α. Η ρητορική των ονείρων
Για μερικούς από τους μεγαλύτερους τεχνίτες της εποχής μας, η σύλληψη και η έκφραση, έστω και στο ελάχιστο, της φευγαλέας ουσίας των ονείρων στάθηκε ο μεγαλύτερος αγώνας τους και το μεγαλύτερό τους κατόρθωμα. Μια νέα αχαρτογράφητη εσωτερική ήπειρος έπρεπε να κατακτηθεί για την τέχνη. Οι πρωτοπόροι πιονιέροι δεν έλειψαν από ετούτη την πρωτοφανή εξερευνητική περιπέτεια: ο Πόε, οι Ρομαντικοί, η Νέα Σχολή της Βιέννης (η οποία προλείανε το δρόμο του Φρόυντ). Αργότερα, η κινηματογραφική τεχνολογία θα προσπαθήσει να μεταδώσει τις εικόνες των μοντέρνων καιρών – διαδικασία που αρτιώθηκε από σκηνοθέτες όπως ο Μπέργκμαν, ο Φελίνι ή ο Ταρκόφσκι, που δεν δίστασαν να στρέψουν την κάμερα στις απαγορευμένες ζώνες ή στους μυστηριώδεις ωκεανούς του ύπνου (ας θυμηθούμε την Εβδόμη σφραγίδα, το Οκτώμιση, τον Στάλκερ και το Solaris).
Ωστόσο, το κίνημα που έθεσε με τον πιο ριζικό και καινοτόμο τρόπο το ζήτημα των ονείρων, και στη ζωή και στην καλλιτεχνική έκφραση, ήταν ο υπερρεαλισμός. Για πρώτη φορά τα όνειρα διεκδικούν την ισότιμη πολιτογράφησή τους στην πραγματικότητα και την ισάξια πραγμάτευσή τους από την τέχνη. Άλλωστε, η «υπερπραγματικότητα» που ευαγγελίστηκε το νέο κίνημα δεν είναι παρά η συγχώνευση ονείρου και εγρήγορσης.
«Εντελώς αντίθετα από τον παλαιό εκείνο, πλην αξιοθαύμαστο, μαρκήσιο Hervey de Saint-Denys», γράφει σχετικά ο Οδυσσέας Ελύτης, «που ζητούσε να φωτίσει τον ύπνο από τη μεριά του ξύπνιου εαυτού του, επεδίωκα εγώ να συλλαμβάνω την καθημερινή ζωή από τη μεριά του ονείρου… Έφταναν στιγμές που ένιωθα κυριευμένος από… ένα συναίσθημα αλληλοδιείσδυσης της ζωής μέσα στο όνειρο και του ονείρου μέσα στη ζωή».
Οι γραμμές αυτές προέρχονται από μια εκτεταμένη ενότητα των Ανοιχτών Χαρτιών που επιγράφεται: «Τα όνειρα». Τα κείμενα που την απαρτίζουν είναι καταγραφές ονείρων. «Προσωπικά», εξομολογείται ο Ελύτης, «σε περιόδους όπου έτυχε να ασκήσω τον εαυτό μου επιτούτου, κατάφερα να συγκροτώ, όπως από τα θραύσματα ενός αγγείου οι αρχαιολόγοι, ολόκληρο το αντικείμενο (στην περίπτωση που μας απασχολεί: ολόκληρο το “σενάριο” μιας νύχτας)».
Βέβαια, οι ονειρικές καταγραφές εμφιλοχωρούν συχνά και στις Μέρες του Σεφέρη. Εδώ όμως έχουμε κάτι περισσότερο και κάτι μοναδικό στα γράμματά μας: ένα αποσπασματικό ημερολόγιο ονείρων. Αυτό και το, επίσης ονειρικό, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου είναι τα μόνα ημερολόγια που μας άφησε ο Ελύτης.
Ο Ελύτης μοιάζει, ίσως εν αγνοία του, να πραγματώνει ένα αίτημα που διατυπώθηκε, πολύ πριν από τον Αντρέ Μπρετόν, στο τέλος της αρχαιότητας, από τον Συνέσιο τον Κυρηναίο. Γράφει ο Συνέσιος στην Περί ενυπνίων πραγματεία του: «Θα ήταν εξαιρετικά ευφυές να καταγράψουμε όσα βλέπουμε κι όσα μας συμβαίνουν και όταν είμαστε ξύπνιοι και όταν ονειρευόμαστε, εκτός κι αν έτσι διασαλευτεί ο καθιερωμένος τρόπος συμπεριφοράς. Γιατί εμείς θα αξιώσουμε να τηρούνται παράλληλα με τα συνηθισμένα ημερολόγια και ημερολόγια των ονείρων. Έτσι θα έχουμε τα απομνημονεύματα και των δύο αυτών μορφών της ζωής, αφού και τα όνειρα είναι μια μορφή ζωής… Μ’ αυτόν τον τρόπο, αν δεν αφήσουμε να διολισθήσει τίποτε από τη μνήμη μας, θα ενισχύσουμε την εμπειρία, χάρις στην οποία αναπτύσσεται η τέχνη. Άλλωστε, η αφήγηση και της καθημερινής και της ενύπνιας ζωής μας θα ήταν μια ευγενής ψυχαγωγία και επιπλέον θα κάναμε τιμή στον εαυτό μας. Και για αυτούς που ασχολούνται με την τέχνη του λόγου, δεν ξέρω αν υπάρχει καλύτερο προγύμνασμα για την ενδυνάμωση της λογοτεχνικής ικανότητας. Κι αν ο Φιλόστρατος πρεσβεύει πως τα ημερολόγια είναι καλοί διδάσκαλοι για την άρτια ρητορική επεξεργασία οποιουδήποτε θέματος, επειδή δεν πρέπει να παραμελούμε μήτε τα πιο ασήμαντα περιστατικά αλλά να καταγράφουμε τα πάντα, και τα ευτελή και τα σπουδαία, δεν θα άξιζε τον κόπο να χρησιμοποιήσουμε για την καλλιέργεια της εκφραστικής μας δύναμης και τα ημερολόγια των ονείρων; Θα καταλάβει κανείς πόσο δύσκολο είναι αυτό, αν επιχειρήσει να παρακολουθήσει με τον λόγο τα όνειρα, όπου χωρίζονται όσα απ’ τη φύση τους είναι ενωμένα και το αντίθετο. Κι όλα αυτά να πρέπει να τα υποβάλλεις με τον λόγο σε κάποιον που δεν τα ονειρεύτηκε!».
Ο ίδιος ο Συνέσιος, πιο κάτω, θα δώσει μια καταπληκτική περιγραφή της ονειρικής συνείδησης: «[στον ύπνο] συγχρόνως νικάμε και βαδίζουμε και πετάμε. Κι όλα τα χωράει η φαντασία. Πώς όμως να τα χωρέσει ο λόγος; Στα όνειρα νομίζουμε πως κοιμόμαστε κι ονειρευόμαστε και διώχνουμε τον ύπνο και συλλογιζόμαστε τα όνειρα που είδαμε, μόνο που κι αυτό είναι όνειρο και τ’ άλλο όνειρο μέσα στ’ όνειρο [εδώ θυμόμαστε τον Πόε]. Κι έπειτα δυσπιστούμε και νομίζουμε πως ξυπνήσαμε και πως όσα βλέπουμε είναι πραγματικά!».
Για τον Συνέσιο, μόνο η πιο τέλεια ρητορική θα κατόρθωνε να αποδώσει με κάποια καλαισθησία τα όνειρα. Κι αν τα μυθολογικά προγυμνάσματα είναι η αρχή της ρητορικής, τα όνειρα θα έπρεπε να είναι το τέλος της.
Στη ζωή του αρχαίου τα όνειρα έπαιζαν μεγαλύτερο ρόλο από όσο σήμερα. Είχαν ιερό χαρακτήρα. Καθόριζαν συχνά τις πράξεις και τις αποφάσεις του. Μπορούσαν να μεταβάλουν άρδην τον ρου της προσωπικής του ιστορίας. Ωστόσο στην τέχνη του τα όνειρα είναι σχεδόν εξοστρακισμένα.
Κι όσο για την αρχαία ρητορική, ετούτη, από τη σύγχρονη οπτική γωνία, φαντάζει τελείως εξωστρεφής, άρα τελείως ακατάλληλη για την έκφραση του ονειρικού κόσμου. Η ελληνική ρητορική (για τον αρχαίο ο όρος «ρητορική» σήμαινε ό,τι σημαίνει για εμάς ο όρος «λογοτεχνία») είναι η κατεξοχήν τέχνη της εγρήγορσης. Με τα σοφά μέσα της, με τα ηχητικά παιχνίδια της, διεγείρει τις αισθήσεις και φυγαδεύει τη χαύνωση του πνεύματος. Οι καλοδουλεμένες μελωδικές φράσεις της στοχεύουν πρώτιστα στην ακουστική τέρψη. Ακόμα κι όταν διαβάζει μόνος του, ο αρχαίος διαβάζει δυνατά. Δονείται ολόκληρος. Δεν έχει περιθώρια για ρεμβασμούς και ονειρικές καταβυθίσεις.
Η αρχαία ρητορική, άλλωστε, γεννήθηκε, αναπτύχθηκε κι έζησε κάτω απ’ το άπλετο φως του ήλιου. Αγάπησε τους ανοιχτούς χώρους: το θέατρο, την αγορά, τα γυμνάσια.
Κι όμως! Ο Συνέσιος τόλμησε –όσο κι αν επηρεάστηκε από τους Ιερούς Λόγους του προσφιλούς του Αριστείδη– να οραματισθεί μια άλλη ρητορική όπου όχι απλώς παραχωρούνταν μια θέση στα όνειρα αλλά όπου εκείνα βρίσκονταν στο επίκεντρό της. Πρότεινε να συντάσσονται ώς και ημερολόγια ονείρων. Οι απόψεις του θυμίζουν υπερρεαλιστικό μανιφέστο χίλια εξακόσια χρόνια πριν από την εμφάνιση του υπερρεαλισμού. Και δικαιώνουν τον Ελύτη, όταν έλεγε:
Δεν κερδίζεις το μέλλον, μονάχα, με μια επανάσταση, όταν πετύχει· κερδίζεις και το παρελθόν.
β. Η κλειδούχος μοίρα
Πόσο καλά αρχαία ελληνικά ήξεραν οι μεγάλοι μας ποιητές; Οι περισσότεροί τους ξεκίνησαν με γυμνασιακές γνώσεις –που δεν ήταν ευκαταφρόνητες– και συνέχισαν αυτοδιδασκόμενοι. Κανείς τους, πάντως, δεν απέκτησε την ελληνομάθεια ενός αναγεννησιακού λογίου – ενός Μίλτωνος λ.χ., που ήξερε από στήθους όλη την Ιλιάδα και μπορούσε να γράψει εξαμέτρους στα ελληνικά. Αυτό όμως δεν τους εμπόδισε να συνομιλήσουν με τους αρχαίους και να εμπνευστούν απ’ αυτούς. Κι όταν συνδιαλέχθηκαν δημιουργικά, έκαναν θαύματα.
Στους μεγάλους μας ποιητές (κυρίως στο κομμάτι της αρχαιομάθειας, γιατί τη σύγχρονή τους λογοτεχνία την έπαιζαν στα δάχτυλα) συνυπάρχει ο λόγιος κι ο ναΐφ (έστω ο αυτοδίδακτος). Οφείλουμε το έργο τους και στους δύο. Ο ναΐφ αναδημιουργεί ό,τι διαφεύγει από τον λόγιο. Τι ευτύχημα για τα γράμματά μας που οι ποιητές μας γλίτωσαν απ’ τα κολέγια της Οξφόρδης και τα σεμινάρια του Βιλαμόβιτς! (Θα πρέπει να ευγνωμονούμε τη μοίρα όχι μόνο για τα χαρίσματα των ποιητών αλλά και για τις αδυναμίες τους. Θέλω να πω αυτές που τους απέτρεψαν να σταδιοδρομήσουν στον πρακτικό βίο: στη διοίκηση, στην πολιτική ή στο Πανεπιστήμιο, όπως κάποιοι δεύτερης και τρίτης κατηγορίας ομότεχνοί τους).
Δεν χρειάζεται μεγάλη εξοικείωση με το έργο του Οδυσσέα Ελύτη για να διαπιστώσει κανείς πόσο αυτό το έργο έχει ποτιστεί από τα ζείδωρα νάματα της αρχαιότητας. Ο Ελύτης συναναστρέφεται, με τη Σαπφώ, τους αρχαϊκούς λυρικούς, τους προσωκρατικούς –ιδίως τον Εμπεδοκλή και τον Ηράκλειτο-, τον Πλάτωνα και τον Πλωτίνο. Φιλοτεχνεί μεταφράσεις της Σαπφώς και του Κριναγόρα, που κι οι δυο τους κατάγονται από τη Λέσβο.
Για τη σχέση Ελύτη και Σαπφώς έχουν γραφτεί αρκετά. Αναφέρω μόνο εκείνη την «παλαιά και νέα ωδή», όπως τη χαρακτηρίζει, στη Σελήνη της Μυτιλήνης:
Ήτανε στο νησί μου κάποτες κει που αν δεν γελιέμαι
πριν χιλιάδες χρόνους η Σαπφώ κρυφά
σ’ έφερε μες τον κήπο του παλιού σπιτιού μας
κρούοντας βότσαλα μες το νερό ν’ ακούσω
πως σε λένε Σελάνα και πως εσύ κρατείς
επάνω μας και παίζεις τον καθρέφτη του ύπνου.
Για την επίδραση και τη γοητεία που άσκησε στον Ελύτη ο Πίνδαρος, λιγότερα. Κι όμως! Διόλου σπάνια αναθρώσκει ο θηβαίος χορικός στο έργο του νεότερου. Όπως λόγου χάρη, στον τίτλο «Αιώνος Είδωλον» από τα Ετεροθαλή, που είναι παρμένος από εκείνον. Ή στο σπάραγμα «ισοδένδρου τέκμαρ αιώνος λαχοίσα» που παρενείρεται στο Εκ του Πλησίον[1]. Και αλλού. Στον Πίνδαρο ο Ελύτης συνάντησε εκείνη την τέχνη της συμπύκνωσης που λέει πολλά με λίγα, και που είναι, βέβαια, και της δικής του ποίησης χαρακτηριστικό γνώρισμα.
Ας μου επιτραπεί μια παρένθεση. Γράφει στην Ποιητική του Τέχνη ο Οράτιος πως ακόμη κι αν χαλούσαμε το μέτρο, ακόμη κι αν αλλάζαμε τη σειρά των λέξεων σε ένα ποίημα, και πάλι θα συναντούσαμε τα «διασκορπισμένα μέλη» του ποιητή. Στην αρχαία ποίηση ετούτο το έκανε ο χρόνος. Εξάρθρωσε την προσωδία, άλλαξε την προφορά των λέξεων, γύμνωσε το λόγο από τον ρυθμικό του μανδύα. Αυτό δυσκολεύει πολύ εμάς τους Νεοέλληνες να νιώσουμε ετούτη την ποίηση. Αν θέλουμε να την κατανοήσουμε βαθύτερα πρέπει να μάθουμε τα αρχαία σαν ξένοι. Με την προσωδιακή προφορά, όπως την αποκατέστησαν, σε κάποιο βαθμό, ο Έρασμος και τα πορίσματα της σύγχρονης γλωσσολογίας. Ωστόσο και έτσι –ιδίως στους αρχαίους λυρικούς– αγγίζουμε τα διασκορπισμένα της μέλη. Οι διαλεκτικοί τύποι και τα πιο χαλαρά μέτρα βοηθούν σ’ αυτό.
Ο Ελύτης ψηλάφισε αυτά τα εξαρθρωμένα κομμάτια, όπως ψηλαφεί κάποιος ένα συντριμμένο γλυπτό. Άγγιξε τα διασκορπισμένα μέλη των νεκρών ποιητών και τα συνέραψε, όπως η Ίσιδα τα μέλη του Όσιρι, σ’ ένα καινούργιο σώμα. Θυμίζω πως κάπως έτσι δούλεψε τις μεταφράσεις του της Σαπφώς: παίρνοντας αποσπάσματα, ακόμα και γραμμένα σε διαφορετικά μέτρα, και συνθέτοντάς τα σε νέα ποιήματα.
Από τους φιλοσόφους, ο Ελύτης αγάπησε πιο πολύ τους προσωκρατικούς, τον Πλάτωνα και τον Πλωτίνο. Στο Παρίσι, όπως γράφει στα Ανοιχτά Χαρτιά, λίγα βήματα πιο πέρα από το δωματιάκι, όπου πέρασε τρομερές νύχτες αϋπνίας ο Αρθούρος Ρεμπώ, διάβαζε Πλάτωνα. Και στο Φωτόδεντρο, σαν άλλος δήλιος δύτης, «βουτώντας άνοιγε τα μάτια κάτω απ’ το νερό να φέρει σ’ επαφή το δέρμα του μ’ εκείνο το λευκό της μνήμης που τον κυνηγούσε (από κάποιο χωρίο του Πλάτωνα)».
Όλα αυτά, βέβαια, είναι γνωστά ή εύκολα ανιχνεύσιμα. Ωστόσο η έκταση και το βάθος της τριβής του Ελύτη με την αρχαιότητα δεν έχουν εξιχνιαστεί πλήρως. Ποιος ξέρει, λ.χ., ότι «οι φράσεις οι τυχαίες του δρόμου: φέρεις τι; –Χρυσίον. –Ευθύμει» («Djenda», Μαρία Νεφέλη) προέρχονται από ένα αδέσποτο επίγραμμα της Παλατινής Ανθολογίας;
Τις προάλλες διάβαζα την έξοχη πραγματεία του Πλουτάρχου για το σωκρατικό δαιμόνιον. Εκεί εξιστορείται και μια εκστατική εμπειρία –ένα «αστρικό ταξίδι»– στο ιερό του Τροφωνίου. Μεταξύ άλλων, στον μυούμενο αποκαλύπτονται οι τέσσερις αρχές των πάντων, η αρχή της ζωής, της κίνησης, της γέννησης και της φθοράς. Σε καθεμιά από τις συνδέσεις, που ενώνουν αυτές τις αρχές, κάθεται κλειδούχος (προστάτις) μια μοίρα, θυγατέρα της Ανάγκης: «των δε συνδέσμων εκάστου Μοίρα κλειδούχος Ανάγκης θυγάτηρ κάθηται»[2].
Σχεδόν σαν αστραπή διαπέρασαν τον νου μου οι αριστουργηματικοί εισαγωγικοί στίχοι απ’ το Μονόγραμμα:
Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός.
Είναι απίστευτο πόση μελέτη κρύβεται πίσω απ’ το έργο του Ελύτη. Κάτι έχει πει επ’ αυτού η Τζίνα Πολίτη, που τον γνώρισε. Υπογραμμίζω πως εδώ και ο Καιρός, με κεφαλαίο το αρχικό γράμμα, παραπέμπει στην αρχαιοελληνική αντίληψη, που προσωποποίησε και θεοποίησε τον Καιρό. «Καιρός έρως», έλεγε ο Μένανδρος προσπαθώντας, με ένα λογοπαίγνιο, να συλλάβει τη βαθύτερη φύση του Έρωτα, σε ένα απόφθεγμά του, που το παραθέτει κι αυτό ο Πλούταρχος.
Ο Ελύτης έσκαψε πολύ στο χρυσωρυχείο της αρχαίας σοφίας. Δεν αναδιφά ο καθένας τα Ηθικά, αυτό το θησαυροφυλάκιο του αρχαίου πνεύματος, και τις Εννεάδες. Πολλά απ’ τα πολύτιμα πετράδια που κοσμούν το έργο του, κατεργασμένα όμως με τον δικό του τρόπο, είναι αντλημένα από εκεί.
γ. Ελύτης και Ρίτσος
Προχωρώ με μιαν ομολογία πίστης, που όμως δεν εκπηγάζει από άκριτο θαυμασμό, μα από τη χρόνια τριβή μου με τα κείμενα και τα πρόσωπα (τα δεύτερα όπως αποτυπώνονται στα πρώτα): Ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Γιάννης Ρίτσος είναι οι δυο σπουδαιότεροι σύγχρονοι ποιητές μας. Θέλω να πω, οι δυο σπουδαιότεροι ποιητές μας, απ’ αυτούς που γεννήθηκαν τον προηγούμενο αιώνα. Τον Σεφέρη, μ’ όλες τις ενστάσεις μας, οφείλουμε να τον τιμούμε: ήταν αυτός, που με τον στιβαρότερο τρόπο, ανταποκρίθηκε στα αισθητικά κελεύσματα του καιρού του. Εισήγαγε τη λογοτεχνία μας, πρώτος αυτός και με τον εγκυρότερο τρόπο, στον ευρωπαϊκό μοντερνισμό. Με τον Σεφέρη, πιο επίσημα απ’ ό,τι με τον Καβάφη, η Ελλάδα λογοτεχνικά παύει να είναι «επαρχία των Παρισίων». Χαμογελούσα ευφρόσυνα –θυμάμαι– σαν έβλεπα να μνημονεύει κριτικές του απόψεις η Γιουρσενάρ. Ωστόσο ας μην κρυβόμαστε: ο Σεφέρης δεν διαθέτει το πηγαίο ταλέντο του Ελύτη και του Ρίτσου.
Δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε δύο ποιητές πιο διαφορετικούς απ’ τον Ελύτη και τον Ρίτσο. Είναι ευλογία για τα γράμματά μας αυτά τα ετερόκλητα δίδυμα: Σολωμός – Κάλβος, Σικελιανός – Καβάφης και, τέλος, Ελύτης – Ρίτσος. Ποιητής-ποταμός ο Ρίτσος, ποιητής της έντασης ο Ελύτης. Μουσικός ο Ρίτσος, εικαστικός κι ενορατικός ο Ελύτης. Συνεπαρμένος από ένα ιδεώδες ύψους –με την έννοια που έδωσε ο Λογγίνος σ’ αυτόν τον όρο– ο Ελύτης («τα βουνά τα χιονόδοξα»), στραμμένος μόνιμα στα βάθη ο Ρίτσος. Ιδιοφυής ο Ελύτης, χαρισματικός «είπερ τις άλλος» ο Ρίτσος. Ποιητής του θέρους ο Ελύτης, του φθινοπώρου ο Ρίτσος. Στοιχειωμένος απ’ τον νόστο και τη μνήμη ο Ρίτσος, ριζωμένος σε ένα παρόν που εμπεριέχει «κάθε παρελθόν και κάθε μέλλον» ο Ελύτης. Πολιτικός και δοσμένος στους κοινωνικούς αγώνες ο Ρίτσος, ιδιότυπος αναχωρητής στην προσωπική του Θηβαΐδα ο Ελύτης. Πολεμιστής του αλβανικού μετώπου ο Ελύτης όπου κινδύνεψε να πεθάνει, αγωνιστής της εξορίας ο Ρίτσος.
Συχνά σκέφτομαι πόσο καθορίζει τον άνθρωπο και το έργο του η βαθύτερη συγκρότηση του οργανισμού του, η βιολογική του αλήθεια. Πόσα λ.χ. οφείλει το έργο του Ελύτη στα σκιρτήματα ενός υγιεινού σώματος αλλά και στη νευροπάθεια και πόσα χρωστά εκείνη η εξαΰλωση, που διακρίνεις στα κείμενα του Ρίτσου, στα σανατόρια και τη φυματίωση. Θα ήθελα να σταθώ λίγο στη μέθοδό τους, για να καταδείξω τη διαφορά της τέχνης τους. Στη Σονάτα του Σεληνόφωτος, η γυναίκα με τα μαύρα εξομολογείται πως στις καταβυθίσεις της στους βυθούς ανακαλύπτει «εκεί, στο βάθος του πνιγμού, / κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων, / απρόοπτες συναντήσεις, και χθεσινά και σημερινά και μελλούμενα». Είναι φανερό πως ο Ρίτσος ανανεώνει εδώ την αλχημεία των παλαιών συμβολιστών: τα κοράλλια, τα μαργαριτάρια κι οι θησαυροί των ναυαγισμένων πλοίων συμβολίζουν τον εσωτερικό πλούτο, τα μυστηριώδη βάθη της ψυχής. Παρόμοια, λ.χ., ο Καβάφης, όταν γράφει, στην «Ιθάκη» του «σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κι έβενους», εννοεί τα πολύτιμα βιώματα, τα τιμαλφή της ζωής. Σ’ αυτή τη μέθοδο το σύμβολο καταβροχθίζει το υλικό του αποτύπωμα. Η ιδέα απομυζά το απτό αντικείμενο πάνω στο οποίο προσκολλάται: τα κοράλλια, τα μαργαριτάρια, τα σεντέφια ή τον έβενο.
Στη «Μαρίνα των Βράχων» υπάρχει μια παρόμοια εικόνα βυθού. Εκεί η ηρωίδα παρουσιάζεται ν’ ανεβαίνει «ανάλαφρα ώς τη διαύγεια των βυθών / όπου σελάγιζε ο δικός [της] αστερίας». Εδώ, ο βυθός κι ο αστερίας εκφράζουν μεν τον εσωτερικό κόσμο της κοπέλας, αλλά ταυτόχρονα είναι υπαρκτοί: είναι ο αληθινός βυθός της θάλασσας κι ένας αληθινός αστερίας. Στον Ελύτη, το πράγμα κι η ιδέα συνυπάρχουν: η ιδέα γίνεται πράγμα και τούμπαλιν. Επιτυγχάνεται η ταύτιση του μέσα και του έξω, της υλικής και της ιδεατής πραγματικότητας. Ο Ελύτης προχωρά ένα βήμα πιο πέρα από τους συμβολιστές: αποκαθιστά τα πράγματα, δίχως όμως να τους αφαιρεί το ψυχικό τους βάθος. Ο Ελύτης ανήκει σ’ εκείνη τη δράκα των λιγοστών καλλιτεχνών που ευθυγράμμισαν τη νεοελληνική τέχνη με την ευρωπαϊκή πρωτοπορία. Μιλώ για καλλιτέχνες σαν τον Μόραλη και τον Γκίκα, τον Σκαλκώτα και τον Πικιώνη. Ιδίως οι Έξι και μια τύψεις… συγκαταλέγονται στα πιο προωθημένα εκφραστικά ποιήματα του εικοστού αιώνα. Τα καλύτερα όμως ποιήματα του Ρίτσου, χάρη στη βαθιά ανθρωπιά τους, μας συγκινούν πιο άμεσα.
δ. Ο πιο σύγχρονος ποιητής μας
Η έννοια του σύγχρονου ποιητή μπορεί να υπονοεί δύο πράγματα:
α) έναν ποιητή που χρησιμοποιεί τη σύγχρονη τεχνοτροπία.
β) έναν ποιητή που στο έργο του αντικατοπρίζει τη σύγχρονη εμπειρία.
Έχουμε ήδη σημειώσει πώς οι Έξι και μια Τύψεις… ανήκουν στα πιο προωθημένα εκφραστικά ποιήματα του 20ού αιώνα. Ο Ελύτης όμως είναι ο πιο σύχρονος ποιητής μας και με τη δεύτερη έννοια. Το αντικαθρέφτισμα της σύγχρονης εμπειρίας σε ένα ποιητικό έργο δεν είναι διόλου εύκολη υπόθεση. Εδώ, τα πρωτεία τα κατέχει η πρόζα. Πολύ λίγοι ποιητές κατόρθωσαν με το έργο τους να αντικαθρεφτίσουν τη σύγχρονη κατάσταση, δηλαδή κυρίως το βίωμα του άστεως, της μεγαλόπολης: ο Μπωντλαίρ, ο Βεράρεν και σε εμάς ο Καβάφης. Στο πλουσιότατο και κάπως παραγνωρισμένο Τετράδιο Γυμνασμάτων (σε σχέση με τα κατοπινά Ημερολόγια Καταστρώματος), ο Σεφέρης αποτυπώνει την κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα του μεσοπολέμου:
Κάθε γωνιά κι ένα κατάστημα γραμμοφώνων
κάθε κατάστημα κι εκατό γραμμόφωνα
κάθε γραμμόφωνο κι εκατό δίσκοι
και σε κάθε δίσκο
ένας ζωντανός παίζει μ’ έναν πεθαμένο.
Πάρε τη χαλύβδινη βελόνα και ξεχώρισέ τους
αν μπορείς.
Χάθηκα μέσα στην πολιτεία
κανείς δε θα μετακινήσει το νοσοκομείο
γεμάτο ανάπηρα παιδιά που γνέφουν
σ’ εμένα ή σ’ άλλους που μ’ ακολουθάνε.
Οσμές φαρμάκων μέσα στον αγέρα
βαραίνουν ερωτεύουνται και σμίγουν
αχνούς από αυτοκίνητα που φεύγουν
στην εξοχή μ’ ολόξανθα ζευγάρια
προραφαηλιτικά λιγάκι εξατμισμένα.
Την άνοιξη του ’23 στο λουτρό της
πέθανε η Λίβια Ρίμινι, τ’ αστέρι·
τη βρήκανε μέσα στ’ αρώματα νεκρή
και το νερό δεν είχε ακόμη κρυώσει.
Ωστόσο χτες στον κινηματογράφο
με κοίταζε με τ’ άχρηστά της μάτια.
Δείτε πώς, εδώ, ο Σεφέρης, σε λίγες γραμμές, μας δίνει την μυθική εκείνη διάσταση των μεγάλων σταρ του βωβού κινηματογράφου, που θα την αποτυπώσει τόσο ωραία, λίγες δεκαετίες αργότερα, ο Μπίλι Γουάιλντερ στη Λεωφόρο της Δύσεως. Όμως, στον Ελύτη και στη Μαρία Νεφέλη του επιφυλάχθηκε το προνόμιο να μετουσιώσει ποιητικά την εικόνα του μεταπολεμικού άστεως στη χρυσή εποχή του: τη δεκαετία του 1970, με τα μπαρ, τα καταστήματα νεωτερισμών, τα αεροδρόμια, τις πολυκατοικίες:
ELECTRA BAR
Δυο-τρία σκαλοπάτια κάτω απ’ την επιφάνεια
της γης – κι ευθύς λυμένα τα προβλήματα όλα!
Κρατάς τον κόσμο τον μικρό σ’ ένα μεγάλο κρυστάλλινο ποτήρι
Μέσ’ από τα παγάκια βλέπεις τα νύχια σου χρωματιστά
πρόσωπα που αόριστα χαμογελάνε
βλέπεις την Τύχη σου (αλλ’ αυτή πάντοτε με στραμμένη ράχη)
Μέγαιρα που σ' αδίκησε και που δεν εκδικήθηκες ποτέ...
Α τι καλά που ’κανε η Έρικα
ιπταμένη συνοδός της Ολυμπιακής
περνάει ψηλά πάνω από τις πρωτεύουσες
εγώ πρέπει να τις περνώ από κάτω
κάτω απ’ τα κήτη – κάτω από τα χοντρά χορτάτα σώματα
εάν ποτέ μου αξιωθώ (και πάλι ζήτημα είναι)
τη φλέβα εκείνη όπου κυλάει ακόμη το αίμα του Αγαμέμνονα
χωρίς άλλη βοήθεια κανέναν άγνωστο αδελφό –
Δώστε μου ένα gin-fizz ακόμη.
ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Προσανατολισμοί, περιοδικό Νέα Γράμματα, Αθήνα 1936 - Πυρσός, Αθήνα 1940
Οι κλεψύδρες του αγνώστου, περιοδικό Μακεδονικές Ημέρες, Θεσσαλονίκη 1937
Ήλιος ο Πρώτος. Μαζί με τις παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα, Γλάρος, Αθήνα 1943
Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, περιοδικό Τετράδιο, τ. 2, Αθήνα 1945· Ίκαρος, Αθήνα 1962
Το Άξιον Εστί, Ίκαρος, Αθήνα 1959
Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό, Ίκαρος, Αθήνα 1960
Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας, Ίκαρος, Αθήνα 1971
Το Φωτόδεντρο και η Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά, Ίκαρος, Αθήνα 1971
Θάνατος και ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, μονόφυλλο τυπωμένο στο εξωτερικό σε 111 αριθμημένα αντίτυπα, 1971
Το Μονόγραμμα, Ίκαρος, Αθήνα 1972
Τα Ρω του Έρωτα, Αστερίας, Αθήνα 1972
Τα Ετεροθαλή, Ίκαρος, Αθήνα 1974
Μαρία Νεφέλη, Ίκαρος, Αθήνα 1978
Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας, Ίκαρος, Αθήνα 1982
Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, Ύψιλον/Βιβλία, Αθήνα 1984
Ο μικρός ναυτίλος, Ίκαρος, Αθήνα 1985
Ιουλίου Λόγος, Αθήνα 1991
Τα ελεγεία της Οξώπετρας, Ίκαρος, Αθήνα 1991
Η ποδηλάτισσα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1991
Δυτικά της λύπης, Ίκαρος, Αθήνα 1995
Εκ του πλησίον, Ίκαρος, Αθήνα 1998 (μεταθανάτια έκδοση)
ΔΟΚΙΜΙΑ
«Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Ανδρέα Κάλβου», Νέα Εστία, Αθήνα 1946
Ο ζωγράφος Θεόφιλος, Αστερίας, Αθήνα 1973
Ανοιχτά χαρτιά, Αστερίας, Αθήνα 1974
Η μαγεία του Παπαδιαμάντη, Ερμείας, Αθήνα 1976
Σηματολόγιον, Ερμείας, Αθήνα 1977
Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο, Τραμ, Θεσσαλονίκη 1979
Ιδιωτική οδός, Ύψιλον/Βιβλία, Αθήνα 1980
Τα δημόσια και τα ιδιωτικά, Ίκαρος, Αθήνα 1990
Εν λευκώ, Ίκαρος, Αθήνα 1992
Ο κήπος με τις αυταπάτες, Ύψιλον/Βιβλία, Αθήνα 1995