Μετά την ήττα του Ναπολέοντα, η Βρετανία έγινε ο σκιώδης αλλά αδιαφιλονίκητος κύριος της Ευρώπης. Έγινε επίσης μια δύναμη με εμβέλεια πλανητική, ελεύθερη να καθοδηγεί πολιτικές εξελίξεις, να επηρεάζει διεθνείς διευθετήσεις και εν τέλει να επιβάλλει τα συμφέροντά της σε έναν τεράστιο γεωγραφικό χώρο με θαλάσσιες οδούς που ξεκινούσαν από την Ασία, περνούσαν μέσα από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και έφταναν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Για τους υπέρμαχους της ισότητας, τους οπαδούς της δημοκρατίας, τους θιασώτες της εκκοσμίκευσης και τους υποστηρικτές της ανακατανομής του πλούτου, το γεγονός αυτό δεν ήταν θετικό. Στα μάτια των φιλελεύθερων, ένθεν και ένθεν του Ατλαντικού, η Βρετανία των αρχών του 19ου αιώνα δεν ήταν το πρότυπο του κοινωνικού εκσυγχρονισμού και της πολιτικής αντιπροσώπευσης που θα γινόταν αργότερα. Ήταν μια αντιδραστική δύναμη που πρωτοστατούσε στην αποκατάσταση των συνθηκών του Παλαιού Καθεστώτος υπερασπίζοντας τη μοναρχία και την αριστοκρατία, μια δύναμη που η αδιαμφισβήτητη και σχεδόν παγκόσμια ηγεμονία της ερμηνευόταν ως απειλή για την ελευθερία και τα πανανθρώπινα ιδανικά του Διαφωτισμού. Μετά το Βατερλώ, η εποχή των επαναστάσεων έμοιαζε να έχει εκμετρήσει το ζην μετά από σαράντα χρόνια αποτυχιών, αποκαρδιωτικών διαψεύσεων και οπισθοδρομήσεων. Όπως παραδέχονταν στην αλληλογραφία τους δύο αφοσιωμένοι οπαδοί της Επανάστασης, αμφότεροι πρώην πρόεδροι των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, οι Τόμας Τζέφερσον και Τζων Άνταμς, μετά το 1815 ο νικητής της παγκόσμιας σκηνής δεν ήταν η δημοκρατία αλλά ο αντι-διαφωτισμός, ο συντηρητικός ρομαντισμός και η εκκλησιαστική εξουσία. Ο Άνταμς μάλιστα ανησυχούσε σοβαρά μήπως ο αρχόμενος 19ος αιώνας έμελλε να σβήσει τελικά τα Φώτα του προκατόχου του: «Οι εργασίες των Συμμάχων και Συνέδριό τους στη Βιέννη […] οι Σατωβριάνδοι και οι Ζενλί, όλα δείχνουν το προς τα πού φυσάει ο άνεμος. Οι ιερείς έχουν αναλάβει και πάλι τα παλιά τους καθήκοντα», έγραφε χαρακτηριστικά.
Φιλελεύθερη πρωτοπορία
Κι όμως όσοι επέμεναν να οραματίζονται την αυγή μιας νέας εποχής σε πείσμα των καιρών, συνέχιζαν να ελπίζουν ότι οι μεγάλες τομές που είχαν γίνει στα τέλη του 18ου αιώνα, υπέρ μιας κοινωνίας πιο ανοιχτής και δημοκρατικής, δεν θα πήγαιναν χαμένες και με κάποιον τρόπο, κάποτε, θα οδηγούσαν σε ευρύτατες κοινωνικές, πολιτιστικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις. «Η τέχνη της διακυβέρνησης», έγραφε ο Άνταμς από την Αμερική τον Ιούλιο του 1814, το ίδιο εκείνο καλοκαίρι που ιδρυόταν η Φιλική Εταιρεία στην Οδησσό της Ρωσίας, «δεν έχει μελετηθεί όσο θα έπρεπε από την ανθρωπότητα […] Αλλά η προσοχή [των ανθρώπων] έχει στραφεί σε αυτή, στα τέλη του προηγούμενου και στις αρχές του τρέχοντος αιώνα, περισσότερο από κάθε προγενέστερη περίοδο: η πληθώρα των συνταγματικών πειραμάτων που έχουν λάβει χώρα στην Αμερική, στη Γαλλία, στην Ολλανδία, στη Γενεύη, στην Ελβετία, ή ακόμη και στην Ισπανία και τη Νότια Αμερική, δεν μπορούν να λησμονηθούν». Όλες αυτές οι επαναστάσεις, οι αποτυχίες και οι «άμεσες και έμμεσες συνέπειές τους» θα έπρεπε να μελετηθούν: «το αποτέλεσμα με τον καιρό θα ήταν η πρόοδος». Μη έχοντας το πλεονέκτημα της θέασης εκ των υστέρων που έχουμε σήμερα, οι Άνταμς και Τζέφερσον δεν μπορούσαν να αντιληφθούν πόσο κοντά ήταν αυτός ο καιρός. Παρά τις αποτυχίες και τις ήττες της επαναστατικής και της ναπολεόντειας εποχής, οι ιδέες του Διαφωτισμού είχαν διασπαρεί σε Ανατολή και Δύση. Μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός βρισκόταν σε άνθηση μεταμορφώνοντας τις συνειδήσεις των χριστιανών υπόδουλων. Στην άλλη πλευρά της Ευρώπης, στη Γαλλία του Λουδοβίκου ΙΗ´ (1755-1824, με περίοδο βασιλείας μεταξύ 1814-1824) υπήρχαν ελευθερίες που δεν είχαν σύγκριση με το Παλαιό Καθεστώτος: οι βασιλικοί υπουργοί ήταν υπόλογοι στο νομοθετικό σώμα, υπήρχε ελευθερία συνείδησης και δογματική ισότητα σε κάποιο βαθμό. Χαρακτηριστική επίσης ήταν μια άνευ προηγουμένου ελευθερία του Τύπου, η οποία συνεχίστηκε και κατά τη βασιλεία του διαδόχου του Λουδοβίκου, Καρόλου Ι´ (1824-1830). Τα γραπτά των Philosophes εξακολουθούσαν να κυκλοφορούν και να επανεκδίδονται παρά τις σφοδρές αντιδράσεις εκείνων που τα θεωρούσαν αιτία της Γαλλικής Επανάστασης. Ο Αλέξανδρος Σούτσος τα χρόνια εκείνα, ευρισκόμενος στο Παρίσι μαζί με τον αδελφό του Παναγιώτη, και παρά το γεγονός ότι βρισκόταν υπό παρακολούθηση από τις αρχές ως ανατρεπτικό στοιχείο, είχε τη δυνατότητα να εκδώσει στα γαλλικά την πρώτη του μεγάλη σύνθεση – η οποία παρεμπιπτόντως δεν ήταν ποίηση αλλά ιστορία (Histoire de la Révolution grecque, 1829). Παρά την παλινόρθωση, ελευθερίες απολάμβαναν και άλλες χώρες της Ευρώπης.
Βέβαια, αν κάτι είχε μείνει από τις διαφωτιστικές ιδέες μετά το Βατερλώ ως κληροδότημα στον αρχόμενο 19ο αιώνα, ήταν μάλλον ο μετριοπαθής Διαφωτισμός και λιγότερο ο ριζοσπαστικός. Οι μνήμες του απόλυτου «Τρόμου» των Ιακωβίνων λίγα χρόνια πριν, κατά τη διετία 1793-1794, είχαν κηλιδώσει το αίτημα της Επανάστασης στα μάτια των ευρωπαϊκών μαζών. Με εξαίρεση ίσως τη Γαλλία, οι λαϊκές τάξεις ανά την Ευρώπη εξακολουθούσαν να παραμένουν προσκολλημένες στα παραδοσιακά ιδεώδη· στη Βρετανία πρεσβεύοντας το αξίωμα «Προτεστάντες, πατριώτες και ξενοφοβικοί», ενώ στη Γερμανία κινούμενες από τη στείρα υποταγή, τη συμβατική ευσέβεια και τον τοπικό πατριωτισμό που ματαίωναν τις προσπάθειες για μια καλύτερη και ελεύθερη κοινωνία, όπως έγραφε ο Γερμανός φιλόσοφος και κριτικός Άρνολτ Ρούγκε, ο μετέπειτα συνεργάτης του νεαρού Μαρξ. Ωστόσο, τις ίδιες απόψεις με τον Ρούγκε εξέφραζαν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες διάφοροι φοιτητές, δημοσιολόγοι, διανοούμενοι ή καλλιτέχνες οι οποίοι απέρριπταν με πάθος τη μοναρχία και την αριστοκρατική κοσμοθεωρία. Αν και ευάριθμοι, οι άνθρωποι αυτοί είχαν έντονη παρουσία στη δημόσια σφαίρα ακόμα και της ίδιας της Βρετανίας: εν προκειμένω, Πέιν, Πράις, Πρίστλεϋ, Μπένθαμ, Μίλλαρ, Κάθριν Μακώλεϋ, Γουίλλιαμ Γκόντγουϊν, Μέρι Γόλστοουνκραφτ, ο κύκλος του Βύρωνα οπωσδήποτε, με τον Πέρσυ και τη Μαίρη Σέλλεϋ, και άλλοι. Ήταν κατά τον Πέρσυ Σέλλεϋ «η νέα φυλή η οποία είχε αναδυθεί σε όλη την Ευρώπη και γαλουχηθεί μισώντας τις ιδέες που αποτελούσαν τα δεσμά της». Η φιλελεύθερη αυτή πρωτοπορία αναπτυσσόταν σε πανευρωπαϊκό επίπεδο μέσα από ένα δίκτυο κοσμοπολιτικών και επαναστατικών αδελφοτήτων που είχαν πνευματικό πεδίο αναφοράς τα ιδανικά του Διαφωτισμού και πολιτικό σημείο αναφοράς τους ναπολεόντειους πολέμους. Μια ακόμα μεγαλύτερη ομάδα απαρτιζόταν από τους βετεράνους των πολέμων αυτών που μετά το 1815 είχαν μείνει άνεργοι. Οι άνθρωποι αυτοί διασκορπίζονταν στην Ευρώπη ή μετανάστευαν στην Αμερική κατά χιλιάδες, εξόριστοι όντες κυριολεκτικά και ψυχολογικά, ζώντας μέσα σε έναν κόσμο συνομωσιών, οραμάτων και εγχειρημάτων που επαπειλούσαν τα συντηρητικά καθεστώτα όπου γης.
Μετά το Βατερλώ, η ιδέα της Επανάστασης είχε ηττηθεί στρατιωτικά αλλά είχε νικήσει πολιτικά. Αυτή είναι η βασική ιδέα που αναπτύσσει με δεξιότητα ο Jonathan Israel σε ένα συναρπαστικό δοκίμιο που αποτελεί την πρώτη από τις συμβολές τού υπό συζήτηση συλλογικού τόμου. Στην ουσία, η ιδέα του Israel είναι ένα ιστορικό παράδοξο: πώς και υπό ποίους όρους μια στρατιωτική ήττα δύναται να εγκυμονεί την πολιτική νίκη αυτών που έχασαν. Με μια ενδιαφέρουσα, διεξοδική και αναλυτικά εμβριθή εισαγωγή, ο επιμελητής του τόμου, Δημήτρης Σταματόπουλος, προεκτείνει τη συλλογιστική του Israel στις εθνικές επαναστάσεις των Βαλκανίων προκειμένου να στηρίξει το επιχείρημα ότι οι τελευταίες, αν και αποτυχημένες στρατιωτικά, υπήρξαν σχεδόν πάντοτε επιτυχημένες πολιτικά. Έτσι είναι αν το καλοσκεφτεί κανείς. Η Σερβική Επανάσταση κατεστάλη άγρια το 1813, η δε Ελληνική Επανάσταση μετά τον θάνατο του Καραϊσκάκη (1827) είχε ουσιαστικά νικηθεί, οι ρουμανικές εξεγέρσεις σε Βουκουρέστι και Ιάσιο το 1848 ηττήθηκαν επίσης, η βουλγαρική απριλιανή εξέγερση (1876) κατεστάλη, όπως και η σλαβομακεδονική το 1903, ενώ οι Αλβανοί πρακτικά δεν εξεγέρθηκαν ποτέ εναντίον του σουλτάνου. Παρ’ όλα αυτά, η ελληνική ανεξαρτησία κερδήθηκε διπλωματικά στο Λονδίνο το 1830, ενώ την ίδια χρονιά παραχωρήθηκε αυτονομία στους Σέρβους· οι Παραδουνάβιες Ηγεμονίες ενώθηκαν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων το 1856, για να ονομαστούν Ρουμανία λίγο αργότερα, ενώ η Βουλγαρία δημιουργήθηκε το 1878 μετά από διαπραγματεύσεις και δύο διεθνείς συνθήκες. Ο Σταματόπουλος επιχειρεί να δείξει ότι μια επανάσταση που έχει χάσει έναν πόλεμο δύναται τελικά να υπερισχύσει, αλλά και κάτι παραπάνω: να διερευνήσει τους όρους υπό τους οποίους ένας πόλεμος μπορεί να «ξεγεννήσει» μια επανάσταση, να λειτουργήσει, για να θυμηθούμε τον Μαρξ παραφράζοντάς τον λίγο, ως μαμή. Η ήττα μιας μεγάλης δύναμης προκαλεί ρήξεις («ρηγματώσεις» τις ονομάζει ο Σταματόπουλος) στο εσωτερικό της, δίνοντας λαβή σε εγχειρήματα βίαιου εκσυγχρονισμού έσωθεν (κι αυτά επαναστάσεις είναι· κλασική περίπτωση, η Οθωμανική Αυτοκρατορία), όσο και σε εθνικά κινήματα έξωθεν, τα οποία έρχονται να αμφισβητήσουν την ακεραιότητα και τη νομιμότητα της ηττημένης δύναμης.
Αψβούργοι, Ρώσοι, Οθωμανοί
Ο τόμος προσεγγίζει τα Βαλκάνια εστιάζοντας στο αυτοκρατορικό παρελθόν τους. Με μεθοδολογικούς όρους μια τέτοια προσέγγιση εγγράφεται σε μια σχετικά νέα ιστοριογραφική τάση η οποία απομακρύνει τον ερμηνευτικό της φακό από το έθνος-κράτος για να τον στρέψει στην Αυτοκρατορία ως ιστορικό φαινόμενο. Κατά συνέπεια, η περίοδος της οθωμανικής κυριαρχίας είναι σημαντική εδώ, όχι μόνο γιατί συνιστά το ιστορικό πλαίσιο ανάδυσης των Βαλκανίων ως διακριτής ιστορικοπολιτισμικής οντότητας αλλά και γιατί, ιδιαίτερα κατά τους τελευταίους οθωμανικούς αιώνες, η βαλκανική χερσόνησος ήταν το εμπόλεμο σύνορο όπου συναντιούνταν και συγκρούονταν τρεις μεγάλες αυτοκρατορίες: η Αψβουργική, η Ρωσική και η Οθωμανική.
Στόχος του τόμου, λοιπόν, είναι η διερεύνηση της διαλεκτικής πολέμου και επανάστασης στα οθωμανικά Βαλκάνια και στον μεσογειακό χώρο από τον ύστερο 18ο έως τον πρώιμο 20ό αιώνα. Η διαλεκτική εδώ έχει την έννοια της σχέσης αλληλεξάρτησης των δύο διαδικασιών ως διαπλεκόμενων και αλληλοτροφοδοτούμενων. Η διαπλοκή και η αλληλοτροφοδότηση επανάστασης και πολέμου παράγει κρίσιμα αποτελέσματα, όχι μονάχα για την ανασυγκρότηση των διεθνών συσχετισμών αλλά και για τη διαμόρφωση νέων πολιτικών οντοτήτων που στην περίπτωση των οθωμανικών Βαλκανίων δεν είναι άλλα από τα εθνικά κινήματα που αναπτύχθηκαν, και τα εθνικά κράτη που τελικά προέκυψαν. Ο πόλεμος και η επανάσταση είναι οι παράγοντες εκείνοι που ωθούν τον μεσογειακό χώρο ως αντικείμενο έρευνας εγγύτερα στη βαλκανική ενδοχώρα. Αν η ξηρά αποτέλεσε το θέρετρο της σύγκρουσης τριών ηπειρωτικών αυτοκρατοριών στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, η θάλασσα έγινε μάρτυρας της σύγκρουσης δύο μεγάλων αποικιακών αυτοκρατοριών, της Αγγλίας και της Γαλλίας, γεγονός που δεν ήταν άμοιρο συνεπειών για την πολιτική πραγματικότητα των Βαλκανίων. Η διαλεκτική πολέμου και επανάστασης που προτείνεται εδώ αποσκοπεί στην κατανόηση των βαλκανικών εθνικών κινημάτων ως αντιστοιχήσεων –επαναστατικών ισοδυνάμων, θα έλεγε κανείς– των ευρωπαϊκών επαναστάσεων. Τα βαλκανικά εθνικά κινήματα δεν αντιμετωπίζονται ως ενεργούμενα των Μεγάλων Δυνάμεων ή σκεύη μετάγγισης του δυτικού πνεύματος στην Ανατολή, όπως παρουσιάζονταν παλιότερα από ιστοριογραφικές αφηγήσεις που, είτε το ήθελαν είτε όχι, υπέπιπταν στην παγίδα της οριενταλιστικής θεώρησης των βαλκανικών εθνικισμών. Απεναντίας, τα εθνικά κινήματα εδώ αντιμετωπίζονται ως αυτόνομα πολιτικά και ιστορικά υποκείμενα που διαλέγονται με τις ρηγματώσεις του δυτικού κόσμου και εκμεταλλεύονται τον ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων, μάλιστα δε τους ηττημένους της κάθε αναμέτρησης. Για παράδειγμα, το σερβικό και το ελληνικό εθνικό κίνημα διαλέγονται με τον Ναπολέοντα και πετυχαίνουν τον στόχο τους διά της ήττας του Μαχμούτ Β´ στην αναμέτρησή του με τους Ρώσους (1829). Το βουλγαρικό, το ρουμανικό και το κροατικό εθνικό κίνημα αναπτύσσονται μέσα στο κλίμα που επικρατεί στην ευρωπαϊκή ήπειρο μεταξύ των επαναστάσεων του 1830 και του 1848. Το βουλγαρικό εθνικό κίνημα δρέπει καρπούς με τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο (1877-1878). Οι διευθετήσεις του Συνεδρίου του Βερολίνου γίνονται κινητήριος μοχλός για την ανάπτυξη του αλβανικού και του σλαβομακεδονικού εθνικισμού, ενώ οι Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-1913) σηματοδοτούν την ολοκλήρωση των βαλκανικών εθνικών κινημάτων, εκτός του αλβανικού και του σλαβομακεδονικού που μένουν σε εκκρεμότητα μέχρι και τον Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο τόμος αποτελεί καρπό του δεύτερου συνεδρίου της σειράς των Βαλκάνιων Κόσμων (Balkan Worlds) που διοργανώνει τα τελευταία χρόνια το Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας με πρωτοβουλία του Δημήτρη Σταματόπουλου. Όπως κάθε συλλογική δημοσίευση όμως, ο τόμος απαρτίζεται από συμβολές πολλών άλλων συγγραφέων. Εκτός του άρθρου του Israel που προαναφέρθηκε, τα άρθρα των Βασίλη Μώλου και Βίκυς Καραφουλίδου προσφέρουν μια εμπεριστατωμένη εικόνα της αλληλόδρασης πολέμου και επανάστασης κατά τον μακρύ 19ο αιώνα. Οι συμβολές των Χαράλαμπου Μηνάογλου, Αλεξάνδρας Σφοίνη, Γιάννη Καραχρήστου, Εμμανουήλ Χαλκιαδάκη, Δημήτρη Π. Σωτηρόπουλου και Νίκου Παπαστρατηγάκη επικεντρώνονται στην ανάλυση της αλληλόδρασης πολέμου και επάναστασης στο ιδεολογικό, πολιτικό και πολιτισμικό επίπεδο. Οι συμβολές των Raymond Detrez, Nikolay Aretov, Ελεωνόρας Ναξίδου και Βασίλη Μπογιατζή συζητούν τη σχέση με τη διαμόρφωση των εθνικών ταυτοτήτων, ενώ τα άρθρα της Lora Gerd και του Milos Vojinovic εστιάζουν στη διαμόρφωση της πολιτικής των μεγάλων ηπειρωτικών αυτοκρατοριών, της Αυστροουγγαρίας και της Ρωσίας. Με την ποικιλία που διαθέτει, την πρωτοτυπία που τον διακρίνει και τη φρέσκια ματιά που υιοθετεί, ο τόμος ανοίγει νέους δρόμους στη μελέτη και την έρευνα του εθνικισμού και του εθνικού φαινομένου στα οθωμανικά Βαλκάνια.