοινωνία πολιτών είναι ανάχωμα στον κρατικό αυταρχισμό και, συγχρόνως, δίνει τη δυνατότητα στις πολιτικές ελίτ να αντιστέκονται αποτελεσματικά σε λαϊκιστικά αιτήματα που συχνά οδηγούν σε αρνητικά για τους κυβερνώμενους αποτελέσματα. Από αυτή τη σκοπιά, και από την πλευρά του αναχώματος στον αυταρχισμό και από αυτή της προστασίας των κυβερνώντων από λαϊκιστικές πιέσεις, η ΚΠ ενδυναμώνει την αντιπροσωπευτική δημοκρατία.
3. Κοινωνία πολιτών ως ενδιάμεσος χώρος μεταξύ κράτους και αγοράς
Κατ’ αυτή την άποψη δεν μπορούμε να εξετάσουμε την ισχύ της ΚΠ περιορίζοντας την ανάλυση στον πολιτικό χώρο – στη σχέση, δηλαδή, μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Πρέπει επίσης να δούμε πώς η ΚΠ συνδέεται όχι μόνο με το κομματικοκρατικό σύστημα αλλά και με την αγορά[4]. Και για να γίνει αυτό πρέπει να εννοιολογήσουμε την ΚΠ σαν έναν τρίτο χώρο μεταξύ κράτους και αγοράς. Σαν ένα σχετικά αυτόνομο χώρο αποτελούμενο από θεσμούς, οργανώσεις και κινήματα, που εναντιώνονται και στον κρατικισμό και στην αγοροκρατία. Εναντιώνεται δηλαδή και στα μη ελεγχόμενα συμφέροντα των κυβερνώντων και στα οικονομικά συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Για να το πούμε διαφορετικά, η ΚΠ όταν είναι ισχυρή αμβλύνει την υπερβολική συγκέντρωση δύναμης αυτών που ελέγχουν τα μέσα κυριαρχίας. Αλλά και αυτών που ελέγχουν (κυρίως μονοπωλιακά ή ολιγοπωλιακά) τα μέσα παραγωγής[5].
Β. Οι επικριτές της ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΠΟΛΙΤΩΝ
Σε αυτό το μέρος θα επικεντρωθώ σε κριτικές που απευθύνονται στις μελέτες που ασχολούνται με την ελληνική περίπτωση – αλλά που αφορούν και την πιο γενική, τεράστια βιβλιογραφία περί ΚΠ σε άλλες χώρες.
1. Κράτος και συμφέροντα
Εδώ τη βασική κριτική θέση έχουν αναπτύξει ο Γιάννης Βούλγαρης[6] και ο Χρυσάφης Ιορδάνογλου[7]. Ακολουθώντας την γκραμσιανή ορολογία, το βασικό επιχείρημά τους είναι πως, σε ό,τι αφορά την ΚΠ στην Ελλάδα, στη σχετική βιβλιογραφία, κυριαρχεί η ιδέα πως το ελληνικό κράτος είναι δυνατό και πληθωρικό, ενώ η ΚΠ είναι εξαιρετικά αδύναμη/καχεκτική. Επειδή έχω ήδη ασχοληθεί με τα σχετικά επιχειρήματα του πρώτου[8], θα ασχοληθώ με την κριτική του Χρυσάφη Ιορδάνογλου (ΧΙ) στο πρόσφατο βιβλίο του Κράτος και ομάδες συμφερόντων: Μια κριτική της παραδεδεγμένης σοφίας. Κατά τον ΧΙ το δίπολο υπερτροφικό/ισχυρό κράτος και καχεκτική/αδύναμη κοινωνία πολιτών είναι βαθιά ριζωμένη ιδέα στις κοινωνικές επιστήμες στην Ελλάδα. Δεν είναι όμως πειστική, αφού ο χώρος της ΚΠ εμπεριέχει μια σειρά από συμφέροντα (επιχειρηματικά, συνδικαλιστικά, επαγγελματικά) που σε μεγάλο βαθμό πιέζουν και υποχρεώνουν το κράτος να τους παραχωρεί δικαιώματα που κάθε άλλο παρά προωθούν την ανάπτυξη της χώρας. Άρα στην ελληνική περίπτωση το κράτος είναι αδύνατο ενώ η ΚΠ ισχυρή.
Μακροϊστορική, συγκριτική προσέγγιση
Για να δούμε όμως πόσο ισχυρή είναι η ΚΠ και πόσο ανίσχυρο το κράτος στην Ελλάδα θα πρέπει να ξεκινήσουμε από μια μακροϊστορική και συγκριτική σκοπιά. Στα κράτη της δυτικής Ευρώπης, για διάφορους λόγους (π.χ. της αυτονομίας από τη μοναρχική εξουσία των εμπορικά προσανατολισμένων πόλεων), στην προνεωτερική εποχή υπήρχε μια ισορροπία μεταξύ θρόνου και της ανερχόμενης αστικής τάξης. Αυτή η ισορροπία δεν υπήρχε, για παράδειγμα, την ίδια εποχή στην οθωμανική αυτοκρατορία. Τότε επικρατούσε μια εξουσία που ο Μαξ Βέμπερ αποκαλεί σουλτανισμό[9]. Οι εμπορικές τάξεις των Ελλήνων, Εβραίων και Αρμένιων δεν μπόρεσαν ποτέ να αντισταθούν στον σουλτανικό δεσποτισμό και τον αυθαίρετο τρόπο διοίκησης. Είχαν μεν πλούτο, αλλά ποτέ το είδος της αυτονομίας των εμπόρων της δυτικής πόλης. Η οθωμανική πόλη ήταν μια διοικητική επέκταση της Πόρτας. Η εμπορική τάξη ζούσε πάντα κάτω από ένα καθεστώς ανασφάλειας, σε ένα πλαίσιο όπου το κράτος δικαίου ήταν αδύνατο ή και ανύπαρκτο.
Αργότερα, με την εκβιομηχάνιση των δυτικοευρωπαϊκών κοινωνιών, όχι μόνο η αστική τάξη αλλά και το βιομηχανικό προλεταριάτο, μέσω της δημιουργίας μαζικών συνδικάτων και φιλεργατικών κομμάτων, άλλαξαν ριζικά τον τρόπο οργάνωσης της κρατικής μηχανής. Για παράδειγμα, αν στην περίοδο του ancien regime η πατρωνία είχε οδηγήσει στην ακραία κατάσταση όπου αριστοκράτες και αστοί μπορούσαν να αγοράζουν σημαντικές διοικητικές θέσεις, τέτοιου είδους πρακτικές περιθωριοποιήθηκαν και η δημόσια διοίκηση απέκτησε πιο ορθολογικούς-γραφειοκρατικούς τρόπους οργάνωσης. Έτσι δημιουργούνται «ενδιάμεσα στρώματα» μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων που λειτούργησαν ως ανάχωμα στον κρατικό δεσποτισμό. Με τον τοκβιλιανό ορισμό της έννοιας, η ΚΠ στην Δύση ήταν και παραμένει εξαιρετικά ισχυρή σε σχέση με τις ημιπεριφερειακές χώρες της ύστερης ανάπτυξης, όπως η μεταοθωμανική Ελλάδα. Στην ελληνική περίπτωση, το πέρασμα του πληθυσμού από την ύπαιθρο στην πόλη πριν από την εκβιομηχάνιση οδήγησε στην υπερτροφία του κράτους[10] – αφού η έλλειψη βιομηχανικών μονάδων έκανε την πρόσληψη στη δημόσια διοίκηση τον μόνο τρόπο απορρόφησης του προερχόμενου από την ύπαιθρο εργατικού δυναμικού. Όταν τελικά ήρθε καθυστερημένα η εκβιομηχάνιση, η βιομηχανική τάξη δημιουργήθηκε κυρίως εκ των άνω, μέσω της παροχής οικονομικής βοήθειας και της δημιουργίας προστατευτικών μέτρων από την κρατική εξουσία. Έτσι, ενώ στη δυτική Ευρώπη το σχετικά πιο αυτόνομο κεφάλαιο περιόρισε τον κρατικό αυταρχισμό, στην Ελλάδα έγινε το αντίθετο. Η βιομηχανική τάξη, ιδίως στο μεσοπόλεμο, ήταν προϊόν των εκάστοτε κυβερνήσεων.
Αν λάβουμε υπ’ όψη μας τα παραπάνω, η ΚΠ στη χώρα μας όπως και σε άλλες ημι-περιφερειακές χώρες στη Λατινική Αμερική και αλλού είναι πολύ πιο αδύνατη από αυτή της Δύσης[11]. Αν ακολουθήσει κανείς τον ορισμό του Χρυσάφη Ιορδάνογλου τότε θα είχαμε την αντίθετη κατάσταση: ισχυρή ΚΠ στην ημι-περιφέρεια και καχεκτική στο κέντρο. Δεν νομίζω πως υπάρχουν σοβαρές μελέτες ιστορικές, πολιτικές και μακροκοινωνιολογικές που να υποστηρίζουν κάτι τέτοιο.
Κοινωνία πολιτών και συμφέροντα
Κατά τον Χρυσάφη Ιορδάνογλου, όπως ήδη ανέφερα, τα διάφορα συμφέροντα εντάσσονται θεωρητικά στο χώρο της ΚΠ. Αυτά είναι πανίσχυρα στην Ελλάδα, άρα η ΚΠ κάθε άλλο παρά καχεκτική και αδύνατη είναι. Όμως στη μη μαρξιστική, ξενόφωνη και συνεχώς διογκούμενη πρόσφατη βιβλιογραφία, από τη σκοπιά της ΚΠ ως «τρίτου χώρου», τα «συμφέροντα» εντάσσονται κυρίως στο χώρο της οικονομίας και του κράτους. Τα οικονομικά συμφέροντα στις καπιταλιστικές κοινωνίες, επειδή είναι άμεσα συνδεδεμένα με το κομματικοκρατικό σύστημα πρέπει να τα δούμε σε σχέση με τα συμφέροντα της πολιτικής ελίτ. Από αυτή τη σκοπιά, αγορά και κράτος αποτελούν δύο, εν μέρει αλληλεπικαλυπτόμενους, κύκλους. Η λεγόμενη διαπλοκή μεταξύ πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων είναι συστατικό, δομικό χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού συστήματος. Μερικές φορές τα οικονομικά συμφέροντα είναι ισχυρότερα, άλλες φορές είναι τα κομματικοκρατικά που υπερισχύουν[12].
Περνώντας τώρα στην ελληνική βιβλιογραφία, δεν ξέρω καμιά θεωρητικά συγκροτημένη κοινωνιολογική έρευνα που ορίζει την ΚΠ σαν ένα χώρο στον οποίο εντάσσονται «συμφέροντα», όπως τα ορίζει ο Χρυσάφης Ιορδάνογλου. Σε καμία ανάλυση οργανισμοί όπως π.χ. ο ΣΕΒ δεν θεωρούνται πως ανήκουν στην ΚΠ. Άρα ο Ιορδάνογλου αγνοεί πως οι θεωρίες στις οποίες κάνει κριτική εννοιολογούν την ΚΠ κατά τελείως διαφορετικό τρόπο. Αυτές οι θεωρίες, ακολουθώντας την κυρίαρχη εννοιολόγηση της ΚΠ, τη βλέπουν σαν έναν τρίτο χώρο μεταξύ αγοράς και κράτους, σαν ένα χώρο που δεν λειτουργεί, τουλάχιστον κανονιστικά και σε μεγάλο βαθμό ούτε «ρεαλιστικά» (βλ. πιο κάτω, τμήμα 3)[13] ούτε με βάση τη λογική εξουσίας ούτε σε αυτή της προώθησης οικονομικών συμφερόντων. Έτσι, η κριτική του βασίζεται στη λανθασμένη υπόθεση πως οι θεωρίες τις οποίες απορρίπτει ορίζουν την ΚΠ, όπως και ο ίδιος. Αυτό βέβαια τον οδηγεί να κάνει κριτική σε θεωρίες που δεν υπάρχουν, σε θεωρίες φαντάσματα. Τον οδηγεί στην κατασκευή αχυρανθρώπων που μετά αποδομεί κατά συστηματικό τρόπο.
Μπορεί βεβαίως κανείς να ορίσει βασικούς όρους στις κοινωνικές επιστήμες κατά βούληση. Είναι όμως υποχρεωμένος να δείξει τις διαφορές μεταξύ της δικής του ορολογίας και αυτής των άλλων στους οποίους ασκεί κριτική. Είναι επίσης υποχρεωμένος να δείξει γιατί η δική του εννοιολόγηση είναι πιο χρήσιμη για την εξήγηση συγκεκριμένων φαινομένων. Από αυτή τη σκοπιά, αν κάποιος ήθελε να εντοπίσει τις διαφορές στη σχέση ΚΠ-κράτους μεταξύ οικονομικά ανεπτυγμένων χωρών και χωρών ύστερης ανάπτυξης χρησιμοποιώντας τον ορισμό της ΚΠ του Ιορδάνογλου, αυτό θα τον οδηγούσε στο εξής αλλόκοτο συμπέρασμα: πως οι τριτοκοσμικές χώρες σήμερα έχουν πιο ισχυρή ΚΠ από τις δυτικές χώρες του κέντρου[14]!
Κομματικοκρατία
Αν στο πλαίσιο της σύγκρισης μεταξύ των αναπτυξιακών διαδρομών χωρών κέντρου και περιφέρειας γίνεται προφανής η καχεκτικότητα της ΚΠ (ως τρίτος χώρος) στην περιφέρεια, πόσο δυνατό ή αδύναμο είναι το ελληνικό κράτος; Είναι το ελληνικό κράτος τόσο ανίσχυρο όσο υποστηρίζει ο Χρυσάφης Ιορδάνογλου; Νομίζω πως όχι. Το ελληνικό κομματικοκρατικό σύστημα έχει τεράστια ισχύ, με την έννοια πως επεκτείνεται και διαβρώνει τις αυτόνομες λογικές και αξίες όλων των άλλων θεσμικών χώρων. Από αυτή την άποψη, το κομματικοκρατικό σύστημα διεισδύει και «κομματικοποιεί» την υπόλοιπη κοινωνία. Εξ ου και το πολίτευμα της χώρας μας θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να αποκαλείται όχι κομματική αλλά κομματικοκρατική δημοκρατία. Την κυριαρχία του κομματικοκρατικού τη βλέπουμε παντού, από το πανεπιστήμιο μέχρι τα επαγγέλματα. Σε ποια δυτικοευρωπαϊκή χώρα μπορούμε να δούμε, όπως στην εποχή του ελληνικού μεταπολιτευτικού δικομματισμού, πράσινα και γαλάζια καφενεία σε πολλά χωριά; Σε ποια βορειοδυτική, ευρωπαϊκή χώρα οι οργανωμένες νεολαίες παίρνουν γραμμή από τα κόμματα τα οποία, με αυτό τον τρόπο, καθορίζουν άμεσα σημαντικές εξελίξεις στον πανεπιστημιακό χώρο[15]; Σε ποια ευρωπαϊκή χώρα το πιο μεγάλο πανεπιστήμιο της χώρας μένει κλειστό για μήνες σε μια διαμάχη όπου τον κυρίαρχο τόνο δίνουν τα κόμματα;
Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε πως μια άλλη προφανής ένδειξη της κομματικοκρατικής παντοδυναμίας είναι ο συντεχνιακός χαρακτήρας της πολιτικής ελίτ. Σε πολλές περιπτώσεις η Βουλή και οι κομματικές οργανώσεις συγκροτούν μια τεράστια συντεχνία που προωθεί και προστατεύει τα στενά συμφέροντα των μελών της. Περιπτώσεις όπως τα μαύρα κομματικά ταμεία, οι κρατικοί (μη) έλεγχοι των δημόσιων έργων, οι νόμοι που προστατεύουν τους βουλευτές από παράνομες πράξεις, οι θεατρικές εξεταστικές επιτροπές όπου βουλευτές εξετάζουν τα ανομήματα συναδέλφων τους (δηλ. «Γιάννης κερνάει και Γιάννης πίνει»), η τάση για ατιμωρησία πολιτικών και δημόσιων υπαλλήλων που εμπλέκονται σε υποθέσεις δωροδοκίας – σε όλες αυτές και σε άλλες περιπτώσεις το κράτος είναι παντοδύναμο. Δίνει αυθαίρετα σε διάφορες ομάδες συμφερόντων αλλά και παίρνει παράνομα από αυτές. Αυτή η κατάσταση, όπως σωστά υποστηρίζει ο Ιορδάνογλου, συχνά εγκλωβίζει το κράτος, το οδηγεί σε αδιέξοδα. Σε αυτή την περίπτωση όμως το κράτος γίνεται μεν αναποτελεσματικό αλλά όχι αναγκαστικά μη ισχυρό. Στο ισχυρότατο πλέγμα διαπλοκής μεταξύ κομματικοκρατικών και εξωκομματικοκρατικών συμφερόντων, όπως ήδη ανέφερα, μερικές φορές τα πρώτα είναι πιο δυνατά ενώ σε άλλες τα δεύτερα. Αυτό που είναι σίγουρο είναι πως ο συνδυασμός των δύο αποτελεί μια συμπαγή δύναμη που πολύ συχνά η ΚΠ, ως τρίτος χώρος, αδυνατεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά – κυρίως στην ημι-περιφέρεια γενικά και στη χώρα μας πιο ειδικά.
2. Κοινωνικό κράτος και κοινωνία πολιτών
Ένα μέρος της αριστερής διανόησης αντιμετωπίζει με καχυποψία την έννοια της ΚΠ. Αποδέχεται, αντίθετα με την προηγούμενη κριτική, την ΚΠ ως τρίτο χώρο μεταξύ κράτους και αγοράς. Αλλά θεωρεί την ανάπτυξη της ΚΠ σαν μια προσπάθεια της νεοφιλελεύθερης κυρίαρχης τάξης να συρρικνώσει το κράτος πρόνοιας και να περάσει μερικές από τις λειτουργίες του σε διάφορες μη κυβερνητικές οργανώσεις που στοχεύουν π.χ. στην προστασία του περιβάλλοντος, στη βοήθεια των μεταναστών, διάφορων ευάλωτων ομάδων κ.λπ. Άρα η ΚΠ, με το να αντικαθιστά ένα μέρος των κρατικών λειτουργιών, βοηθά στην αναπαραγωγή του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού που είναι υπέρ της κρατικής συρρίκνωσης.
Νομίζω πως σε αυτή την κριτική η ιδεολογία συσκοτίζει και αποπροσανατολίζει. Η ΚΠ ως τρίτος χώρος δεν εμπεριέχει μόνο φιλανθρωπικές οργανώσεις αλλά και ανεξάρτητες από το κομματικοκρατικό σύστημα αρχές και κοινωνικά κινήματα που αντιτίθενται και στον κομματικοκρατικό αυταρχισμό και στην αγοροκρατία. Για να δώσω ένα συγκεκριμένο παράδειγμα, οι διάφορες ΜΚΟ που ασχολούνται με τα ανθρώπινα δικαιώματα ή με τη διαφάνεια δεν θέλουν, όπως οι ζηλωτές του νεοφιλελευθερισμού, λιγότερο κράτος αλλά ένα κράτος πιο δημοκρατικό και λιγότερο διεφθαρμένο. Δεύτερο παράδειγμα, οι περιβαλλοντικές ΜΚΟ δεν προσπαθούν να αποσπάσουν από το κράτος την ευθύνη για την προστασία του περιβάλλοντος. Αντίθετα, προσπαθούν να πιέσουν την εκάστοτε κυβέρνηση να παρέμβει πιο δυναμικά στο χώρο της περιβαλλοντικής προστασίας. Από την άλλη μεριά, οι ΜΚΟ που έχουν σαν στόχο την προστασία των καταναλωτών από τις μονοπωλιακές πρακτικές των επιχειρήσεων δεν είναι «όργανα του κεφαλαίου». Αντίθετα, (όπως το κίνημα του Ραλ Νάντερ στις ΗΠΑ) αποτελούν έναν πόλο κριτικής και μαχητικής κινητοποίησης εναντίον της κερδοσκοπίας και της εκμετάλλευσης των καταναλωτών. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε πως τα νέα κινήματα τύπου Σιάτλ και Γένοβας, κινήματα που έχουν μεγάλη απήχηση στη νέα γενιά, είτε είναι ευθέως αντικαπιταλιστικά είτε είναι εναντίον του «καπιταλισμού καζίνο».
Αν έτσι έχουν τα πράγματα, από μια δημοκρατική προοπτική, τα πολιτικά κόμματα που οι απλοί πολίτες όλο και περισσότερο απαξιώνουν πρέπει να προσπαθήσουν όχι να «καπελώσουν» αλλά να συνεργαστούν επί ίσοις όροις με τις νέες δυνάμεις που αναδύονται στο χώρο της ΚΠ. Μόνο έτσι θα μπορέσουν να αναζωογονήσουν τις απαρχαιωμένες δομές και νοοτροπίες τους. Με βάση τα παραπάνω, γίνεται προφανές πως η ΚΠ ως τρίτος χώρος λειτουργεί σαν μια δύναμη που προσπαθεί να καταστήσει το κράτος πιο περιβαλλοντικά υπεύθυνο, τα κόμματα λιγότερο πελατειακά και τη δημόσια διοίκηση λιγότερο διεφθαρμένη. Τίποτε από τα παραπάνω δεν οδηγούν αναγκαστικά στη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους.
3. Η σκοτεινή πλευρά της ΚΠ
Μια τρίτη επιχειρηματολογία εναντίον της ΚΠ είναι πως οι θαυμαστές της την εξιδανικεύουν. Δεν λαμβάνουν σοβαρά υπ’ όψη πως ο χώρος της ΚΠ εμπεριέχει οργανώσεις που κάθε άλλο παρά δημοκρατικές και ανθρωπιστικές καθολικές αξίες προωθούν. Για παράδειγμα, υπάρχουν ΜΚΟ οι οποίες χρησιμοποιούν τους πιο πολλούς πόρους που συγκεντρώνουν για την αναπαραγωγή της οργάνωσης παρά για τους καθολικούς στόχους τους οποίους υποτίθεται ότι προωθούν (π.χ. το OXFAMέχει στο παρελθόν κατηγορηθεί ότι συχνά μετατρέπει τα μέσα σε σκοπό). Και βεβαίως υπάρχουν ΜΚΟ που δημιουργούνται όχι για την πραγμάτωση των επίσημων στόχων που επαγγέλλονται αλλά για την εκπλήρωση επιμεριστικών σκοπών (πλουτισμός, ξέπλυμα μαύρου χρήματος, φοροδιαφυγή κ.λπ.). Υπάρχουν επίσης μη κρατικές και μη επιχειρηματικές οργανώσεις που προωθούν π.χ. τοπικιστικά συμφέροντα – χωρίς αναγκαστικά να συνδέονται με κόμματα. Υπάρχουν τέλος ΜΚΟ που είναι «καπελωμένες» από κόμματα ή την κυβέρνηση – που είναι, άρα, επεκτάσεις του κομματικοκρατικού συστήματος.
Αν κοιτάξουμε όμως προσεχτικά τη σχετική βιβλιογραφία, βλέπουμε πως γίνεται ένας διαχωρισμός μεταξύ της ΚΠ ως κανονιστικής έννοιας (σαν ένα όραμα, π.χ., το οποίο οι πολίτες πρέπει να μάχονται για να προσεγγίσουν) και την ΚΠ σαν συγκεκριμένη κοινωνική πραγματικότητα – σαν ένα χώρο που εμπεριέχει και οργανώσεις επιμεριστικού χαρακτήρα[16]. Αλλά σε αυτή την περίπτωση, το διακύβευμα δεν είναι η απόρριψη/απαξίωση της ΚΠ στο σύνολό της. Το διακύβευμα είναι να βρεθούν τρόποι περιθωριοποίησης των οργανώσεων και κινημάτων που δεν έχουν ανθρωπιστικά, δημοκρατικά χαρακτηριστικά. Όπως η ύπαρξη ρατσιστικών κομμάτων στον πολιτικό χώρο δεν πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη ή στην πλήρη απαξίωση του κοινοβουλευτισμού, έτσι και στο χώρο της ΚΠ η «σκοτεινή» πλευρά της δεν πρέπει να οδηγήσει στην ολική απαξίωση του τρίτου αυτού χώρου μεταξύ κράτους και αγοράς. Γιατί, παρ’ όλες τις δυσλειτουργίες του, βοηθάει σημαντικά στον παραπέρα εκδημοκρατισμό της πολιτείας και στον εξανθρωπισμό του καπιταλισμού.
4. Έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης
Μια τέταρτη ένσταση εναντίον της ΚΠ είναι πως οι ΜΚΟ, ακόμα και όταν λειτουργούν δημοκρατικά στο εσωτερικό τους, έχουν ηγέτες που δεν εκλέγονται από τον λαό. Από αυτή την άποψη, δεν εκπροσωπούν κανέναν εκτός από τον εαυτό τους. Αυτό είναι μεν σωστό, αλλά κανείς σοβαρός αναλυτής των δημοκρατικών θεσμών δεν πρεσβεύει πως ο μόνος τρόπος συμμετοχής στις πολιτικές διαδικασίες πρέπει να είναι αποκλειστικά μέσω των κομμάτων ή μέσω δημοψηφισμάτων. Μόνο ο ημι-φασιστικός κορπορατισμός τύπου Φράνκο και Σαλαζάρ αποκλείει από τον δημόσιο χώρο κάθε οργάνωση που προσπαθεί να δράσει αυτόνομα, εκτός του κορπορατιστικού συστήματος.
Επιπλέον, αν κοιτάξει κανείς το παραπάνω πρόβλημα από μια μακροϊστορική και συγκριτική σκοπιά, είναι τα έθνη-κράτη που είχαν μια ισχυρή ΚΠ (όχι με τη μαρξιστική έννοια του όρου) που ανέπτυξαν γερά ριζωμένους κοινοβουλευτικούς θεσμούς. Από την άλλη μεριά, έθνη-κράτη που αναδύθηκαν μέσα από την κατάρρευση δεσποτικών πολιτικών σχηματισμών, σχηματισμών όπου η κοινωνία πολιτών ήταν αδύνατη –όπου δηλαδή δεν υπήρχαν ισχυρά, αυτόνομα στρώματα μεταξύ του «δεσπότη» (σουλτάνου, τσάρου κ.λπ.) και του λαού–, χαρακτηρίζονται από σαθρούς δημοκρατικούς θεσμούς. Και είναι ακριβώς σε τέτοιες περιπτώσεις (στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η χώρα μας) που η ισχυροποίηση της ΚΠ μπορεί να αμβλύνει τα ελλείμματα του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Τέλος, ειδικά σε ημι-περιφερειακές χώρες όπως η Ελλάδα όπου η πολιτική ελίτ λειτουργεί στο σύνολό της σαν μια συντεχνία, είναι απαραίτητοι οι έλεγχοι του κομματικοκρατικού συστήματος, τουλάχιστον εν μέρει, να προέρχονται από μη κομματικοκρατικούς φορείς[17]. Το ίδιο ισχύει και με τον έλεγχο της αγοράς. Επειδή η διαπλοκή μεταξύ πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων είναι αναπόφευκτη σε κοινωνίες όπου το οικονομικό κεφάλαιο μπορεί να αγοράζει εύκολα μιντιακή και πολιτική επιρροή, οι έλεγχοι από έναν τρίτο σχετικά αυτόνομο χώρο από το κράτος και την αγορά είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τον παραπέρα εκδημοκρατισμό μιας χώρας.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
(i) Τρεις είναι οι βασικοί ορισμοί της ΚΠ:
Η ΚΠ ως ο χώρος που εμπεριέχει ό,τι δεν είναι κρατικό – κυρίως τους φορείς που κατέχουν τα μέσα παραγωγής και, άρα, ελέγχουν το κράτος.
Η ΚΠ ως «ενδιάμεσα στρώματα» μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων.
Η ΚΠ ως ένας τρίτος χώρος μεταξύ κράτους και αγοράς που δεν λειτουργεί ούτε με βάση τη λογική της κρατικής εξουσίας, ούτε με αυτήν του κέρδους.
Στο χώρο των κοινωνικών επιστημών είναι ο τρίτος ορισμός που χρησιμοποιείται ευρέως σήμερα.
(ii) Μια σχετικά πρόσφατη κριτική της βιβλιογραφίας πάνω στην ΚΠ στη χώρα μας είναι πως η «παραδεγμένη σοφία» θεωρεί την ΚΠ στην Ελλάδα αδύνατη και το κράτος ισχυρό. Κατ’ αυτή την κριτική συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: η ΚΠ, είναι ισχυρή αφού εμπεριέχει επιχειρηματικά, συνδικαλιστικά και επαγγελματικά συμφέροντα που περιορίζουν την κρατική εξουσία. Η παραπάνω κριτική δεν είναι πειστική γιατί αυτοί που θεωρούν την ΚΠ στην Ελλάδα αδύνατη την ορίζουν κατά ριζικά διαφορετικό τρόπο: σαν έναν τρίτο χώρο μεταξύ αγοράς και κράτους, χώρο που δεν εμπεριέχει τα παραπάνω συμφέροντα. Άρα οι δυο διαφορετικές προσεγγίσεις οδηγούν σε ένα διάλογο κωφών.
(iii) Μια δεύτερη κριτική θεωρεί την ΚΠ ως ένα χώρο που οι νεοφιλελεύθερες δυνάμεις ευνοούν, αφού πολλές από τις ΜΚΟ προσφέρουν υπηρεσίες που το συνεχώς συρρικνούμενο κοινωνικό κράτος αδυνατεί να προσφέρει. Η απάντηση σε αυτή την κριτική είναι πως οι οικολογικά, ανθρωπιστικά και δημοκρατικά προσανατολισμένες ΜΚΟ δεν θέλουν τη συρρίκνωση αλλά την επέκταση του κοινωνικού κράτους. Από την άλλη μεριά, θέλουν την άμβλυνση των συντεχνιακών χαρακτηριστικών του κομματικοκρατικού συστήματος. Θέλουν οι έλεγχοι των παθολογιών του να γίνονται από οργανισμούς/αρχές που βρίσκονται όχι εντός αλλά εκτός του συστήματος.
(iv) Μια τρίτη αντίρρηση στην έννοια της ΚΠ είναι πως οι θιασώτες της τη βλέπουν ουτοπικά, σαν ένα χώρο που εμπεριέχει μόνο οργανώσεις με «καλούς», καθολικούς, ανθρωπιστικούς προσανατολισμούς. Η απάντηση σε αυτή την κριτική είναι πως στη σχετική βιβλιογραφία γίνεται η διάκριση μεταξύ της κανονιστικής προσέγγισης που θεωρεί την ΚΠ ως στόχο/όραμα που πρέπει να πλησιάσουμε, και της μη κανονιστικής προσέγγισης που εξετάζει την ΚΠ σαν έναν υπαρκτό χώρο που έχει και τη σκοτεινή πλευρά του – χώρο, δηλαδή, που εμπεριέχει και ΜΚΟ επιμεριστικού χαρακτήρα.
(v) Μια τελευταία κριτική τονίζει πως οι ανεξάρτητες από τα κόμματα αρχές (που κατά τη γνώμη μου εντάσσονται στο χώρο της ΚΠ ως τρίτου χώρου) ελέγχουν παράνομα τις δυσλειτουργίες του κράτους και της αγοράς, αφού αυτοί που τις διευθύνουν δεν ψηφίζονται από το λαό. Οι ανεξάρτητες αρχές, όμως, όχι μόνο λογοδοτούν στη Βουλή, αλλά όταν είναι πραγματικά ανεξάρτητες (πράγμα σπάνιο στη χώρα μας) λειτουργούν ως ανάχωμα στην εντεινόμενη κομματικοκρατία και την αγοροκρατία.
(vi) Η ΚΠ σαν ένας τρίτος πόλος μεταξύ κράτους και αγοράς δεν αποτελεί μαγική φόρμουλα, ικανή να λύσει όλα τα προβλήματα των κοινοβουλευτικών δημοκρατιών. Αποτελεί όμως ένα χώρο ικανό να αμβλύνει τον αυταρχισμό και τη διαφθορά του κομματικοκρατικού συστήματος από τη μια μεριά και την ασυδοσία του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού από την άλλη. Επιπλέον, σαν αναλυτική κατηγορία, ήδη από τον 19ο αιώνα η έννοια της ΚΠ αποτελούσε –και εξακολουθεί να αποτελεί– ένα χρήσιμο εργαλείο στη μελέτη της συγκρότησης, αναπαραγωγής και μετασχηματισμού των δημοκρατικών θεσμών.
[1] Στη λιγότερο ντετερμινιστική μαρξιστική εκδοχή του ιστορικού υλισμού, το κράτος, σε σχέση με την οικονομική βάση, έχει σχετική αυτονομία, αλλά είναι πάντα καθορίζον σε τελευταία ανάλυση. Για μια κριτική και των δύο παραπάνω εκδοχών της σχέσης οικονομική βάση-κρατικό εποικοδόμημα. Βλ. Μουζέλης, Ν. Μεταμαρξιστικές Προοπτικές. Macmillan 1990 και Θεμέλιο 1992.
[2]Kornhauser, W. (1959). The Politics of Mass Society. Glencoe: The Free Press.
[3] Ο Μοντεσκιέ, στο ύστερο κυρίως έργο του, εφαρμόζει συστηματικά τη συγκριτική μέθοδο, μια μέθοδο που είναι συστατικό στοιχείο της κλασικής κοινωνιολογικής ανάλυσης. Συγκρίνει, για παράδειγμα, το πολιτικό σύστημα της Αγγλίας με αυτό της Γαλλίας θεωρώντας το πρώτο λιγότερο αυταρχικό και δεσποτικό. Προσπαθεί να εξηγήσει τη διαφορά συγκρίνοντας τη σχέση μοναρχίας με την αριστοκρατία στις δυο κοινωνίες. Στη γαλλική περίπτωση, ο απολυταρχισμός του Λουδοβίκου XIVυπονόμευσε την αυτονομία των ελίτ και τους επαρχιακούς θεσμούς των parlements που τις εκπροσωπούσαν. Με αυτόν τον τρόπο, η υποταγμένη από το θρόνο αριστοκρατική τάξη δεν μπόρεσε να λειτουργήσει σαν ανάχωμα στην αυθαίρετη βούληση του μονάρχη. Στην Αγγλία, από την άλλη μεριά, οι αριστοκρατικές ελίτ, μέσω της Βουλής, κατόρθωσαν να εμποδίσουν τη διείσδυση της βασιλικής εξουσίας στην περιφέρεια. Αυτό δημιούργησε ένα χώρο αυτονομίας μέσα στον οποίο αριστοκράτες και αργότερα αστοί εμπόδισαν τον μοναρχικό επεκτατισμό. Έτσι έχουμε την ιδέα των «ενδιάμεσων στρωμάτων» μεταξύ του λαού και της κεντρικής κρατικής εξουσίας που, αργότερα, θα οδηγήσει στον πολιτικό εκδημοκρατισμό. Από αυτή τη σκοπιά υπάρχει συνέχεια μεταξύ των «ενδιάμεσων στρωμάτων» του Μοντεσκιέ και την εννοιολόγηση της ΚΠ τύπου Toκβίλ και Kορνχάουζερ.
[4] Μια κλασική και θεωρητικά συγκροτημένη μελέτη πάνω στην εκδοχή της ΚΠ ως τρίτος χώρος μεταξύ κράτους και αγοράς είναι αυτή των Cohen, J.L. και A. Arato (1992). Civil Society and Political Theory. Boston: BeaconPress. Βλ. επίσης Ζάννης, Π. (2013). Δημοκρατία και Κοινωνική Πολιτική σε Μετάβαση: Ο Τρίτος Τομέας. Μια γενική θεωρία. Αθήνα: Πόλις.
[5] Η έννοια της ΚΠ ως τρίτος χώρος μεταξύ κράτους και αγοράς αναπτύχθηκε ραγδαία και έγινε κυρίαρχη στη διεθνή βιβλιογραφία κυρίως με την άνοδο του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού στη δεκαετία του 1970.
[6] Βούλγαρης, Γ. (2006). «Κράτος και κοινωνία πολιτών στην Ελλάδα: Μια σχέση προς επανεξέταση;», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, τχ. 28.
[7] Ιορδάνογλου, Χ. (2013). Κράτος και Ομάδες Συμφερόντων. Μια Κριτική της Παραδεδεγμένης Σοφίας. Αθήνα: Πόλις.
[8] Βλ. Μουζέλης, Ν. (2007). «Κράτος και κοινωνία πολιτών. Από το παλιό στο νέο παράδειγμα;», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, τχ. 30.
[9] Weber, M. (1925/1978). Economy and Society. Επιμ. G. Rothκαι G. Witich, Berkeley: UniversityofCaliforniaPress, τόμ. Ι, σελ. 231.
[10] Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, το 1870 η αναλογία δημοσίων υπαλλήλων σε κάθε 10.000 πληθυσμού ήταν σχεδόν επταπλάσια σε σύγκριση με το Ηνωμένο Βασίλειο. Βλ. Δερτιλής, Γ. (1977). Κοινωνικός Μετασχηματισμός και Στρατιωτική Επέμβαση 1880-1909. Αθήνα: Εξάντας. Βέβαια όπως υποστηρίζει ο Χρυσάφης Ιορδάνογλου, στην τωρινή περίοδο το κράτος είναι λιγότερο υπερτροφικό και ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων είναι κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αλλά εδώ θα έπρεπε κανείς να υπολογίσει και τον αριθμό των ελλήνων δημοσίων υπαλλήλων σε σχέση με τις λειτουργίες που εκτελούν. Δεν έχω στοιχεία, αλλά, για παράδειγμα στην Μ. Βρετανία, το ποσοστό σχετικά «άχρηστων» δημοσίων υπαλλήλων (που απουσιάζουν συστηματικά ή «δεν κάνουν τίποτα») πρέπει να είναι πολύ μικρότερο από αυτό της Ελλάδας. Με άλλα λόγια, αυτό που επιτελεί η ελληνική δημόσια διοίκηση θα μπορούσε να επιτευχθεί με πολύ λιγότερους υπαλλήλους. Από αυτή την άποψη, η σημερινή δημόσια γραφειοκρατία παραμένει πληθωρική.
[11] Μουζέλης, Ν. Κοινοβουλευτισμός και Εκβιομηχάνιση στην Ημι-περιφέρεια: Ελλάδα, Βαλκάνια, Λατινική Αμερική. Macmillan 1986 καιΘεμέλιο, 1987. Βλ. επίσης Mouzelis, N. (1998). «Modernity, late development and civil society» στο L. Rudebeck και O. Törnquist (επιμ.). Democratisation in the Third World. London: Macmillan.
[12] Για τις σχέσεις του πολιτικού και του οικονομικού στην Ελλάδα, βλ. Μουζέλης, Ν. Μεταμαρξιστικές Προοπτικές. Όπ. παρ., σελ. 136 και συνέχεια.
[13] Για τη διάκριση μεταξύ της κανονιστικής και της μη κανονιστικής («ρεαλιστικής προσέγγισης») στην εννοιολόγηση της ΚΠ, βλ. τη συζήτηση πάνω στη «σκοτεινή πλευρά της ΚΠ» (τμήμα 3).
[14] Για συγκριτικά στατιστικά στοιχεία που δείχνουν ξεκάθαρα την καχεκτικότητα της ΚΠ στην Ελλάδα – σε ό,τι αφορά τη συμμετοχή των πολιτών σε συλλόγους και σωματεία, βλ. Πολυζωίδης, Π. (2006). Εθελοντισμός στην Κοινωνική Προστασία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. Βλ. επίσης Σωτηρόπουλος, Δ. (2013). «Πελατειακές σχέσεις και νέες μορφές συμμετοχής» στο Κ. Ροζάκου και Ε. Γκαρά (επιμ.). Ελληνικά Παράδοξα: Πατρωνία, Κοινωνία πολιτών και Βία. Αθήνα: Αλεξάνδρεια, σελ. 160-2. Βέβαια, στις μέρες μας, τα άτυπα δίκτυα αλληλεγγύης, λόγω της κρίσης, έχουν πολλαπλασιαστεί.
[15] Αυτού του είδους την άκρατη κομματικοποίηση δεν τη βλέπουμε μόνο στην Ελλάδα. Τη βλέπουμε σε χώρες της Λατινικής Αμερικής και σε άλλες χώρες ύστερης ανάπτυξης.
[16] Βλ. για παράδειγμα τα σχετικά άρθρα στο Alexander, J. (επιμ.) (1998). Real Civil Societies. London: Sage. Για μια κριτική της τρέχουσας έννοιας της ΚΠ ως «καλή», ως χώρος που εμπεριέχει οργανώσεις με «αγαθές» προθέσεις, βλ. Παπαταξιάρχης, Ε. (2013). «Κρίσεις και αναθεωρήσεις» στο Κ. Ροζάκου και Ε. Γκαρά. όπ. παρ. Ο Παπαταξιάρχης μιλά για την εσφαλμένη και ευρέως διαδεδομένη αντίληψη πως ΚΠ=καλή και βία=κακή. Αυτού του είδους την τελείως αφελή αντίθεση μεταξύ καλής ΚΠ και κακής βίας, μια αντίθεση που βασίζεται στην εννοιολόγηση των δυο εννοιών ως αμετάβλητες ουσίες, μπορεί να τη δει κανείς στο επίπεδο του δημοσιογραφικού λόγου ή σε αυτό της κομματικής διαμάχης. Δεν υπάρχει όμως (στην ελληνική ή ξενόφωνη βιβλιογραφία) σε σοβαρές μελέτες στο χώρο της κοινωνιολογίας ή της πολιτικής επιστήμης. Αυτό μπορεί να το διαπιστώσει κανείς στο εξαιρετικά εμπεριστατωμένο άρθρο των Χ. Λυριντζή και Ε. Παπαταξιάρχη (στον ίδιο τόμο) που αναφέρεται στην εξέλιξη της πολιτικής επιστήμης και της ανθρωπολογίας στην Ελλάδα. Κανείς από τους συγγραφείς στους οποίους αναφέρονται δεν χρησιμοποιεί το δίπολο καλή κοινωνία πολιτών-κακή βία.
[17] Πραγματικά ανεξάρτητες αρχές, όπως ο Συνήγορος του Πολίτη, δεν εκλέγονται μεν από τους ψηφοφόρους αλλά ελέγχονται χωρίς να καπελώνονται από το Κοινοβούλιο.
Banksy, Follow your dreams. Γκραφίτι σε τοίχο. Απότοβιβλίοτου Banksy, Wall and Piece (Random House, 2007)..
Banksy / Random House
Προφανώς και προσυπογράφω!
31 Μαρ 2014, 12:03