Σύνδεση συνδρομητών

Γιατί ακριβώς μας δυσκολεύει η χουντική επταετία;

Τρίτη, 03 Μαρτίου 2026 01:42
Αρχείο The Books’ Journal
To εξώφυλλο του πρώτου τεύχους του περιοδικού Σύγχρονος Κινηματογράφος, που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 1969, με εξώφυλλο πλάνο από την ταινία του Λουίς Μπουνιουέλ, Σίμων της ερήμου. Διευθυντής του περιοδικού ήταν ο Βασίλης Ραφαηλίδης, εκδότης ο μετέπε
Αρχείο The Books’ Journal

Η έρευνα και η συγγραφή με τη Νατάσα Τριανταφύλλη ενός βιβλίου που ερευνά την εποχή της δικτατορίας (Big Bang, 1970-1973: Η άνθηση του πολιτισμού στα χρόνια της δικτατορίας), μας έθεσε αναπόφευκτα αντιμέτωπους με κάποια αισθήματα αμηχανίας έως και ενόχλησης, που προκαλεί οποιαδήποτε αναφορά στην περίοδο αυτή ξεφεύγει από τα τετριμμένα και αέναα επαναλαμβανόμενα κλισέ που όλοι γνωρίζουμε. Η αντίδραση αυτή έχει ενδιαφέρον γιατί μας αποκαλύπτει κρυμμένους μηχανισμούς της συλλογικής μνήμης.

Ένα κομβικό ερώτημα που θέτει το βιβλίο μας αφορά την κατασκευή του αφηγήματος του «μεγάλου σκότους» που κάλυψε ολόκληρη την κοινωνία στη διάρκεια της επταετίας 1967-1974 και που συνετέλεσε στο να ξεχαστεί εντελώς η ζωντανή δημιουργικότητα της μεγάλης πολιτιστικής έκρηξης της τετραετίας 1970-1973 την οποία περιγράψαμε ως Big Bang. Γιατί, δηλαδή, ενώ τα τεκμήρια που διαθέτουμε δείχνουν με αδιάσειστο τρόπο πως το διάστημα εκείνο ο πολιτισμός γνώρισε μια μεγάλη άνθηση, κατασκευάσαμε ως κοινωνία ένα αφήγημα που ισχυρίζεται ακριβώς το αντίθετο: πως δηλαδή δεν έγινε ουσιαστικά τίποτα το αξιόλογο τότε, πως κυριάρχησαν η σιωπή και η πολιτιστική αφασία σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε ορισμένοι άνθρωποι που διαβάζουν μόνο τον τίτλο και κυρίως τον υπότιτλο του βιβλίου μας να σοκάρονται. Αρκετοί μάλιστα, που προφανώς δεν μπαίνουν στον κόπο να αναζητήσουν στοιχειωδώς το περιεχόμενό του, θεωρούν αυτόματα πως πρόκειται για μια προσπάθεια δικαίωσης («ξεπλύματος» κατά την προσφιλή έκφραση) της δικτατορίας. Ακόμη και όταν αποκτούν πρόσβαση στην τεκμηρίωση της πολιτιστικής έκρηξης της περιόδου 1970-1973, δεν είναι λίγοι εκείνοι που μπαίνουν στην κλασική διαδικασία άρνησης, σαν να μη μπορούν να αποδεχτούν την ύπαρξη μιας φωτεινής πραγματικότητας τα χρόνια εκείνα, παρά την καταπίεση και τον αυταρχισμό. Έτσι, αφού περάσει το πρώτο σοκ, εμφανίζονται νέες γραμμές άμυνας. Η πιο πεζή ακολουθεί την λογική των ύποπτων στοχεύσεων: «Εντάξει όλα αυτά, αλλά που το πάτε;» ή «Τι ακριβώς επιδιώκετε μ’ αυτό το βιβλίο;» Μια άλλη αντίδραση, αναδιπλώνεται στη γραμμή τού «Μα αυτά για την πολιστική παραγωγή τα γνωρίζαμε ήδη, δεν είναι κάτι καινούργιο» ή «Δεν υπήρξε Big Bang, γιατί χωρίς τη δικτατορία η πολιτιστική έκρηξη θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη».  Πρόκειται, με λίγα λόγια, για τα κλασικά συμπτώματα μιας έντονης ψυχολογικής ανασφάλειας. 

Μια προφανής αλλά επιδερμική εξήγηση αυτού του φαινομένου σχετίζεται με τους κοινωνικούς αυτοματισμούς που γεννά η επανάληψη του ίδιου μηνύματος εδώ και μισό αιώνα: η δικτατορία είναι το απόλυτο κακό και, επομένως, οποιαδήποτε απόπειρα ανάλυσης ή ερμηνείας προτείνει μια ανάγνωση που ξεφεύγει από τα γνωστά κλισέ να κινδυνεύει να θεωρηθεί από ύποπτη ως και επικίνδυνη. Επιπλέον, δεν θα πρέπει να λέγεται τίποτα που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι «προσβάλλει όσους υπέφεραν» τότε καθώς και τους απογόνους τους.

 

Ταμπού και πραγματικότητες

Το μήνυμα αυτό, που βασίζεται στην κλασική συνταγή τελετουργικής επανάληψης και δημιουργίας ταμπού, είχε πραγματικό λόγο ύπαρξης όταν εμφανίστηκε αμέσως μετά την πτώση της χούντας, τον Ιούλιο του 1974. Τι νόημα όμως έχει πενήντα χρόνια μετά; Ο αντίλογος θα ήταν ότι, σε μια εποχή όπου η άνοδος της Ακροδεξιάς είναι μια απτή πραγματικότητα θα πρέπει να προσέχουμε ώστε να αποφύγουμε μια τυχόν νομιμοποίηση της χούντας. Όσο όμως πραγματικός είναι ο κίνδυνος της Ακροδεξιάς, άλλο τόσο ανύπαρκτη είναι η αναβίωσή του με τη μορφή και το χαρακτήρα της χούντας των συνταγματαρχών του 1967. Αφενός, η απαξίωση του στρατιωτικού καθεστώτος υπήρξε απόλυτη καθώς ταυτίστηκε με μια εθνική τραγωδία, τη διχοτόμηση της Κύπρου. Αφετέρου, μια ενδεχόμενη αναβίωση του φασισμού στο προσεχές μέλλον σίγουρα δεν θα έπαιρνε την παρωχημένη, έπειτα από μισό αιώνα, μορφή ούτε ενός στρατιωτικού πραξικοπήματος ούτε μιας χούντας συνταγματαρχών. Αντίθετα, θα ενδυόταν άλλες, πολύ πιο «σύγχρονες» αμφιέσεις, από τη γοητευτική εμφάνιση ενός ελκυστικού ινφλουένσερ ώς τη σεπτή μορφή μιας χαροκαμένης μάνας. Η ειρωνεία είναι βέβαια πως η προσέγγιση αυτή συμβάλλει στη δημιουργία μιας αίσθησης απόκρυφου και απαγορευμένου που θα μπορούσε εντέλει να αποβεί πολύ πιο επικίνδυνη πολιτικά από ό,τι η ειλικρινής μας αναμέτρηση μας με την περίοδο αυτή.

Για να το θέσω διαφορετικά, η ιδέα και μόνο πως τα χρόνια της χούντας ενδεχομένως να κρύβουν και μια διαφορετική, σχετικά άγνωστη σήμερα και πιο φωτεινή πραγματικότητα, φαίνεται να μας αποσταθεροποιεί. Στο Big Bang επιχειρούμε μια πρώτη ερμηνεία αυτού του φαινομένου:

Υιοθετώντας μια ευρύτερη και κάπως πιο ψυχαναλυτική οπτική, θα υποστηρίζαμε πως γενικότερα αυτή η ανασφάλεια είναι πιθανό να σχετίζεται με ένα υποδόριο αίσθημα ενοχής. Ενοχή, από τη μία, που σχετίζεται με τη γενικευμένη ανοχή που επέδειξαν οι Έλληνες απέναντι στο καθεστώς. Και, από την άλλη, για το ότι αυτό συνέβαινε τη στιγμή που κάποιοι, όσο λίγοι και να ήταν αυτοί, υπέφεραν. Μα ήταν δυνατόν οι Έλληνες να διασκέδαζαν και να δημιουργούσαν πολιτιστικά αγαθά την ώρα που κάποιοι συμπολίτες τους βασανίζονταν;[1]

Αναπτύσσοντας  εδώ πιο διεξοδικά την ερμηνεία αυτή μπορούμε να εμβαθύνουμε σε δύο βασικά συστατικά της στοιχεία.

Καταρχάς, ενοχλεί η υπενθύμιση της παθητικότητας και της ανοχής που επέδειξε η ελληνική κοινωνία απέναντι στη δικτατορία. Πράγματι, σε ποιον αρέσει να του θυμίζουν τη δειλία του – αφού έτσι γίνεται αντιληπτή η ανοχή; Όμως, η ανοχή απέναντι σε ένα πάνοπλο καθεστώς που δεν διστάζει να στραφεί εναντίον όσων εκδηλώνονται εναντίον του δεν είναι η εξαίρεση αλλά ο κανόνας, ενώ η απουσία ηρωικών αλλά ταυτόχρονα αυτοκαταστροφικών ροπών δεν συνιστά απαραίτητα δειλία. Αντιστρόφως, είναι σημαντικό να αναδειχθούν οι πολλοί και δημιουργικοί τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι μπόρεσαν ουσιαστικά να παρακάμψουν το καθεστώς δημιουργώντας έμμεσους, σχεδόν αυτόνομους δίαυλους δημιουργικής επιβίωσης και προσωπικής ανάπτυξης. Όπως γράφει ο Τάσος Φαληρέας,

το να επιβιώσεις εκείνη την εποχή δεν ήταν εύκολο, έπρεπε να φτιάξεις έναν μικρό κόσμο και να κρυφτείς μέσα του.

Όμως, με ένα ανεπαίσθητο σχεδόν τρόπο, όλοι αυτοί οι μικροί κόσμοι ενώθηκαν και έφτιαξαν ένα μεγάλο, ζωντανό και ανοιχτό κόσμο, τον κόσμο του Big Bang. Και αυτό σημαίνει πως ίσως δεν χρειάζεται να αισθανόμαστε τόση ενοχή για τη στάση της ελληνικής κοινωνίας τότε.

Υπάρχει όμως και ένας επιπλέον λόγος που τροφοδοτεί τη μεγάλη μας ανασφάλεια για την περίοδο αυτή. Πρόκειται για τη φαντασιακή κατασκευή που εμφανίζει την ελληνική κοινωνία ως μια διαχρονικά «αντιστασιακή» κοινωνία. Κεντρική θέση στο μύθο αυτό κατέχει ένα κομβικό γεγονός της περιόδου, η εξέγερση του Πολυτεχνείου – γεγονός που έχει αναχθεί σε κυρίαρχο συστατικό της δικτατορικής επταετίας στη συλλογική μας μνήμη, το μόνο φως στο σκοτάδι της δικτατορίας. Εδώ είναι προφανής η λειτουργία της εξέγερσης αυτής ως συλλογικού αντιστασιακού άλλοθι, όπως και η μη αντιπροσωπευτικότητά του. Και αυτό γιατί, παρά τη μεγάλη συμβολική της σημασία και αξία, η εξέγερση του Πολυτεχνείου δεν αντανακλά τη στάση της κοινωνίας τότε. Στο πρόσφατο βιβλίο του Από το Μουσείο στην Κυψέλη: Διαδρομές στην Αθήνα, ο Νίκος Βατόπουλος γράφει χαρακτηριστικά: 

Θυμάμαι τη σκοτεινή Πατησίων με οδοφράγματα ώς την πλατεία Αμερικής και την τεράστια ψυχολογική επίδραση που είχε το σοκ του Πολυτεχνείου σε μια εποχή αστικής αμεριμνησίας ακόμη και στη διάρκεια της επταετίας.[2]

Η αντίστιξη ανάμεσα στη φαντασίωση μιας παλλαϊκής, καθολικής και συνεχούς αντίστασης κατά της δικτατορίας με την ευρύτερη πραγματικότητα της ανοχής  την οποία ψυχανεμιζόμαστε αποφεύγοντας όμως να συζητάμε, τροφοδοτεί την ανασφάλειά μας και καταλήγει σε δύο μεγάλες στρεβλώσεις της συλλογικής μας αντίληψης για την περίοδο αυτή.

 

Οι στρεβλώσεις της μνήμης

Η πρώτη στρέβλωση συνίσταται στην πλήρη εννοιολογική ταύτιση του καθεστώτος με την εποχή του και το σύνολο σχεδόν των κοινωνικών διεργασιών που έλαβαν χώρα τότε. Με άλλα λόγια, αντιλαμβανόμαστε το καθεστώς της δικτατορίας και την εποχή της δικτατορίας ως μια ενιαία έννοια. Στην πραγματικότητα, βέβαια, πρόκειται για δύο διακριτές έννοιες που συμπίπτουν χρονικά και επηρεάζουν η μία την άλλη, δίχως όμως να ταυτίζονται εννοιολογικά. Η βασική συνέπεια της ταύτισής τους είναι η υποκατάσταση της ιστορίας της κοινωνίας το διάστημα εκείνο με την ιστορία του καθεστώτος και σε μικρότερο βαθμό με την αντίσταση εναντίον του. Επομένως όταν ακούμε τον ισχυρισμό πως στη διάρκεια της δικτατορίας η ελληνική κοινωνία γνώρισε οικονομική ανάπτυξη, κοινωνικό δυναμισμό ή πολιτιστική άνθηση, οδηγούμαστε σχεδόν αυτόματα στο λογικό σφάλμα της κατανόησής του ως μια αναφορά σε δήθεν επιτεύγματα της δικτατορίας—και επομένως στην ψυχολογική αντίδραση που συνεπάγεται κάτι τέτοιο.

Το αποτέλεσμα είναι πως ολόκληρη ουσιαστικά η βιβλιογραφία για την εποχή εκείνη ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με το καθεστώς, τις επιδιώξεις και τις πράξεις του και σε πολύ μικρότερο βαθμό με την αντίσταση εναντίον του που όμως αφορούσε πολύ λίγους. Για την κοινωνία, αντίθετα, επικρατεί μια εκκωφαντική σιωπή. Στην ιστοριογραφία της επταετίας 1967-1974 η ελληνική κοινωνία λάμπει διά της απουσίας της.

Η δεύτερη στρέβλωση σχετίζεται με μια μονολιθική ανάγνωση τόσο του καθεστώτος όσο και της κοινωνίας ως σταθερών και αναλλοίωτων μεγεθών από το 1967 ώς το 1974. Αυτό δεν ισχύει όμως ούτε για το καθεστώς, ούτε και για την κοινωνία.  Από τη μία, το καθεστώς αλλάζει σταδιακά, με το 1970 να θεωρείται η βασική διαχωριστική γραμμή, όπως άλλωστε και η χούντα Ιωαννίδη τον Νοέμβριο του 1973 είναι ένας άλλος τέτοιος σταθμός. Όσο για την κοινωνία, και αυτή εξελίσσεται οικονομικά και κοινωνικά και μάλιστα με εντυπωσιακό τρόπο: η κοινωνία του 1974 έχει μικρή μόνο σχέση με αυτή του 1967, καθώς η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη χαρακτηρίζονται από ραγδαίο ρυθμό. Αντίθετα, εμείς προσεγγίζουμε σήμερα την κοινωνία της εποχής εκείνης ως ουσιαστικά αναλλοίωτη. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που θα μπορούσε να αποκληθεί «σύνδρομο της ωραίας κοιμωμένης»: η ελληνική κοινωνία εισέρχεται σε έναν βαθύ λήθαργο το 1967, επιχειρεί να ξυπνήσει το Νοέμβριο του 1973 και τελικά ξυπνά τον Ιούλιο του 1974, ίδια και απαράλλαχτη όπως ήταν το 1967. Χάνουμε έτσι μια μεγάλη εικόνα που δεν είναι άλλη από το πώς η εξέλιξη της κοινωνίας ξεπέρασε το καθεστώς και ουσιαστικά του ξέφυγε, στα ήθη, στις νοοτροπίες και στις αξίες – δηλαδή στην κουλτούρα και τον πολιτισμό.

Η άρση των στρεβλώσεων αυτών δυσχεραίνεται από το γνωσιακό εμπόδιο που είναι γνωστό στην ψυχολογία ως «δυαδική» ή «διχοτομική» σκέψη και που προκύπτει από τη συναισθηματική ελκυστικότητα της απλούστευσης. Όλα πρέπει να είναι μαυρόασπρα: ή όλα σκοτάδι ή όλα φως. Γι’ αυτό και μας «βολεύει» να ταυτίζουμε μια πολιτικά σκοτεινή εποχή με το απόλυτο σκοτάδι σε κάθε κοινωνικό πεδίο. Αντίθετα, οι σύνθετες έννοιες μας αποσταθεροποιούν. Για το λόγο αυτό δυσκολευόμαστε πάρα πολύ να δεχθούμε πως στη πραγματικότητα μπορεί να ισχύει ταυτόχρονα κάτι αλλά και το αντίθετό του, στη συγκεκριμένη δηλαδή περίπτωση μια εποχή μπορεί να είναι ταυτόχρονα πολιτικά σκοτεινή και πολιτιστικά φωτεινή.  

Πάνω σε αυτό το συνονθύλευμα ανασφαλειών, στρεβλώσεων και γνωσιακών εμποδίων εδράζεται και η φτώχεια της δημόσιας ιστορίας, γεγονός που έχει ενισχύσει αποφασιστικά η ανάπτυξη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης που ευνοεί την εννοιολογική φτώχεια, την απλούστευση, τον ρηχό συναισθηματισμό και την πόλωση. Η απόσταση ανάμεσα στην «επιστημονική» και τη δημόσια ιστορία καλύπτει όλα σχεδόν τα μεγάλα ιστορικά ζητήματα και ξεπερνάει κατά πολύ τα σύνορα της Ελλάδας: είναι ένα από τα μεγάλα προβλήματα του καιρού μας και πρέπει να εργαστούμε συστηματικά και δημιουργικά για να το ξεπεράσουμε.

Το 2017 είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο στην Καθημερινή όπου περιέγραφα την σχέση μας με την εποχή της δικτατορίας ως «ένα από αυτά τα μεγάλα παλιά έπιπλα που δεσπόζουν σε ένα δωμάτιο τόσο πολύ που δεν τα παρατηρούμε ποτέ», μια ιστορική παρακαταθήκη, με άλλα λόγια, που έχουμε μεν υπόψη μας αλλά με την οποία αποφεύγουμε να αναμετρηθούμε. Το άρθρο αυτό είχε προκαλέσει πολλές αρνητικές αντιδράσεις για τους λόγους που περιγράφω πιο πάνω. Όμως δεν πρέπει ο φόβος του ορυμαγδού να μας αποθαρρύνει από την προσπάθεια κατανόησης του παρελθόντος με τρόπο ουσιαστικό, λογικό, τεκμηριωμένο, σύνθετο αλλά συνάμα προσβάσιμο στο ευρύτερο κοινό. Το Big Bang, 1970-1973 είναι (και) μια νέα προσπάθεια να ενθαρρυνθεί αυτή ακριβώς η αναμέτρηση με το συλλογικό μας παρελθόν.

 

[1] Big Bang, σ. 209.

[2] Βατόπουλος, σ. 104.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.