Με αφορμή τη συμπλήρωση μίας δεκαετίας από το δημοψήφισμα, το Department of Government του London School of Economics (LSE) διοργάνωσε – 08/06/2026- εκδήλωση με τίτλο «Ten Years On: Brexit and Britain’s Political Future». Στην εκδήλωση συμμετείχαν προσωπικότητες με διαφορετικές αφετηρίες και εμπειρίες: η δημοσιογράφος Emma Duncan (Έμα Ντάνκαν) , ο πρωτεργάτης της εκστρατείας Vote Leave, Μάθιου Έλιοτ (Matthew Elliott), η καθηγήτρια ευρωπαϊκής πολιτικής Σάρα Χόμπολτ (Sara Hobolt) και ο καθηγητής ευρωπαϊκής πολιτικής Άναντ Μένον (Anand Menon), υπό τον συντονισμό του καθηγητή Τόνι Τράβερς (Tony Travers).
Η συζήτηση δεν περιορίστηκε στην αποτίμηση των οικονομικών ή διπλωματικών συνεπειών της εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ανέδειξε ευρύτερα ερωτήματα για τον λαϊκισμό, τη δημοκρατία, την πολιτική πόλωση, τον ρόλο των κοινωνικών δικτύων, τη Βόρεια Ιρλανδία, τη θέση της Βρετανίας στην Ευρώπη και τη μεταβαλλόμενη φύση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στον 21ο αιώνα.
Η μεταμόρφωση των πολιτικών ταυτοτήτων
Όταν ο τότε πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον προκήρυξε το δημοψήφισμα, πολλοί θεωρούσαν ότι επρόκειτο για μια εσωκομματική διευθέτηση των Συντηρητικών. Λίγοι προέβλεπαν ότι το αποτέλεσμα θα προκαλούσε μια πολιτική και κοινωνική ανατροπή που θα επηρέαζε ολόκληρη τη δεκαετία που ακολούθησε. Η επικράτηση του Brexit με ποσοστό 51,9% αποκάλυψε βαθιές διαιρέσεις μέσα στη βρετανική κοινωνία. Οι νέοι ψήφισαν σε μεγάλο βαθμό υπέρ της παραμονής στην ΕΕ, ενώ οι μεγαλύτερες ηλικίες υποστήριξαν την έξοδο. Οι μεγάλες πόλεις, ιδιαίτερα το Λονδίνο, ψήφισαν κυρίως υπέρ της παραμονής, ενώ πολλές μικρότερες πόλεις και αγροτικές περιοχές στήριξαν την αποχώρηση. Οι διαφορές αυτές δεν αφορούσαν μόνο την Ευρώπη. Αντανακλούσαν διαφορετικές αντιλήψεις για την παγκοσμιοποίηση, τη μετανάστευση, την οικονομική ανάπτυξη, την εθνική ταυτότητα και την έννοια της κυριαρχίας.
Το Brexit μετέβαλε ριζικά και την κομματική γεωγραφία της χώρας. Οι Συντηρητικοί κατάφεραν να προσελκύσουν παραδοσιακά εργατικά προπύργια στη βόρεια Αγγλία, παρουσιάζοντας τους εαυτούς τους ως εκφραστές της λαϊκής βούλησης. Η νίκη του Μπόρις Τζόνσον το 2019 βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην υπόσχεση να ολοκληρώσει το Brexit. Το Εργατικό Κόμμα βρέθηκε αντιμέτωπο με βαθιά εσωτερικά διλήμματα, καθώς μεγάλο μέρος της παραδοσιακής εκλογικής του βάσης είχε υποστηρίξει την έξοδο. Χρειάστηκαν αρκετά χρόνια για να ανακτήσει πολιτική συνοχή και να επανέλθει στην εξουσία. Παράλληλα, το Brexit ενίσχυσε τις συζητήσεις για την αποκέντρωση, την αυτονομία της Σκωτίας και τις συνταγματικές ισορροπίες εντός του Ηνωμένου Βασιλείου.
Η καθηγήτρια Σάρα Χόμπολτ, μία από τις σημαντικότερες μελετήτριες της ευρωπαϊκής και βρετανικής πολιτικής, έχει υποστηρίξει ότι το Brexit δημιούργησε νέες πολιτικές και πολιτισμικές ταυτότητες που υπερβαίνουν τις παραδοσιακές διακρίσεις μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς. Το δημοψήφισμα διαίρεσε τη χώρα σε δύο μεγάλα στρατόπεδα – τους υποστηρικτές της παραμονής και τους υποστηρικτές της εξόδου – δημιουργώντας ένα νέο είδος «φυλετικής πολιτικής», όπως περιγράφεται στο βιβλίο της Tribal Politics: How Brexit Divided Britain. Οι διαχωρισμοί αυτοί συνδέθηκαν με παράγοντες όπως η ηλικία, η εκπαίδευση, ο τόπος κατοικίας και η στάση απέναντι στη μετανάστευση και την παγκοσμιοποίηση. Παρότι το δημοψήφισμα ανήκει πλέον στο παρελθόν, πολλές από αυτές τις διαιρέσεις παραμένουν ορατές στο πολιτικό τοπίο.
Η άνοδος του λαϊκισμού και η κρίση εμπιστοσύνης
Ένα από τα κεντρικά ερωτήματα της συζήτησης ήταν κατά πόσο το Brexit αποτέλεσε έκφραση μιας ευρύτερης κρίσης εμπιστοσύνης προς τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ. Πολλοί ψηφοφόροι θεώρησαν ότι οι παραδοσιακοί θεσμοί δεν ανταποκρίνονταν πλέον στις ανησυχίες τους σχετικά με την οικονομική ανασφάλεια, τη μετανάστευση και την εθνική κυριαρχία. Η πολιτική αυτή δυναμική δεν περιορίστηκε στη Βρετανία. Αντίστοιχα φαινόμενα παρατηρήθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, όπου λαϊκιστικά κινήματα αμφισβήτησαν τις κατεστημένες πολιτικές δυνάμεις.
Ένα από τα βασικά θέματα της συζήτησης ήταν η σχέση του Brexit με τον λαϊκισμό. Οι συμμετέχοντες υπογράμμισαν ότι η άνοδος λαϊκιστικών κινημάτων δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από τη ρητορική προσωπικοτήτων όπως ο Νάιτζελ Φάρατζ . Αντίθετα, συνδέεται με τη διαχρονική αποτυχία των παραδοσιακών πολιτικών κομμάτων να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Η αίσθηση εγκατάλειψης που επικρατεί σε πολλές περιοχές της χώρας τροφοδότησε τόσο την ψήφο υπέρ της εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και τη μετέπειτα πολιτική δυσαρέσκεια.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στις περιφερειακές και κοινωνικές ανισότητες. Μετά το δημοψήφισμα, η κυβέρνηση της Τερέζα Μέι μίλησε για τις «κατάφωρες αδικίες» της βρετανικής κοινωνίας, ενώ αργότερα ο Μπόρις Τζόνσον προώθησε την πολιτική του «levelling up», με στόχο τη μείωση των ανισοτήτων μεταξύ Λονδίνου και περιφέρειας. Ωστόσο, πολλοί από τους ψηφοφόρους που στήριξαν το Brexit εξακολουθούν να αισθάνονται ότι δεν έχουν δει ουσιαστικά οφέλη στην καθημερινότητά τους. Το Brexit ανέδειξε μια βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης προς τους πολιτικούς θεσμούς. Πολλοί πολίτες αισθάνονταν ότι οι κυβερνήσεις δεν ανταποκρίνονταν στις ανάγκες τους και ότι οι αποφάσεις λαμβάνονταν από απομακρυσμένες ελίτ χωρίς ουσιαστική λογοδοσία. Οι υποστηρικτές της εξόδου συχνά παρουσίαζαν την Ευρωπαϊκή Ένωση ως σύμβολο αυτής της αποξένωσης. Ωστόσο τον Ιούνιο του 2016, η δυσαρέσκεια στρεφόταν εξίσου προς το ίδιο το βρετανικό πολιτικό κατεστημένο. Το δημοψήφισμα λειτούργησε έτσι ως μια μορφή πολιτικής διαμαρτυρίας. Για πολλούς ψηφοφόρους, η ψήφος υπέρ του Brexit δεν αφορούσε αποκλειστικά την Ευρώπη αλλά μια γενικότερη απαίτηση για πολιτική αλλαγή.
Ο ρόλος των κοινωνικών δικτύων
Η εκστρατεία του δημοψηφίσματος θεωρείται σήμερα σημείο καμπής για τη χρήση των κοινωνικών δικτύων στην πολιτική επικοινωνία. Οι πλατφόρμες όπως το Facebook και το Twitter χρησιμοποιήθηκαν σε πρωτοφανή κλίμακα για τη στοχευμένη αποστολή πολιτικών μηνυμάτων. Οι δυνατότητες “μικροστόχευσης” επέτρεψαν στις εκστρατείες να προσαρμόζουν το περιεχόμενό τους σε διαφορετικά κοινά, συχνά χωρίς πλήρη δημόσια διαφάνεια. Μετά το δημοψήφισμα αναπτύχθηκε έντονη συζήτηση σχετικά με την παραπληροφόρηση, τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης και την ευθύνη των τεχνολογικών εταιρειών. Η εμπειρία του Brexit αποτέλεσε προειδοποίηση για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η ψηφιακή τεχνολογία στη δημοκρατική διαδικασία.
Δέκα χρόνια αργότερα, πολλές χώρες εξακολουθούν να αναζητούν τρόπους ρύθμισης των ψηφιακών πλατφορμών χωρίς να περιορίζουν την ελευθερία της έκφρασης. Τα κοινωνικά δίκτυα είναι πολύ πιο ισχυρά και διχαστικά απ’ ό,τι το 2016. Η αλλαγή των αλγορίθμων, ιδιαίτερα στην πλατφόρμα X (πρώην Twitter), ενισχύει τους «ηχώ-θαλάμους» (echo chambers), όπου οι χρήστες εκτίθενται κυρίως σε απόψεις που επιβεβαιώνουν τις ήδη υπάρχουσες πεποιθήσεις τους. Η πολιτική οργή και ο διχασμός αποτελούν μέρος του επιχειρηματικού μοντέλου πολλών πλατφορμών, καθώς η έντονη συναισθηματική αντίδραση αυξάνει την αλληλεπίδραση και τα κέρδη.
Οι οικονομικές επιπτώσεις
Ο Μάθιου Έλιοτ, ένας από τους βασικούς οργανωτές της εκστρατείας Vote Leave, υποστήριξε ότι το Brexit παραμένει μια ιστορική νίκη της δημοκρατικής αυτοδιάθεσης. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση επέτρεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο να ανακτήσει τον έλεγχο της νομοθεσίας του, της μεταναστευτικής πολιτικής και των εμπορικών του σχέσεων. Οι υποστηρικτές του Brexit θεωρούν ότι η χώρα απέκτησε μεγαλύτερη ευελιξία και δυνατότητα χάραξης ανεξάρτητης πολιτικής. Παράλληλα, επισημαίνουν ότι πολλές από τις ευκαιρίες που δημιουργήθηκαν μετά το Brexit δεν έχουν ακόμη αξιοποιηθεί πλήρως. Υποστηρίζουν ότι οι πολιτικές αναταράξεις των τελευταίων ετών εμπόδισαν την εφαρμογή μιας συνεκτικής στρατηγικής ανάπτυξης.
Η οικονομική αξιολόγηση του Brexit παραμένει αντικείμενο έντονων αντιπαραθέσεων. Πολλές μελέτες υποστηρίζουν ότι η αποχώρηση από την ενιαία αγορά αύξησε το κόστος του εμπορίου και δημιούργησε πρόσθετες γραφειοκρατικές διαδικασίες για τις επιχειρήσεις. Ορισμένοι τομείς της οικονομίας αντιμετώπισαν δυσκολίες λόγω της μείωσης της ελεύθερης κυκλοφορίας εργαζομένων και της μεταβολής των εμπορικών σχέσεων. Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές του Brexit τονίζουν ότι η βρετανική οικονομία επηρεάστηκε ταυτόχρονα από εξωγενείς παράγοντες όπως η πανδημία COVID-19, η ενεργειακή κρίση και ο πόλεμος στην Ουκρανία. Κατά συνέπεια, θεωρούν δύσκολη την απομόνωση των αποκλειστικών συνεπειών της εξόδου από την ΕΕ. Η Έμα Ντάνκαν επεσήμανε ότι η αξιολόγηση του Brexit απαιτεί μακροπρόθεσμη προοπτική και ότι οι τελικές οικονομικές επιπτώσεις θα γίνουν πλήρως ορατές μόνο σε βάθος χρόνου.
Η Βόρεια Ιρλανδία: Ένα σύνθετο πρόβλημα
Καμία περιοχή του Ηνωμένου Βασιλείου δεν επηρεάστηκε τόσο έντονα από το Brexit όσο η Βόρεια Ιρλανδία. Η ανάγκη αποφυγής ενός «σκληρού συνόρου» με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας συγκρούστηκε με την αποχώρηση από την ενιαία αγορά και την τελωνειακή ένωση. Η λύση που υιοθετήθηκε μέσω του Πρωτοκόλλου της Βόρειας Ιρλανδίας προκάλεσε έντονες πολιτικές αντιδράσεις. Οι ενωτικοί θεώρησαν ότι δημιουργήθηκαν εμπόδια μεταξύ της Βόρειας Ιρλανδίας και της υπόλοιπης Βρετανίας. Οι εθνικιστές, αντίθετα, είδαν το νέο καθεστώς ως ευκαιρία για βαθύτερη οικονομική διασύνδεση με την Ιρλανδία και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το Brexit αναζωπύρωσε έτσι τη συζήτηση για το μέλλον της Βόρειας Ιρλανδίας και, ευρύτερα, για τη συνοχή του ίδιου του Ηνωμένου Βασιλείου.
Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα του 2016, το Brexit εξακολουθεί να επηρεάζει βαθιά τη βρετανική πολιτική και τις σχέσεις του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρώπη. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη Βόρεια Ιρλανδία, όπου οι συνέπειες της αποχώρησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένουν αισθητές. Παρότι το Πλαίσιο του Ουίνδσορ (Windsor Framework) συνέβαλε στη μερική εξομάλυνση των εντάσεων, τα ζητήματα που συνδέονται με τα τελωνειακά και κανονιστικά σύνορα δεν έχουν εξαλειφθεί πλήρως. Παράλληλα, το Brexit αναζωπύρωσε παλαιές κοινοτικές και πολιτικές διαιρέσεις, επηρεάζοντας τη σταθερότητα που είχε επιτευχθεί μετά τη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής. Στην εκδήλωση, ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο γεγονός ότι το βρετανικό πολιτικό σύστημα υποτίμησε τη σημασία της Βόρειας Ιρλανδίας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αποχώρησης από την ΕΕ. Ορισμένοι μάλιστα εκτίμησαν ότι το Brexit ενδέχεται να καταγραφεί στο μέλλον ως ένας από τους παράγοντες που ενίσχυσαν τη συζήτηση για την επανένωση της Ιρλανδίας.
Η Βρετανία και η Ευρώπη μετά το Brexit
Ο Άναντ Μένον τόνισε ότι η αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν σήμαινε αποχώρηση από την Ευρώπη. Η γεωγραφία, η οικονομία και η ασφάλεια επιβάλλουν στενή συνεργασία μεταξύ Λονδίνου και Βρυξελλών. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία κατέδειξε ότι η ευρωπαϊκή ασφάλεια απαιτεί συντονισμό μεταξύ των δημοκρατικών κρατών ανεξάρτητα από τις θεσμικές τους σχέσεις. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σταδιακή επαναπροσέγγιση σε τομείς όπως η άμυνα, η επιστημονική έρευνα, η ενέργεια και η αντιμετώπιση διεθνών κρίσεων. Η σημερινή συζήτηση δεν αφορά τόσο την επανένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσο τη διαμόρφωση μιας νέας, σταθερής και λειτουργικής σχέσης συνεργασίας.
Ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα της δεκαετίας είναι ότι το Brexit δεν αφορούσε αποκλειστικά την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήταν μια αντιπαράθεση γύρω από θεμελιώδη ερωτήματα για τη δημοκρατία και την κυριαρχία σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο. Πόσο έλεγχο μπορούν να ασκούν τα εθνικά κράτη όταν οι οικονομίες τους είναι αλληλεξαρτώμενες; Πώς μπορούν οι δημοκρατίες να διατηρήσουν τη νομιμοποίησή τους σε μια εποχή υπερεθνικών θεσμών; Ποιος είναι ο ρόλος των πολιτών απέναντι στις τεχνολογικές και οικονομικές δυνάμεις που υπερβαίνουν τα εθνικά σύνορα; Το Brexit υπήρξε μία από τις πρώτες μεγάλες πολιτικές συγκρούσεις γύρω από αυτά τα ερωτήματα και γι’ αυτό η σημασία του υπερβαίνει κατά πολύ τα βρετανικά σύνορα.
Συμπεράσματα
Δέκα χρόνια μετά, το Brexit έχει πάψει να είναι απλώς μια πολιτική απόφαση. Έχει εξελιχθεί σε ένα διαρκές σημείο αναφοράς για τη βρετανική δημοκρατία και για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες. Η κληρονομιά του περιλαμβάνει νέες πολιτικές ταυτότητες, βαθιές κοινωνικές διαιρέσεις, αναδιαμόρφωση του κομματικού συστήματος, αμφισβήτηση των παραδοσιακών θεσμών και νέα ερωτήματα για τον ρόλο της τεχνολογίας στη δημοκρατία. Παράλληλα, επανάφερε στο επίκεντρο τις συζητήσεις για την κυριαρχία, τη λαϊκή συμμετοχή, τη σχέση εθνικού κράτους και υπερεθνικών οργανισμών και τη θέση της Βρετανίας στον κόσμο.
Όπως φάνηκε και από τη συζήτηση στο LSE, το Brexit εξακολουθεί να αποτελεί ένα ανοιχτό πολιτικό και ιστορικό κεφάλαιο. Οι οικονομικές, κοινωνικές και γεωπολιτικές συνέπειές του θα συνεχίσουν να επηρεάζουν τη Βρετανία για πολλές δεκαετίες ακόμη. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πλέον αν το Brexit ήταν σωστό ή λάθος, αλλά πώς μια χώρα που παραμένει βαθιά διχασμένη από την εμπειρία του θα μπορέσει να οικοδομήσει ένα κοινό όραμα για το μέλλον της. Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα, το Brexit παραμένει ένας καθρέφτης των ελπίδων, των φόβων, των αντιφάσεων και των προκλήσεων της σύγχρονης Βρετανίας — και ταυτόχρονα ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά πειράματα της Ευρώπης στον 21ο αιώνα.