Όπως και η ποίησή του, έτσι και οι μελέτες του Ricks για τη νεοελληνική λογοτεχνία είναι απαλλαγμένες από την ξηρότητα της λογιοσύνης· το γράψιμό του είναι ζωντανό, η ματιά του φρέσκια και λεπταίσθητη, η οπτική γωνία του μερικές φορές αναπάντεχη. Ποιητής και μελετητής είναι, στην περίπτωσή του, οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο του σαρκαστικού ποιήματός του «Full professors» δεν είναι ούτε αυτοαναφορικό ούτε εξομολογητικό[3]. Είναι τιμητικά συμπεριληπτικό, όπως συμβαίνει στα σατιρικά συντεχνιακά ποιήματα του Καρυωτάκη. Παραθέτω το δίστιχο ποίημα (το συντομότερο από όσα έχει ποτέ γράψει), που έχει τη βαρύτητα αφορισμού:
FULL PROFESSORS
The brain succumbs at length to tertiary
Literature: we can cite, but we can᾽t see.[4]
Είναι η τυφλότητα της διάνοιας που καυτηριάζεται εδώ· της διάνοιας που λειτουργεί χωρίς την αρωγή του συναισθήματος και του ενστίκτου, συμπιεσμένη από την επιστημονική δεοντολογία, την τυραννία της δευτερογενούς (ακόμη και της τριτογενούς, όπως παιγνιωδώς γράφει ο ποιητής) βιβλιογραφίας, των υποσημειώσεων, της θεωρητικής ορολογίας. Ο Ricks σπάνια καταφεύγει στη δευτερογενή βιβλιογραφία – όλη η δυτική ποίηση, από τον Όμηρο ώς τις μέρες μας, είναι θησαυρισμένη μέσα του και διακρίνει την ηχώ πλήθους ποιητικών φωνών πίσω από ένα ποίημα, ενώ ως δημιουργός απορροφά επιλεκτικά τις φωνές αυτές και τις κάνει δικές του. Δεν είναι ένας από εκείνους τους πρωτοβάθμιους καθηγητές που «δεν μπορούν να δουν»· αντίθετα, όπως ο ήρωας του ποιήματός του «Cavafy᾽s stationary», συνηθίζει να βλέπει όσα οι περισσότεροι δεν μπορούν να διακρίνουν:
Accustomed as he was to holding things
Up to the light to see what others missed[5]
Εισαγωγή: «Πρελούδιο»
Θα σχολιάσω το πρώτο και το τελευταίο ποίημα της ποιητικής συλλογής του Ricks With Signs Following (Two River Press 2024), που συγκεντρώνει όλη την έως τώρα ποιητική παραγωγή του, καθώς η θέση τους είναι προσεκτικά διαλεγμένη και ο ρόλος τους κομβικός για το συνολικό έργο του. Το εισαγωγικό ποίημα, που τιτλοφορείται «Prelude», ξεκινά με ένα έμμεσο σχόλιο ποιητικής:
Speak softly when you reach a mass of snow:
A raised voice can bring on an avalanche.[6]
Ο Ricks πάντα «μιλά σιγά»· ποτέ δεν υψώνει την ποιητική του φωνή. Σε αυτό το ποίημα, η ανθρώπινη μηδαμινότητα μέσα στο σύμπαν δραματοποιείται δραστικά σε μια σκηνή που λαμβάνει χώρα σε ένα χιονισμένο βουνό: η μάζα του χιονιού, το βάρος της, καθώς όλη τη νύχτα καιροφυλακτεί τον σκιέρ που θα σκοτώσει, είναι μια εκδοχή του ρομαντικού Υψηλού, όπως ο καρχαρίας του σολωμικού Πόρφυρα, ποιήματος που με μεγάλη επιτυχία έχει αποδώσει στα αγγλικά ο Ricks[7]. Το γέλιο του σκιέρ δίνει τη θέση του στην τελευταία κραυγή του και τέλος στην κενή, απόλυτη σιωπή της επιφάνειας του βουνού. Παραθέτω το υπόλοιπο ποίημα:
He᾽s seen a morning skier᾽s laughter launch
A weight of snow that᾽s waited up all night
Just for the fun of seeing a skier blanch.
His imminent erasure by the white
Lends his skis wings, his voice a higher pitch;
The skein of his last cry, as he takes flight,
Extends behind him like a bright scarf which
No-one will see, to mark its resting place,
Except the guide, high up and out of reach,
Blank silence spreading over the mountain face.[8]
Έρχονται στον νου του αναγνώστη, στο σημείο αυτό, οι παρακάτω στίχοι από την ελεύθερη απόδοση του ποιήματος του Καρυωτάκη «Εμβατήριο πένθιμο και κατακόρυφο», που με τόση έμπνευση επιχείρησε ο Ricks:
[...]
(Art degree zero,
how late I come round to your point!)
Dream relief, I shall make your ascent
like some alpinist hero.[9]
«Ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος / πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμά σου. / Όνειρο ανάγλυφο, θα ᾽ρθώ κοντά σου / κατακορύφως» είναι οι στίχοι του πρωτότυπου ποιήματος. «Αλπινιστής ήρωας» δεν υπάρχει στον Καρυωτάκη, θα μπορούσε όμως κάλλιστα να έχει επινοηθεί από τον Έλληνα ποιητή, καθώς είναι μια φιγούρα αντίστοιχη με τον σκιέρ του «Prelude» – ριψοκίνδυνοι και ηρωικοί και οι δυο τους, φτάνουν στο θάνατο με αντίστροφη φορά: προς τη ρίζα του βουνού ο ένας, προς το ανάγλυφο ταβάνι ο άλλος. Ως μια μεταφορά του ποιητή, ο αλπινιστής ήρωας ανακαλεί τον William Wordsworth – ήρωα του έκτου μέρους της ποιητικής σύνθεσής του δικού του Prelude, όπου αναρριχάται στις Άλπεις· το ποίημα, που τιτλοφορείται «Cambridge and the Alps», είναι ένα από τα πιο διάσημα παραδείγματα της ρομαντικής αναμέτρησης με το Υψηλό· θα άξιζε τον κόπο να μελετήσει κανείς, μεταξύ άλλων, τις ευρύτερες οφειλές του Ricks στο κίνημα του αγγλικού Ρομαντισμού. Ωστόσο, η επιλογή της έκφρασης «alpinist hero» δεν εξαντλείται στη διακειμενικότητα με τον Wordworth· διακρίνεται εδώ μια αυτο-διακειμενική συσχέτιση με ένα μελέτημα του Ricks πάνω στη λογοτεχνική μετάφραση, όπου ο Καρυωτάκης εμφανίζεται ως το «αρχέτυπο» του δημιουργικού, τολμηρού μεταφραστή, και αποκαλείται με εξαιρετική μεταφορική ευστοχία «ο αθλητής του στίχου, ο εκτελεστής τολμηρότατων στιχουργικών σχοινοβασιών»[10]. Να λοιπόν μια ακόμη πηγή από όπου απορρέει η σύλληψη του «αλπινιστή ήρωα» της μεταφραστικής πρότασης του Ricks: μια κριτική απόφανσή του μετατρέπεται εδώ σε ποιητική μεταφορά. Πόσο στενότερη θα μπορούσε να είναι η συσχέτιση μελετητή, μεταφραστή και ποιητή;
Επίλογος: «Κυκλαδικόν»
Το βιβλίο του Ricks κλείνει με το ποίημα «Cycladic». Εδώ δεν θεματοποιείται η ευθραυστότητα της ανθρώπινης ζωής, όπως στο «Prelude», αλλά η ικανότητα του ανθρώπου να κατακτά την αθανασία μέσω της τέχνης. Ο ποιητής επισκέπτεται μια αρχαιολογική έκθεση κυκλαδικών ειδωλίων, όπου το λευκό χιόνι του «Prelude» δίνει τη θέση του στο λευκό μάρμαρο των κυκλαδίτικων νησιών, που αποτέλεσε τη βάση για το σμίλεμα αυτών των διάσημων αγαλματιδίων 5.000 χρόνια πριν:
With what scholarly warrant
I confess I am ignorant,
The curator has arranged
These familiar, strange
Statuettes in a semi-circle
Or curve of a sickle
From where they speak or gaze
Without mouths or eyes,
Inviting us to complete
The missing features. Their state
Lasts for millennia:
Even the cruder, tinier
Shapes are ever poised
To blink or to give voice.[11]
Κοινά σημεία ανάμεσα στην κυκλαδίτικη τέχνη και την τέχνη του Ricks είναι η εκφραστική δύναμη, η ήρεμη βεβαιότητα, η αφαίρεση, η λιτότητα. Όπως τα γλυπτά εκθέματα μας καλούν να συμπληρώσουμε ό,τι τους λείπει, έτσι και τα ποιήματα του Ricks μας καλούν να ολοκληρώσουμε τις αποσπασματικές αφηγήσεις τους, να βρούμε τον δρόμο μας μέσα από τη συχνά αινιγματική τους πυκνότητα.
Πέρα από ποίημα ποιητικής, το «Cycladic» κορυφώνει τη βαθιά ανθρωποκεντρική οπτική του δημιουργού του καθώς αφενός, όπως παρατηρεί η A.E. Stallings στον «Επίλογο» της συλλογής του Ricks, ζωντανεύει «ακόμη και τα πιο αφαιρετικά ανθρώπινα σχήματα, τις μυστήριες κυκλαδίτικες μορφές»[12], και αφετέρου, όπως το θέτει ο Βαγενάς,
αποτελεί ένα είδος επιτομής του συναισθήματος που διαποτίζει όλη την ποίηση του Ricks. Τα σχεδόν άμορφα ή ημίμορφα πρόσωπα των κυκλαδικών ειδωλίων που περιγράφονται περίτεχνα και που φαίνονται σαν να προσπαθούν με τα ανολοκλήρωτα μάτια και το στόμα τους να μας δουν και να μας μιλήσουν, μπορούν να διαβαστούν και ως σύμβολα της αναζήτησης «της άλλης ζωής, πέρα από τ᾽ αγάλματα», όπως θα έλεγε ο Σεφέρης, ή μιας ζωής υπερτέρας, την οποία ποθούσε ο Καρυωτάκης, ή, ακόμη, και της λυτρωτικής εμπειρίας την οποία μπορεί να μας προσφέρει η επαφή με τα γνήσια έργα τέχνης.[13]
Ο ποιητής και η ιστορία
Ο Ricks φαίνεται να ακολουθεί την τακτική της «εξάλειψης της προσωπικότητας» (extinction of personality) του T. Σ. Έλιοτ στην ποίησή του. Όπως παρατηρεί ο Καψάλης:
Δεν υπάρχει, στ’ αλήθεια, σχεδόν καθόλου εαυτός ή ο εαυτός σε αυτά τα ποιήματα· τίποτα για τον εαυτό που αγαπάει και αγαπιέται, για τον εαυτό που ενθουσιάζεται ή υποφέρει, για τον εαυτό που ανακαλύπτεται ή εγκαταλείπεται. Έχουν προσωπικότητα, προσδιορισμένη και σαφή· αλλά μοιάζει να είναι απαλλαγμένα από το βάρος της ατομικότητας.[14]
Μόνο τέσσερις φορές συναντούμε το πρώτο ενικό πρόσωπο στο ποιητικό έργο του Ricks· ένα από αυτά τα σπάνια «εγώ» εμφανίζεται στην αρχή του ποιήματος «Cycladic», όπου ο ποιητής εξομολογείται ότι δεν κατανοεί την αρχαιολογική λογική: «With what scholarly warrant / I confess I am ignorant». Η αδυναμία πλήρους κατανόησης διατρέχει την ποίηση του Ricks· όσο περισσότερο γνωρίζει για ιστορικά γεγονότα, για πολιτικές αναταραχές κ.λπ., τόσο λιγότερο εμφανίζεται να καταλαβαίνει τους νόμους ή το χάος του ανθρώπινου πολιτισμού· η αδυνατότητα του ανθρώπου να καθορίσει τη μοίρα του στους λαβυρίνθους της ιστορίας, της θρησκείας, της πολιτικής –ένα θέμα που ηχεί πολύ καβαφικό– προβάλλει πότε άμεσα και πότε υπαινικτικά, με μια ποικιλία τρόπων, στην ποίησή του. «Σπούδασα ιστορία και είμαι ιστορικός ώς το κόκαλο. Η ιστορία είναι η φλέβα από την οποία αντλώ, γι᾽ αυτό έχω κάποια εμμονή με λεπτομέρειες της Ιστορίας, με τους αδικημένους, τους πρόωρα χαμένους, τους ελάσσονες και τους άγνωστους», μας πληροφορεί[15]. Θα σχολιάσω ένα ποίημα χαρακτηριστικό αυτής ακριβώς της «εμμονής» του με τους άγνωστους, τους πρόωρα χαμένους, τους συντετριμμένους στις μυλόπετρες της ιστορίας:
THE EUTHANASIAST
1941
Emil᾽s cards from hospital: ‘Happy Easter!ʾ,
This one says brightly, in a nurse᾽s hand.
He drew a rabbit, eggs, and a fat spring cloud
Which in a telegram the following winter
Had darkened and blown away to the far north-east
In the form of a frank. EMIL · DIED · SUDDENLY
While, in some lecture room᾽s sunshine of theory,
Unclouded, Dr N. warmed to his theme.[16]
Όπως διαβάζουμε στις Υποσημειώσεις στο τέλος της συλλογής, το πραγματολογικό υλικό του ποιήματος αντλείται από το βιβλίο του Michael Burleigh, Death and Deliverance. Ο υπότιτλος του βιβλίου, που δεν αναφέρεται από τον ποιητή, είναι “Euthanasia” in Germany, c. 1900 to 1945. Ο Έμιλ υπήρξε πραγματική περίπτωση παιδιού με μαθησιακές δυσκολίες που εξοντώθηκε από τους ναζί το 1941 με το πρόγραμμα «Action 4» (που ωστόσο είχε ξεκινήσει πολύ πριν από το ξέσπασμα του πολέμου). Ήταν ένας από εκείνους τους «ελλιπείς» συνανθρώπους μας που θεωρήθηκαν ανάξιοι να ζήσουν και που ο Ricks έρχεται σχεδόν έναν αιώνα μετά να δικαιώσει στήνοντάς του, με το ισχυρό αυτό ποίημα, ένα τρυφερό, σπαρακτικό μνημείο. Ο ποιητής επίτηδες δεν αναφέρει το όνομα του ναζιστή γιατρού, βυθίζοντάς τον στη δίκαιη ανωνυμία του. Η πασχαλινή κάρτα που ζωγραφίζει ο μικρός Έμιλ μετατρέπεται σε σύμβολο πένθους, καθώς τα ανοιξιάτικα σύννεφα που ζωγράφισε σκουραίνουν τους μήνες που ακολουθούν και κατευθύνονται βορειοανατολικά (ίσως γιατί το σκουρόχρωμο χαρτόσημο είναι επάνω δεξιά στο τηλεγράφημα και ίσως, κατ’ επέκταση, ως μια ειρωνική νύξη στο «Lebensraum», τη γερμανική λέξη που σημαίνει στη γεωγραφία «ζωτικός χώρος» ή, ορθότερα, «βιότοπος»[17] και χρησιμοποιήθηκε από τη ναζιστική πολιτική για την επέκταση προς την Ανατολή) καταλήγοντας στη δολοφονία του, η οποία αναγγέλλεται με τη μορφή ενός υποκριτικά αθώου τηλεγραφήματος. Αντιθέτως, και εμφανώς ειρωνικά, ο ναζιστής καθηγητής της Ιατρικής περιγράφεται ως «ανέφελος» και η αίθουσα διαλέξεών του ως «ηλιόλουστη». Το θύμα της ευφάνταστα θηριώδους επιστήμης του γίνεται ο ανήλικος εσταυρωμένος του Πάσχα της ευχετήριας κάρτας και η μόνη ανάσταση στην οποία θα μπορούσε αυτός να προσδοκά είναι το βιβλίο του Burleigh και, πρωτίστως, το ποίημα του Ricks, που μεταστοιχειώνει το ιστορικό ντοκουμέντο σε τέχνη. Η λέξη «ευθανασιαστής» του τίτλου του ποιήματος παραπέμπει και στη λέξη «ενθουσιώδης» (euthanasiast/enthusiast), η οποία αφορά ειρωνικά τόσο τον Έμιλ όταν ζωγραφίζει χαρούμενος τις ευχετήριες κάρτες του όσο και τον γιατρό όταν αναπτύσσει με ζήλο τη θεωρία που εξόντωσε τον μικρό πρωταγωνιστή. Όταν το θύμα της ιστορίας είναι παιδί όλα παίρνουν χρώμα πολύ σκοτεινό· ο φόρος τιμής του Ricks συμπυκνώνει σπαρακτικά αλλά και λιτά αυτό το σκοτάδι, αντιπαραβάλλοντάς το δραματικά στη φρεσκάδα της παιδικής ματιάς, όπως αποτυπώνεται στη ζωγραφική της – ιδίως σε εκείνο το παχύ ανοιξιάτικο σύννεφο, που η πορεία της ιστορίας θα μετατρέψει σε μολυβένιο.
Ο Έμιλ είναι ο μοναδικός παιδικής ηλικίας ήρωας που πιάνεται στα δίχτυα της ιστορίας στην ποίηση του Ricks. Οι υπόλοιποι ήρωές του που εμπλέκονται καθοριστικά μαζί της (χωρίς ωστόσο να είναι πάντοτε θύματά της, όπως επισημαίνει η Stallings[18]) είναι συχνότατα καλλιτέχνες: ποιητές, ζωγράφοι, μουσικοσυνθέτες. Στο παρόν αφιέρωμα μελετώνται διαφωτιστικά, προς την κατεύθυνση αυτή, το τετραμερές ποίημα του Ricks για τον υποστηρικτή του ναζισμού, εξπρεσιονιστή ζωγράφο Emil Nolde (από τη Λιάνα Γιαννακοπούλου) και το ποίημα για τον σημαντικό συνθέτη του αγγλικού Μπαρόκ, William Lawes (από τον Διονύση Καψάλη).
Υπάρχει, ωστόσο, και ένα ποίημα που αποτελεί διπλή εξαίρεση στο πεδίο της συνάντησης του ανθρώπου με την ιστορία στην ποίηση του Ricks, καθώς αναφέρεται στην περίπτωση όχι ενός ατόμου αλλά ολόκληρων πληθυσμών και δεν αφορά μια ιστορικά παλαιότερη εποχή αλλά τον σχετικά πρόσφατο πόλεμο στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη (1992-1995), ένα από τα αιματηρά επεισόδια που σημάδεψαν τη διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας[19]:
“ETHNIC CLEANSING”
The arguments remained specious.
Meanwhile things followed the atrocious
Imperarive. The century
Had done away with sanctuary.
Populations fell into the chasm
Opened by each neologism.[20]
Τα υποκείμενα των ρημάτων αυτού του χειρουργικής λεκτικής ακρίβειας εξάστιχου δεν είναι οι άνθρωποι· είναι πρωτίστως η γλώσσα. Μεταφράζω κυριολεκτικά τον πρώτο και τον τελευταίο στίχο για να διαπιστώσουμε τον κρίσιμο ρόλο των λέξεων στα ιστορικοπολιτικά τεκταινόμενα: «τα επιχειρήματα παρέμειναν ευλογοφανή», το χάσμα «ανοίχτηκε από κάθε νεολογισμό». Στον ενδιάμεσο χώρο του ποιήματος συντελείται το «εντωμεταξύ» με το οποίο ξεκινάει ο δεύτερος στίχος: ξεσπούν, σε τρεις κλιμακωτές φράσεις, οι ιστορικές επιπτώσεις που βασίστηκαν στα «ευλογοφανή» (αλλά και «παραπλανητικά», όπως είναι η άλλη σημασία της δομικά ειρωνικής λέξης «specious») επιχειρήματα των πολιτικών. Έτσι, α) τα πράγματα ακολούθησαν τη φριχτή αναγκαιότητα, β) ο αιώνας ξεφορτώθηκε το ιερό, γ) οι πληθυσμοί έπεσαν στο χάσμα [που άνοιξε κάθε νεολογισμός]. Η αλυσίδα των τεκταινομένων οδηγεί, νομοτελειακά, στην κόλαση. Στη μοναδική περίπτωση όπου υποκείμενο ενός ρήματος είναι οι άνθρωποι, το ρήμα είναι παθητικό («fall»: έπεσαν, γκρεμίστηκαν) και το υποκείμενο απρόσωπα συλλογικό («polulations»: οι πληθυσμοί, που μπορεί να είναι έθνη, φυλές κλπ.). Όλα αυτά ηχούν πολύ ενδιαφέροντα. Εκείνο όμως που τα κάνει συναρπαστικά και άκρως πολύσημα είναι η ποιητική γλώσσα, η σύνταξη, ο ρυθμός: οι λέξεις που σοφά επιλέγει ο Ricks· οι ατελείς ζευγαρωτές ρίμες που δημιουργούνται από αυτές (specious/atrocious, century/sanctuary, chasm/neologism)· οι δραματικοί διασκελισμοί (atrocious // Imperative, chasm // Opened)· το πλήθος των παρηχήσεων: τα απανωτά p, r, c, m, n, που κάνουν πιο σκληρή, πιο βαρυσήμαντη την αλήθεια που εκλύεται. Το ποίημα είναι σκόπιμα ολιγόστιχο: ένα επιτύμβιο για τον πολιτισμό του 20ού αιώνα. Και τι να πρωτοδιαλέξει κανείς από τις σημασίες λέξεων όπως «atrocious» (φριχτός; απάνθρωπος; ειδεχθής;), «imperative» (αναγκαιότητα; υποχρέωση; επιταγή; – ο Καψάλης μάς θυμίζει ότι η λέξη βγαίνει από το λατινικό imperare[21], συνεπώς μας οδηγεί συνειρμικά στις απειλητικά φορτισμένες έννοιες της εξουσίας, του κράτους, της αυτοκρατορίας), «sanctuary» (ιερός τόπος; άσυλο; άδυτο; καταφύγιο;), και, τέλος, «chasm»: χάσμα; βάραθρο; Σίγουρα όχι «το χάσμα που άνοιξ᾽ ο σεισμός κι ευθύς εγιόμισ᾽ άνθη» του Σολωμού. Ούτε καν το «βάραθρο αγριωπό» όπου πέφτει ο Ρώμος Φιλύρας του Καρυωτάκη για να γλιτώσει από την ανθρώπινη κακία – γιατί σε εκείνη την περίπτωση το βάραθρο είναι καταφύγιο κι ο ποιητής πέφτει μέσα του κρατώντας «σκήπτρο και λύρα», τα σωτήρια φυλαχτά της ποίησης. Κανένα φυλαχτό, καμιά σωτηρία δεν υπάρχει για την ανθρωπότητα που πέφτει θύμα της ιστορίας, της πολιτικής, της διπλωματίας. Όπως ωραία το θέτει η Stallings, η «Εθνοκάθαρση» ανήκει στα ποιήματα του Ricks
που αναπτύσσονται πάνω σε ένα καρτεσιανό διάγραμμα όπου ο άξονας της ακριβούς γλώσσας διασταυρώνεται με την ανθρώπινη ιστορία. Ο Ricks μεταχειρίζεται τις λέξεις γνωρίζοντας τη σημασία τους στην πραγματική ζωή. Η γλώσσα αποδεικνύεται οδηγός της ιστορίας, όχι απλώς ένα ατύχημα, όπως σε αυτό το καυστικό εξάστιχο. [...] Καθώς βλέπουμε ή διαβάζουμε τα νέα, πιθανότατα περισσότερο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πλέον παρά οπουδήποτε αλλού, όπου και πάλι πληθυσμοί ολόκληροι διώκονται με απάνθρωπους όρους, συνειδητοποιούμε πόσο οι λέξεις είναι συχνά οι πέτρες με τις οποίες στρώνονται οι δρόμοι για την κόλαση.[22]
Ο ποιητής Ricks, λοιπόν, μας θέτει προ των ευθυνών μας απέναντι στη γλώσσα. Ο νεολογισμός της «εθνοκάθαρσης» συνδέεται περίπλοκα και επώδυνα με την παλαιά λέξη «γενοκτονία»· πολύ μελάνι έχει χυθεί για να προσδιοριστεί η σχέση τους. Και η σημερινή κατάσταση στη Μέση Ανατολή (ποιον «νεολογισμό», άραγε, θα εφεύρουν οι πολιτικοί για να εξωραϊστούν όσα συμβαίνουν στη Γάζα;) επιβεβαιώνει την ικανότητα της καλής ποίησης να λειτουργεί ζωτικά στο αναγνωστικό μας παρόν. Με αυτή την έννοια, ο ενεστώς χρόνος του τελευταίου δίστιχου (αλλά και ολόκληρου του ποιήματος) στη μετάφραση του Βαγενά προβάλλει τη διαχρονικότητα του μηνύματος του Ricks. Ωστόσο, δεν πρόκειται για ελευθερία του μεταφραστή: στην πρώτη μορφή του, στο περιοδικό Poetry του Σικάγου τον Ιούνιο του 1993, με βάση την οποία μεταφράστηκε, το ποίημα ήταν γραμμένο σε ενεστώτα[23].
Ανθρώπων πλήθη καταπίνει ο σεισμός
που ανοίγει ο κάθε νεολογισμός.
Βαγενάς και Ricks, συνδεδεμένοι με δεσμούς φιλίας δεκαετιών και με τη διπλή ιδιότητά τους ως ακαδημαϊκοί δάσκαλοι και ποιητές, μεταφράζουν συχνά τα ποιήματα ο ένας του άλλου. Από τα εφτά ποιήματα του Βαγενά που έχει συνολικά μεταφράσει, ο Ricks επιλέγει να συμπεριλάβει στην ποιητική συλλογή του το «Μετά τον κατακλυσμό»[24], όπου η μεγαλύτερη μεταφραστική ελευθερία που πήρε αφορά τον τίτλο. Θα σταθώ λίγο σε αυτή την ενδιαφέρουσα ελευθερία, καθώς άπτεται της σχέσης του Ricks ως δημιουργού με την ιστορία. Η απόδοση του τίτλου όχι στα αγγλικά αλλά στα γαλλικά, ως «Après le Déluge», παραπέμπει στην παροιμιώδη φράση της Madame de Pompadour, ευνοούμενης του βασιλιά Λουδοβίκου του XV, «Après moi, le deluge» (μετά από μένα, ο κατακλυσμός) ή, κατ᾽ άλλους, «Après nous, le déluge», με την οποία λέγεται ότι απαντούσε στις διαμαρτυρίες των υπουργών για τον πολυέξοδο βίο της. Η έκφραση, που αναφέρεται στον κατακλυσμό του Νώε, έχει ευρέως θεωρηθεί έκφραση νιχιλισμού, με την έννοια της αδιαφορίας του ανθρώπου για οτιδήποτε συμβεί μετά το θάνατό του. Ο μηδενισμός όντως διαπερνά την ποίηση του Βαγενά γενικά, και ειδικότερα το συγκεκριμένο, έντονα ειρωνικό απέναντι στην ανθρώπινη φθαρτότητα ποίημα, αλλά η επιλογή του Ricks έχει και μια πολιτικοϊστορική διάσταση: δεδομένου ότι η φράση τοποθετείται μετά την καταστροφική για τους Γάλλους μάχη του Ρόσμπαχ, στην οποία ο Φρειδερίκος ο Μέγας κατέστρεψε τα στρατεύματα των Γάλλων και των Αυστριακών, θα μπορούσε να παραπέμπει και στην επερχόμενη Γαλλική Επανάσταση[25]. Έτσι, η συμβολική δυναμική ολόκληρου του ποιήματος διευρύνεται μέσα από τη μεταφραστική ματιά του Ricks και γίνεται και ένα σχόλιο πάνω στον άνθρωπο που πορεύεται με χίλιους κινδύνους στους κακοτράχαλους δρόμους της ιστορίας[26].
Φόρος τιμής στον Τόμας Χάρντυ – και η μεταφρασμένη «Μοναξιά» του Παλαμά
Δέκα ποιήματα για ξένους και έλληνες ποιητές περιέχονται στη συλλογή του Ricks, με ήρωες από τον Ούγκο Φόσκολο και τον Σαρλ Μπωντλαίρ ώς τον Κ. Π. Καβάφη και τον Λευτέρη Αλεξίου. Το ποίημα του Ricks για τον Έλιοτ εξετάζεται λεπτομερώς σε αυτό το αφιέρωμα από τη Γεωργία Φαρίνου-Μαλαματάρη. Θα κλείσω την αναγκαστικά ελλιπή περιδιάβασή μου στην ποίηση του Ricks με λίγα σχόλια για το ποίημα «Fecit», αφιερωμένο στον Τόμας Χάρντυ (που επηρέασε τόσο τον Ricks όσο και, μεταξύ άλλων, τον επίσης αγαπημένο ποιητή του, Φίλιπ Λάρκιν). Ο Ricks δεν έχει τάσεις εξιδανίκευσης· όπως και ο Καβάφης, ελκύεται περισσότερο από τις σκοτεινές, τις ραγισμένες, τις αμφίσημες πλευρές της ανθρωπότητας. Ωστόσο, το ποίημα αυτό είναι κατ’ εξαίρεση εγκωμιαστικό και, επιπλέον –ή μάλλον ακριβώς γι’ αυτό–, μας επιτρέπει να ακούσουμε καθαρά τη φωνή του δημιουργού του, να νιώσουμε τη συναισθηματική του δόνηση, που κορυφώνεται από στίχο σε στίχο μέχρι το ασυνήθιστα, για τα δεδομένα της ποίησης του Ricks, αισιόδοξο φινάλε («και ο στίχος, / Χάρντυ, ήξερες ότι θα διαρκέσει»):
FECIT
How like you in that first
Poem to find a place
For your name in the unobtrusive
Form of an adjective
In lower case,
Yet with the pride
Of a small-town alderman
Laying the parish hall᾽s first brick.
From 'Domicilium', you stuck
To the plan you ᾽d begun:
Foundations laid,
And then the house
Fit for your words to live
In long after your elusive
Ghost had flown. And the verse,
Hardy, you knew would last.[27]
Το διάσημο πρώτο ποίημα του Χάρντυ, το «Domicilium», όπου περιγράφεται το οικογενειακό σπίτι του ποιητή στο Dorset, χρησιμοποιείται εδώ ως μεταφορά για την ποιητική αρχιτεκτονική του έργου του βρετανού ποιητή. Το κλείσιμο του ποιήματος είναι θριαμβευτικό· το πρώτο ποίημα του Hardy παρουσιάζεται ως σημάδι της χαρισματικής δημιουργικής του εξέλιξης, ως το σταθερό θεμέλιο όλου του ποιητικού έργου του, το οποίο φαίνεται να κερδίζει την υπόσχεση της αιώνιας ζωής, ακριβώς όπως συμβαίνει με τα κυκλαδικά ειδώλια στο τελευταίο ποίημα του βιβλίου. Ο Ricks αξιοποιεί δημιουργικά το γεγονός ότι αυτό το πρώτο ποίημα του Χάρντυ περιέχει τη λέξη «hardy» ως επίθετο. Παραθέτω το απόσπασμα του Χάρντυ όπου εμφανίζεται η λέξη:
Red roses, lilacs, variegated box
Are there in plenty, and such hardy flowers
As flourish best untrained.
Εδώ, η καλλιέργεια και η αγριότητα συνδυάζονται, και ο Ricks φαίνεται να έχει κατά νου όλες τις σημασίες του επιθέτου «hardy» όταν κάνει αυτούς τους εμπνευσμένους συνειρμούς – οι καλοί ποιητές είναι hardy: σκληροτράχηλοι, ανθεκτικοί, επιζώντες, με μια άγρια πλευρά, αδάμαστη από τον πολιτισμό, και έτσι το ποιητικό έργο τους είναι hardy, ανθεκτικό στο χρόνο. Σκέφτεται κανείς, στο σημείο αυτό, το σονέτο του Παλαμά «Μοναξιά»· προσέξτε κυρίως τους τελευταίους στίχους της τόσο επιτυχημένης μετάφρασης του ποιήματος από τον Ricks:
SOLITUDE
Graft of care
Gnawing at me... – away!
In the garden here.
In a reverie.
Here a haven.
None to intrude.
Seek not to leaven
My solitude.
Νor am I –remember–
A bird or the wing
Or a breeze or a leaf...
Unblossoming,
Somehow I live,
Straight tree, grey timber.[28]
Ακόμη και ο τόσο πλατιά και βαθιά καλλιεργημένος Παλαμάς δηλώνει πως είναι ένα ίσιο δέντρο, ένα γκρίζο ξύλο. Ο Ricks, ως γνήσιος δημιουργός, συνδυάζει και αυτός την εκλέπτυνση της καλλιέργειας με ό,τι εμφανίζεται στο ποίημα του Παλαμά ως η άγρια περηφάνια της μοναξιάς. Ωστόσο, αυτή η περηφάνια είναι υπαρξιακή· δεν έχει καμία σχέση με το υψιπετές αίσθημα καλλιτεχνικής αυτοπεποίθησης που συναντά κανείς συχνά σε ποιήματα του Σικελιανού ή του Ελύτη. Όσο επιδέξιο κι αν είναι, το βιβλίο With Signs Following διαπερνάται από την ήσυχη και ταπεινή αγωνία που ο Σεφέρης διακρίνει στην ποίηση του Έλιοτ· από την αγωνία του καλλιτέχνη που περπατά με δέος στη «selva oscura» των λέξεων. Αξίζει να προσπαθήσουμε να βρούμε κι εμείς, με τη σειρά μας, το δρόμο μας μέσα στο δάσος της ποίησης του David Ricks.
[1] Ντέιβιντ Ρικς, Σημεία των καιρών, μτφρ. Νάσος Βαγενάς, Σοκόλης, Αθήνα 2025. Για περισσότερα βλ. Μαρία Αθανασοπούλου, «Ο μεταφραστής-ποιητής», The Books’ Journal, τχ. 163 [αφιέρωμα στον Νάσο Βαγενά], Απρίλιος 2025, σ. 65-67.
[2] Συνέντευξη του Ricks στη Λαμπρινή Κουζέλη, «Η Ιστορία είναι η φλέβα από την οποία αντλώ», Το Βήμα της Κυριακής, 2 Φεβρουαρίου 2025, σ. 14-15: 15.
[3] Συνέντευξη, ό.π., σ. 14.
[4] Ο Νάσος Βαγενάς μεταφράζει ευρηματικά το ποίημα, τιτλοφορώντας το «Οι καθηγητές (πρώτης βαθμίδος)»: Παραπατώντας στις παραπομπές / τις Μούσες βλέπουμε θαμπές»· βλ. Ρικς, Σημεία των καιρών, ό.π., σ. 37. Στο εξής, όσα από τα ποιήματα που σχολιάζω περιλαμβάνονται στο βιβλίο αυτό, θα τα παραθέτω σε υποσημείωση και στη μεταφραστική εκδοχή του Βαγενά.
[5] Σε απόδοση Βαγενά: «Καθώς το είχε συνήθειο να κοιτάζει / τα πράγματα μπροστά απ’ το φως, να δει / τι δεν είδαν οι άλλοι», Σημεία των καιρών, ό.π., σ. 39.
[6] Σε απόδοση Βαγενά: «Μίλα σιγά όταν περπατάς σε βουνά με χιόνι: / ένα γέλιο ξυπνά τη χιονοστιβάδα», ό.π., σ. 15.
[7] Modern Greek Writing. An anthology In English Translation, ed. David Ricks, Peter Owen Publishers, London 2003, σ. 37.
[8] Ο Βαγενάς μεταφράζει ως εξής: «Γιατί έχει δει μια φωνή από την κοιλάδα / να σπρώχνει έναν άσπρο λόφο μόνη / και να τον μεταβάλλει σε Καιάδα // του χιονοδρόμου που το αίμα του παγώνει. / Το επικείμενο τέλος τού δανείζει / φτερά στα χέρια και τον απογειώνει. // Η τελευταία κραυγή του κυματίζει / πίσω του σαν φωτεινό κασκόλ που κανένας / δεν θα εναποθέσει για να θυμίζει // το σημείο που θα βρίσκεται θαμμένος», ό.π.
[9] Είναι χαρακτηριστικό ότι από τις έξι, συνολικά, μεταφράσεις ελληνικών ποιημάτων που περιέχονται στο With Signs Following, εκείνη για τον Καρυωτάκη δεν φέρει στο τέλος απλώς το όνομα του ποιητή αλλά την ένδειξη «after K.G. Karyotakis» (With Signs Following, ό.π., σ. 34). Για περισσότερα πάνω στη μεταφραστική μέθοδο του Ricks βλ. τη συμβολή του Καψάλη στο παρόν αφιέρωμα.
[10] David Ricks, «Νέα ελληνική ποίηση, μεταφρασμένη και αμετάφραστη», στο Η γλώσσα της λογοτεχνίας και η γλώσσα της μετάφρασης, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 119.
[11] Σε μετάφραση Βαγενά: «Με ποια επιστημονική δεοντολογία / ομολογώ δεν ξέρω. Η αρχαιολογία // έχει κανόνες. Αυτά τ’ αγαλματίδια / (τόσο παράξενα και τόσο ίδια) // –σαν να ξεφύγαν απ’ τη σμίλη– / στέκουν αραδιασμένα σε μια καμπύλη // δρεπανωτή, και μας κοιτούν αόμματα / ή ψιθυρίζουν δίχως στόματα // καλώντας μας να συμπληρώσουμε / ό,τι τους λείπει. Αυτή η κατάσταση // διαρκεί χιλιάδες χρόνια. / Τα πιο ακατέργαστα είναι πιο σαρδόνια: // Ξεβράζουν μέσα από την άψυχη ύλη / λεπτά χαμόγελα σε άφτιαχτα χείλη», Σημεία των καιρών, ό.π., σ. 41.
[12] A.E. Stallings, «Afterword», With Signs Following, σ. 78-81: 81. Η μετάφραση είναι δική μου, όπως και στα υπόλοιπα αποσπάσματα της Stallings που παρατίθενται στο κείμενο αυτό.
[13] Βαγενάς, «Πρόλογος», Σημεία των καιρών, ό.π., σ. 7-12: 12.
[14] Αντλώ την παρατήρηση του Καψάλη από την προσώρας ανέκδοτη ομιλία του «Not Life but Speech: of Rhyme αnd Ritual in David Rick’s With Signs Following», που εκφωνήθηκε στις 20 Ιανουαρίου 2025 στο British School of Athens, στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Poetry between Languages: Writing and Translating Poetry in English and Greek», με αφορμή την έκδοση της συλλογής του Ricks With Signs Following· η μετάφραση είναι δική μου.
[15] Συνέντευξη στη Λαμπρινή Κουζέλη, ό.π., σ. 14.
[16] Σε δική μου απόδοση: «Ο ΕΥΘΑΝΑΣΙΑΣΤΗΣ Οι κάρτες του Έμιλ απ’ το νοσοκομείο: “Καλό Πάσχα!”, / γράφει τούτη εδώ χαρούμενα, στο χέρι μιας νοσοκόμας. // Ζωγράφισε ένα λαγό, αυγά κι ένα παχύ ανοιξιάτικο σύννεφο, / που σ’ ένα τηλεγράφημα τον επόμενο χειμώνα // είχε σκουρύνει κι είχε φύγει μακριά, βορειοανατολικά, / με τη μορφή χαρτόσημου Ο ΕΜΙΛ · ΠΕΘΑΝΕ · ΞΑΦΝΙΚΑ // ενόσω, στην ηλιόλουστη θεωρία μιας αίθουσας / ανέφελος, ο Δρ. Τάδε ενθουσιαζόταν με το αντικείμενο της διάλεξής του».
[17] Ας σημειωθεί ότι η λέξη «Lebensraum» αποτελεί έναν από τους έξι στίχους του πυκνού ποιήματος του Ricks για τον γερμανό ποιητή Johannes Bobrowski («Homage to Johannes Bobrowski», With Signs Following, ό.π., σ. 44). Ενδιαφέρουσα και αποκαλυπτική της ειρωνικής χρήσης της λέξης από τον Ricks (ο οποίος τη συναρτά στο ποίημα με τους νεκρούς: «Lebensraum / of the dead») είναι η παρατήρηση των Johann Chapoutot, Christian Ingrao και Nicolas Patin στο βιβλίο τους Le monde nazi: 1919-1945 (Παρίσι, 2024): «Από τη δεκαετία του 1880, μια λέξη κάνει την εμφάνισή της στον δημόσιο χώρο, μια λέξη που προέρχεται από την επιστήμη, η λέξη Lebensraum: αυτό που μεταφράζουμε αδόκιμα ως «ζωτικός χώρος» σημαίνει κυριολεκτικά «βιότοπος», όπως είναι η ακριβής γερμανική απόδοσή του (bios = Leben = ζωή· topos = Raum = χώρος). Ο βιότοπος είναι μια έννοια που προέρχεται από τις φυσικές επιστήμες και γρήγορα υιοθετήθηκε από τις ανθρωπιστικές, όπως η ιστορία, η γεωγραφία, η οικονομία, ακόμη και η κοινωνιολογία. Από περιγραφική έννοια που ήταν έγινε κανονιστική: δεν χρησιμεύει πλέον μόνο για να σκιαγραφεί μια βιολογική ύπαρξη, παρουσιάζοντας τον βιότοπο ενός ατόμου ή ενός είδους, αλλά αποτελεί μια εντολή να κατακτήσει και να κυριαρχήσει κάποιος έναν τέτοιο χώρο, υπό την απειλή του φυλετικού θανάτου». Η μετάφραση είναι δική μου.
[18] Stallings, «Afterword», ό.π., σ. 80.
[19] Στη συνέντευξή του στην Κουζέλη, ο Ricks λέει ότι το ποίημα «γράφτηκε με αφορμή τον εμφύλιο στην πρώην Γιουγκοσλαβία», ό.π., σ. 14.
[20] Σε μετάφραση Βαγενά: «Η επιχειρηματολογία ηχεί σωστή. / Όμως τα πράγματα υπακούουν στη φριχτή // αναγκαιότητα. Δεν απομένει / ούτε μια πέτρα απ’ τα τεμένη. // Ανθρώπων πλήθη καταπίνει ο σεισμός / που ανοίγει ο κάθε νεολογισμός», Σημεία των καιρών, ό.π., σ. 27.
[21] Καψάλης, «Not Life but Speech», ό.π.
[22] Stallings, «Afterword», ό.π., σ. 78. Η μετάφραση είναι δική μου.
[23] Προφανώς ο Ricks αναγκάζεται να κάνει την αλλαγή γιατί ο «αιώνας» στον οποίο αναφέρεται στον τρίτο στίχο του ποιήματος είναι ο 20ός (ίσως και για να προσαρμόσει το ποίημα στο πλαίσιο των υπόλοιπων ιστορικών ποιημάτων του, που είναι σε παρελθόντα χρόνο).
[24] Βλ. Βαγενάς, Ποιήματα 1974-2014, Κέδρος, Αθήνα 2015, σ. 250.
[25] Σύμφωνα με εναν νεότερο μελετητή, εξάλλου, η φράση αποδίδεται στον θαυμαστών αστρονομικών γνώσεων Λουδοβίκο και στην αναμονή του κομήτη του Χάλεϋ το 1757, κομήτη που έχει θεωρηθεί ότι οδήγησε στον βιβλικό κατακλυσμό, όπου επέζησαν μόνο ο Νώε και η κιβωτός του, βλ. Michel Antoine, Louis XV, Fayard, Παρίσι 2019.
[26] Μια ακόμα φορά επιλέγει ο Ricks να μεταφράσει έναν ελληνικό τίτλο στα γαλλικά: αποδίδει τον τίτλο του ποιήματος του Καρυωτάκη «Εμβατήριο πενθιμο και κατακόρυφο» ως «Marche funèbre et perpendiculaire», παραπέμποντας στο τρίτο μέρος της Σονάτας αριθμός 35 του Σοπέν, έργου που τελικά αυτονομήθηκε από τον δημιουργό της και παίχτηκε, με ορχηστρική μορφή, στην κηδεία του μουσικού το 1849. Πρόκειται για μια από τις πιο δημοφιλείς συνθέσεις του Σοπέν και έχει πλέον γίνει η αρχετυπική evocation του θανάτου – πόσο ταιριαστή για ένα ποίημα αφιερωμένο στην ιδέα της αυτοκτονίας, που λίγο μετά τη συγγραφή του θα ακολουθηθεί από την πραγματική αυτοκτονία του δημιουργού του.
[27] Δεν επιχείρησα να μεταφράσω το ποίημα αυτό γιατί πολύ δύσκολα θα μπορούσε να διατηρηθεί στα ελληνικά το παλινδρομικό σχήμα της ομοιοκαταληξίας, ενώ είναι αδύνατον να διασωθεί το κεντρικό για το νόημα λογοπαίγνιο ανάμεσα στο επώνυμο «Hardy» και το επίθετο «hardy».
[28] Στο πρωτότυπο το ποίημα έχει ως εξής: «Της έγνοιας μπόλι, / με τρως· μακριά μου! / Στο περιβόλι / με τα όνειρά μου. // Αραξοβόλι. / Κανείς κοντά μου. / Αφήστε μου όλη / τη μοναξιά μου. // Δεν είμαι, ακούτε; / πετούμενο, ούτε / φύσημα ή φύλλο... // Χωρίς ανθό / ζω, δέντρου ορθό / και γκρίζο ξύλο», Παλαμάς, Άπαντα, τόμ. 7, Μπίρης, Αθήνα, χ.χ., σ. 242 και 404.