Σύνδεση συνδρομητών

Βρετανία

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Η δεύτερη ενεργειακή κρίση χτυπά την πόρτα: ντίζελ στις 2 λίρες, ρεύμα στα ύψη, λογαριασμοί που αγγίζουν τις 2.000 λίρες το χρόνο.

Από την 1η Οκτωβρίου 2026 τα βρετανικά νοικοκυριά, με τον χειμώνα προ των πυλών, πληρώνουν ακριβότερο φυσικό αέριο και ρεύμα. Το ανώτατο όριο τιμών της ρυθμιστικής αρχής Ofgem, το λεγόμενο price cap, αυξήθηκε κατά 4%, ύστερα από άνοδο 13% τον Ιούλιο. Οι αναλυτές προβλέπουν νέα αύξηση τον Ιανουάριο. Τέσσερα χρόνια μετά την ενεργειακή κρίση του 2022, η Βρετανία διαπιστώνει ότι η κρίση δεν έληξε ποτέ πραγματικά· απλώς άλλαξε μορφή. Οι τιμές υποχώρησαν από τα ιστορικά τους υψηλά, αλλά δεν επέστρεψαν ποτέ εκεί όπου βρίσκονταν πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Και τώρα μια νέα γεωπολιτική αναταραχή, ο πόλεμος με το Ιράν, τις ωθεί ξανά προς τα πάνω.

Η ρίζα του προβλήματος είναι το φυσικό αέριο. Η Βρετανία καλύπτει μεγάλο μέρος της θέρμανσης και της ηλεκτροπαραγωγής της με αέριο, και η τιμή του καθορίζεται στις διεθνείς αγορές. Όταν το αέριο ακριβαίνει στο Άμστερνταμ ή στο Κατάρ, ο λογαριασμός ανεβαίνει στο Μάντσεστερ.

Η πρώτη μεγάλη δοκιμασία ήρθε το 2021-22. Η επανεκκίνηση των οικονομιών μετά την πανδημία και, κυρίως, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία εκτόξευσαν τις χονδρικές τιμές. Χωρίς κρατική παρέμβαση, το price cap θα αυξανόταν κατά 80% τον Οκτώβριο του 2022. Η τότε κυβέρνηση επέβαλε ένα «Εγγυημένο Όριο Τιμής» (Energy Price Guarantee) και περιόρισε την αύξηση στο 27%.

Η δεύτερη δοκιμασία είναι η σημερινή. Με την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν, στις 28 Φεβρουαρίου 2026, οι χονδρικές τιμές του αερίου διπλασιάστηκαν μέσα σε λίγες μέρες. Υποχώρησαν στις αρχές του καλοκαιριού, αλλά τον Σεπτέμβριο έφτασαν σε υψηλά τριετίας. Οι εξαγωγές πετρελαίου και αερίου από τον Κόλπο παραμένουν σοβαρά διαταραγμένες, καθώς τα δεξαμενόπλοια απειλούνται στα στενά του Ορμούζ και του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ.

Ταυτόχρονα, η Ευρώπη εισέρχεται στον χειμώνα με τα αποθέματα αερίου στο χαμηλότερο επίπεδο Σεπτεμβρίου των τελευταίων 15 ετών. Οι παγωνιές στο τέλος του περασμένου χειμώνα και ένα καλοκαίρι καύσωνα, που αύξησε την ηλεκτροπαραγωγή από αέριο, άδειασαν τις αποθήκες, ενώ οι αγοραστές καθυστέρησαν να τις ξαναγεμίσουν. Το άλμα των τιμών είναι μικρότερο από εκείνο του 2022, όμως επηρεάζει νοικοκυριά που δεν έχουν ακόμη συνέλθει.

Υπάρχει και ένα βαθύτερο, δομικό πρόβλημα. Στη βρετανική αγορά την τιμή του ρεύματος τη διαμορφώνει συνήθως η ακριβότερη μονάδα που χρειάζεται για να καλυφθεί η ζήτηση, δηλαδή μια μονάδα φυσικού αερίου. Έτσι, ακόμη και το φθηνό αιολικό ρεύμα πωλείται σε τιμές «αερίου». Σε αυτό προστίθενται τα πάγια τέλη για τα δίκτυα, που αυξάνονται σταθερά καθώς η χώρα επενδύει στις νέες υποδομές. Το αποτέλεσμα: το 2025 το βρετανικό οικιακό ρεύμα ήταν ακριβότερο από όλες σχεδόν τις χώρες της ΕΕ, ενώ το φυσικό αέριο παρέμενε φθηνότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Το βάρος για το μέσο νοικοκυριό

Από τον Οκτώβριο, ένα τυπικό νοικοκυριό με ρεύμα και φυσικό αέριο, που εξοφλεί τους λογαριασμούς του με πάγια εντολή, θα επιβαρύνεται με 1.723 λίρες το χρόνο (περίπου 2.000 ευρώ), δηλαδή 60 λίρες (70 ευρώ) περισσότερα απ' ό,τι το καλοκαίρι. Για όσους εξοφλούν με τριμηνιαίο λογαριασμό, το ποσό ανέρχεται στις 1.861 λίρες (2.160 ευρώ). Όσοι πληρώνουν με τριμηνιαίο λογαριασμό θα επιβαρύνονται με 1.861 λίρες (2.160 ευρώ). Η κιλοβατώρα αερίου αυξήθηκε στις 8 πένες (9,3 λεπτά του ευρώ), ενώ του ρεύματος παραμένει περίπου στις 26,3 πένες (30,5 λεπτά).

Οι αριθμοί αυτοί, ωστόσο, κρύβουν μια λογιστική λεπτομέρεια. Τον Ιούλιο, η Ofgem μείωσε την εκτίμησή της για το πόση ενέργεια καταναλώνει ένα «τυπικό» σπίτι, κατά 17% για το αέριο. Με τον παλιό τρόπο υπολογισμού, ο ίδιος λογαριασμός θα εμφανιζόταν ως 1.935 λίρες (2.245 ευρώ). Οι Βρετανοί δεν πληρώνουν λιγότερα επειδή η ενέργεια φθήνυνε· καταναλώνουν λιγότερη επειδή δεν αντέχουν να την πληρώσουν. Σε σύγκριση με τον χειμώνα 2021–22, ο τυπικός λογαριασμός είναι σήμερα 58% υψηλότερος.

Η πίεση φαίνεται καθαρότερα στα χρέη. Τα οφειλόμενα των νοικοκυριών προς τους προμηθευτές ενέργειας ξεπέρασαν για πρώτη φορά τα 5 δισ. λίρες (5,8 δισ. ευρώ) το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Όσοι χρωστούν χωρίς συμφωνία αποπληρωμής οφείλουν κατά μέσο όρο 1.872 λίρες (2.170 ευρώ) μόνο για το ρεύμα. Σχεδόν τρεις στους δέκα ενήλικους δηλώνουν ότι ανησυχούν αν θα είναι σε θέση να πληρώσουν τους λογαριασμούς του επόμενου εξαμήνου.

Ο πληθωρισμός, που τον Αύγουστο ανέβηκε στο 3,1%, κάνει την εικόνα βαρύτερη. Η άνοδος των τιμών των τροφίμων έχει επιβραδυνθεί, στο 1,3% σε ετήσια βάση τον Αύγουστο, όμως οι τιμές παραμένουν πολύ υψηλότερες απ' ό,τι πριν από την κρίση του 2022, ενώ οι μεταφορές ακρίβυναν κατά 4,6% μέσα σε έναν χρόνο. Και η πίεση στα καύσιμα εντείνεται: στις 2 Οκτωβρίου η μέση τιμή του ντίζελ ξεπέρασε για πρώτη φορά τις 2 λίρες το λίτρο (2,32 ευρώ), ενώ η αμόλυβδη έφτασε τις 1,75 λίρες (2,03 ευρώ). Το γέμισμα ενός οικογενειακού αυτοκινήτου με ντίζελ κοστίζει πλέον 110 λίρες (128 ευρώ), 32 λίρες (37 ευρώ) περισσότερα από τον Φεβρουάριο.

Το ντίζελ δεν αφορά μόνο τους οδηγούς. Κινεί τα φορτηγά, τα τρακτέρ και τις διανομές, και η ακρίβεια του περνά σταδιακά στις τιμές των τροφίμων και των αγαθών. Η Βρετανία εισάγει πάνω από το μισό ντίζελ που καταναλώνει, σε μια διεθνή αγορά όπου η προσφορά στενεύει από παντού: ας όψονται ο πόλεμος στον Κόλπο, οι ουκρανικές επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια και η ρωσική απαγόρευση εξαγωγών, οι περιορισμοί της Κίνας.

Το βάρος δεν μοιράζεται ίσα: συγκεντρώνεται σε μονογονεϊκές οικογένειες, σε ανθρώπους με αναπηρία, σε ενοικιαστές παλιών και κακώς μονωμένων σπιτιών. Την ίδια ώρα, οι πετρελαϊκοί κολοσσοί ανακοινώνουν τα μεγαλύτερα κέρδη των τελευταίων ετών και η αντίθεση δεν περνά απαρατήρητη.

Η απάντηση της κυβέρνησης

Η κυβέρνηση δρα σε δύο επίπεδα: ανακουφίζει άμεσα τους λογαριασμούς και επενδύει μακροπρόθεσμα στην ενεργειακή αυτάρκεια. Το πρόβλημα είναι ότι το πρώτο κοστίζει ακριβά και το δεύτερο αργεί να αποδώσει.

Το πιο πρόσφατο και ορατό μέτρο φέρει την υπογραφή του νέου πρωθυπουργού Άντι Μπέρναμ, ο οποίος ανέλαβε τον Ιούλιο. Τη δεύτερη μέρα της θητείας του ανακοίνωσε την κατάργηση του ΦΠΑ 5% στο οικιακό ρεύμα, από 1η Οκτωβρίου 2026 έως 31 Μαρτίου 2027. Η ελάφρυνση υπολογίζεται σε περίπου 45 λίρες (52 ευρώ) το χρόνο για το τυπικό νοικοκυριό. Κοστίζει στο Δημόσιο περίπου 850 εκατ. λίρες (990 εκατ. ευρώ) και χρηματοδοτείται από την ακύρωση του προγράμματος ψηφιακής ταυτότητας, προϋπολογισμού 1,8 δισ. λιρών (2,1 δισ. ευρώ).

Το μέτρο προστίθεται σε όσα είχαν ήδη αποφασιστεί στον προϋπολογισμό του Νοεμβρίου 2025. Από τον Απρίλιο του 2026, το κράτος αναλαμβάνει το 75% του κόστους ενός παλαιού προγράμματος στήριξης των ανανεώσιμων πηγών, και καταργήθηκε από τους λογαριασμούς η επιβάρυνση για τα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης. Το όφελος είναι περίπου 150 λίρες (175 ευρώ) το χρόνο ανά νοικοκυριό. Ταυτόχρονα, η «Έκπτωση Ζεστού Σπιτιού» (Warm Home Discount), ύψους 150 λιρών, επεκτάθηκε σε σχεδόν 6 εκατομμύρια ευάλωτα νοικοκυριά. Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, το «Σχέδιο Ζεστών Σπιτιών» προβλέπει 13,2 δισ. λίρες (15,3 δισ. δολάρια) για μόνωση, αντλίες θερμότητας και ηλιακά, με στόχο την αναβάθμιση 5 εκατομμυρίων κατοικιών έως το 2030. Παράλληλα, η Ofgem ξεκίνησε πρόγραμμα διαγραφής έως 500 εκατ. λίρες (580 εκατ. ευρώ) παλαιών χρεών για περίπου 195.000 νοικοκυριά με επιδόματα. Η στρατηγική κορυφώνεται στο στόχο για «καθαρή» ηλεκτροπαραγωγή έως το 2030, που θα αποσυνδέσει σταδιακά την τιμή του ρεύματος από το αέριο.

Οι επικριτές αναγνωρίζουν τη χρησιμότητα των μέτρων, αλλά τα θεωρούν προσωρινά και ανεπαρκή σε σχέση με το μέγεθος του προβλήματος. Ο διευθύνων σύμβουλος της EDF Energy, ενός από τους μεγαλύτερους προμηθευτές ενέργειας της Βρετανίας και θυγατρικής της γαλλικής EDF, Σιμόνε Ρόσι (Simone Rossi), προειδοποίησε ότι η Βρετανία «βαδίζει προς μια δεύτερη ενεργειακή κρίση» και ζήτησε από την κυβέρνηση πρόσθετα μέτρα, πέρα από την κατάργηση του ΦΠΑ στο ρεύμα. Ο Μπέρναμ δεν τον διέψευσε· δήλωσε ότι εξετάζεται «κάθε δυνατό μέτρο», χωρίς να αποκλείσει ούτε την ακύρωση της προγραμματισμένης αύξησης του φόρου στα καύσιμα.

Την πίεση εντείνουν πλέον και οι ίδιοι οι προμηθευτές. Η Energy UK, ο κλαδικός τους φορέας, προειδοποιεί ότι η άνοδος των χονδρικών τιμών έχει ήδη «σβήσει» το όφελος από την κατάργηση του ΦΠΑ και των επιβαρύνσεων. «Δεν έχουμε την πολυτέλεια να περιμένουμε μια κρίση ίδιου μεγέθους με το 2022 πριν δράσουμε ξανά», δήλωσε η επικεφαλής της, Ντάρα Βιάς (Dhara Vyas). Ο φορέας ζητά στοχευμένη στήριξη πέρα από την έκπτωση των 150 λιρών, που να οδηγήσει σε μόνιμο «κοινωνικό τιμολόγιο». Ζητά επίσης διαγραφή χρεών για τα πιο πληγέντα νοικοκυριά και μεταφορά περισσότερων επιβαρύνσεων από το λογαριασμό του ρεύματος στη γενική φορολογία. Τα απλήρωτα χρέη, υπενθυμίζει, προσθέτουν ήδη κατά μέσο όρο 67 λίρες (78 ευρώ) το χρόνο στο λογαριασμό κάθε καταναλωτή. Η κυβέρνηση παραπέμπει τις αποφάσεις στον ερχόμενο προϋπολογισμό, με την επιφύλαξη ότι πρέπει να τηρηθούν οι δημοσιονομικοί κανόνες.

«Ζέστανε τον άνθρωπο, όχι το σπίτι»

Όσο η κυβέρνηση και οι αγορές κινούνται με τους δικούς τους ρυθμούς, η ρυθμιστική αρχή και οι οργανώσεις καταναλωτών προτείνουν στα νοικοκυριά τέσσερις πρακτικές κινήσεις.

Πρώτον, τα σταθερά τιμολόγια. Η Ofgem συνιστά να «κλειδώσει» κανείς την τιμή ανά κιλοβατώρα, καθώς ορισμένες προσφορές είναι ήδη φθηνότερες από την αναμενόμενη τιμή του Ιανουαρίου. Το στοίχημα όμως έχει δύο όψεις: αν μια συμφωνία ειρήνης με το Ιράν ρίξει τις τιμές του αερίου, ο καταναλωτής θα μείνει δεμένος σε ακριβότερη τιμή, συχνά με τέλος πρόωρης αποχώρησης.

Δεύτερον, η πληρωμή με πάγια εντολή. Περίπου πέντε εκατομμύρια Βρετανοί πληρώνουν ακόμη τριμηνιαίους λογαριασμούς, με υψηλότερη χρέωση ανά μονάδα. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι πελάτες με προπληρωμένους μετρητές, συνήθως χαμηλόμισθοι, πληρώνουν πλέον ελαφρώς λιγότερα από τους υπόλοιπους.

Τρίτον, η αξιοποίηση της στήριξης: η έκπτωση των 150 λιρών (175 ευρώ) για όσους λαμβάνουν επιδόματα, τα έκτακτα επιδόματα ψύχους, το χειμερινό επίδομα θέρμανσης των συνταξιούχων, που διατηρήθηκε μετά από πολιτική πίεση και τα ταμεία ενίσχυσης των ίδιων των προμηθευτών.

Τέταρτον, η εξοικονόμηση: κλειστά καλοριφέρ σε άδεια δωμάτια, πλύσιμο με το νερό στο πλυντήριο στους 30 βαθμούς, χαμηλότερη θερμοκρασία νερού στο λέβητα χωρίς όμως να πέφτει η θερμοκρασία του σπιτιού κάτω από τους 18 βαθμούς. «Ζέστανε τον άνθρωπο, όχι το σπίτι», όπως συμβουλεύει μια δημοφιλής βρετανική ιστοσελίδα καταναλωτών.

Τι μας επιφυλάσσει το άμεσο μέλλον

Τα χειρότερα, κατά πάσα πιθανότητα, έπονται. Η εταιρεία αναλύσεων Cornwall Insight προβλέπει πλέον αύξηση του ορίου τιμών κατά 16% τον Ιανουάριο του 2027, σχεδόν διπλάσια από το 9% που εκτιμούσε ένα μήνα νωρίτερα. Το τυπικό ετήσιο κόστος θα φτάσει έτσι τις 1.999 λίρες (περίπου 2.320 ευρώ), δηλαδή 276 λίρες (320 ευρώ) πάνω από το επίπεδο του Οκτωβρίου. Θα είναι η μεγαλύτερη τριμηνιαία αύξηση από τον Ιανουάριο του 2023, στην κορύφωση της προηγούμενης κρίσης.

Η Ofgem θα ανακοινώσει το επίσημο όριο στις 25 Νοεμβρίου, με βάση τις χονδρικές τιμές από τις 19 Αυγούστου έως τις 17 Νοεμβρίου. Μια πτώση των τιμών μέχρι τότε θα μπορούσε να μετριάσει την αύξηση, αλλά οι αναλυτές τη θεωρούν «σχεδόν βέβαιη» μετά τις ανατιμήσεις του Σεπτεμβρίου. Το τελικό μέγεθος θα εξαρτηθεί από την πορεία του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Για τα νοικοκυριά σε κακώς μονωμένα σπίτια ο λογαριασμός θα είναι αισθητά βαρύτερος από τον «τυπικό».

Μια πρώτη διεθνής απάντηση ήρθε στις 2 Οκτωβρίου. Οι χώρες της G7 συμφώνησαν, υπό τον συντονισμό του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, να διαθέσουν στην αγορά έως 100 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και ντίζελ από τα στρατηγικά τους αποθέματα μέσα σε τέσσερις μήνες, με μεγάλη ποσότητα ντίζελ ήδη τις πρώτες 20 ημέρες. Συμφώνησαν επίσης να μην επιβάλλουν περιορισμούς εξαγωγών μεταξύ τους, αφού ο πρόεδρος Τραμπ είχε απειλήσει να απαγορεύσει τις εξαγωγές αμερικανικού ντίζελ.

Η αγορά αντέδρασε συγκρατημένα. Το Brent έπεσε για λίγο κάτω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, αλλά επέστρεψε γύρω στα 102 δολάρια, έναντι περίπου 73 δολαρίων πριν από τον πόλεμο, έπειτα από νέες συγκρούσεις Σαουδικής Αραβίας και Χούθι στην Υεμένη. Τα αποθέματα αγοράζουν χρόνο· δεν λύνουν το πρόβλημα της προσφοράς.

Δύο ημερομηνίες του 2027 αξίζουν προσοχή στη Βρετανία. Στις 31 Μαρτίου λήγει η απαλλαγή από τον ΦΠΑ στο ρεύμα, εκτός αν παραταθεί στον προϋπολογισμό. Από τον Μάρτιο, επίσης, αρχίζουν να λήγουν οι επιδοτήσεις παλαιότερων αιολικών και ηλιακών πάρκων, κάτι που θα αλλάξει τα οικονομικά της αγοράς με τρόπους ακόμη αβέβαιους. Αν ο πληθωρισμός παραμείνει πάνω από το στόχο, δεν αποκλείεται και νέα αύξηση επιτοκίων από την Τράπεζα της Αγγλίας, με επιπτώσεις στα στεγαστικά δάνεια.

Σε βάθος χρόνου, η μόνη ουσιαστική λύση είναι η μείωση της εξάρτησης από το εισαγόμενο αέριο: περισσότερες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, καλύτερα δίκτυα, ενεργειακά αποδοτικά σπίτια. Αυτά, όμως, χρειάζονται χρόνια για να αποδώσουν, ενώ ο λογαριασμός αναμένεται αυτόν τον χειμώνα.

Εν κατακλείδι η βρετανική εμπειρία δείχνει ότι οι επιδοτήσεις αγοράζουν χρόνο, όχι λύσεις. Κάθε μείωση φόρου ή εφάπαξ βοήθεια ανακουφίζει έναν χειμώνα, αλλά αφήνει το νοικοκυριό εξίσου εκτεθειμένο στον επόμενο γεωπολιτικό κλυδωνισμό. Ένα από τα βασικά ερωτήματα είναι: πόσο γρήγορα μπορεί ο φθηνός ήλιος και ο άνεμος να φτάσουν πραγματικά στον λογαριασμό του καταναλωτή; Μέχρι τότε, ο λογαριασμός ενέργειας θα παραμένει ο πιο ευαίσθητος δείκτης της κοινωνικής συνοχής, στο Λονδίνο όπως και στις περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

*Οι μετατροπές σε ευρώ έγιναν με ισοτιμία £1 ≈ €1,16 (τέλη Σεπτεμβρίου 2026) και είναι στρογγυλεμένες.

Πηγές

·      Ofgem: Energy price cap will rise by 4% from October 2026

·      House of Commons Library: Gas and electricity prices during the 'energy crisis' and beyond

·      The Guardian: Energy bills in Great Britain forecast to jump by £276 a year from January (30 September 2026)

·      BBC News: UK diesel prices top £2 a litre for first time, RAC says (2 October 2026)

·      BBC News: G7 to release millions of barrels of oil and diesel after Trump threat (2 October 2026)

·      BBC News: Suppliers pile pressure on government over energy bills (3 October 2026)

 

06 Οκτωβρίου 2026

Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα, ένας Βρετανός πρωθυπουργός τολμά για πρώτη φορά να προφέρει δημόσια τη λέξη «επανένταξη». Πόσο ρεαλιστικό είναι το ενδεχόμενο – και τι θα απαιτούσε από το Λονδίνο και τις Βρυξέλλες;

 

Το πρωί της Τετάρτης 30 Σεπτεμβρίου, στην εκπομπή Today του BBC Radio 4, ο Άντι Μπέρναμ είπε κάτι που κανένας ένοικος της Ντάουνινγκ Στριτ δεν είχε πει εδώ και μία δεκαετία. Ερωτηθείς αν επιθυμεί η χώρα του να επιστρέψει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν απάντησε με το τελετουργικό «όχι» που είχε καθιερώσει ο προκάτοχός του. Είπε ότι θέλει να «εξετάσει τις επιλογές» και ανάμεσά τους απαρίθμησε, πλάι στη διατήρηση του σημερινού καθεστώτος, την τελωνειακή ένωση, την ενιαία αγορά και την πλήρη επανένταξη – το να «πάμε μέχρι τέλους», όπως το έθεσε. Η σημερινή διευθέτηση του Brexit, κατά τον ίδιο, έχει προκαλέσει περισσότερη ζημιά παρά όφελος. Την προηγούμενη μέρα, από το βήμα του ετήσιου συνεδρίου των Εργατικών, ο Βρετανός πρωθυπουργός είχε χρεώσει στο Brexit την απώλεια ελέγχου τόσο στη μετανάστευση όσο και στην οικονομία, κρίνοντας τη σημερινή σχέση με την Ευρώπη ανεπαρκή και υποσχόμενος να αναζητήσει «συναίνεση» για τη μελλοντική κατεύθυνση.

Η σημασία της στιγμής δεν βρίσκεται σε όσα δεσμεύτηκε –στην πραγματικότητα δεν δεσμεύτηκε σε τίποτα– αλλά στο ότι μετατόπισε τα όρια του πολιτικά νοητού. Επί μία δεκαετία, το ερώτημα της επιστροφής ήταν στη Βρετανία κάτι σαν οικογενειακό μυστικό: όλοι γνώριζαν ότι υπάρχει, αλλά κανένα κόμμα εξουσίας δεν τολμούσε να το ξεστομίσει. Το Brexit είχε διχάσει οικογένειες, φίλους και εκλογικές περιφέρειες και η επανάληψη της σύγκρουσης θεωρούνταν πολιτική αυτοκτονία. Ο Κιρ Στάρμερ είχε οικοδομήσει ολόκληρη τη στρατηγική του πάνω στη διαβεβαίωση ότι η χώρα δεν θα επιστρέψει ούτε στην ΕΕ, ούτε στην ενιαία αγορά, ούτε στην τελωνειακή ένωση. Ο διάδοχός του, ο Άντι Μπέρναμ, που ανέλαβε την πρωθυπουργία στις 20 Ιουλίου, μετά τη νίκη του στην επαναληπτική εκλογή του Μέικερφιλντ και την παραίτηση του Στάρμερ, έσπασε το ταμπού σε λιγότερο από τρεις μήνες.

Μια ιστορία αμφιθυμίας

Για να εκτιμήσει κανείς τις προοπτικές, αξίζει να θυμηθεί ότι η σχέση Βρετανίας και Ευρώπης υπήρξε πάντοτε σχέση δισταγμού. Ο Τσώρτσιλ μιλούσε μετά τον πόλεμο για «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης», εννοώντας όμως μια Ευρώπη την οποία η Βρετανία θα παρακολουθούσε ευμενώς από την άλλη όχθη της Μάγχης, όχι ως μέλος. Όταν το Λονδίνο αποφάσισε τελικά να χτυπήσει την πόρτα των Βρυξελλών, ο Ντε Γκωλ του την έκλεισε δύο φορές, το 1963 και το 1967, θεωρώντας ότι το Ηνωμένο Βασίλειο  ήταν ο δούρειος ίππος της Ουάσιγκτον στην Ευρώπη. Η ένταξη ήρθε μόλις το 1973, επικυρώθηκε με άνεση στο δημοψήφισμα του 1975, και ακολούθησαν σχεδόν πέντε δεκαετίες μιας συμμετοχής με αστερίσκους – π.χ. η επιστροφή εισφορών που απέσπασε η Θάτσερ το 1984, η εξαίρεση από το ευρώ, η παραμονή εκτός Σένγκεν. Το δημοψήφισμα του Ιουνίου 2016, με 51,9% υπέρ της αποχώρησης, δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία αλλά η κατάληξη μιας μακράς εσωτερικής διαφωνίας για το τι ακριβώς είναι η Βρετανία – μια ευρωπαϊκή χώρα ή νησί με παγκόσμια ενδιαφέροντα που απλώς τυχαίνει να βρίσκεται κοντά στην ήπειρο ;

Τι λένε οι πολίτες

Από το 2016 η κοινή γνώμη έχει μετακινηθεί αισθητά. Οι μετρήσεις της YouGov δείχνουν εδώ και καιρό ότι μια σαφής πλειοψηφία θεωρεί πλέον το Brexit λανθασμένη απόφαση, ενώ η στήριξη στην επανένταξη κινείται γύρω στο μισό του εκλογικού σώματος. Μια εκτεταμένη δημοσκόπηση, που διενήργησε η YouGov για λογαριασμό της φιλοευρωπαϊκής οργάνωσης Best for Britain, εκτίμησε ότι οι Εργατικοί, αν δεσμεύονταν  να προχωρήσουν στην επανένταξη, θα κέρδιζαν περίπου 321 έδρες – λίγο κάτω από την απόλυτη πλειοψηφία. Το εύρημα προέρχεται από οργάνωση με σαφή ατζέντα και πρέπει να διαβαστεί με την ανάλογη επιφύλαξη· εξηγεί ωστόσο γιατί ο Μπέρναμ δεν θεωρεί πια το ζήτημα εκλογικό βάρος.

Κάτω από την επιφάνεια, όμως, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Η δημοφιλέστερη επιλογή στις ίδιες έρευνες δεν είναι η πλήρης ένταξη αλλά μια στενότερη σχέση χωρίς επανένταξη – ένα ενδιάμεσο έδαφος που συγκεντρώνει και σημαντικό τμήμα όσων ψήφισαν «έξοδο». Υπάρχει επίσης ένα βαθύ ρήγμα μεταξύ των γενεών. Οι νέοι τάσσονται συντριπτικά υπέρ της Ευρώπης, ενώ οι άνω των 65, που προσέρχονται και με μεγαλύτερη συνέπεια στις κάλπες, παραμένουν πολύ πιο επιφυλακτικοί. Και η στήριξη υποχωρεί αισθητά όταν η ερώτηση συνοδεύεται από τους όρους που θα έθετε μια νέα ένταξη – ευρώ, Σένγκεν, πλήρης ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων. Το «θα προτιμούσαμε να είχαμε μείνει» δεν ταυτίζεται με το «θέλουμε να ξαναμπούμε με οποιουσδήποτε όρους».

Οι όροι της επιστροφής

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Η Βρετανία δεν μπορεί να επιστρέψει σε ό,τι εγκατέλειψε. Οι εξαιρέσεις και οι εκπτώσεις που είχε συσσωρεύσει μέσα σε σαράντα επτά χρόνια χάθηκαν οριστικά το 2020. Μια νέα αίτηση θα εξεταζόταν βάσει του άρθρου 49 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως κάθε υποψηφιότητα, και θα απαιτούσε την ομόφωνη έγκριση των 27 κρατών-μελών και τη σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Τα νέα μέλη αναλαμβάνουν τυπικά τη δέσμευση να υιοθετήσουν κάποτε το ενιαίο νόμισμα και να ενταχθούν στον χώρο Σένγκεν. Στην πράξη, το παράδειγμα της Σουηδίας, που επί δύο δεκαετίες αποφεύγει το ευρώ χωρίς να παραβιάζει τυπικά τις υποχρεώσεις της, δείχνει ότι υπάρχουν περιθώρια ευελιξίας. Όμως το να εξηγήσεις σε ένα βρετανικό ακροατήριο ότι η εγκατάλειψη της στερλίνας είναι «μόνο θεωρητική» υποχρέωση συνιστά πολιτικό δώρο στους αντιπάλους της επανένταξης.

Ο Μισέλ Μπαρνιέ, ο άνθρωπος που διαπραγματεύτηκε το διαζύγιο για λογαριασμό των Βρυξελλών, έχει δηλώσει ότι η πόρτα παραμένει ανοιχτή, προσθέτοντας όμως ότι η Ένωση δεν είναι πια εκείνη που άφησαν οι Βρετανοί. Η παρατήρηση είναι εύστοχη. Ο κοινός δανεισμός για την ανάκαμψη μετά την πανδημία, η εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας μετά την εισβολή στην Ουκρανία, η συζήτηση για τη διεύρυνση προς ανατολάς έχουν αλλάξει το χαρακτήρα της Ένωσης. Η Βρετανία θα εισερχόταν σε μια πιο ολοκληρωμένη και πιο φιλόδοξη κοινότητα από εκείνη που εγκατέλειψε – ακριβώς στο είδος της Ευρώπης που πάντοτε φοβόταν.

Υπάρχει και η άλλη πλευρά της εξίσωσης, που στη βρετανική δημόσια συζήτηση συχνά ξεχνιέται. Για τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν η Βρετανία θέλει να επιστρέψει, αλλά και αν θα παραμείνει χώρα-μέλος της ΕΕ. Τα χρόνια της διαπραγμάτευσης, από το 2016 έως το 2020, άφησαν πίσω τους βαθιά κόπωση. Κανείς στις Βρυξέλλες δεν επιθυμεί ένα κράτος-μέλος που επανέρχεται με ισχνή πλειοψηφία, μόνο για να δει την επόμενη κυβέρνηση να ανοίγει ξανά το ζήτημα. Η απαίτηση για ευρεία και σταθερή συναίνεση, κατά προτίμηση διακομματική και επικυρωμένη με δημοψήφισμα, θα ήταν σχεδόν βέβαιη. Και εδώ ο Μπέρναμ έχει δίκιο να μιλά για «συναίνεση». Χωρίς αυτήν δεν πρόκειται για επιστροφή, αλλά για ένα ακόμη επεισόδιο της ίδιας εσωτερικής διχόνοιας.

Η εσωτερική αρένα

Το μεγαλύτερο εμπόδιο, ωστόσο, δεν βρίσκεται στις Βρυξέλλες αλλά στο Γουέστμινστερ. Οι Συντηρητικοί αντέδρασαν αμέσως, μετά τις πρόσφατες δηλώσεις του πρωθυπουργού. Ο αναπληρωτής αρχηγός των Τόρις, Άλεξ Μπέρκχαρτ, κατηγόρησε τους Εργατικούς ότι φορτώνουν τις δικές τους οικονομικές αποτυχίες σε μια ψηφοφορία που έγινε πριν από μια δεκαετία. Το Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ, που προηγούνταν άνετα στις δημοσκοπήσεις λίγους μήνες νωρίτερα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα μετέτρεπε κάθε βήμα προς την Ευρώπη σε ζήτημα εθνικής κυριαρχίας και μετανάστευσης. Το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα κάνει τους αριθμούς ακόμη πιο ρευστούς. Μια πανεθνική πλειοψηφία υπέρ της Ευρώπης μπορεί να συνυπάρχει με δεκάδες περιφέρειες της βόρειας και της ανατολικής Αγγλίας όπου το ζήτημα λειτουργεί ως «κόκκινο πανί». Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός προτίμησε την απαρίθμηση επιλογών από τη δέσμευση.

Υπάρχει και το ζήτημα του χρόνου. Οι επόμενες γενικές εκλογές πρέπει να διεξαχθούν έως το 2029. Ακόμη κι αν οι Εργατικοί κέρδιζαν με ρητή εντολή για επανένταξη, θα ακολουθούσε η πιθανότητα του δημοψηφίσματος, έπειτα η υποβολή της  αίτησης επανένταξης, η γνωμοδότηση της Επιτροπής, οι διαπραγματεύσεις και οι κυρώσεις από 27 εθνικά Κοινοβούλια. Ρεαλιστικά, μια Βρετανία εντός της Ένωσης πριν από τα μέσα της δεκαετίας του 2030 μοιάζει απίθανη.

Ο ενδιάμεσος δρόμος

Γι’ αυτό η πιθανότερη εξέλιξη δεν είναι μια θεαματική επιστροφή αλλά μια σταδιακή επανασύνδεση. Η «επανεκκίνηση» των σχέσεων που εγκαινίασε η κυβέρνηση Στάρμερ με τη σύνοδο κορυφής του Μαΐου 2025 –σύμφωνο άμυνας και ασφάλειας, διευκόλυνση των υγειονομικών ελέγχων, συζητήσεις για πρόγραμμα κινητικότητας των νέων– έδειξε ότι υπάρχει διάθεση και από τις δύο πλευρές για πρακτική συνεργασία. Μια τελωνειακή ένωση, την οποία έχει υποστηρίξει ακόμη και ο πρώην Συντηρητικός υπουργός Οικονομικών Τζορτζ Όσμπορν, θα περιόριζε τις τριβές στο εμπόριο αγαθών και θα απάλυνε μέρος του προβλήματος της Βόρειας Ιρλανδίας. Η επιστροφή στην ενιαία αγορά, που προτείνουν οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες, θα προϋπέθετε ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων και αποδοχή κανόνων χωρίς ψήφο στη διαμόρφωσή τους. Τότε η Βρετανία θα κατέληγε, όπως η Νορβηγία, να εφαρμόζει νόμους που αποφασίζονται χωρίς τη γνώμη του Λονδίνου. Οι δύο αντίπαλες πλευρές, που σπάνια συμφωνούν, εν προκειμένω ταυτίζονται. Η συμμόρφωση  με κανόνες, χωρίς τη βρετανική συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων, για τους οπαδούς του Brexit θα ήταν ταπείνωση και για τους φιλοευρωπαίους μια λύση χειρότερη ακόμη και από την πλήρη ένταξη

Ίσως εδώ να βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα της πρωτοβουλίας Μπέρναμ. Εγείροντας ξανά το ερώτημα της πλήρους ένταξης, μετακινεί το κέντρο βάρους της συζήτησης. Μια τελωνειακή ένωση, που πριν από δύο χρόνια έμοιαζε να είναι μια ριζοσπαστική πρόταση, μπορεί πλέον να εμφανιστεί ως μετριοπαθής συμβιβασμός. Η σύνοδος κορυφής Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένου Βασιλείου, που προγραμματίζεται για τους επόμενους μήνες, θα δείξει αν ο Βρετανός πρωθυπουργός επιδιώκει πράγματι το δρόμο της επιστροφής ή αν χρησιμοποιεί την προοπτική της ως μοχλό για μια βαθύτερη σχέση με την Ευρώπη των 27, που θα σταματά όμως στο κατώφλι της πλήρους ένταξης.

02 Οκτωβρίου 2026

Τουρκία: το τέλος του Επιτήδειου Ουδέτερου

Κωνσταντίνος-Νεκτάριος Μπαλούτσος

Αναφερόμενοι στην Τουρκία, οι εν Ελλάδι πολιτικοί αναλυτές και διεθνολόγοι επιλέγουν ως όρο για να τη χαρακτηρίσουν αυτόν του επιτήδειου ουδέτερου. Ο όρος αυτός ανήκει στον Φρανκ Βέμπερ (Frank Weber) ο οποίος, στο βιβλίο του με τίτλο Ο Επιτήδειος Ουδέτερος[1], προσπάθησε να περιγράψει συνοπτικά τις καιροσκοπικές πολιτικές του τουρκικού κράτους κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου και του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Ποιες όμως ήταν οι πολιτικές που ακολούθησε το τουρκικό κράτος για να χαρακτηριστεί ο επιτήδειος ουδέτερος της παγκόσμιας γεωπολιτικής σκακιέρας και τι μπορεί να μας διδάξει η ιστορία του επιτήδειου ουδέτερου για το μέλλον; Μήπως βρισκόμαστε σε μια ιστορική καμπή όπου οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι, με την επικείμενη νομοθετική κατοχύρωση της «Γαλάζιας Πατρίδας», βρισκόμαστε στο «τέλος» της επιτήδειας ουδέτερης Τουρκίας και στην «αρχή» τής –και με τη βούλα– αναθεωρητικής Τουρκίας;

Σε αυτό το άρθρο θα επιχειρήσουμε τη σκιαγράφηση των πολιτικών επιλογών του τουρκικού κράτους κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου και του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και να αναδείξουμε ότι ο όρος «επιτήδειος ουδέτερος», που χρησιμοποιείται (από πολλούς) για την Τουρκία, ειδικά αν κάνει πράξει την απειλή της είναι πλέον παρωχημένος και δεν μπορεί να τη χαρακτηρίζει.

Στον Μεσοπόλεμο

Το τουρκικό κράτος, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου (αλλά και του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου) επέλεξε να εφαρμόσει μια ρεαλιστική εξωτερική πολιτική (λαμβάνοντας υπόψη τη γεωγραφική του θέση και τη γεωπολιτική του σημασία στα γεωστρατηγικά σχέδια των πλανητικών και των περιφερειακών δυνάμεων)[2] και να μην επιτρέψει τη χειραγώγησή του από οποιαδήποτε ξένη δύναμη.[3] Έτσι, το τουρκικό κράτος ακολούθησε μια ενεργητική πολιτική ουδετερότητας[4] η οποία του επέτρεψε τη συνεχή και επί ίσοις όροις διαπραγμάτευση, έχοντας υπόψη τα πραγματικά δεδομένα των αντιμαχόμενων πλευρών.[5]

Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου ο κόσμος αποτελούνταν από δύο διακριτές κατηγορίες χωρών. Στην πρώτη ανήκαν οι χώρες που επιθυμούσαν τη διατήρηση των εδαφικών συνόρων και των διεθνών συνθηκών ενώ στη δεύτερη ανήκαν οι χώρες που στόχευαν στην αναθεώρηση της καθεστηκυίας τάξεως.[6] Έχοντας να αντιμετωπίσει τις αναθεωρητικές επιδιώξεις τόσο της Ιταλίας όσο και της Βουλγαρίας, η Τουρκία επιθυμούσε τη διατήρηση του status quo της νοτιοανατολικής Ευρώπης.[7] Βασικός της στόχος ήταν η διατήρηση της εδαφικής της ακεραιότητας και, εν συνεχεία, η αύξηση της αποτρεπτικής της ισχύος μέσω της αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάννης, εντός της οποίας εντασσόταν το καθεστώς της αποστρατιωτικοποιήσεως των Στενών.[8]

Η συνθήκη του Μοντρέ (Montreux)

Η επαναστρατιωτικοποίηση των Στενών μέσω της αναθεώρησης της συνθήκης της Λωζάννης ήταν ένα ζήτημα που οι τούρκοι αξιωματούχοι έφερναν συνεχώς στο προσκήνιο. Στον αντίποδα όμως, η Κοινωνία των Εθνών δεν φαινόταν πρόθυμη για κάτι ουσιαστικό. Η ιταλική επέμβαση στην Αιθιοπία και, κυρίως, η συγκυρία της επαναστρατιωτικοποίησης της Ρηνανίας από τη Γερμανία άνοιξαν ουσιαστικά τη συζήτηση για το καθεστώς των Στενών.[9] Η Μεγάλη Βρετανία είχε επιβάλει την αποστρατιωτικοποίηση στα Στενά για να μπορέσει να εισέλθει κατά τη διάρκεια ενός πιθανού ρωσο-αγγλικού πολέμου στη Μαύρη Θάλασσα. Η επαναστρατιωτικοποίηση της Ρηνανίας όμως και η ιταλική επέμβαση στην Αιθιοπία, ήταν δύο γεγονότα που ξεπερνούσαν κατά πολύ τις βρετανικές ανησυχίες για τον σοβιετικό στόλο. Έτσι, το βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών προσέγγισε την τουρκική πλευρά με στόχο την υπογραφή μιας αγγλο-τουρκικής συμμαχίας που θα απέτρεπε τη μονομερή επαναστρατιωτικοποίηση των Στενών από την Τουρκία.[10] Τελικώς, η υπογραφή της συνθήκης του Μοντρέ ήταν για το τουρκικό κράτος μια διπλωματική επιτυχία που αποτέλεσε την απαρχή των υπόλοιπων τουρκικών διεκδικήσεων και αιτημάτων. Χαρακτηριστικά, την αναθεώρηση του καθεστώτος των Στενών ακολούθησε η επαναστρατιωτικοποίηση της Θράκης και η προσάρτηση της Αλεξανδρέττας, η οποία βρισκόταν υπό γαλλική εντολή το 1939.[11]

Στις απαρχές του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου

Καθ’ όλη τη διάρκεια των διερευνητικών επαφών με τη Μεγάλη Βρετανία, το τουρκικό κράτος είχε μέγιστη επιδίωξη την υπογραφή μιας συμφωνίας που θα συμπεριελάμβανε και τη Σοβιετική Ένωση.[12] Το γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο μη επίθεσης Ρίμπεντροπ-Μολότοφ υπήρξε για την Τουρκία μεγάλο σοκ, τόσο για την κατάσταση ασφαλείας της όσο και για τη γεωστρατηγική της πολιτική, καθώς η Τουρκία δεν επιθυμούσε σε καμία περίπτωση και με οποιονδήποτε τρόπο να προκαλέσει μια ρωσική επίθεση εις βάρος της.

Η επιδίωξη αυτή δεν έπαυσε ούτε με την υπογραφή του συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότοφ το 1939. Οι τουρκικοί φόβοι πιθανόν να ήταν αβάσιμοι αλλά ήταν πέρα για πέρα αληθινοί. Τις εν λόγω ανησυχίες γνώριζαν πολύ καλά τόσο οι Γερμανοί όσο και οι Βρετανοί, οι οποίοι προσπάθησαν να τις εργαλειοποιήσουν στις διαπραγματεύσεις τους, έχοντας απώτερο σκοπό τη διατήρηση της τουρκικής ουδετερότητας. Όμως, η Σοβιετική Ένωση δεν χρησιμοποιήθηκε μονάχα ως φόβητρο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με την Τουρκία. Οι βρετανοί πολιτικοί, όπως και οι γερμανοί ομόλογοί τους, γνώριζαν πως η Τουρκία μπορούσε να προσεγγίσει τη Σοβιετική Ένωση και, ώς ένα σημείο, να την επηρεάσει.[13]

Η εγκατάλειψη της ουδετερότητας

Η γερμανική εισβολή στην Πολωνία ώθησε το τουρκικό κράτος στην οριστική προσέγγιση των συμμαχικών δυνάμεων. Στις διαβουλεύσεις που ακολούθησαν, οι τούρκοι αξιωματούχοι έθιξαν το ζήτημα πιθανής τουρκικής στρατιωτικής ανάπτυξης στην Παλαιστίνη και στην Αίγυπτο[14] καθώς και την περίπτωση κατάληψης των Δωδεκανήσων. Παρ’ όλα αυτά, η τελική συμφωνία προέβλεπε την εμπλοκή της Τουρκίας στον πόλεμο μόνο σε περίπτωση πολεμικής εμπλοκής στη Μεσόγειο[15] και εφόσον αυτή δεν ήταν κατά της Σοβιετικής Ένωσης.[16]

Μετά την υπογραφή της τριμερούς, άρχισαν να εξετάζονται πιθανές στρατιωτικές επιχειρήσεις. Σε αυτές τις επιχειρήσεις προβλεπόταν η χρήση του τουρκικού εδάφους ως προκεχωρημένη βάση για τους συμμάχους. Το κλίμα όμως δεν άργησε να ανατραπεί, καθώς η Τουρκία άρχισε να αναθεωρεί πολλές από τις έως τότε εκτιμήσεις της. Το θέμα της τουρκικής αμυντικής αδυναμίας στη Θράκη, που προέταξε η Τουρκία, ήταν η πρώτη ένδειξη της επικείμενης αναθεώρησης της στάσης της.[17] Η δεύτερη ένδειξη ήταν η αρνητική τουρκική στάση στη μελέτη των συμμάχων –ύστερα από γαλλική πρόταση– για πιθανό βομβαρδισμό των κοιτασμάτων πετρελαίου του Μπακού μέσω τουρκικού εδάφους, ούτως ώστε να επιτευχθεί η διεύρυνση του μετώπου μακριά από τα σύνορα της Γαλλίας.[18] Οι Βρετανοί διαφώνησαν με τη γαλλική πρόταση καθώς κατανοούσαν ότι ο βομβαρδισμός του Μπακού μέσω τουρκικών βάσεων θα πρόσφερε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία στη Σοβιετική Ένωση για να εισβάλει στην Τουρκία.[19] Έτσι, υπό το φόβο της τουρκικής υποχώρησης, η Μεγάλη Βρετανία έβαλε φρένο στην πραγματοποίηση της εν λόγω επιχείρησης,[20] προτάσσοντας τη γεωπολιτική σημασία της Τουρκίας στη βρετανική γεωστρατηγική της Μέσης Ανατολής.[21]

Η υπεκφυγή και η επιστροφή στην ουδετερότητα

Με τη διάσπαση της γαλλικής άμυνας και την ένταξη της Ιταλίας στον πόλεμο, η Μεγάλη Βρετανία έμεινε να πολεμά μόνη της απέναντι στον Άξονα.[22] Για τη Μεγάλη Βρετανία, η ιταλική κήρυξη πολέμου στην ίδια και στη Γαλλία[23] αποτελούσε πράξη που υποχρέωνε την Τουρκία να εμπλακεί στον πόλεμο. Αντίθετα όμως, το τουρκικό κράτος διακήρυξε την ουδετερότητά του.[24]

Για τη διατήρηση της ουδετερότητάς του, το τουρκικό κράτος στηρίχθηκε στο επιχείρημα ότι, μέσω της γερμανο-σοβιετικής συμφωνίας μη επίθεσης, η στάση της Τουρκίας υπέρ των συμμάχων και κατά του Άξονα θα διακινδύνευε τη σύγκρουσή της με τη Σοβιετική Ένωση, υπενθυμίζοντας την ύπαρξη του όρου της τριμερούς συμφωνίας[25] που περιέγραφε ότι μια τέτοια περίπτωση την αποδέσμευε από τις υποχρεώσεις της για σύμπραξη.[26] Επίσης, το τουρκικό κράτος ισχυρίστηκε ότι η συνθηκολόγηση της Γαλλίας στις 20 Ιουνίου καθιστούσε αυτομάτως άκυρη την τριμερή του Οκτωβρίου του 1939. Τέλος ένα ακόμη επιχείρημα που χρησιμοποίησαν οι τούρκοι αξιωματούχοι ήταν ότι, σύμφωνα με το άρθρο 6 της τριμερούς,  η Τουρκία ανέμενε την παραχώρηση ολόκληρου του συμμαχικού στρατιωτικού εξοπλισμού προκειμένου να εμπλακεί στον πόλεμο, το οποίο όμως δεν είχε ακόμα παραδοθεί στην ολότητά του από τους Βρετανούς.[27] Το τουρκικό κράτος λοιπόν, με τον πλέον επίσημο τρόπο διακήρυξε στις 26 Ιουνίου του 1940 την ουδετερότητά του, ισχυριζόμενο πως η συνθηκολόγηση της Γαλλίας και ο κίνδυνος εμπλοκής της Τουρκίας σε πόλεμο με τη Σοβιετική Ένωση ήταν οι δύο κυριότεροι λόγοι οι οποίοι αποδέσμευαν την Τουρκία από τις υποχρεώσεις της έναντι των συμμάχων.[28]

Η ουδέτερη Τουρκία

Η Τουρκία δεν ήθελε να επαναλάβει τα λάθη του 1914 και να συμμετάσχει σε έναν πόλεμο που δεν της ανήκε, παίρνοντας βιαστικές αποφάσεις. Η γαλλική ήττα μέσα σε μόλις 20 μέρες ήταν ένα μεγάλο τράνταγμα που θορύβησε την τουρκική πολιτική ελίτ, η οποία αναρωτιόταν πώς είναι δυνατόν να εξαναγκάσει μια χώρα όπως η Γαλλία –η οποία συνθηκολόγησε με τη ναζιστική Γερμανία στις 22 Ιουνίου– την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο. Η ισορροπία δυνάμεων είχε διαταραχθεί και η είσοδος της Ιταλίας στον πόλεμο δεν επέτρεπε οποιαδήποτε επιπόλαια τουρκική απόφαση.[29]

Το τουρκικό κράτος κατήγγειλε την τριμερή συμφωνία, κρατώντας μια θέση ίσων αποστάσεων σε μια περίοδο που η ναζιστική Γερμανία φάνταζε ανίκητη. Έτσι, η Τουρκία άρχισε να απομακρύνεται από τη Μεγάλη Βρετανία και να προσεγγίζει τη Γερμανία.[30] Η απόφαση αυτή όμως ελήφθη παρά το γεγονός ότι οι τούρκοι αξιωματούχοι συνέχιζαν τις διαπραγματεύσεις με τη Μεγάλη Βρετανία για την είσοδο στον πόλεμο, αξιώνοντας μάλιστα ως ανταλλάγματα τον λιμένα της Θεσσαλονίκης, τη βουλγαρική Θράκη και την εντολή στην Αλβανία.[31]

Ο πόλεμος φτάνει στα Βαλκάνια

Σύμφωνα με το άρθρο 3 της τριμερούς συμφωνίας, η ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας στις 28 Οκτωβρίου 1940 ενεργοποιούσε την τουρκική υποχρέωση για την εμπλοκή της στον πόλεμο, στο πλευρό των συμμαχικών δυνάμεων. Παρ’ όλα αυτά, η Τουρκία επανέλαβε τα ίδια επιχειρήματα που είχε χρησιμοποιήσει και κατά τη διάρκεια του περασμένου καλοκαιριού.[32] Η Τουρκία αντιλαμβανόταν ότι η κατάρρευση του δυτικού μετώπου άφηνε τη Μεγάλη Βρετανία να πολεμά μόνη της τον Άξονα, γεγονός που επιβεβαίωνε ότι δεν θα μπορούσε να προσφέρει ουσιαστική υποστήριξη στην Τουρκία.[33]

Η ελληνική αντίσταση και η ιταλική ήττα στα ελληνοαλβανικά σύνορα τροποποίησαν ριζικά τους υπολογισμούς των Γερμανών για τον πόλεμο. Στις 4 Νοεμβρίου 1940, η Γερμανία –παρά την αρχική της θέση για μη εμπλοκή στα Βαλκάνια– έλαβε την απόφαση για επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία και στην Ελλάδα,[34] καθώς οι ελληνικές νίκες στο μέτωπο της Βορείου Ηπείρου θα επέτρεπαν την οριστική εγκατάσταση των Βρετανών στον ελλαδικό χώρο.[35]

Η απόφαση της Γερμανίας για επίθεση στα Βαλκάνια λήφθηκε εννιά μέρες πριν από τη συνάντηση του Χίτλερ με τον Μολότοφ, στις 13 Νοεμβρίου 1940, στην οποία έγινε ξεκάθαρο ότι τα περιθώρια συνεργασίας μεταξύ των δύο συμμάχων είχαν πλέον εκλείψει. Έτσι, ο Χίτλερ, τρεις εβδομάδες μετά τις συνομιλίες του με τον Μολότοφ, αποφάσισε τη γερμανική επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης.[36] Όμως, για την πραγματοποίηση της επίθεσης, οι Γερμανοί όφειλαν να εξασφαλίσουν πως δεν θα αντιμετώπιζαν οποιονδήποτε κίνδυνο από το Νότο. Η Γερμανία λοιπόν, προχώρησε στην επιχείρηση εισβολής κατά της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας με σκοπό να αποκλειστεί η πιθανότητα εγκατάστασης βρετανικών βάσεων στη Βαλκανική που θα μπορούσαν να πλήξουν τις πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας και να πλευροκοπήσουν τις γερμανικές δυνάμεις, οι οποίες θα επιχειρούσαν στην επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης.[37]

Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, η Γερμανία προσπάθησε να προσεγγίσει την Τουρκία, καθώς η ουδετερότητά της κρινόταν αναγκαία για την εισβολή στη Σοβιετική Ένωση. Η τουρκική ουδετερότητα εμπόδιζε τη συνένωση των βρετανικών και των σοβιετικών στρατευμάτων, δυσχέραινε το βομβαρδισμό των ρουμανικών πετρελαιοπηγών και, τέλος. προστάτευε τα πλευρά της Βέρμαχτ (Wehrmacht‎‎).[38]

Έτσι, οι ομολογουμένως ψυχρές τουρκο-γερμανικές σχέσεις της περιόδου 1939-41 άρχισαν σταδιακά να αναθερμαίνονται και να βρίσκουν κοινό πεδίο δράσης, λόγω της γεωπολιτικής σημασίας της Τουρκίας στα γεωστρατηγικά σχέδια της Γερμανίας τόσο στην Ευρώπη όσο και στη Μέση Ανατολή.

Η συμφωνία μη επίθεσης με τη Γερμανία

Η κατάληψη της Ελλάδας από τη Γερμανία, σε συνδυασμό με το γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο και τη βουλγαρική ένταξη στον Άξονα, είχε φέρει την Τουρκική Δημοκρατία σε μια πολύ ευάλωτη θέση, η οποία τελικά οδήγησε στην υπογραφή της τουρκο-γερμανικής συμφωνίας στην Άγκυρα στις 18 Ιουνίου 1941.[39]

Τέσσερις μέρες μετά την τουρκο-γερμανική συμφωνία ακολούθησε η γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση.[40] Η είδηση προκάλεσε στην Τουρκία ένα αίσθημα ενθουσιασμού, καθώς απομακρυνόταν με μαθηματική ακρίβεια η πιθανότητα γερμανικής ή σοβιετικής επίθεσης. Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι αν η Τουρκία γνώριζε, όταν υπέγραφε τη συμφωνία μη επίθεσης, για την επικείμενη γερμανική επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Όμως ο ενθουσιασμός του τούρκου υπουργού Εξωτερικών Σουκρού Σαράτζογλου (Şükrü Saracoğlu) κατά τις πρώτες μέρες της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα ήταν τέτοιος ώστε να δηλώσει πως η γερμανική επίθεση υπήρξε αποτέλεσμα της τουρκο-γερμανικής συμφωνίας στις 18 Ιουνίου.[41]

Νέες πιέσεις από τις Συμμαχικές Δυνάμεις

Οι επιτυχίες των Συμμαχικών Δυνάμεων στο Στάλινγκραντ και στη Βόρεια Αφρική, στα τέλη του 1942 και στις αρχές του 1943, έγειραν αποφασιστικά την πλάστιγγα υπέρ αυτών.[42] Αυτό όμως δεν αναιρούσε το γεγονός ότι οι Σύμμαχοι, με πρωτεργάτη τoν Ουίνστον Τσώρτσιλ (Winston Churchill), είχαν ακόμη βασική προτεραιότητα την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο,[43] την οποία χρειάζονταν κυρίως ως προκεχωρημένη βάση για τα στρατεύματά τους.[44] Στον αντίποδα, όμως, το τουρκικό κράτος επιθυμούσε τη διατήρηση της ουδετερότητας του καθώς θεωρούσε ότι η Γερμανία μπορούσε ανά πάσα στιγμή να βομβαρδίσει τη Δυτική Τουρκία.[45]

Η μυστική συνάντηση στα Άδανα

Ο Τσώρτσιλ επιθυμούσε την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο όσο κανένας άλλος ηγέτης. Μάλιστα, στις 9 Νοεμβρίου 1942, παρουσίασε για πρώτη φορά στρατιωτικά σχέδια υπολογίζοντας ότι στις τάξεις των συμμάχων θα συμμετείχε ενεργά και η Τουρκία.[46] Τα βρετανικά σχέδια προέβλεπαν την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο για να δημιουργηθεί ένα τρίτο μέτωπο κατά της Γερμανίας. Η Τουρκία αποτελούσε τη χώρα κλειδί γι’ αυτά τα σχέδια, καθώς η εγγύτητά της με τις πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας θα επέτρεπε στις συμμαχικές δυνάμεις να επιτεθούν σε αυτές, ενώ ταυτόχρονα θα εξασφάλιζε την παρουσία των συμμάχων στη Συρία.[47] Έτσι, το βρετανικό πρέσσινγκ οδήγησε τελικώς στη συμφωνία της μυστικής συνάντησης στα Άδανα.[48]

Στα Άδανα συζητήθηκαν η περίπτωση εκχώρησης της βόρειας Συρίας, ο εκσυγχρονισμός των αεροπορικών βάσεων και η παραλαβή αμυντικού στρατιωτικού εξοπλισμού για την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο.[49] Τελικά, η μόνη σαφής και ξεκάθαρη συμφωνία με τους συμμάχους ήταν η υλικοτεχνική υποδομή και η στρατιωτική ενίσχυση για μια πιθανή μελλοντική συμμετοχή της Τουρκίας στον πόλεμο.[50]

Τα συμφωνηθέντα απαιτούσαν χρόνο τόσο για να αποσταλούν (όταν μιλάμε για στρατιωτικό εξοπλισμό) όσο και για να υλοποιηθούν (όταν μιλάμε για θέματα υποδομών). Ενώ ταυτόχρονα χρειαζόταν η αποστολή προσωπικού, το οποίο θα αναλάμβανε την εκπαίδευση των Τούρκων.[51] Είναι φανερό λοιπόν ότι η τουρκική ηγεσία είχε κερδίσει, μέσω της συμφωνίας, τον απαιτούμενο χρόνο που χρειαζόταν για να μην εμπλακεί η Τουρκία άμεσα στον πόλεμο.[52]

Η βρετανική επιχείρηση επέμβασης στο Αιγαίο

Η τουρκική απροθυμία για συμμετοχή στον πόλεμο επιβεβαιώθηκε και κατά τη σχεδίαση της βρετανικής επιχείρησης κατάληψης των νήσων του Αιγαίου, τον Σεπτέμβριο του 1943, όπου οι Τούρκοι αρνήθηκαν την εμπλοκή τους.[53]

Η Τουρκία δεν επιδίωξε κάποια εμπλοκή στην εν λόγω επιχείρηση εξαιτίας των ανησυχιών της, διότι η Γερμανία μπορούσε ανά πάσα στιγμή να βομβαρδίσει τα τουρκικά παράλια. Αλλά, στον αντίποδα αυτής της ερμηνείας, οι Βρετανοί πίστευαν ότι η Τουρκία δεν αποφάσιζε την ενεργό εμπλοκή της στην επιχείρηση επειδή φοβόταν ότι μέσω αυτής μπορούσε να απελευθερωθεί η Ελλάδα και ότι μια ελεύθερη Ελλάδα θα μπορούσε να ενσωματώσει τα Δωδεκάνησα, αν αυτά παραχωρούνταν με δημοψήφισμα.[54]

 Inonu Cairo

5 Δεκεμβρίου 1943. Ο αμερικανός πρόεδρος Ρούσβελτ, ο τούρκος πρόεδρος Ινονού και ο βρετανός πρωθυπουργός Τσώρτσιλ στη δεύτερη συνδιάσκεψη του Καΐρου.

http://www.history.army.mil/books/wwii/sp1943-44/chapter16.htm

 

Στο Κάιρο και στην Τεχεράνη

Στη Διάσκεψη του Καΐρου, οι συμμαχικές δυνάμεις ζήτησαν εκ νέου την ένταξη της Τουρκίας στον πόλεμο και την παραχώρηση των τουρκικών βάσεων. Σε αντίθεση όμως με το παρελθόν, η Μόσχα δεν έδειχνε το ίδιο θερμή με την προοπτική της ένταξης της Τουρκίας στον πόλεμο.[55] Μετά το Κάιρο, η βρετανική αντιπροσωπεία μετέβη στην Τεχεράνη για συζητήσεις με τον Στάλιν. Εκεί, ο Τσώρτσιλ εξέφρασε ακόμα μια φορά την πεποίθησή του ότι η Τουρκία όφειλε να ενταχθεί στο πλευρό των συμμάχων, καθώς αυτό θα ανάγκαζε τη Γερμανία σε αναδίπλωση και τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία σε πιθανή αποχώρηση από τον πόλεμο. Την ίδια άποψη εξέφρασε και η Σοβιετική Ένωση, που έλπιζε πως η ένταξη της Τουρκίας στον πόλεμο θα της προσέφερε καλύτερες δυνατότητες ανεφοδιασμού.[56] Παρ’ όλα αυτά, οι συζητήσεις στην Τεχεράνη απέβησαν άκαρπες ώστε, έκτοτε, η Σοβιετική Ένωση να παύσει οποιαδήποτε νέα προσπάθεια εξώθησης της Τουρκίας στον πόλεμο.[57]

Στον αντίποδα, η Μεγάλη Βρετανία προσπάθησε να πείσει για μια τελευταία φορά την Τουρκία στη δεύτερη συνδιάσκεψη του Καΐρου, που πραγματοποιήθηκε το διάστημα 2 - 7 Δεκεμβρίου 1943. Για μια ακόμη φορά ακούστηκαν οι ίδιες τουρκικές αντιρρήσεις και ανησυχίες, γεγονός που εκνεύρισε τους Συμμάχους. Ο Φράνκλιν Ρούζβελτ (Franklin Roosevelt) εξέφρασε την πεποίθηση ότι η Τουρκία δεν σκόπευε να εμπλακεί στον πόλεμο αλλά επιθυμούσε το στρατιωτικό συμμαχικό υλικό, γιατί θα της χάριζε την επιθυμητή υπεροχή στην Ανατολική Μεσόγειο μετά τον πόλεμο.[58] Έτσι, σταδιακά, οι συμμαχικές πιέσεις στην Τουρκία μειώθηκαν και τελικώς έπαυσαν ολοκληρωτικά μετά τον Φεβρουάριο του 1944.

Η επιθετικότητα της Σοβιετικής Ένωσης

Στις 19 Μαρτίου, η Σοβιετική Ένωση κατήγγειλε και επίσημα την τουρκο-σοβιετική συνθήκη του 1925 ενώ τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ο Στάλιν πραγματοποίησε μια ευθεία καταγγελία κατά της συνθήκης του Μοντρέ, χαρακτηρίζοντάς την ακατάλληλη.[59] Η σοβιετική επιθετικότητα προκάλεσε έντονες ανησυχίες, οι οποίες εντάθηκαν όταν οι σοβιετικές δυνάμεις κατέλαβαν τη Βουλγαρία, τον Σεπτέμβριο του 1944. Τελικά, οι τουρκικές ανησυχίες καταλάγιασαν κάπως ύστερα από τις βρετανικές προσπάθειες εγκαθίδρυσης μια σταθερής κυβέρνησης στην Ελλάδα. Η Τουρκία, μπροστά στη σοβιετική αναθεωρητική απειλή, αναγνώρισε τα κοινά συμφέροντά της με τη Μεγάλη Βρετανία και την Ελλάδα και, έτσι, από τον Νοέμβριο του 1944, εγκατέλειψε οποιαδήποτε αξίωση είχε για τα Δωδεκάνησα.[60]

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι η Τουρκία κατάφερε να αποφύγει την είσοδο στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ενώ, όταν πλέον η νίκη των Συμμάχων ήταν προδιαγεγραμμένη, διέκοψε και επισήμως τις διπλωματικές της σχέσεις με τη Γερμανία, στις 2 Αυγούστου 1944. Τέλος, η Τουρκία, ύστερα από την απόφαση των Συμμάχων στη Γιάλτα ότι η ένταξη στον ΟΗΕ θα περιοριζόταν στα κράτη που πολέμησαν στο πλευρό των Συμμάχων, κήρυξε τον πόλεμο στη Γερμανία στις 23 Φεβρουαρίου 1945.[61]

Συμπεράσματα

Η εξωτερική πολιτική του τουρκικού κράτους των τελευταίων χρόνων έμοιαζε αρκετά με αυτή της περιόδου του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Η Τουρκία ακολούθησε μια πολιτική ίσων αποστάσεων ανάμεσα στη Ρωσία και τις ΗΠΑ, προσπαθώντας να ικανοποιήσει και τον χωροφύλακα και τον αστυφύλακα (γεγονός που δικαιολογούσε σε μεγάλο βαθμό τη χρήση του όρου «επιτήδειος ουδέτερος» από πολιτικούς αναλυτές και διεθνολόγους της χώρας μας).

Αλλά οι τελευταίες εξελίξεις στην παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα, και ιδιαίτερα ο πόλεμος ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν, φαίνεται πως αλλάζουν άρδην την τουρκική γεωστρατηγική πολιτική. Σε αντίθεση με το παρελθόν, βρισκόμαστε μπροστά σε έναν πολυπολικό κόσμο, στον οποίο η Τουρκία δεν απειλείται από κανέναν και, αντιθέτως, επιθυμεί να παίξει ηγεμονικό ρόλο με αναθεωρητικές βλέψεις.

Έχοντας υπόψη μας τα προαναφερθέντα, μπορούμε να ισχυριστούμε με βεβαιότητα ότι η χρήση του όρου επιτήδειος ουδέτερος για την Τουρκία είναι πλέον παρωχημένος και δεν μπορεί να τη χαρακτηρίζει.



[1] Frank Weber, Ο επιτήδειος ουδέτερος, μτφρ. Εύη Νάντσου, Θετίλη, Αθήνα 1985, 309 σ.

[2] Ahmet Davutoğlu, Το Στρατηγικό Βάθος. Η Διεθνής Θέση της Τουρκίας, μτφρ Ν. Ραπτόπουλος,

Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2010, σ. 123 Την ίδια άποψη περί ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής εκφράζει και ο καθηγητής ιστορίας Erik Zürcher. βλ. Erik Ζürcher, Σύγχρονη ιστορία της Τουρκίας, μτφρ. Β. Κεχριώτης, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2004, σ. 269.

[3] Χαρακτηριστικά ο ιστορικός Erik Zürcher αναφέρει ότι στη μνήμη της τουρκικής πολιτικής ελίτ υπήρξε βαθιά χαραγμένος ο τρόπος που η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε επιτρέψει να χρησιμοποιηθεί ως γερμανικό εργαλείο κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: Erik Ζürcher, ό.π. σ. 274.

[4] Osman Yalcin, "İkinci Dunya Savaşında İsmet İnonu ve Churchill Arasında Yapılan Adana

Goruşmesi.", Ataturk Yolu Dergisi, 12.47 (2011) 701-731, σ. 705.

[5] Βύρων Θεοδωρόπουλος, Οι Τούρκοι και Εμείς. Α΄ τόμος, Καθημερινές Εκδόσεις, Αθήνα 2018, σ. 121

[6] Mevlut Celebi, "Ataturk Donemi ve Sonrasında Turkiye-İtalya İlişkilerini Etkileyen Faktorler." Ataturk Araştırma Merkezi Dergisi 31.91 (2015): 69-92.

[7] William Hale, Τουρκική Εξωτερική Πολιτική 1774-2000, μτφρ. Ρ. Βασιλάκη & Σ. Σφυρόερα, Εκδόσεις Πεδίο, Αθήνα 2016, σ. 95

[8] Άγγελος Συρίγος, Ελληνοτουρκικές σχέσεις, Πατάκη, Αθήνα 2014, σ. 83

[9] Frank Weber, ό.π., σ. 30.

[10] Στο ίδιο, σ. 30-31.

[11] Άγγελος Συρίγος, ό.π., σ. 83-85.

[12] Erik Ζürcher, ό.π., σ. 272

[13] Selim Deringil, “The preservation of Turkey's neutrality during the second world war: 1940”, Middle Eastern Studies, 18:1, (1982) 30-52, DOI: 10.1080/00263208208700494. σ. 32-33

[14] Frank Weber, ό.π., σ. 69- 72.

[15] Άγγελος Συρίγος, ό.π., σ. 88.

[16] Frank Weber, ό.π., σ. 78.

[17] William Hale, ό.π., σ. 114.

[18] Selim Deringil, ό.π., σ. 30.

[19] Ηλίας Ηλιόπουλος, ό.π., σ. 126-127.

[20] William Hale, ό.π., σ. 114-115.

[21] Selim Deringil, ό.π., σ. 32.

[22] William Hale, ό.π., σ. 115.

[23] Frank Weber, ό.π., σ. 83.

[24] Ηλίας Ηλιοπούλου, Διεθνείς Σχέσεις της Τουρκίας 1935-1945: Η Ημισέληνος μεταξύ Βρεττανικού

Λέοντος, Γερμανικής Σβάστικας και Ρωσσικής Άρκτου, Λειμών, Αθήνα 2017, σ. 118

[25] Selim Deringil, ό.π., σ. 39

[26] Ataov Turkkaya, Turkish Foreign Policy: 1939-1945, Ankara Universitesi Siyasat, Ankara 1965, σ. 70

[27] Ηλίας Ηλιόπουλος, ό.π., σ. 121

[28] William Hale, ό.π., σ. 115-116.

[29] Selim Deringil, ό.π., σ. 34.

[30] Ηλίας Ηλιόπουλος, ό.π., σ. 119-124.

[31] Frank Weber, ό.π., σ. 96.

[32] William Hale, ό.π., σ. 115-116.

[33] Στο ίδιο, σ. 116.

[34] Γενικό Επιτελείο Στρατού, Η συμβολή της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 2009, σ. 10.

[35] Ιωάννης Κολιόπουλος, Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία 1789-1945. Από τη Γαλλική Επανάσταση μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 385.

[36] Selim Deringil, ό.π., σ. 33.

[37] Ιωάννης Κολιόπουλος, ό.π., σ. 385.

[38] Frank Weber, ό.π., σ. 198-200.

[39] Άγγελος Συρίγος, ό.π., σ. 90.

[40] William Hale, ό.π., σ.123-124.

[41] Frank Weber, ό.π., σ. 151-152.

[42] Weisband Edward, Turkish Foreign Policy, 1943- 1935: Small State and Great Power Politics, Princeton University Press, 1973, σ. 119.

[43] Στο ίδιο, σ. 122.

[44] Erik Ζürcher, ό.π., σ. 273.

[45] Osman Yalcin, ό.π., σ. 707.

[46] William Hale, ό.π., σ. 131-132.

[47] İzzet Öztoprak, "İkinci Dünya Savaşı Döneminde Adana Görüşmelerinin Askeri Yönü", Belleten 63.237 (2000): 597- 618, σ. 597.

[48] Στο ίδιο, σ. 598-599.

[49] Frank Weber, ό.π., σ. 221.

[50] William Hale, ό.π., σ. 133.

[51] İzzet Öztoprak, ό.π., σ. 612.

[52] Frank Weber, ό.π., σ. 228-229.

[53] Ηλίας Ηλιόπουλος, ό.π., σ. 141.

[54] Frank Weber, ό.π., σ. 229.

[55] Frank Weber, ό.π., σ. 249.

[56] Στο ίδιο, σ. 252.

[57] William Hale, ό.π., σ. 134.

[58] Frank Weber, ό.π., σ. 255.

[59] Στο ίδιο, σ. 138-140.

[60] William Hale, ό.π., σ. 139.

[61] Frank Weber, ό.π., σ. 138-140.

29 Ιουνίου 2026

Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου 2016, το Brexit εξακολουθεί να αποτελεί το πιο καθοριστικό πολιτικό γεγονός στη σύγχρονη ιστορία του Ηνωμένου Βασιλείου. Η απόφαση των Βρετανών ψηφοφόρων να αποχωρήσουν από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν άλλαξε μόνο το θεσμικό πλαίσιο των σχέσεων της χώρας με την Ευρώπη. Αναδιαμόρφωσε σε βάθος την πολιτική ζωή, τις συλλογικές ταυτότητες, την κομματική αντιπαράθεση, τη δημόσια εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς και τον τρόπο με τον οποίο η Βρετανία αντιλαμβάνεται τον ρόλο της στον κόσμο.

10 Ιουνίου 2026

Η έκδοση Benchmarking Working Europe 2026 του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Συνδικάτων (ETUI) και της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων (ETUC) αποτελεί μία από τις πιο ολοκληρωμένες αποτιμήσεις της σημερινής κατάστασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού σχήματος. Το βασικό ερώτημα που διατρέχει το σύνολο της μελέτης είναι αν η Ευρώπη μπορεί να εξελιχθεί σε μια πραγματικά «στρατηγική» δύναμη σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από πολέμους, γεωπολιτικό ανταγωνισμό, ενεργειακές κρίσεις, τεχνολογικές μεταβολές και κλιματική αβεβαιότητα.

21 Μαϊος 2026

Η σημερινή κρίση που συγκλονίζει το βρετανικό πολιτικό σύστημα δεν αφορά πλέον αποκλειστικά το μέλλον του πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ ούτε περιορίζεται στις εσωτερικές αναταράξεις του Εργατικού Κόμματος. Αντιθέτως, μοιάζει να αποτυπώνει κάτι βαθύτερο: την εξάντληση ενός ολόκληρου πολιτικού και κοινωνικού μοντέλου που κυριάρχησε στη Βρετανία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

16 Μαϊος 2026

Από τον μύθο της «αγγλικής ανοσίας» στις χιλιάδες καταγραφές μίσους και τους εμπρησμούς συναγωγών: ιστορικό βάθος, νέα κλιμάκωση και δοκιμασία για τη βρετανική δημοκρατία.

21 Απριλίου 2026

Αν κάτι ξεχωρίζει, τριάντα τέσσερα χρόνια μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, είναι ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο η επέτειος αυτή δεν προσφέρεται ούτε για εορτασμό ούτε για ήρεμη νοσταλγία. Για πολλούς Βρετανούς, το Μάαστριχτ δεν υπήρξε η θεμελιακή πράξη μιας κοινής ευρωπαϊκής πορείας, αλλά η αρχή ενός μακρού κύκλου πολιτικής διάρρηξης, ο οποίος θα κατέληγε, σχεδόν μοιραία, στο δημοψήφισμα του 2016 και στο Brexit. Η συνθήκη που δημιούργησε την Ευρωπαϊκή Ένωση, έθεσε τα θεμέλια του κοινού νομίσματος, εισήγαγε την «ευρωπαϊκή ιθαγένεια» και εμβάθυνε τις κοινές πολιτικές, στη Βρετανία έγινε το σημείο όπου η συζήτηση για την Ευρώπη μετατράπηκε σε ανοιχτή πληγή.

07 Φεβρουαρίου 2026

«Δες το. Πες το. Κανονίστηκε»

Ματίνα-Ιωάννα Κυριαζοπούλου

Jonathan Coe, Η απόδειξη της αθωότητάς μου, μετάφραση από τα αγγλικά: Άλκηστις Τριμπέρη, Πόλις, Αθήνα 2025, 480 σελ.

Μια κοπέλα τελειώνει τις σπουδές της και γυρίζει στο πατρικό της. Θέλει να γίνει συγγραφέας και θα ήθελε να αρχίσει με ένα αστυνομικό. Δεν έχει όμως έμπνευση, γι’ αυτό και λιώνει μπροστά στην τηλεόραση βλέποντας Τα φιλαράκια. Ώσπου ένας συγγραφέας, φίλος του πατέρας της, που έρχεται για ένα συνέδριο, βρίσκεται μικρός – και αυτό μοιάζει με χτύπημα της έμπνευσης στην πόρτα της συγγραφέα. Το τελευταίο βιβλίο του Τζόναθαν Κόου δύσκολα θα απογοητεύσει ακόμη και τον πιο απαιτητικό από τους αναγνώστες του. [ΤΒJ]

12 Ιουλίου 2025

Jonathan Coe, Bournville. Το διαιρεμένο βασίλειο, μετάφραση από τα αγγλικά: Άλκηστις Τριμπέρη, Πόλις, Αθήνα 2023, 496 σελ.

Το νέο βιβλίο του Τζόναθαν Κόου είναι ένα αφήγημα για την εθνική αγγλική ταυτότητα, την «αγγλικότητα», ένα μυθιστόρημα εθνικής αυτογνωσίας. Ένα υψηλών προδιαγραφών έργο που συγγενεύει με την κοινωνική ιστορία το οποίο ανατέμνει την ψυχοσύνθεση των μεσαίων και κατώτερων στρωμάτων της Βρετανίας, που συνομιλεί διαρκώς με την Ιστορία σε καιρούς ρευστούς. Οι ήρωές του, συχνά αμήχανοι κι αδύναμοι απέναντι στην επέλαση της Ιστορίας, οιστρηλατούνται από πόθους που δεν κατορθώνουν να εκπληρώσουν. Κι ο καιρός περνάει, κι η άλλοτε Μεγάλη Βρετανία μικραίνει… [ΤΒJ]

18 Μαϊος 2023
Σελίδα 1 από 2