Ήταν 23 Ιουλίου. Το απόγευμα έπιασε μια φωτιά στην περιοχή της μονής Νταού Πεντέλης η οποία, λόγω των ανέμων, οδηγήθηκε προς την παραλιακή ζώνη, την κατοικημένη περιοχή του Νέου Βουτζά, το Κόκκινο Λιμανάκι της Ραφήνας, τον Άγιο Ανδρέα και, κυρίως, το Μάτι. Το κράτος άργησε πολύ να επέμβει – συνέβαλε σε αυτό και το ότι η κύρια δύναμη της Πυροσβεστικής βρισκόταν στην περιοχή της Κινέτας, όπου προσπαθούσε να ελέγξει μια άλλη μεγάλη πυρκαγιά. Και παρ’ ότι η φωτιά κατευθύνθηκε σε περιοχές εξοχικών κατοικιών, δεν δόθηκε διαταγή εκκένωσης, ενώ ουδείς φάνηκε να συντονίζει τις υπηρεσίες στο έργο της κατάσβεσης και της διάσωσης εγκλωβισμένων. Αποκορύφωμα, η λανθασμένη ρύθμιση της κυκλοφορίας στη λεωφόρο Μαραθώνος, που οδήγησε αυτοκίνητα να εγκλωβιστούν στην περιοχή του Ματιού, όπου παίχτηκε και το κυρίως δράμα.
Στο Μάτι, οι κάτοικοι έκαναν ό,τι κατάλαβαν. Κάποιοι διέφυγαν, κάποιοι κάηκαν προσπαθώντας να σωθούν. Ορισμένοι εγκλωβίστηκαν στα σπίτια τους, κάποιοι άλλοι δεν κατάφεραν να φτάσουν στη θάλασσα. Αλλά και στη θάλασσα, τα πράγματα ήταν δύσκολα. Υπό αντίξοες συνθήκες, με εγκαύματα, ανασαίνοντας δύσκολα, οι άνθρωποι για να επιβιώσουν από το θερμικό κύμα κι από τα εκτινασσόμενα φλεγόμενα κομμάτια ξύλου που τους κατέκαιαν, χρειάστηκε να κολυμπούν επί ώρες, αβοήθητοι, στο σκοτάδι. Προφανώς, κάποιοι δεν άντεξαν. Οι περισσότεροι σώθηκαν μόνοι τους είτε από ιδιώτες διασώστες, που έσπευσαν με ό,τι πλοιάριο υπήρχε διαθέσιμο. Συνολικός απολογισμός: 98 νεκροί, πολλοί τραυματίες. Απώλειες περιουσιών. Πένθος. Και μια πολιτεία ακόμα πιο αναξιόπιστη.
Η αναξιοπιστία, η αδυναμία σχεδιασμού και συντονισμού, η αποτυχία στην κατάσβεση της φωτιάς και της διάσωσης των κατοίκων δεν ήταν το χειρότερο που συνέβη εκείνο το βράδυ, και τα υπόλοιπα μερόνυχτα. Το χειρότερο ήταν η στάση του κράτους απέναντι πρωτίστως στους κατεστραμμένους από τη φωτιά, αλλά και απέναντι σε όλους τους έλληνες πολίτες, που αγωνιούσαν και θλίβοντας για ό,τι συνέβη. Η στάση των εκλεγμένων εκπροσώπων, αλλά και των επικεφαλής των υπηρεσιών ήταν απαθής, υστερόβουλη, κυνική.
Αργά το βράδυ της 23ης Ιουλίου, και ενώ η πυρκαγιά είχε σβήσει αλλά πολλοί ακόμα πάλευαν στα ανοιχτά της θάλασσας για να σωθούν, ο πρωθυπουργός έδωσε μια δημόσια παράσταση, το δικό του Θέατρο της Δευτέρας. Η διοίκηση της κρατικής τηλεόρασης επέλεξε, ή συμφώνησε με το κυβερνητικό αίτημα, να δείξει απ’ ευθείας την έκτακτη σύσκεψη για την αντιμετώπιση της κατάστασης, υπό την προεδρία του πρωθυπουργού. Εκ των υστέρων συνάγεται ότι στη σύσκεψη γνώριζαν την ύπαρξη νεκρών. Ωστόσο, εκείνη τη στιγμή, όλοι, προεξάρχοντος του πρωθυπουργού, παρίσταναν ότι ελέγχουν την κατάσταση, ο δε πρωθυπουργός ρωτούσε τι ώρα θα βγουν το πρωί τα κανανταίρ. Ένας πρωθυπουργός, εκείνη τη στιγμή, παραπληροφορούσε συνειδητά τους πολίτες! Περιστοιχισμένος από στελέχη του, μεταξύ των οποίων ο υπουργός Επικρατείας Δημήτρης Τζανακόπουλος, ο τότε υπουργός Προστασίας του Πολίτη Νίκος Τόσκας, ο αναπληρωτής υπουργός Υγείας Παύλος Πολάκης, οι αρχηγοί των εμπλεκόμενων σωμάτων ασφαλείας και κάποιοι αυτοδιοικητικοί όπως η περιφερειάρχης Ρένα Δούρου.
Για ποιο λόγο έκρυψαν τους νεκρούς; Πιθανόν για να χειριστούν επικοινωνιακά τους θανάτους. Ίσως να πίστευαν ότι ο αριθμός θα ήταν μικρός. Η ουσία είναι ότι, από την επόμενη μέρα, ενώ ο κατάλογος των νεκρών μεγάλωνε, η κυβέρνηση ισχυριζόταν ότι για τη φωτιά ευθύνονται η κλιματική αλλαγή, τα αυθαίρετα και οι εμπρηστές – ο Νίκος Παππάς, μάλιστα, παρουσίασε στον πρωθυπουργό χάρτες δήθεν από το διάστημα που έδειχναν τα πολλαπλά μέτωπα του εμπρησμού. Λίγες ημέρες μετά διαψεύστηκε, όταν επιβεβαιώθηκε ότι υπήρξε μία μόνο εστία και προκλήθηκε από ξερόκλαδα που έκαιγε ένας ηλικιωμένος. Ε, και; Ζήτησε κανείς συγνώμη; Τους έμειναν άλλωστε τα υπόλοιπα, η κλιματική αλλαγή και τα αυθαίρετα – τη νομιμοποίηση των οποίων οι ίδιοι έχουν προωθήσει και υπογράψει.
Με αναφορές στην κλιματική αλλαγή και τα αυθαίρετα επιχείρησαν να αποποιηθούν τις ευθύνες τους. Κατά τα άλλα, άρχισαν τις επικοινωνιακές εμφανίσεις σε περιβάλλοντα ασφαλή, προκειμένου να μη συνδυαστεί η πολιτεία τους με αποδοκιμασίες και κλιμάκωσαν τις μόνιμες πλέον επιθέσεις προς τον Τύπο, που θα τον προτιμούσαν σιωπηλό.
Η κυβέρνηση επιχείρησε και στο θέμα της φονικής πυρκαγιάς να χειραγωγήσει. Προσπάθησε εξ αρχής να βγει από το κάδρο, η ίδια και τα κρατικά στελέχη που ελέγχονται για παραλείψεις και πλημμελή συντονισμό. Στην πορεία, απομακρύνθηκαν κάποιοι που θα μπορούσαν να θεωρηθούν υπεύθυνοι. Για πολύ καιρό, εξ άλλου, γνόταν επικοινωνιακός χειρισμός με τους νεκρούς. Η κυβέρνηση δεν ανακοίνωνε τα ονόματά τους, φοβούμενη προφανώς μήπως κάποια γίνουν σύμβολα της αδιαφορίας τους, της αδυναμίας τους, του κυνισμού τους και της αναλγησίας τους. Έκρυβαν για μέρες τα ονόματα των νεκρών, με τον ίδιο τρόπο που επιθυμούν να μη μνημονεύονται τα ονόματα των νεκρών της Μαρφίν. Η πίεση του Τύπου τους ανάγκασε σε μεγάλο βαθμό να τα ανακοινώσουν. Ύστερα, βέβαια, κατηγορούσαν την εφημερίδα Τα Νέα, που δημοσίευσε πρωτοσέλιδα όλα τα ονόματα – λες και δουλειά του Τύπου δεν είναι η καταγραφή και η μνήμη, αλλά η λήθη.
Η πολύνεκρη καταστροφή στο Μάτι εξανέμισε τα τελευταία περιθώρια ανοχής από την κοινωνία του μοντέλου διακυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Η ασέβεια και η ύβρις προς τους νεκρούς, η προσπάθεια στην αρχή εργαλειοποίησής τους και στη συνέχεια παράδοσής τους στη λήθη, είναι η εσχάτη ύβρις. Προσπαθώντας να πετάξουν από πάνω τους την ευθύνη, ο Αλέξης Τσίπρας, η Ρένα Δούρου, ο Πάνος Καμμένος οχυρώθηκαν πίσω από ένα στρώμα αναισθησίας. Επένδυσαν στον αντιπερισπασμό και στη λήθη.
Αλλά οι νεκροί δεν ξεχνιούνται – όπως δεν γίνεται να ξεχαστούν οι πολιτικές ευθύνες εκείνων που άφησαν τους μηχανισμούς απαράσκευους. Η βουβή θλίψη συγγενών και φίλων, όσων άντεξαν, στα μνημόσυνα των νεκρών, που έγιναν εν μέσω καθολικής απουσίας οποιουδήποτε εκπροσώπου της κυβέρνησης ή του κράτους, δεν κρύβει την αποφασιστικότητα να καταλογισθούν ευθύνες και να αποδοθεί δικαιοσύνη.
Εύλογο. Επειδή δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε ότι η άσκηση της εξουσίας δεν είναι μόνο παροχές και προνόμια, αλλά πρωτίστως ευθύνη. Κι η λογοδοσία όσων δεν ήρθησαν στο ύψος της ευθύνης τους είναι απαίτηση της δημοκρατίας.