Σύνδεση συνδρομητών

Ανασαίνουν τα σπίτια;

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2025 09:50
Η Σοφία Τσιλιμένη.
Φωτογραφία αρχείου
Η Σοφία Τσιλιμένη.

Το «σπίτι» στη συλλογή διηγημάτων Το κουμπί της Τασούλας Τσιλιμένη[1]: Θεματικές πτυχές και διαστάσεις

Τασούλα Τσιλιμένη, Το κουμπί και άλλες ιστορίες, Καστανιώτη, Αθήνα 2017, 122 σελ.

To 2017 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων της Τασούλας Τσιλιμένη, Το κουμπί και άλλες ιστορίες από τις εκδόσεις Καστανιώτη.[2] Μία συλλογή από δεκατρία σύντομα κείμενα, που έχουν χαρακτηριστεί από την κριτική και ως ιστορίες βραχείας φόρμας.[3]

Ο τόπος δράσης εντοπίζεται σε περιοχές της Θεσσαλίας και Μακεδονίας, ενώ ο χρόνος δράσης είναι κυρίως οι δεκαετίες ’50 και ’60. Η θεματική παρουσιάζει συχνά συνοχή μέσα από την ποικιλία της, καθώς ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος μεταξύ άλλων με τα θέματα του εφήμερου, της απώλειας, της εστίας, της μνήμης, της σεξουαλικής παρενόχλησης κατά την παιδική και εφηβική ηλικία, της ψυχοσύνθεσης της ανήλικης και ενήλικής γυναικείας παρουσίας και της πρόωρης ενηλικίωσης.

Η παρούσα προσέγγιση θα συνεξετάσει το θέμα του σπιτιού,[4] ως μία σύνθετη υπαρξιακή κατάσταση που ενσωματώνει μνήμες, εικόνες, επιθυμίες, φαντασία, φόβους, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Η ανάλυση θα εστιάσει στα διηγήματα με τίτλο Το σπίτι και Ο Νταμίλης, τα οποία στο τέλος θα συνδεθούν με το ομώνυμο διήγημα της συλλογής Το κουμπί.

Το σπίτι, λοιπόν, παρουσιάζεται στην τρίτη θέση στα περιεχόμενα της συλλογής. Πρόκειται για ένα από τα σύντομα διηγήματα, ωστόσο αφήνει την ίδια εναργή αίσθηση με τα μεγαλύτερα διηγήματά της συγγραφέα. Αφορά την επίσκεψη της ηρωίδας στο αγαπημένο παλιό, πέτρινο εξοχικό που κληρονόμησε από τους παππούδες της, επάνω στον Όλυμπο. Αγαπημένο ωσάν να είναι και αυτό μέλος της οικογένειάς της. Όσο ήταν πιο νέα, το σπίτι το περιποιούνταν οι γονείς της και η ίδια με τα παιδιά και τον σύζυγό της πήγαιναν κατά τη διάρκεια όλου του χρόνου για ανάπαυση, με την πάροδο ωστόσο του χρόνου και την απώλεια των αγαπημένων προσώπων της (γονέων και συζύγου), αραίωσε πολύ τις επισκέψεις και τη διαμονή της εκεί, παρόλο που η φροντίδα του σπιτιού αποτελούσε αποκλειστική ευθύνη της.

Η τριτοπρόσωπη αφήγηση του διηγήματος με παντογνώστη αφηγητή εστιάζει τη μέρα που η πρωταγωνίστρια φθάνει από νωρίς στο σπίτι παρά την ψυχολογική δυσκολία που είχε να το κάνει. Αρχή καλοκαιριού, περίοδος που γιόρταζε το ξωκλήσι της Αγίας Τριάδας στο χωρίο. Προηγούνται οι ενδότερες σκέψεις της για τη σειρά με την οποία θα ξεκινούσε την περιποίηση του κλειστού για μήνες σπιτιού. Αμέσως μετά, η πράξη της εισόδου της ανώνυμης πρωταγωνίστριας στο σπίτι αποτελεί κεντρικό σημείο της δράσης.

Η πρώτη αίσθηση που αποπνέει το σπίτι και εισπράττει η ηρωίδα είναι το «ψύχος στο κορμί της»,[5] μία αίσθηση που όπως θα φανεί και στο επόμενο διήγημα είναι διφορούμενη, καθώς πρόκειται τόσο για την εξωτερική θερμοκρασία του περιβάλλοντος χώρου όσο και για την εσωτερική του θερμοκρασία. Τι εννοώ με τον όρο «εσωτερική θερμοκρασία»; Το σπίτι δεν αποτελεί ένα άψυχο αντικείμενο, αλλά ένα ανθρωποποιημένο στοιχείο το οποίο συναισθάνεται, βουρκώνει, σιωπά, μαραίνεται μέσα στην απραξία και θυμώνει. Όπως αναφέρει και η Βαμβουνάκη τα σπίτια εντάσσονται σε αυτή την κατηγορία ειδών που «από λάθος χαρακτηρίζουμε άψυχα».[6] Συνεπώς, μόλις η ηρωίδα μπαίνει στο σπίτι απευθύνεται σε αυτό σε ευθύ λόγο:

«Έλα, καλό μου, μη θυμώνεις! Θα δεις, όλα θα σου τα κάνω. Και τζάμια θα πλύνω κι αράχνες θα πάρω, όλα θα σου τα κάνω …» του γλυκομίλησε.[7]

Και πράγματι από το πρωί που έφτασε μέχρι και αργά το απόγευμα καθάριζε το σπίτι και μόλις τελείωσε έβαλε το αγαπημένο της cd να παίζει, έφτιαξε καφέ και κάθισε έξω στο μπαλκόνι και τότε:

Ένα αεράκι ζεστό ήρθε απ’ το ανοιχτό παράθυρο πίσω της και χάιδεψε  το σβέρκο της. Χαμογέλασε. Το ήξερε, έτσι έκανε πάντα το σπίτι. Στην αρχή, της έκανε μούτρα, ψυχρό και δύστροπο που το είχε εγκαταλείψει τόσο καιρό, χωρίς μια κουβέντα, χωρίς μυρωδιές και λάτρα. Τώρα, ανασαίνει ευχαριστημένο και καθαρό. Σαν μπανιαρισμένο μωρό. Ανασαίνουν τα σπίτια; Ανασαίνουν λέει![8]

 

Το σπίτι που ζει

Καθώς το σπίτι παρουσιάζεται να διαθέτει συναίσθηση, ευγνωμοσύνη αλλά και λαλιά, η Τσιλιμένη επιλέγει να κλείσει, μέσω αυτής της πλέον ανθρωπομορφικής προβολής, το διήγημά της. Ένα διήγημα που δίνει με ένα ιδιόμορφα τρυφερό τρόπο τον ανθρώπινο προβληματισμό για τα σπίτια ως βιωμένους χώρους, που χάρισαν σε μια άλλη περίοδο της ζωής ενός οικιστή όμορφες αναμνήσεις και εμπειρίες, ενώ σε διαφορετική περίοδο οι συγκυρίες συναίνεσαν, ώστε αυτές οι δομές να μείνουν στο έλεος του χρόνου και της φθοράς. Και ακριβώς αυτές οι έννοιες της παρόδου του χρόνου,[9] της ερήμωσης, της απώλειας, της εγκατάλειψης και της ενδεχόμενης καταστροφής είναι βασικά θέματα που ενυπάρχουν όχι μόνο σε αυτό το διήγημα, αλλά διατρέχουν ολόκληρη τη συλλογή. Ο θάνατος των έμψυχων υποκειμένων έχει ως συνεπακόλουθο τον «θάνατο» των «άψυχων» αντικειμένων, των οποίων η φθορά γίνεται περισσότερο και εντονότερα αντιληπτή ως βίωμα σε αυτούς που μένουν πίσω και έχουν την ευθύνη της φροντίδας τους. Πρόκειται για το μέσο συνειδητοποίησης και πιο συγκεκριμένα της σωματοποίησης της αποσύνθεσης και της απώλειας εν γένει.

Το συγκεκριμένο διήγημα, λοιπόν, χωρίζεται στην περίοδο πριν και μετά τον θάνατο αγαπημένων προσώπων με άξονα πάντα το σπίτι. Υπάρχουν δύο πρωταγωνιστές: α) η ηρωίδα και η σχέση της με το σπίτι και β) το ανθρωποποιημένο σπίτι και τα συναισθήματά του. Κεντρικός άξονας προβληματισμού είναι η έννοια της φθοράς. Η βασανιστική έγνοια της ηρωίδας να μην αφήσει το σπίτι να ερημώσει, την κάνει να διερωτάται στο μέσο του διηγήματος για τους λόγους που βιώνει την έντονη ανάγκη συντήρησής του: «Δεν ήξερε αν πονούσε το σπίτι, ή αν ήταν ένα πείσμα ενάντια στη φθορά, την απώλεια».[10]  Υπαρξιακές κατά συνέπεια ανησυχίες που παίρνουν σάρκα και οστά μέσα από τη λειτουργία ενός ακατοίκητου σπιτιού. Έχει ήδη παρατηρηθεί και είναι εμφανές και στην προκειμένη περίπτωση ότι αυτή η αναπαράσταση της ουσίας του σπιτιού, που λειτουργεί ως καθρέφτης της ψυχής του κατοίκου, αποτελεί μία πρακτική που αποκαλύπτεται εναργέστερα στην τέχνη και τη λογοτεχνία παρά στην αρχιτεκτονική.[11]

Το σπίτι ως ένας από τους βασικούς θεματικούς άξονες κυριαρχεί και στο δωδέκατο και προτελευταίο διήγημα της συλλογής, που τιτλοφορείται Ο Νταμίλης. Σε έκταση το διήγημα αυτό είναι τριπλάσιο από Το σπίτι, ενώ η αφήγηση είναι επίσης τριτοπρόσωπη με έναν παντογνώστη αφηγητή. Η ηρωίδα σε αυτό το διήγημα φτάνει βράδυ στο χωριό, καθώς μένει από λάστιχο, ωστόσο το σπίτι καθαρίζεται και συντηρείται από φιλικό ζευγάρι, που μένει στο χωριό. Άρα η ηρωίδα δεν έχει την αγωνία να φρεσκάρει το σπίτι. Η ψύχρα του σπιτιού, ωστόσο επανέρχεται και πάλι έντονη ως αίσθηση, παρά το γεγονός ότι η φιλόξενη και καλοσυνάτη κυρα-Σταυρούλα που το φροντίζει άνοιγε συχνά για να μπει ο ήλιος και να ζεσταθούν τα ντουβάρια. Τα λόγια της κυρα-Σταυρούλας μπαίνουν σε ευθύ λόγο, δίνοντας την αίσθηση του διαλόγου με την πρωταγωνίστρια, παρ’ όλ’ αυτά τα λόγια της πρωταγωνίστριας δίνονται πάντοτε από τον αφηγητή σε τρίτο πρόσωπο.

Ο βασικός λόγος που η πρωταγωνίστρια επισκέπτεται το σπίτι σε αυτό το διήγημα είναι για να μαζέψει τα τελευταία της προσωπικά αντικείμενα, καθώς έχει πουλήσει το σπίτι διαδικτυακά σε Γερμανό αγοραστή. Κατά τις τελευταίες μέρες της διαμονής της εκεί, η αίσθηση της όσφρησης τής ξυπνά αναμνήσεις και την κάνει να νιώθει ξανά οικεία με τον χώρο. Τα πάντα παραμένουν όπως τα είχε αφήσει το Μαρικάκι, η ανύπαντρη θεία της μητέρας της, που ζούσε στο σπίτι και το φρόντιζε για χρόνια. Η τάξη και η αναλλοίωτη διάταξη των πραγμάτων, επίσης, ξυπνούν αναμνήσεις στην πρωταγωνίστρια από την παιδική της ηλικία, όταν το Μαρικάκι και η μητέρα της της αφηγούνταν ιστορίες, θρύλους και παραδόσεις.[12] Η ίδια βάζει το καφέ σάλι που έριχνε στους ώμους του το Μαρικάκι, φτιάχνει κάτι ζεστό, κάθεται στο μπαλκόνι, ανάβει τσιγάρο, βλέπει το φεγγάρι, καθώς τα φώτα στο χωριό σβήνουν σιγά σιγά και ξαφνικά ζωντανεύουν οι θρύλοι και οι αφηγήσεις που άκουγε από τις δύο μεγαλύτερές της γυναίκες.

Ακούει καλπασμό αλόγου και βλέπει την οπτασία του όμορφου Τούρκου αξιωματούχου του χωριού, Νταμίλη, έτσι όπως το Μαρικάκι αφηγούνταν την ιστορία με τα χαρακτηριστικά του και τις συνήθειές του, όπως το πότισμα του άλογου του και το ξεδίψασμα του ιδίου από τη βρύση, η οποία πήρε το όνομά του. Τη στιγμή της οπτασίας, τα χαρακτηριστικά του Νταμίλη δίνονται από το ίδιο το Μαρικάκι, καταφέρνοντας η συγγραφέας μέσα από αυτό τον εγκιβωτισμό να ακυρώσει την πάροδο του χρόνου, παραθέτοντας την αφήγηση «αυτούσια» όπως τότε που η πρωταγωνίστρια την άκουγε από τη γιαγιά της ούσα μικρή. Το χτύπημα του κινητού από την κ. Σταυρούλα την επαναφέρει στην πραγματικότητα, αλλά με έντονη την ανάγκη να επισκεφτεί τη βρύση του Νταμίλη, στην οποία το Μαρικάκι την έπαιρνε για νερό και την τάιζε.

Ένα διήγημα με άξονα το σπίτι, όπου επίσης διαγράφονται οι σχέσεις τεσσάρων γυναικών δύο του άμεσου οικογενειακού περιβάλλοντος της πρωταγωνίστριας: α) η μάνα, β) η θεία της μάνας -που ενυπάρχουν μόνο ως ανάμνηση-, γ) η φίλη αυτών η κυρα-Σταυρούλα και δ) η πρωταγωνίστρια ως παιδί και ως ενήλικας. Οι σχέσεις διαγράφονται σε δύο χρονικά επίπεδο: ως θύμηση του παρελθόντος, όταν ζούσαν η μάνα και η θεία και η πρωταγωνίστρια ήταν μικρή και στο παρόν όταν η πρωταγωνίστρια ανακαλεί στο παρόν τις αναμνήσεις αυτές από τη σκοπιά του ενήλικα και συνομιλεί με την κυρα-Σταυρούλα.  Όλες αυτές οι μνήμες ξυπνούν λόγω της τεράστιας φόρτισης που θα εγκαταλειφθεί το σπίτι, για το οποίο η ηρωίδα σκέφτεται ότι πιο πολύ πονάει τη φθορά του σε περίπτωση που ορφανέψει ολοκληρωτικά, παρά τον θάνατο που προηγήθηκε του αγαπητού της προσώπου. O θάνατος του σπιτιού ενέχει τη συλλογική ταυτότητα και τα βιώματα των οικιστών αλλά βεβαίως αποτελεί και μέρος της προσωπικής ταυτότητας της πρωταγωνίστριας,[13] άρα η ενδεχόμενη καταστροφή του σπιτιού συνδέεται και με την απώλεια των αναμνήσεων του περίγυρού της και επιπρόσθετα συνδέεται με την απώλεια μέρους από την ταυτότητά της.[14] Παραθέτω:

Δεν άντεχε να βλέπει τα σπίτια να ερημώνουν. Ένιωθε βαθιά θλίψη. Την πονούσε η σκέψη ότι εκεί είχαν στήσει τη ζωή τους άνθρωποι που έφυγαν πια, και τα σπίτια ορφανά μένουν να παλεύουν με τη σκιά του χρόνου. Ένας αγώνας άνισος, αφού πάντα αυτός είναι ο νικητής. […] Καμιά φορά, σκεφτόταν, παρότι της φαίνονταν υπερβολικό, ότι περισσότερο στεναχωριόταν που έμεινε το σπίτι μόνο του, παρά που πέθανε το Μαρικάκι.[15]

 

Κατοικίες και χαλάσματα

Ο ανθρώπινος θάνατος είναι πιο διαχειρίσιμος για την ίδια σε σχέση με την άνιση βίωση της πάλης του σπιτιού με τον χρόνο και της μετατροπής του σε «χάλασμα».[16] Με αυτό τον τρόπο, η συγγραφέας επαναφέρει στο διήγημα το δεσπόζον θέμα του χρόνου, της αλλοίωσης αλλά και τον βασικό προβληματισμό της: «Πώς γίνεται να μένουν όλα ίδια, ενώ έχει χαθεί η ουσία του όλου;»[17]

Το κεντρικό αυτό ερώτημα, ενώ δεν διατυπώνεται ευθέως στο πρώτο διήγημα της συλλογής, Το κουμπί, αποτελεί τον κύριο προβληματισμό της αφηγήτριας, όταν βλέπει τη μάνα της στο φέρετρο με το χέρι της να «χαϊδεύει» το χαμένο κουμπί από το παρά τα σαράντα χρόνια, καλοδιατηρημένο και όχι ιδιαίτερα φορεμένο ταγέρ της. Το είχε χάσει πριν δεκαετίες, όταν είχε χτυπήσει στον αποκριάτικο γάμο στο Μακρυχώρι, και παρά τον τραυματισμό και την αιμορραγία που προήλθε από το πέσιμό της εκείνη τη χαρούμενη μέρα, η μάνα ψηλάφιζε τα κουμπιά και δάκρυσε, όταν αντιλήφθηκε την απώλειά του.  Χρόνια μετά, παρά το σταμάτημα του χρόνου σε σχέση με τη νεκρή μάνα, στο μυαλό της αφηγήτριας, οι συμπεριφορές, τα πράγματα, παραμένουν ίδια, παρά το ότι η ουσία του όλου έχει χαθεί, παραθέτω:

Έτσι και τώρα που την κοιτάζω να φοράει το ίδιο ταγέρ, ξαπλωμένη με σταυρωμένα και δεμένα με άσπρη κορδέλα τα οστέινα χεράκια της, νομίζω ότι, όπως τότε, χαϊδεύει ή αναζητά το χαμένο εκείνο κουμπί.[18]

Η Τασούλα Τσιλιμένη μέσα από τη ζωντανή, πολύ-αισθητηριακή διάσταση που δίνει στα άψυχα αντικείμενα και ειδικά στο βιωμένο χώρο του σπιτιού, προσφέρει στα αντικείμενα μια έντονα υπαρξιακή πτυχή, η οποία εγείρει ζητήματα οντολογικού προβληματισμού. Η συγγραφέας δεν γράφει για απλά, υλικά και άψυχα αντικείμενα αλλά δίνει με ενδιαφέροντα τρόπο ψυχή σε αυτά, παρουσιάζοντας την ουσία τους, όπως αυτή εγκαθίσταται μέσα της και αλληλεπιδρά μαζί της. Μέσα, λοιπόν, από τον συνδυασμό της λιτότητας του λόγου και των ανοικειωτικών τεχνικών που χρησιμοποιεί, δημιουργεί τη δική της ενδοσκοπική αντίσταση και άμυνα στον χρόνο, τη φθορά και το τετελεσμένο, αιφνιδιάζοντας και προβληματίζοντας με οξυδερκή τρόπο τον αναγνώστη, που νιώθει την ανάγκη να διαβάσει και να ξαναδιαβάσει τα διηγήματα της συλλογής.

 

[1] Τασούλα Τσιλιμένη, Το κουμπί και άλλες ιστορίες, Αθήνα: Καστανιώτης, 2017.

[2] Η μελέτη αυτή είναι μια επεξεργασμένη μορφή της παρουσίασης συγκεκριμένων διηγημάτων από Το κουμπί, που πραγματοποιήθηκε στη Λευκωσία, τον Φεβρουάριο του 2019. Ευχαριστώ τη συγγραφέα για την τιμητική πρόσκληση να παρουσιάσω το έργο της.

[3] Βλ. ενδεικτικά Αντώνης Κάλφα, «Μικρή φόρμα με μεγάλες συνέπειες», 3/12/2017 ανάκληση από: https://e-pieria.gr/askiseis/11459-mikri-forma-me-megales-synepeies

[4] Πρόκειται για ένα πολυδιάστατο θέμα το οποίο εξετάζεται από διάφορους επιστημονικούς κλάδους. Βλ. ενδεικτικά μία βιβλιογραφική ανασκόπηση σχετικά με τη σημασία του όρου σπίτι από τους κλάδους της κοινωνιολογίας, της ανθρωπολογίας, της ψυχολογίας, της γεωγραφίας, της ιστορίας, της αρχιτεκτονικής και της φιλοσοφίας, Shelley Mallet, «Understanding home: A critical review of the literature», The Sociological Review 2004, 62-89. Το ανά χείρας άρθρο θα αναδείξει πτυχές του θέματος, όπως απορρέουν μέσα από τη λογοτεχνία.

[5] Βλ. Το κουμπί, σ. 27.

[6] Μάρω Βαμβουνάκη, Η φιλία είναι και δεν είναι παντοτινή, Αθήνα: Αρμός, 2020, σ. 178. Ο Φιλανδός αρχιτέκτονας και στοχαστής Juhani Pallasmaa επισημαίνει τη διάκριση μεταξύ κατοικίας και σπιτιού, αναφέροντας ότι: « … τον εκάστοτε οικιστή τον ενδιαφέρει η ικανότητα της κατοικίας να παρέχει οικιακότητα στον κόσμο. Το οίκημα, εκτός από τα μορφολογικά και ποσοτικά του χαρακτηριστικά, έχει επίσης τη δική του ψυχή και τη δική του καρδιά.» […] «Ένα αυθεντικό σπίτι έχει ψυχή, μια ψυχή που περιμένει τον κάτοικο.», βλ. Juhani Pallasmaa, «Ταυτότητα, οικειότητα και σπίτι: Σημειώσεις πάνω στη φαινομενολογία του σπιτιού (1994)», στου ιδίου Δώδεκα δοκίμια για τον Άνθρωπο, την Τέχνη και την Αρχιτεκτονική 1980-2018, μτφρ. Αναστασία-Σάσα Λαδά και Κωνσταντίνος Ξανθόπουλος, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2021, σσ. 125-154 (126, 134).

[7] Βλ. Το κουμπί, σ. 27.

[8] Βλ. Το κουμπί, σ. 28.

[9] Το σπίτι ως μονιμότητα και συνέχεια, με άλλα λόγια ως χρονική διαδικασία είναι μία από τις βασικές κατηγορίες ερμηνείας του στη βιβλιογραφία, βλ. Carole Després, «The meaning of home: Literature review and directions for future research and theoretical development», Journal of Architectural and Planning Research, 1991, 8 (2), 96-115 (97-98). Πρβλ.  την παρατήρηση του Pallasmaa, «Ένα σπίτι είναι επίσης μια σειρά από τελετουργικά, προσωπικούς ρυθμούς και ρουτίνες της καθημερινής ζωής. Το σπίτι δεν κατασκευάζεται μια και έξω· έχει τη δική του χρονική διάσταση και το δικό του συνεχές, και είναι ένα διαρκές προϊόν της προσαρμογής του ατόμου και της οικογένειας στον κόσμο.», ό.π., σ. 130.

[10] Βλ. Το σπίτι, σ. 26.

[11] Pallasmaa, ό.π., σ. 131.

[12] Η Τσιλιμένη σε αυτό το σημείο δείχνει μέσα από τη λογοτεχνική της αφήγηση τους τρεις τρόπους που το σπίτι τόσο από εξωτερικής όσο και από εσωτερικής πλευράς διατηρείται στη μνήμη: α) δίνοντας υλική διάσταση στον χρόνο, β) ενισχύοντας αναμνήσεις, γ) διεγείροντας τη θύμηση αλλά και τη φαντασία, βλ. Juhani Pallasmaa, «Χώρος, τόπος, μνήμη και φαντασία: Η χρονική διάσταση του υπαρξιακού χώρου (2007)», στου ιδίου Δώδεκα δοκίμια για τον Άνθρωπο, την Τέχνη και την Αρχιτεκτονική 1980-2018, μτφρ. Αναστασία-Σάσα Λαδά και Κωνσταντίνος Ξανθόπουλος, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2021, σσ. 155-176 (157).

[13] H Després αναφέρει ότι το σπίτι παίζει κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικής ταυτότητας, καθώς αποτελεί και τον χώρο, όπου διάφορα αντικείμενα συναισθηματικής αξίας ενυπάρχουν και αποτελούν σωματοποίηση διαφορετικών πτυχών της προσωπικότητας του οικιστή, ό.π., σ. 101.

[14] Ο Pallasmaa παρατηρεί ότι: «Υπάρχει μια παράξενη μελαγχολία σ’ ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι […] που αποκαλύπτει ίχνη και ουλές από ιδιωτικές ζωές που εκτίθενται στο δημόσιο βλέμμα.», στο «Ταυτότητα, οικειότητα και σπίτι», ό.π., σ. 136.

[15] Βλ. Το κουμπί, σσ. 101-102.

[16] Ο φιλόσοφος Harries, αναφέρει ότι  η αρχιτεκτονική δεν αποτελεί μόνο ένα οριοθετημένο χωρικά καταφύγιο, που προστατεύει τον άνθρωπο σε σχέση με τον υπόλοιπο περιβάλλοντα χώρο, αλλά αποτελεί προστασία απέναντι στον φόβο του χρόνου, βλ. Karsten Harries, «Building and the Terror of Time», Perspecta 19, 1982, 58-69 (59-61).

[17] Βλ. Το κουμπί, σ. 100.

[18] Βλ. Το κουμπί, σ. 12.

Μαρίνα Ροδοσθένους-Μπαλάφα

Αναπληρώτρια καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας, πρόεδρος του Τμήματος Παιδαγωγικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Λευκωσίας. Έχει επιμεληθεί τον συλλογικό τόμο Μελέτες για την κυπριακή Συλλογή αναγεννησιακών ποιημάτων (2022). Η πιο πρόσφατη έρευνά της επικεντρώνεται στην εξέταση του παράδοξου και του οξύμωρου σε όλα τα είδη της ελληνικής αναγεννησιακής λογοτεχνίας, στον πετραρχικό Σολωμό, σε ερμηνευτικά ζητήματα λόγου και εικόνας στον Ερωτόκριτο, στο κρητικό δράμα του 16ου αιώνα, στον Βασίλη Μιχαηλίδη, στον Κώστα Μόντη και σε θέματα Διδακτικής της Λογοτεχνίας. https://unic.academia.edu/MarinaRodosthenousBalafa

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.