Σύνδεση συνδρομητών

Τουρκία: το τέλος του Επιτήδειου Ουδέτερου

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2026 11:56
Imperial War Museums
28 Φεβρουαρίου 1943. O βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσώρτσιλ και ο τούρκος πρόεδρος Ισμέτ Ινονού, λίγο πριν τη μυστική συνάντηση στα Άδανα, που ολοκληρώθηκε με μια συμφωνία. Μ’ αυτήν, η τουρκική ηγεσία είχε κερδίσει τον απαιτούμενο χρόνο για να μην εμπλ
Imperial War Museums

Αναφερόμενοι στην Τουρκία, οι εν Ελλάδι πολιτικοί αναλυτές και διεθνολόγοι επιλέγουν ως όρο για να τη χαρακτηρίσουν αυτόν του επιτήδειου ουδέτερου. Ο όρος αυτός ανήκει στον Φρανκ Βέμπερ (Frank Weber) ο οποίος, στο βιβλίο του με τίτλο Ο Επιτήδειος Ουδέτερος[1], προσπάθησε να περιγράψει συνοπτικά τις καιροσκοπικές πολιτικές του τουρκικού κράτους κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου και του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Ποιες όμως ήταν οι πολιτικές που ακολούθησε το τουρκικό κράτος για να χαρακτηριστεί ο επιτήδειος ουδέτερος της παγκόσμιας γεωπολιτικής σκακιέρας και τι μπορεί να μας διδάξει η ιστορία του επιτήδειου ουδέτερου για το μέλλον; Μήπως βρισκόμαστε σε μια ιστορική καμπή όπου οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι, με την επικείμενη νομοθετική κατοχύρωση της «Γαλάζιας Πατρίδας», βρισκόμαστε στο «τέλος» της επιτήδειας ουδέτερης Τουρκίας και στην «αρχή» τής –και με τη βούλα– αναθεωρητικής Τουρκίας;

Σε αυτό το άρθρο θα επιχειρήσουμε τη σκιαγράφηση των πολιτικών επιλογών του τουρκικού κράτους κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου και του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και να αναδείξουμε ότι ο όρος «επιτήδειος ουδέτερος», που χρησιμοποιείται (από πολλούς) για την Τουρκία, ειδικά αν κάνει πράξει την απειλή της είναι πλέον παρωχημένος και δεν μπορεί να τη χαρακτηρίζει.

Στον Μεσοπόλεμο

Το τουρκικό κράτος, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου (αλλά και του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου) επέλεξε να εφαρμόσει μια ρεαλιστική εξωτερική πολιτική (λαμβάνοντας υπόψη τη γεωγραφική του θέση και τη γεωπολιτική του σημασία στα γεωστρατηγικά σχέδια των πλανητικών και των περιφερειακών δυνάμεων)[2] και να μην επιτρέψει τη χειραγώγησή του από οποιαδήποτε ξένη δύναμη.[3] Έτσι, το τουρκικό κράτος ακολούθησε μια ενεργητική πολιτική ουδετερότητας[4] η οποία του επέτρεψε τη συνεχή και επί ίσοις όροις διαπραγμάτευση, έχοντας υπόψη τα πραγματικά δεδομένα των αντιμαχόμενων πλευρών.[5]

Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου ο κόσμος αποτελούνταν από δύο διακριτές κατηγορίες χωρών. Στην πρώτη ανήκαν οι χώρες που επιθυμούσαν τη διατήρηση των εδαφικών συνόρων και των διεθνών συνθηκών ενώ στη δεύτερη ανήκαν οι χώρες που στόχευαν στην αναθεώρηση της καθεστηκυίας τάξεως.[6] Έχοντας να αντιμετωπίσει τις αναθεωρητικές επιδιώξεις τόσο της Ιταλίας όσο και της Βουλγαρίας, η Τουρκία επιθυμούσε τη διατήρηση του status quo της νοτιοανατολικής Ευρώπης.[7] Βασικός της στόχος ήταν η διατήρηση της εδαφικής της ακεραιότητας και, εν συνεχεία, η αύξηση της αποτρεπτικής της ισχύος μέσω της αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάννης, εντός της οποίας εντασσόταν το καθεστώς της αποστρατιωτικοποιήσεως των Στενών.[8]

Η συνθήκη του Μοντρέ (Montreux)

Η επαναστρατιωτικοποίηση των Στενών μέσω της αναθεώρησης της συνθήκης της Λωζάννης ήταν ένα ζήτημα που οι τούρκοι αξιωματούχοι έφερναν συνεχώς στο προσκήνιο. Στον αντίποδα όμως, η Κοινωνία των Εθνών δεν φαινόταν πρόθυμη για κάτι ουσιαστικό. Η ιταλική επέμβαση στην Αιθιοπία και, κυρίως, η συγκυρία της επαναστρατιωτικοποίησης της Ρηνανίας από τη Γερμανία άνοιξαν ουσιαστικά τη συζήτηση για το καθεστώς των Στενών.[9] Η Μεγάλη Βρετανία είχε επιβάλει την αποστρατιωτικοποίηση στα Στενά για να μπορέσει να εισέλθει κατά τη διάρκεια ενός πιθανού ρωσο-αγγλικού πολέμου στη Μαύρη Θάλασσα. Η επαναστρατιωτικοποίηση της Ρηνανίας όμως και η ιταλική επέμβαση στην Αιθιοπία, ήταν δύο γεγονότα που ξεπερνούσαν κατά πολύ τις βρετανικές ανησυχίες για τον σοβιετικό στόλο. Έτσι, το βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών προσέγγισε την τουρκική πλευρά με στόχο την υπογραφή μιας αγγλο-τουρκικής συμμαχίας που θα απέτρεπε τη μονομερή επαναστρατιωτικοποίηση των Στενών από την Τουρκία.[10] Τελικώς, η υπογραφή της συνθήκης του Μοντρέ ήταν για το τουρκικό κράτος μια διπλωματική επιτυχία που αποτέλεσε την απαρχή των υπόλοιπων τουρκικών διεκδικήσεων και αιτημάτων. Χαρακτηριστικά, την αναθεώρηση του καθεστώτος των Στενών ακολούθησε η επαναστρατιωτικοποίηση της Θράκης και η προσάρτηση της Αλεξανδρέττας, η οποία βρισκόταν υπό γαλλική εντολή το 1939.[11]

Στις απαρχές του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου

Καθ’ όλη τη διάρκεια των διερευνητικών επαφών με τη Μεγάλη Βρετανία, το τουρκικό κράτος είχε μέγιστη επιδίωξη την υπογραφή μιας συμφωνίας που θα συμπεριελάμβανε και τη Σοβιετική Ένωση.[12] Το γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο μη επίθεσης Ρίμπεντροπ-Μολότοφ υπήρξε για την Τουρκία μεγάλο σοκ, τόσο για την κατάσταση ασφαλείας της όσο και για τη γεωστρατηγική της πολιτική, καθώς η Τουρκία δεν επιθυμούσε σε καμία περίπτωση και με οποιονδήποτε τρόπο να προκαλέσει μια ρωσική επίθεση εις βάρος της.

Η επιδίωξη αυτή δεν έπαυσε ούτε με την υπογραφή του συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότοφ το 1939. Οι τουρκικοί φόβοι πιθανόν να ήταν αβάσιμοι αλλά ήταν πέρα για πέρα αληθινοί. Τις εν λόγω ανησυχίες γνώριζαν πολύ καλά τόσο οι Γερμανοί όσο και οι Βρετανοί, οι οποίοι προσπάθησαν να τις εργαλειοποιήσουν στις διαπραγματεύσεις τους, έχοντας απώτερο σκοπό τη διατήρηση της τουρκικής ουδετερότητας. Όμως, η Σοβιετική Ένωση δεν χρησιμοποιήθηκε μονάχα ως φόβητρο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με την Τουρκία. Οι βρετανοί πολιτικοί, όπως και οι γερμανοί ομόλογοί τους, γνώριζαν πως η Τουρκία μπορούσε να προσεγγίσει τη Σοβιετική Ένωση και, ώς ένα σημείο, να την επηρεάσει.[13]

Η εγκατάλειψη της ουδετερότητας

Η γερμανική εισβολή στην Πολωνία ώθησε το τουρκικό κράτος στην οριστική προσέγγιση των συμμαχικών δυνάμεων. Στις διαβουλεύσεις που ακολούθησαν, οι τούρκοι αξιωματούχοι έθιξαν το ζήτημα πιθανής τουρκικής στρατιωτικής ανάπτυξης στην Παλαιστίνη και στην Αίγυπτο[14] καθώς και την περίπτωση κατάληψης των Δωδεκανήσων. Παρ’ όλα αυτά, η τελική συμφωνία προέβλεπε την εμπλοκή της Τουρκίας στον πόλεμο μόνο σε περίπτωση πολεμικής εμπλοκής στη Μεσόγειο[15] και εφόσον αυτή δεν ήταν κατά της Σοβιετικής Ένωσης.[16]

Μετά την υπογραφή της τριμερούς, άρχισαν να εξετάζονται πιθανές στρατιωτικές επιχειρήσεις. Σε αυτές τις επιχειρήσεις προβλεπόταν η χρήση του τουρκικού εδάφους ως προκεχωρημένη βάση για τους συμμάχους. Το κλίμα όμως δεν άργησε να ανατραπεί, καθώς η Τουρκία άρχισε να αναθεωρεί πολλές από τις έως τότε εκτιμήσεις της. Το θέμα της τουρκικής αμυντικής αδυναμίας στη Θράκη, που προέταξε η Τουρκία, ήταν η πρώτη ένδειξη της επικείμενης αναθεώρησης της στάσης της.[17] Η δεύτερη ένδειξη ήταν η αρνητική τουρκική στάση στη μελέτη των συμμάχων –ύστερα από γαλλική πρόταση– για πιθανό βομβαρδισμό των κοιτασμάτων πετρελαίου του Μπακού μέσω τουρκικού εδάφους, ούτως ώστε να επιτευχθεί η διεύρυνση του μετώπου μακριά από τα σύνορα της Γαλλίας.[18] Οι Βρετανοί διαφώνησαν με τη γαλλική πρόταση καθώς κατανοούσαν ότι ο βομβαρδισμός του Μπακού μέσω τουρκικών βάσεων θα πρόσφερε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία στη Σοβιετική Ένωση για να εισβάλει στην Τουρκία.[19] Έτσι, υπό το φόβο της τουρκικής υποχώρησης, η Μεγάλη Βρετανία έβαλε φρένο στην πραγματοποίηση της εν λόγω επιχείρησης,[20] προτάσσοντας τη γεωπολιτική σημασία της Τουρκίας στη βρετανική γεωστρατηγική της Μέσης Ανατολής.[21]

Η υπεκφυγή και η επιστροφή στην ουδετερότητα

Με τη διάσπαση της γαλλικής άμυνας και την ένταξη της Ιταλίας στον πόλεμο, η Μεγάλη Βρετανία έμεινε να πολεμά μόνη της απέναντι στον Άξονα.[22] Για τη Μεγάλη Βρετανία, η ιταλική κήρυξη πολέμου στην ίδια και στη Γαλλία[23] αποτελούσε πράξη που υποχρέωνε την Τουρκία να εμπλακεί στον πόλεμο. Αντίθετα όμως, το τουρκικό κράτος διακήρυξε την ουδετερότητά του.[24]

Για τη διατήρηση της ουδετερότητάς του, το τουρκικό κράτος στηρίχθηκε στο επιχείρημα ότι, μέσω της γερμανο-σοβιετικής συμφωνίας μη επίθεσης, η στάση της Τουρκίας υπέρ των συμμάχων και κατά του Άξονα θα διακινδύνευε τη σύγκρουσή της με τη Σοβιετική Ένωση, υπενθυμίζοντας την ύπαρξη του όρου της τριμερούς συμφωνίας[25] που περιέγραφε ότι μια τέτοια περίπτωση την αποδέσμευε από τις υποχρεώσεις της για σύμπραξη.[26] Επίσης, το τουρκικό κράτος ισχυρίστηκε ότι η συνθηκολόγηση της Γαλλίας στις 20 Ιουνίου καθιστούσε αυτομάτως άκυρη την τριμερή του Οκτωβρίου του 1939. Τέλος ένα ακόμη επιχείρημα που χρησιμοποίησαν οι τούρκοι αξιωματούχοι ήταν ότι, σύμφωνα με το άρθρο 6 της τριμερούς,  η Τουρκία ανέμενε την παραχώρηση ολόκληρου του συμμαχικού στρατιωτικού εξοπλισμού προκειμένου να εμπλακεί στον πόλεμο, το οποίο όμως δεν είχε ακόμα παραδοθεί στην ολότητά του από τους Βρετανούς.[27] Το τουρκικό κράτος λοιπόν, με τον πλέον επίσημο τρόπο διακήρυξε στις 26 Ιουνίου του 1940 την ουδετερότητά του, ισχυριζόμενο πως η συνθηκολόγηση της Γαλλίας και ο κίνδυνος εμπλοκής της Τουρκίας σε πόλεμο με τη Σοβιετική Ένωση ήταν οι δύο κυριότεροι λόγοι οι οποίοι αποδέσμευαν την Τουρκία από τις υποχρεώσεις της έναντι των συμμάχων.[28]

Η ουδέτερη Τουρκία

Η Τουρκία δεν ήθελε να επαναλάβει τα λάθη του 1914 και να συμμετάσχει σε έναν πόλεμο που δεν της ανήκε, παίρνοντας βιαστικές αποφάσεις. Η γαλλική ήττα μέσα σε μόλις 20 μέρες ήταν ένα μεγάλο τράνταγμα που θορύβησε την τουρκική πολιτική ελίτ, η οποία αναρωτιόταν πώς είναι δυνατόν να εξαναγκάσει μια χώρα όπως η Γαλλία –η οποία συνθηκολόγησε με τη ναζιστική Γερμανία στις 22 Ιουνίου– την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο. Η ισορροπία δυνάμεων είχε διαταραχθεί και η είσοδος της Ιταλίας στον πόλεμο δεν επέτρεπε οποιαδήποτε επιπόλαια τουρκική απόφαση.[29]

Το τουρκικό κράτος κατήγγειλε την τριμερή συμφωνία, κρατώντας μια θέση ίσων αποστάσεων σε μια περίοδο που η ναζιστική Γερμανία φάνταζε ανίκητη. Έτσι, η Τουρκία άρχισε να απομακρύνεται από τη Μεγάλη Βρετανία και να προσεγγίζει τη Γερμανία.[30] Η απόφαση αυτή όμως ελήφθη παρά το γεγονός ότι οι τούρκοι αξιωματούχοι συνέχιζαν τις διαπραγματεύσεις με τη Μεγάλη Βρετανία για την είσοδο στον πόλεμο, αξιώνοντας μάλιστα ως ανταλλάγματα τον λιμένα της Θεσσαλονίκης, τη βουλγαρική Θράκη και την εντολή στην Αλβανία.[31]

Ο πόλεμος φτάνει στα Βαλκάνια

Σύμφωνα με το άρθρο 3 της τριμερούς συμφωνίας, η ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας στις 28 Οκτωβρίου 1940 ενεργοποιούσε την τουρκική υποχρέωση για την εμπλοκή της στον πόλεμο, στο πλευρό των συμμαχικών δυνάμεων. Παρ’ όλα αυτά, η Τουρκία επανέλαβε τα ίδια επιχειρήματα που είχε χρησιμοποιήσει και κατά τη διάρκεια του περασμένου καλοκαιριού.[32] Η Τουρκία αντιλαμβανόταν ότι η κατάρρευση του δυτικού μετώπου άφηνε τη Μεγάλη Βρετανία να πολεμά μόνη της τον Άξονα, γεγονός που επιβεβαίωνε ότι δεν θα μπορούσε να προσφέρει ουσιαστική υποστήριξη στην Τουρκία.[33]

Η ελληνική αντίσταση και η ιταλική ήττα στα ελληνοαλβανικά σύνορα τροποποίησαν ριζικά τους υπολογισμούς των Γερμανών για τον πόλεμο. Στις 4 Νοεμβρίου 1940, η Γερμανία –παρά την αρχική της θέση για μη εμπλοκή στα Βαλκάνια– έλαβε την απόφαση για επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία και στην Ελλάδα,[34] καθώς οι ελληνικές νίκες στο μέτωπο της Βορείου Ηπείρου θα επέτρεπαν την οριστική εγκατάσταση των Βρετανών στον ελλαδικό χώρο.[35]

Η απόφαση της Γερμανίας για επίθεση στα Βαλκάνια λήφθηκε εννιά μέρες πριν από τη συνάντηση του Χίτλερ με τον Μολότοφ, στις 13 Νοεμβρίου 1940, στην οποία έγινε ξεκάθαρο ότι τα περιθώρια συνεργασίας μεταξύ των δύο συμμάχων είχαν πλέον εκλείψει. Έτσι, ο Χίτλερ, τρεις εβδομάδες μετά τις συνομιλίες του με τον Μολότοφ, αποφάσισε τη γερμανική επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης.[36] Όμως, για την πραγματοποίηση της επίθεσης, οι Γερμανοί όφειλαν να εξασφαλίσουν πως δεν θα αντιμετώπιζαν οποιονδήποτε κίνδυνο από το Νότο. Η Γερμανία λοιπόν, προχώρησε στην επιχείρηση εισβολής κατά της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας με σκοπό να αποκλειστεί η πιθανότητα εγκατάστασης βρετανικών βάσεων στη Βαλκανική που θα μπορούσαν να πλήξουν τις πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας και να πλευροκοπήσουν τις γερμανικές δυνάμεις, οι οποίες θα επιχειρούσαν στην επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης.[37]

Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, η Γερμανία προσπάθησε να προσεγγίσει την Τουρκία, καθώς η ουδετερότητά της κρινόταν αναγκαία για την εισβολή στη Σοβιετική Ένωση. Η τουρκική ουδετερότητα εμπόδιζε τη συνένωση των βρετανικών και των σοβιετικών στρατευμάτων, δυσχέραινε το βομβαρδισμό των ρουμανικών πετρελαιοπηγών και, τέλος. προστάτευε τα πλευρά της Βέρμαχτ (Wehrmacht‎‎).[38]

Έτσι, οι ομολογουμένως ψυχρές τουρκο-γερμανικές σχέσεις της περιόδου 1939-41 άρχισαν σταδιακά να αναθερμαίνονται και να βρίσκουν κοινό πεδίο δράσης, λόγω της γεωπολιτικής σημασίας της Τουρκίας στα γεωστρατηγικά σχέδια της Γερμανίας τόσο στην Ευρώπη όσο και στη Μέση Ανατολή.

Η συμφωνία μη επίθεσης με τη Γερμανία

Η κατάληψη της Ελλάδας από τη Γερμανία, σε συνδυασμό με το γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο και τη βουλγαρική ένταξη στον Άξονα, είχε φέρει την Τουρκική Δημοκρατία σε μια πολύ ευάλωτη θέση, η οποία τελικά οδήγησε στην υπογραφή της τουρκο-γερμανικής συμφωνίας στην Άγκυρα στις 18 Ιουνίου 1941.[39]

Τέσσερις μέρες μετά την τουρκο-γερμανική συμφωνία ακολούθησε η γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση.[40] Η είδηση προκάλεσε στην Τουρκία ένα αίσθημα ενθουσιασμού, καθώς απομακρυνόταν με μαθηματική ακρίβεια η πιθανότητα γερμανικής ή σοβιετικής επίθεσης. Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι αν η Τουρκία γνώριζε, όταν υπέγραφε τη συμφωνία μη επίθεσης, για την επικείμενη γερμανική επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Όμως ο ενθουσιασμός του τούρκου υπουργού Εξωτερικών Σουκρού Σαράτζογλου (Şükrü Saracoğlu) κατά τις πρώτες μέρες της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα ήταν τέτοιος ώστε να δηλώσει πως η γερμανική επίθεση υπήρξε αποτέλεσμα της τουρκο-γερμανικής συμφωνίας στις 18 Ιουνίου.[41]

Νέες πιέσεις από τις Συμμαχικές Δυνάμεις

Οι επιτυχίες των Συμμαχικών Δυνάμεων στο Στάλινγκραντ και στη Βόρεια Αφρική, στα τέλη του 1942 και στις αρχές του 1943, έγειραν αποφασιστικά την πλάστιγγα υπέρ αυτών.[42] Αυτό όμως δεν αναιρούσε το γεγονός ότι οι Σύμμαχοι, με πρωτεργάτη τoν Ουίνστον Τσώρτσιλ (Winston Churchill), είχαν ακόμη βασική προτεραιότητα την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο,[43] την οποία χρειάζονταν κυρίως ως προκεχωρημένη βάση για τα στρατεύματά τους.[44] Στον αντίποδα, όμως, το τουρκικό κράτος επιθυμούσε τη διατήρηση της ουδετερότητας του καθώς θεωρούσε ότι η Γερμανία μπορούσε ανά πάσα στιγμή να βομβαρδίσει τη Δυτική Τουρκία.[45]

Η μυστική συνάντηση στα Άδανα

Ο Τσώρτσιλ επιθυμούσε την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο όσο κανένας άλλος ηγέτης. Μάλιστα, στις 9 Νοεμβρίου 1942, παρουσίασε για πρώτη φορά στρατιωτικά σχέδια υπολογίζοντας ότι στις τάξεις των συμμάχων θα συμμετείχε ενεργά και η Τουρκία.[46] Τα βρετανικά σχέδια προέβλεπαν την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο για να δημιουργηθεί ένα τρίτο μέτωπο κατά της Γερμανίας. Η Τουρκία αποτελούσε τη χώρα κλειδί γι’ αυτά τα σχέδια, καθώς η εγγύτητά της με τις πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας θα επέτρεπε στις συμμαχικές δυνάμεις να επιτεθούν σε αυτές, ενώ ταυτόχρονα θα εξασφάλιζε την παρουσία των συμμάχων στη Συρία.[47] Έτσι, το βρετανικό πρέσσινγκ οδήγησε τελικώς στη συμφωνία της μυστικής συνάντησης στα Άδανα.[48]

Στα Άδανα συζητήθηκαν η περίπτωση εκχώρησης της βόρειας Συρίας, ο εκσυγχρονισμός των αεροπορικών βάσεων και η παραλαβή αμυντικού στρατιωτικού εξοπλισμού για την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο.[49] Τελικά, η μόνη σαφής και ξεκάθαρη συμφωνία με τους συμμάχους ήταν η υλικοτεχνική υποδομή και η στρατιωτική ενίσχυση για μια πιθανή μελλοντική συμμετοχή της Τουρκίας στον πόλεμο.[50]

Τα συμφωνηθέντα απαιτούσαν χρόνο τόσο για να αποσταλούν (όταν μιλάμε για στρατιωτικό εξοπλισμό) όσο και για να υλοποιηθούν (όταν μιλάμε για θέματα υποδομών). Ενώ ταυτόχρονα χρειαζόταν η αποστολή προσωπικού, το οποίο θα αναλάμβανε την εκπαίδευση των Τούρκων.[51] Είναι φανερό λοιπόν ότι η τουρκική ηγεσία είχε κερδίσει, μέσω της συμφωνίας, τον απαιτούμενο χρόνο που χρειαζόταν για να μην εμπλακεί η Τουρκία άμεσα στον πόλεμο.[52]

Η βρετανική επιχείρηση επέμβασης στο Αιγαίο

Η τουρκική απροθυμία για συμμετοχή στον πόλεμο επιβεβαιώθηκε και κατά τη σχεδίαση της βρετανικής επιχείρησης κατάληψης των νήσων του Αιγαίου, τον Σεπτέμβριο του 1943, όπου οι Τούρκοι αρνήθηκαν την εμπλοκή τους.[53]

Η Τουρκία δεν επιδίωξε κάποια εμπλοκή στην εν λόγω επιχείρηση εξαιτίας των ανησυχιών της, διότι η Γερμανία μπορούσε ανά πάσα στιγμή να βομβαρδίσει τα τουρκικά παράλια. Αλλά, στον αντίποδα αυτής της ερμηνείας, οι Βρετανοί πίστευαν ότι η Τουρκία δεν αποφάσιζε την ενεργό εμπλοκή της στην επιχείρηση επειδή φοβόταν ότι μέσω αυτής μπορούσε να απελευθερωθεί η Ελλάδα και ότι μια ελεύθερη Ελλάδα θα μπορούσε να ενσωματώσει τα Δωδεκάνησα, αν αυτά παραχωρούνταν με δημοψήφισμα.[54]

 Inonu Cairo

5 Δεκεμβρίου 1943. Ο αμερικανός πρόεδρος Ρούσβελτ, ο τούρκος πρόεδρος Ινονού και ο βρετανός πρωθυπουργός Τσώρτσιλ στη δεύτερη συνδιάσκεψη του Καΐρου.

http://www.history.army.mil/books/wwii/sp1943-44/chapter16.htm

 

Στο Κάιρο και στην Τεχεράνη

Στη Διάσκεψη του Καΐρου, οι συμμαχικές δυνάμεις ζήτησαν εκ νέου την ένταξη της Τουρκίας στον πόλεμο και την παραχώρηση των τουρκικών βάσεων. Σε αντίθεση όμως με το παρελθόν, η Μόσχα δεν έδειχνε το ίδιο θερμή με την προοπτική της ένταξης της Τουρκίας στον πόλεμο.[55] Μετά το Κάιρο, η βρετανική αντιπροσωπεία μετέβη στην Τεχεράνη για συζητήσεις με τον Στάλιν. Εκεί, ο Τσώρτσιλ εξέφρασε ακόμα μια φορά την πεποίθησή του ότι η Τουρκία όφειλε να ενταχθεί στο πλευρό των συμμάχων, καθώς αυτό θα ανάγκαζε τη Γερμανία σε αναδίπλωση και τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία σε πιθανή αποχώρηση από τον πόλεμο. Την ίδια άποψη εξέφρασε και η Σοβιετική Ένωση, που έλπιζε πως η ένταξη της Τουρκίας στον πόλεμο θα της προσέφερε καλύτερες δυνατότητες ανεφοδιασμού.[56] Παρ’ όλα αυτά, οι συζητήσεις στην Τεχεράνη απέβησαν άκαρπες ώστε, έκτοτε, η Σοβιετική Ένωση να παύσει οποιαδήποτε νέα προσπάθεια εξώθησης της Τουρκίας στον πόλεμο.[57]

Στον αντίποδα, η Μεγάλη Βρετανία προσπάθησε να πείσει για μια τελευταία φορά την Τουρκία στη δεύτερη συνδιάσκεψη του Καΐρου, που πραγματοποιήθηκε το διάστημα 2 - 7 Δεκεμβρίου 1943. Για μια ακόμη φορά ακούστηκαν οι ίδιες τουρκικές αντιρρήσεις και ανησυχίες, γεγονός που εκνεύρισε τους Συμμάχους. Ο Φράνκλιν Ρούζβελτ (Franklin Roosevelt) εξέφρασε την πεποίθηση ότι η Τουρκία δεν σκόπευε να εμπλακεί στον πόλεμο αλλά επιθυμούσε το στρατιωτικό συμμαχικό υλικό, γιατί θα της χάριζε την επιθυμητή υπεροχή στην Ανατολική Μεσόγειο μετά τον πόλεμο.[58] Έτσι, σταδιακά, οι συμμαχικές πιέσεις στην Τουρκία μειώθηκαν και τελικώς έπαυσαν ολοκληρωτικά μετά τον Φεβρουάριο του 1944.

Η επιθετικότητα της Σοβιετικής Ένωσης

Στις 19 Μαρτίου, η Σοβιετική Ένωση κατήγγειλε και επίσημα την τουρκο-σοβιετική συνθήκη του 1925 ενώ τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ο Στάλιν πραγματοποίησε μια ευθεία καταγγελία κατά της συνθήκης του Μοντρέ, χαρακτηρίζοντάς την ακατάλληλη.[59] Η σοβιετική επιθετικότητα προκάλεσε έντονες ανησυχίες, οι οποίες εντάθηκαν όταν οι σοβιετικές δυνάμεις κατέλαβαν τη Βουλγαρία, τον Σεπτέμβριο του 1944. Τελικά, οι τουρκικές ανησυχίες καταλάγιασαν κάπως ύστερα από τις βρετανικές προσπάθειες εγκαθίδρυσης μια σταθερής κυβέρνησης στην Ελλάδα. Η Τουρκία, μπροστά στη σοβιετική αναθεωρητική απειλή, αναγνώρισε τα κοινά συμφέροντά της με τη Μεγάλη Βρετανία και την Ελλάδα και, έτσι, από τον Νοέμβριο του 1944, εγκατέλειψε οποιαδήποτε αξίωση είχε για τα Δωδεκάνησα.[60]

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι η Τουρκία κατάφερε να αποφύγει την είσοδο στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ενώ, όταν πλέον η νίκη των Συμμάχων ήταν προδιαγεγραμμένη, διέκοψε και επισήμως τις διπλωματικές της σχέσεις με τη Γερμανία, στις 2 Αυγούστου 1944. Τέλος, η Τουρκία, ύστερα από την απόφαση των Συμμάχων στη Γιάλτα ότι η ένταξη στον ΟΗΕ θα περιοριζόταν στα κράτη που πολέμησαν στο πλευρό των Συμμάχων, κήρυξε τον πόλεμο στη Γερμανία στις 23 Φεβρουαρίου 1945.[61]

Συμπεράσματα

Η εξωτερική πολιτική του τουρκικού κράτους των τελευταίων χρόνων έμοιαζε αρκετά με αυτή της περιόδου του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Η Τουρκία ακολούθησε μια πολιτική ίσων αποστάσεων ανάμεσα στη Ρωσία και τις ΗΠΑ, προσπαθώντας να ικανοποιήσει και τον χωροφύλακα και τον αστυφύλακα (γεγονός που δικαιολογούσε σε μεγάλο βαθμό τη χρήση του όρου «επιτήδειος ουδέτερος» από πολιτικούς αναλυτές και διεθνολόγους της χώρας μας).

Αλλά οι τελευταίες εξελίξεις στην παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα, και ιδιαίτερα ο πόλεμος ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν, φαίνεται πως αλλάζουν άρδην την τουρκική γεωστρατηγική πολιτική. Σε αντίθεση με το παρελθόν, βρισκόμαστε μπροστά σε έναν πολυπολικό κόσμο, στον οποίο η Τουρκία δεν απειλείται από κανέναν και, αντιθέτως, επιθυμεί να παίξει ηγεμονικό ρόλο με αναθεωρητικές βλέψεις.

Έχοντας υπόψη μας τα προαναφερθέντα, μπορούμε να ισχυριστούμε με βεβαιότητα ότι η χρήση του όρου επιτήδειος ουδέτερος για την Τουρκία είναι πλέον παρωχημένος και δεν μπορεί να τη χαρακτηρίζει.



[1] Frank Weber, Ο επιτήδειος ουδέτερος, μτφρ. Εύη Νάντσου, Θετίλη, Αθήνα 1985, 309 σ.

[2] Ahmet Davutoğlu, Το Στρατηγικό Βάθος. Η Διεθνής Θέση της Τουρκίας, μτφρ Ν. Ραπτόπουλος,

Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2010, σ. 123 Την ίδια άποψη περί ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής εκφράζει και ο καθηγητής ιστορίας Erik Zürcher. βλ. Erik Ζürcher, Σύγχρονη ιστορία της Τουρκίας, μτφρ. Β. Κεχριώτης, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2004, σ. 269.

[3] Χαρακτηριστικά ο ιστορικός Erik Zürcher αναφέρει ότι στη μνήμη της τουρκικής πολιτικής ελίτ υπήρξε βαθιά χαραγμένος ο τρόπος που η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε επιτρέψει να χρησιμοποιηθεί ως γερμανικό εργαλείο κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: Erik Ζürcher, ό.π. σ. 274.

[4] Osman Yalcin, "İkinci Dunya Savaşında İsmet İnonu ve Churchill Arasında Yapılan Adana

Goruşmesi.", Ataturk Yolu Dergisi, 12.47 (2011) 701-731, σ. 705.

[5] Βύρων Θεοδωρόπουλος, Οι Τούρκοι και Εμείς. Α΄ τόμος, Καθημερινές Εκδόσεις, Αθήνα 2018, σ. 121

[6] Mevlut Celebi, "Ataturk Donemi ve Sonrasında Turkiye-İtalya İlişkilerini Etkileyen Faktorler." Ataturk Araştırma Merkezi Dergisi 31.91 (2015): 69-92.

[7] William Hale, Τουρκική Εξωτερική Πολιτική 1774-2000, μτφρ. Ρ. Βασιλάκη & Σ. Σφυρόερα, Εκδόσεις Πεδίο, Αθήνα 2016, σ. 95

[8] Άγγελος Συρίγος, Ελληνοτουρκικές σχέσεις, Πατάκη, Αθήνα 2014, σ. 83

[9] Frank Weber, ό.π., σ. 30.

[10] Στο ίδιο, σ. 30-31.

[11] Άγγελος Συρίγος, ό.π., σ. 83-85.

[12] Erik Ζürcher, ό.π., σ. 272

[13] Selim Deringil, “The preservation of Turkey's neutrality during the second world war: 1940”, Middle Eastern Studies, 18:1, (1982) 30-52, DOI: 10.1080/00263208208700494. σ. 32-33

[14] Frank Weber, ό.π., σ. 69- 72.

[15] Άγγελος Συρίγος, ό.π., σ. 88.

[16] Frank Weber, ό.π., σ. 78.

[17] William Hale, ό.π., σ. 114.

[18] Selim Deringil, ό.π., σ. 30.

[19] Ηλίας Ηλιόπουλος, ό.π., σ. 126-127.

[20] William Hale, ό.π., σ. 114-115.

[21] Selim Deringil, ό.π., σ. 32.

[22] William Hale, ό.π., σ. 115.

[23] Frank Weber, ό.π., σ. 83.

[24] Ηλίας Ηλιοπούλου, Διεθνείς Σχέσεις της Τουρκίας 1935-1945: Η Ημισέληνος μεταξύ Βρεττανικού

Λέοντος, Γερμανικής Σβάστικας και Ρωσσικής Άρκτου, Λειμών, Αθήνα 2017, σ. 118

[25] Selim Deringil, ό.π., σ. 39

[26] Ataov Turkkaya, Turkish Foreign Policy: 1939-1945, Ankara Universitesi Siyasat, Ankara 1965, σ. 70

[27] Ηλίας Ηλιόπουλος, ό.π., σ. 121

[28] William Hale, ό.π., σ. 115-116.

[29] Selim Deringil, ό.π., σ. 34.

[30] Ηλίας Ηλιόπουλος, ό.π., σ. 119-124.

[31] Frank Weber, ό.π., σ. 96.

[32] William Hale, ό.π., σ. 115-116.

[33] Στο ίδιο, σ. 116.

[34] Γενικό Επιτελείο Στρατού, Η συμβολή της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 2009, σ. 10.

[35] Ιωάννης Κολιόπουλος, Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία 1789-1945. Από τη Γαλλική Επανάσταση μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 385.

[36] Selim Deringil, ό.π., σ. 33.

[37] Ιωάννης Κολιόπουλος, ό.π., σ. 385.

[38] Frank Weber, ό.π., σ. 198-200.

[39] Άγγελος Συρίγος, ό.π., σ. 90.

[40] William Hale, ό.π., σ.123-124.

[41] Frank Weber, ό.π., σ. 151-152.

[42] Weisband Edward, Turkish Foreign Policy, 1943- 1935: Small State and Great Power Politics, Princeton University Press, 1973, σ. 119.

[43] Στο ίδιο, σ. 122.

[44] Erik Ζürcher, ό.π., σ. 273.

[45] Osman Yalcin, ό.π., σ. 707.

[46] William Hale, ό.π., σ. 131-132.

[47] İzzet Öztoprak, "İkinci Dünya Savaşı Döneminde Adana Görüşmelerinin Askeri Yönü", Belleten 63.237 (2000): 597- 618, σ. 597.

[48] Στο ίδιο, σ. 598-599.

[49] Frank Weber, ό.π., σ. 221.

[50] William Hale, ό.π., σ. 133.

[51] İzzet Öztoprak, ό.π., σ. 612.

[52] Frank Weber, ό.π., σ. 228-229.

[53] Ηλίας Ηλιόπουλος, ό.π., σ. 141.

[54] Frank Weber, ό.π., σ. 229.

[55] Frank Weber, ό.π., σ. 249.

[56] Στο ίδιο, σ. 252.

[57] William Hale, ό.π., σ. 134.

[58] Frank Weber, ό.π., σ. 255.

[59] Στο ίδιο, σ. 138-140.

[60] William Hale, ό.π., σ. 139.

[61] Frank Weber, ό.π., σ. 138-140.

Κωνσταντίνος-Νεκτάριος Μπαλούτσος

Ιστορικός, με μεταπτυχιακές σπουδές εντοπισμένες στην ιστορία της Εβραϊκής Κοινότητας της Σμύρνης. Συντονιστής του Προγράμματος Ιουδαιο-Ελληνικού Λεξικού, που αποτελεί μέρος του Προγράμματος Εβραϊκής Γλώσσας στο Εβραϊκό Κολλέγιο Ένωσης–Εβραϊκό Ινστιτούτο Θρησκείας (HUC–JIR).

Τελευταία άρθρα από τον/την Κωνσταντίνος-Νεκτάριος Μπαλούτσος

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.