Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Οξφόρδη και το Μπρίστολ, ανάμεσα σε μεσαιωνικά κτίρια και καταπράσινους κήπους, σαγηνεύεται από την Ελλάδα, που την επισκέπτεται για πρώτη φορά το 1975, γυμνασιόπαις ακόμη. Το ταξίδι τον εντυπωσιάζει τόσο βαθιά ώστε μετά το σχολείο περνά ένα διάστημα στο Γαλαξίδι, πριν ξεκινήσει τις σπουδές του στο κολέγιο Christ Church της Οξφόρδης (ως Marjoribanks Scholar) το 1979. Το 1982 λαμβάνει το πτυχίο του (BA) στις κλασικές σπουδές και τη φιλοσοφία (Literae humaniores) και δύο χρόνια αργότερα ολοκληρώνει το μεταπτυχιακό του. Δάσκαλοί του στο περίφημο βρετανικό ίδρυμα υπήρξαν ο παπυρολόγος Peter Parsons και ο πρόωρα χαμένος Colin Macleod, που τον δίδαξε να μην επαναπαύεται σε εύκολες βεβαιότητες. Στα σπουδαστικά του χρόνια, συναντά την ενθουσιώδη και εκδηλωτική συμφοιτήτριά του, τη μετέπειτα χαρισματική παιδαγωγό Katy Koralek Ricks, που γίνεται η dilectissima σύντροφος της ζωής του.
Στη συνέχεια, με τη στέρεη σκευή της κλασικής παιδείας του, ο Ricks επιλέγει να στραφεί στον νεοελληνικό πολιτισμό. Μετοικεί στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του King’s College London, όπου το 1986 ολοκληρώνει τις διδακτορικές του σπουδές με την καθοδήγηση του πολύ νέου τότε, σπουδαίου νεοελληνιστή Roderick Beaton. Η περαιτέρω εξέλιξη του Ricks είναι γοργή. Με μεταδιδακτορική υποτροφία της Βρετανικής Ακαδημίας για την τριετία 1986-89, διεξάγει έρευνα για τον Διγενή Ακρίτη στο Πανεπιστήμιο του Birmingham, όπου και διδάσκει. Αμέσως μετά εκλέγεται Λέκτορας Νεοελληνικών Σπουδών στο King’s College London (1989-2000), όπου συνεχίζει ως Καθηγητής της Νεοελληνικής και Συγκριτικής Φιλολογίας μέχρι το 2020. Σήμερα είναι Ομότιμος Καθηγητής και Εταίρος του Κολεγίου.
Στη διάρκεια της ακαδημαϊκής του σταδιοδρομίας, ο David Ricks αναδείχτηκε αποτελεσματικός και σε υψηλές διοικητικές θέσεις, ανάμεσά τους και αυτή του Κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής (2001-4) του King’s College London.
Σε αγαστή συνεργασία με τον Roderick Beaton, επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Πατρών, καθώς και με ιστορικούς, βυζαντινολόγους και γλωσσολόγους, κατέστησαν το Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών φυτώριο συστηματικής μελέτης και έρευνας. Σε συνεργασία, μάλιστα, με τους διακεκριμένους νεοελληνιστές καθηγητές David Holton (Cambridge), Δημήτρη Τζιόβα (Birmingham), τον αείμνηστο Peter Mackridge (Oxford) και άλλους μελετητές οδήγησαν τις νεοελληνικές σπουδές στην Αγγλία σε μια περίοδο μεγάλης ακμής τις δεκαετίες του 1990 και του 2000.
Η συμμετοχή του David Ricks σε μείζονες εκδοτικές πρωτοβουλίες αποδεικνύει την επιστημονική ακτινοβολία του στη διεθνή πανεπιστημιακή σκηνή: Πρωτοστάτησε στην ίδρυση του περιοδικού Dialogos: Hellenic Studies Review (1994-2001), ενώ από το 2020 έως σήμερα διευθύνει μαζί με, διαδοχικά, την Ingela Nilsson και την Baukje van den Berg το διεθνές περιοδικό Byzantine and Modern Greek Studies. Ακόμη, εδώ και δέκα χρόνια συνεκδίδει με τον πατέρα Andrew Louth (Άντριου Λάουθ) τη σειρά Byzantine and Neohellenic Studies του οίκου Peter Lang. Τέλος από το 2019 συμμετέχει στο «Advisory Board» του «Αρχείου παραστάσεων αρχαιοελληνικού και ρωμαϊκού δράματος» του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.
Άφησα τελευταία την πλευρά του δασκάλου. Όσες και όσοι μαθητεύσαμε δίπλα στον David Ricks θαυμάσαμε τις ανεξάντλητες γνώσεις του για τη νεοελληνική γραμματεία, την οποία δίδαξε σε όλο το εύρος της, από τον 12ο έως τον 20ό αιώνα, περνώντας με μοναδική άνεση από τα νεοελληνικά έργα στον Όμηρο, τον Δάντη, τον Σαίξπηρ, τον Μπωντλαίρ, τον Τέννυσον, και σε πολλούς άλλους κορυφαίους λογοτέχνες, μέσα από απροσδόκητες διαδρομές που μας έστελναν πίσω στα ράφια της βιβλιοθήκης να αναζητάμε εκδόσεις αρχαίων κειμένων, λεξικά Λατινικών, γραπτά του Walter Pater και του Matthew Arnold. Παρά την εντυπωσιακή του καλλιέργεια, τις ερεθιστικές διορθώσεις στις εργασίες μας, την αδιαπραγμάτευτη απαίτηση για σαφήνεια και πειθαρχία στα κείμενά μας, το αινιγματικό του σχόλιο “interesting” για τις λογής-λογής μεγαλεπήβολες ιδέες ή τις θεωρητικές εξάρσεις μας, ο επόπτης μας δεν μας αποθάρρυνε ποτέ. Με τον λεπτά συγκρατημένο τόνο του, που όμως δεν μπορούσε να κρύψει τη φροντίδα του, μας καθοδηγούσε αφειδώλευτα, ώστε να αισθανόμαστε τον εαυτό μας, παρά τις νεανικές φιλολογικές μας αδεξιότητες, όλο και πιο σίγουρο. Με συνέπεια, διακριτικότητα και γενναιοδωρία ο David Ricks επόπτευσε είκοσι διδακτορικές διατριβές, αρκετές από τις οποίες στην εκδεδομένη μορφή τους έχουν πλέον αναγνωριστεί ως σημαντικές καταθέσεις στο πεδίο της Νεοελληνικής Φιλολογίας, ενώ ορισμένοι από τους τότε άπειρους μα αφοσιωμένους φοιτητές και φοιτήτριές του στελεχώνουν τώρα πανεπιστημιακές έδρες Νεοελληνικής και Συγκριτικής Φιλολογίας.
Εντυπωσιακή είναι η συγγραφική παραγωγή του Ricks, φιλολογική, μεταφραστική και πρωτότυπη ποιητική. Επτά τίτλοι βιβλίων και περισσότερες από ογδόντα μελέτες είναι το ευτυχές άθροισμα της ακάματης επιστημονικής του δραστηριότητας. Ο Ricks έχει γράψει για την ελληνική ποίηση από τον Διγενή Ακρίτα και τον Ερωτόκριτο έως τον Νάσο Βαγενά και τον Μιχάλη Γκανά, με ξεχωριστή αφοσίωση στην περίπτωση του Κ. Π. Καβάφη. Τον έχουν απασχολήσει ζητήματα ιδεολογίας, ιστορίας και μετάφρασης της λογοτεχνίας, οι σχέσεις λογοτεχνίας και θρησκείας με εστίαση στον Δημήτριο Καπετανάκη, τον Louis MacNeice και τον Theodore Roethke. Οι προσεγγίσεις του διακρίνονται πάντα από εκείνο το σοφό, ολιστικό πνεύμα που δεν ξεχωρίζει τη λογοτεχνία από τη γλώσσα και την ιστορία, και αποδίδει στις λέξεις, στο ύφος, στο δέσιμο της αφήγησης, στη φυσιογνωμία του καλλιτέχνη και στο ιστορικό συγκείμενο το βάρος που τους αναλογεί για την κατανόηση του κειμένου. Διακρίνονται, ακόμη, από ένα θαυμαστό εποπτικό εύρος, που κατακτήθηκε μέσα από την πολύχρονη τριβή του με κάθε αξιανάγνωστο κείμενο· τριβή που του επιτρέπει να ανιχνεύει με ζηλευτή διαύγεια τις υπόγειες διασυνδέσεις μεταξύ των κειμένων της ανθεκτικής δυτικής παράδοσης και να ξεκλειδώνει την αμφίδρομη σχέση νοήματος και μορφής. Γιατί –και τούτο είναι ίσως το πιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της–, η γραφή του Ricks δεν συντονίζεται με τις μόδες της πανεπιστημιακής αγοράς ούτε με τις επιταγές μιας πολιτιστικής βιομηχανίας που αποζητά εντυπωσιασμό. Όπως και η διδασκαλία του, είναι μια γραφή «ανενδοίαστα σοβαρή» (Stallings), η δοκιμιακή γραφή ενός εραστή της λογοτεχνίας.
Διαβάζουμε σε ένα σαρκαστικό του δίστιχο:
THE FULL PROFESSORS
The brain succumbs at length to tertiary
Literature: we can cite, but we can't see.[2]
Ο καθηγητής Ricks δεν ανήκει σε αυτούς που αγωνιούν για τις παραπομπές (λίγες υποσημειώσεις χρησιμοποιεί στις μελέτες του), αλλά σε εκείνους που επιζητούν με καλλιεργημένη αισθητική την απόλαυση του κειμένου.
Θα σταθώ σε λίγα αντιπροσωπευτικά, κατά τη γνώμη μου, σημεία της τριπλής συμβολής του David Ricks στα φιλολογικά μας πράγματα, ως φιλολόγου, μεταφραστή και ποιητή. Ήδη με το πρώτο του βιβλίο, The Shade of Homer. a study in Modern Greek poetry (1989), ο Ricks ασχολήθηκε αρκετά πρώιμα με τον ακμάζοντα σήμερα κλάδο που ονομάζεται classical reception studies. Το βιβλίο θέτει το ερώτημα πώς οι Έλληνες ποιητές από το 1821 έως το 1940 συνδιαλέγονται με τον Όμηρο από την πλευρά του επιγόνου, που σε αντίθεση με τον Ευρωπαίο έχει συνείδηση της κοινής γλωσσικής πατρίδας. Οπλισμένος με βαθιά γνώση του λόγου των επών, ο Ricks αναδεικνύει ως καθοριστικό στοιχείο αυτής της περιόδου νοηματοδότησης της ελληνικής ταυτότητας την αγωνία όχι της επίδρασης, αλλά της σύνδεσης με τον Όμηρο τόσο ως ποιητικό αρχέτυπο όσο και ως τον απώτερο δημιουργό μιας κληρονομιάς που από τον Κάλβο και τον Σολωμό ορίζεται ως προγονική. Μέσα από διεισδυτικές αναλύσεις, αναδεικνύει διαφορετικές στάσεις απέναντι στον Όμηρο: την απλή άντληση λέξεων και θεμάτων στον Παλαμά, την ανάκλησή τους από τον Σικελιανό για να φωτιστούν σημεία της ερμητικής ποιητικής του σύλληψης, τη στοχαστική αναπλαισίωση των ομηρικών μύθων από τον Καβάφη, τη δημιουργία μιας σύγχρονης Νέκυιας από τον Σεφέρη.
Στα ποικίλα αποτυπώματα του ομηρικού πνεύματος ή γράμματος επιστρέφει ο Ricks και σε μεταγενέστερες εργασίες του, εστιάζοντας σε διαφορετικές ποιητικές φωνές. Οι μελέτες του σχηματίζουν στο σύνολό τους μια γενεαλογία της ελληνικής ποίησης που έχει ως άξονα τη σχέση των νεότερων ποιητών με τον Όμηρο, είτε ως πατέρα που με τη βαριά σκιά του αναμετρώνται, είτε ως παρακαταθήκη μορφών, εικόνων και συναισθημάτων. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το μελέτημα «Homer and the Greek Civil War, 1946-1949» (2007)[3] καθώς συνιστά την πρώτη συνθετική διερεύνηση της σχέσης ομηρικών μορφών και θεμάτων με τη ζοφερή περίοδο του ελληνικού εμφυλίου σπαραγμού στην ποίησή μας από το 1944 έως το 1974. Με πλοηγό την καβαφική παραίνεση του Άρη Αλεξάνδρου στο «Φλάβιος Μάρκος εις εαυτόν» «Μετάφραζε με ζήλον, έστω με επιμέλειαν. / Ένα μονάχα να αποφύγεις. Πρόσεξε μην τύχει και μεταφράσεις στη ζωή σου / φερσίματα και πάθη ηρώων», o Ricks μας δείχνει πώς μια ελεγειακή ή αναστοχαστική λογοτεχνία αντλεί τώρα από τις σκοτεινές στιγμές των επών· πώς οι μεταπολεμικοί συγγραφείς αποστρέφοντας το βλέμμα από τον ανηλεή Αχιλλέα και τον πολυμήχανο Οδυσσέα, μετατρέπουν τον Έκτορα και τον ετεροθαλή αδελφό του Λυκάονα, τον Ελπήνορα και την Πηνελόπη σε εμβληματικές μορφές της θυσίας των σαστισμένων θυμάτων, των αθώων ομήρων, των προδομένων μαχητών, των πικραμένων εξορίστων. Τα χνάρια που αφήνει η κλασική αρχαιότητα στους νεότερους λογοτέχνες φωτίζονται και στη μελέτη «Lucretian moments in modern Greek poetry»[4]· εδώ εξετάζονται με διεισδυτικότητα οι εκλεκτικές συναντήσεις του Θεοτόκη, του Παλαμά και του Καρυωτάκη με τον αυτοκτόνο Λατίνο ποιητή, που διαβάζεται ως εκφραστής μιας μοντέρνας σύλληψης της ανθρώπινης ύπαρξης, μακριά από την όποια χριστιανική της κατανόηση.
Και βέβαια η διερεύνηση της πρόσληψης του αρχαίου από τον νεότερο ελληνισμό κορυφώνεται στις μελέτες του Ricks για τον Καβάφη. Ο μελετητής ανιχνεύει με ευαισθησία κάθε λοξή ματιά του Αλεξανδρινού απέναντι σε κλασικές, χριστιανικές και σύγχρονές του γραμματειακές πηγές, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τη μελέτη «Plutarch and Cavafy»,[5] όπου σχολιάζεται πολυπρισματικά η σκεπτικιστική και συνάμα συμπαθητική ματιά του ποιητή στην ηθική φιλοσοφία των Βίων του Πλουτάρχου. Άλλες, πάλι, εμπνευσμένες συγκριτολογικές εργασίες για τον Καβάφη μάς αποκαλύπτουν τους ποικίλους τρόπους με τους οποίους ο Αλεξανδρινός διαμορφώνει το μοντέρνο αίσθημα των ποιημάτων του αναθεωρώντας ή απαντώντας σε γνωστά ποιήματα δυο εμβληματικών βικτωριανών ποιητών, του Ρόμπερτ Μπράουνιγκ και του Άλφρεντ Λόρδου Τέννυσον.[6]
Η διπλή αγάπη του David Ricks για τον Όμηρο και τον Καβάφη δεν μονοπωλεί την έρευνά του. Μια σύντομη και μόνο επίσκεψη στο πλούσιο υλικό τεσσάρων τόμων υψηλής αναγνωσιμότητας, προϊόντων διεθνών συνεδρίων, που εκδόθηκαν με τη συνεπιμέλειά του, χαρτογραφεί την εμβέλειά της. Το 1993, εκδίδουν με τον Roderick Beaton τον τόμο Digenes Akrites: new approaches to Byzantine heroic poetry, ο οποίος έδωσε μεγάλη ώθηση στη μελέτη ζητημάτων γύρω από το αινιγματικό και συνάμα ελκυστικό έπος και τη δημώδη λογοτεχνία εν γένει. Στη συμβολή του ο Ricks θέτει το κεντρικό ερώτημα της λογοτεχνικής αξίας του Διγενή στην εκδοχή του χειρογράφου του Εσκοριάλ, που λίγο πριν είχε αναδείξει ο κορυφαίος φιλόλογος Στυλιανός Αλεξίου, γενναιόδωρος συνομιλητής του τότε νεαρού ερευνητή. Η μελέτη του, που εντοπίζει με διαύγεια ζητήματα λογοτεχνικής δομής και ύφους στο έπος, αποτελεί οργανική εξέλιξη της έκδοσης του Διγενή και του «Τραγουδιού του Αρμούρη» με σχόλια και αγγλική μετάφραση (Μπρίστολ 1990), και εκβάλλει σε ευρύτερους προβληματισμούς στον τόμο Byzantium and the Modern Greek Identity, που εκδίδεται το 1998 με τη συνεργασία του Paul Magdalino. Το 2009, και πάλι με τον Roderick Beaton, εκδίδουν τον τόμο The Making of Modern Greece: Nationalism, Romanticism, and the Uses of the Past. Ακολουθεί, το 2018, σε συνεργασία με τον Peter Mackridge, ο τόμος The British Council and Anglo-Greek Literary Interactions, 1945-1955. Και οι τρεις αυτοί τόμοι περιλαμβάνουν εργασίες αναφοράς που έχουν εμπλουτίσει καθοριστικά τις γνώσεις μας γύρω από την πρόσληψη και διαχείριση του Βυζαντίου στην Ελλάδα του 19ου και του 20ού αιώνα, τις χρήσεις του παρελθόντος στη συγκρότηση του ελληνικού έθνους-κράτους και την περιπετειώδη διαπλοκή πολιτικής, ιδεολογίας και λογοτεχνίας στην ακανθώδη δεκαετία που ακολουθεί τα Δεκεμβριανά.[7]
***
Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στο μεταφραστικό έργο του Ricks, θεωρητικό και πρακτικό, στο οποίο επιδίδεται με επινοητικότητα και τόλμη, πιστεύοντας ακράδαντα ότι η μετάφραση είναι η σημαντικότερη μορφή λογοτεχνικής κριτικής. Η έκδοση της ανθολογίας Modern Greek Writing το 2003, με μεταφράσεις δημοτικών τραγουδιών, ποιημάτων, διηγημάτων και αποσπασμάτων από μυθιστορήματα του 19ου και του 20ού αιώνα, έφερε σε επαφή τον αγγλόφωνο, μη ειδικό αναγνώστη με την πλούσια προσφορά της Ελλάδας στα γράμματα. Στη μεταφραστική πρακτική του ο Ricks ακολουθεί την παράδοση του Καρυωτάκη, ο οποίος αναδημιουργεί δυναμικά το πρωτότυπο, έτσι ώστε να λειτουργεί στη γλώσσα υποδοχής ως ένα έργο τέχνης ισάξιο, αισθητικά, με εκείνο της γλώσσας μήτρας. Όντας και ο ίδιος άξιος ποιητής, δεν θα μπορούσε να πράξει διαφορετικά.
Ποιήματά του, ορισμένα από τα οποία έχουν με τέχνη αποδοθεί στα ελληνικά από τον Νάσο Βαγενά[8], έχουν δημοσιευθεί σε έγκυρα λογοτεχνικά περιοδικά (Poetry, New England Review, Southwest Review) και πρόσφατα συγκρότησαν δύο βιβλία: τη λιτή συλλογή Shreds and Patches (London 2022) και τη συγκεντρωτική έκδοση With Signs Following (Reading 2024), όπου, διόλου τυχαία, περιλαμβάνονται και μεταφράσεις ποιημάτων του Παλαμά, του Καβάφη, του Κωσταντίνου Χατζόπουλου, του Άγρα και του Καρυωτάκη. Τα ποιήματα του David Ricks διακρίνονται, μεταξύ άλλων, για την αξιοσημείωτη πυκνότητά τους, την υπαινικτικότητα, τη ρυθμική αίσθηση και την έντασή τους, τα παιχνίδια με την ομοιοκαταληξία, το λεπτό χιούμορ και την ειρωνεία, την ισορροπία ανάμεσα στο διανοητικό και το συγκινησιακό στοιχείο, τον συνδυασμό του προσωπικού βιώματος με την ιστορία, τον διάλογο με τις άλλες τέχνες (μουσική, ζωγραφική, γλυπτική) και, βέβαια, την πολυεπίπεδη συνομιλία τόσο με την αρχαιοελληνική και τη λατινική όσο και με τη νεότερη ευρωπαϊκή γραμματεία. Είναι φανερό πως ο φιλόλογος και ο μεταφραστής εκβάλλει στον στοχαστικό ποιητή, και ο μάστορας του στίχου συναντιέται φυσικότατα με τον φιλόλογο και τον μεταφραστή με τρόπο τέτοιο ώστε αμφότερες οι ιδιότητες να κερδίζουν σε δύναμη. […]
[1] Εκφωνήθηκε στις 29 Μαΐου 2024 κατά την αναγόρευση του David Bruce Ricks σε επίτιμο διδάκτορα του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών. Βλ. την τελετή: https://www.youtube.com/live/ZR--oac2oqo.
[2] Ο Νάσος Βαγενάς αποδίδει τον τίτλο στα ελληνικά ως: «ΟΙ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ (πρώτης βαθμίδoς)» και μεταφράζει ως εξής: «Παραπατώντας στις παραπομπές / Τις Μούσες βλέπουμε θαμπές», Ντέιβιντ Ρικς, Σημεία των καιρών, μτφρ. Νάσος Βαγενάς, Αθήνα 2025, σ. 37.
[3] Στον συλλογικό τόμο Homer in the Twentieth Century: Between Literature and the Western Canon, επιμ. Barbara Graziosi & Emily Greenwood, Οξφόρδη 2007.
[4] Στον συλλογικό τόμο Re-imagining the past, επιμ. Dimitris Tziovas, Οξφόρδη 2014.
[5] Στο Brill’s Companion to the Reception of Plutarch, επιμ. Sophia Xenophontos & Katerina Oikononopoulou, Λέιντεν 2019.
[6] Στο κεφάλαιο του «Cavafy’s quarrel with Tennyson» στον συλλογικό τόμο The Reception of Alfred Tennyson in Europe (επιμ. Leonee Ormond, Λονδίνο 2016) εξετάζεται πώς ο Καβάφης, απαντώντας στον Τέννυσον, προσδίδει υπαρξιακή τόλμη στον Οδυσσέα και τον Συμεών του και αντικαθιστά το αίσθημα απώλειας του ανδρικού έρωτα με τη μνήμη του.
[7] Ας σημειώσουμε ότι ο David Ricks μόλις εξέδωσε σε συνεργασία με την καθηγήτρια Fiona Macintosh του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης τον συλλογικό τόμο Poetry and Poetics, Greek and Beyond: Essays in Honour of M.S. Silk (Routledge), στον οποίο περιλαμβάνεται δοκίμιό του με τίτλο «Glossing the modern Greek poetic canon». Επιπλέον, ετοιμάζει τόμο δοκιμίων του με τον τίτλο Reading Modern Greek Poetry Comparatively (Routledge) και, σε συνεργασία με την καθηγήτρια Ingela Nilsson του Πανεπιστημίου της Ουψάλα, μια νέα επισκόπηση της ελληνικής λογοτεχνίας από το 1071 έως σήμερα.
[8] Ντέϊβιντ Ρικς, Σημεία των καιρών, ό.π.