Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό κτιριακό απόθεμα σε νοσοκομεία και κέντρα υγείας. Με στοχευμένες αναβαθμίσεις, πολλές μονάδες μπορούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες των επόμενων 30–50 ετών — ειδικά σε ένα περιβάλλον χωρίς έντονη πληθυσμιακή αύξηση.
Κι όμως, αντί να προηγηθεί ένας σοβαρός επανασχεδιασμός, προχώρησαν μαζικές ανακατασκευές.
Χωρίς να απαντηθεί πρώτα το βασικό ερώτημα:
Πού πραγματικά χρειάζονται αυτές οι υποδομές;
Ο Υγειονομικός Χάρτης που δεν επανασχεδιάστηκε ποτέ
Τα τελευταία χρόνια διατέθηκαν σημαντικοί πόροι για συντηρήσεις και ανακατασκευές νοσοκομείων και κέντρων υγείας. Όμως:
- Ο πληθυσμός των πόλεων αυξάνεται.
- Η περιφέρεια συρρικνώνεται.
- Τα χωριά χάνουν πληθυσμό.
- Το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό μειώνεται.
Παρ' όλα αυτά, ανακατασκευάστηκαν πλήρως κέντρα υγείας που είχαν σχεδιαστεί για πληθυσμούς άλλων δεκαετιών — με προβλέψεις για στελέχωση που σήμερα απλώς δεν υπάρχει.
Κτίρια φτιάχτηκαν.
Προσωπικό δεν υπάρχει για να τα λειτουργήσει.
Πληθυσμός δεν υπάρχει για να τα χρησιμοποιήσει.
Αντί για εξορθολογισμό, επιλέχθηκε η διατήρηση μιας γεωγραφικής κατανομής που δεν ανταποκρίνεται πλέον στη δημογραφική πραγματικότητα.
Σε πολλές περιπτώσεις, αυτά τα κέντρα θα έπρεπε:
- είτε να έχουν περιοριστεί σε τοπικά ιατρεία πρώτης ανάγκης
- είτε να έχουν συγχωνευθεί
- είτε να έχουν κλείσει
Και οι πόροι να κατευθυνθούν σε νέα κέντρα υγείας αστικού τύπου, μέσα στις πόλεις όπου πλέον συγκεντρώνεται ο πληθυσμός.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι απλό:
Πριν διατεθούν δισεκατομμύρια, ποιος επανεξέτασε σοβαρά τον Υγειονομικό Χάρτη της χώρας;

Κέντρο Υγείας Μεγαλόπολης. Με την Καλαμάτα και την Τρίπολη σε απόσταση 20 λεπτών, το Κέντρο Υγείας έχει μετατραπεί σε Τοπικό Ιατρείο με ελάχιστους γιατρούς και προσωπικό. Άξιζε η συνολική αποκατάστασή του χωρίς να διορθωθεί η κλίμακα του κτιρίου; Χωρίς έστω να προστεθούν π.χ. χώροι για θεραπείες π.χ. αποκατάστασης – αποθεραπείας που έχει ανάγκη τόσο η Καλαμάτα όσο και η Τρίπολη;
Χάρης Σαββίδης
Υποδομές υπάρχουν. Λειτουργικό μοντέλο δεν υπάρχει
Παράλληλα:
- Ο χρόνος νοσηλείας παραμένει υψηλός.
- Το νοσοκομείο ημέρας παραμένει υπο-αξιοποιημένο.
- Η διασύνδεση με την πρωτοβάθμια φροντίδα είναι ελλιπής.
- Οι ρόλοι δημόσιου και ιδιωτικού τομέα παραμένουν ασαφείς.
Ο ΕΟΠΥΥ ήδη αποζημιώνει μεγάλο όγκο υπηρεσιών στον ιδιωτικό τομέα: διαγνωστικές εξετάσεις, ακτινοθεραπείες, χημειοθεραπείες, ανοσοθεραπείες, χρόνιες εξειδικευμένες πράξεις.
Στην πράξη, μεγάλο μέρος της φροντίδας παρέχεται εκτός δημοσίων νοσοκομείων — με δημόσια χρηματοδότηση.
Κι όμως, δεν έχει ξεκαθαριστεί στρατηγικά:
- Ποιες υπηρεσίες αποτελούν πυρήνα του δημόσιου συστήματος;
- Ποιες είναι αποδοτικότερο να ανατεθούν πλήρως σε ιδιωτικές δομές;
- Πού χρειάζονται κλίνες και πού όχι;
Χωρίς καθαρό διαχωρισμό ρόλων, το σύστημα παραμένει κατακερματισμένο.
Το πραγματικό όριο: ανθρώπινο δυναμικό
Το ΕΣΥ δεν έχει άπειρους πόρους.
Έχει:
- περιορισμένο αριθμό ιατρών
- σοβαρές ελλείψεις νοσηλευτών
- δυσκολία συντήρησης των υπαρχουσών εγκαταστάσεων.
Δεν μπορεί να διατηρεί παντού τα πάντα.
Και δεν μπορεί να επενδύει σε κτίρια χωρίς να επενδύει στο μοντέλο λειτουργίας.
Η σκληρή αλήθεια
Η μεταρρύθμιση του Εθνικού Συστήματος Υγείας δεν θα έρθει με περισσότερα τετραγωνικά μέτρα. Θα έρθει μόνο αν:
- Επανασχεδιαστεί ο Υγειονομικός Χάρτης με βάση τα σημερινά και μελλοντικά δημογραφικά δεδομένα.
- Μειωθεί ο χρόνος νοσηλείας μέσω οργανωτικών παρεμβάσεων.
- Αναπτυχθεί συστηματικά το νοσοκομείο ημέρας.
- Καθοριστεί με σαφήνεια ο ρόλος του ιδιωτικού τομέα.
- Σταματήσει η λογική «ανακαινίζουμε ό,τι υπάρχει» χωρίς αξιολόγηση σκοπιμότητας.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται ένα μεγαλύτερο σύστημα υγείας.
Χρειάζεται ένα μικρότερο, ευέλικτο, ορθολογικά κατανεμημένο και στρατηγικά σχεδιασμένο σύστημα υγείας.
Και αυτό προϋποθέτει κάτι απλό αλλά πολιτικά δύσκολο: να αποφασίσουμε τι πραγματικά θέλουμε να λειτουργεί και πού.