Διονύσης Σαββόπουλος
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΟ ραψωδός μιας εσωτερικής πατρίδας
Το κείμενο που ακολουθεί έχει δημοσιευτεί στο μεταθανάτιο τεύχος του Books’ Journal,τχ. 170, για τον Διονύση Σαββόπουλο. Είναι μια ευκρινής αποτίμηση της παρουσίας του. Γι’ αυτό αναδημοσιεύεται εδώ, στον ένα χρόνο από την εκδημία του.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, ο Διονύσης Σαββόπουλος έφερε στη μουσική μια νέα σύνθεση, τη δυναμική του ροκ ενωμένη με τη λαϊκή παράδοση και την ποίηση που τραγουδιέται χωρίς να χάνει το βάθος της. Έγραψε ο ίδιος τη μουσική και τους στίχους του, δημιουργώντας ένα προσωπικό ύφος όπου η λόγια σκέψη συνυπάρχει με το βιωματικό, το σαρκαστικό, το τρυφερό. Οι στίχοι του, συχνά αλληγορικοί, πλούσιοι σε συμβολισμούς και κοινωνικούς υπαινιγμούς, κατάφεραν να προτείνουν μια νέα αισθητική αντίληψη απελευθερώνοντας το τραγούδι από τον ηρωικό διδακτισμό και την μεγαλοστομία.
Για όσες γενιές αγάπησαν τα τραγούδια του, ο Νιόνιος λειτούργησε σαν αρχαίος ραψωδός. Ένας Αρχίλοχος της εποχής μας, αποδομητής, ανατρεπτικός, παραμυθάς. Έπαιρνε το βλέμμα μας μακριά από τον όχλο, από τις μάζες, και το συγκέντρωνε σε ένα πρόσωπο, σε μια τρυφερή ανθρώπινη κατάσταση. Δεν υπήρξε ποτέ «αριστερός» με την κομματική έννοια, υπήρξε καλλιτέχνης. Μπορεί να σαρκάζει, να αυτοπαρωδείται, να χρησιμοποιεί τα σχήματα της Αριστεράς με το σουλούπι τού περιπλανώμενου ιδεολόγου, αλλά παρέμενε ελεύθερος, δεν φόρεσε ποτέ κομματικό ένδυμα, δεν έγινε ποτέ επενδυτής σε ιδεολογίες.
Όπως όλοι οι αληθινά σημαντικοί δημιουργοί, ο Σαββόπουλος στεκόταν πάνω από την εποχή του, πέρα από τη μόδα, με μια αισθητική που λειτουργούσε ως φυσική άμυνα απέναντι σε κάθε ανελεύθερη ιδεολογία. Αυτή η στάση δεν ήταν ιδεολογική, αλλά υπαρξιακή: είναι ο καλλιτέχνης ο οποίος αναζητά το ρυθμό που κυβερνά τους ανθρώπους, «γίγνωσκε δ’ οἷος ῥυσμὸς ἀνθρώπους ἔχει», όπως έγραψε ο Αρχίλοχος.
Από τα πρώτα κιόλας τραγούδια του Φορτηγού, ο Σαββόπουλος έγραφε σαν να μην υπήρχε κοινό· σαν να μην τον ενδιέφερε η αποδοχή. Έγραφε γιατί δεν υπήρχε τίποτε πιο σημαντικό από την αλήθεια. Τα τραγούδια του δεν νοιάζονταν για την «ευγένεια» της διατύπωσης κι αυτό τα έκανε τρομακτικά αληθινά, γιατί φανέρωναν έναν κόσμο πιο αυθεντικό από τον «επίσημο». Και μέσα απ’ αυτήν τη γυμνή αμεσότητα γεννήθηκε μια νέα ποιητική γλώσσα που χώρεσε όσα δεν μπορούσαν να ειπωθούν με ρητορικές φανφάρες.
Το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1960 φέρνει βαθιές αλλαγές στην πολιτική, την κοινωνία και την οικονομία – πριν όλα αυτά ανακοπούν από τη δικτατορία, το επόμενο ελληνικό δράμα. Τότε ακριβώς, κατεβαίνει από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα ένας αλλόκοτος τύπος με κιθάρα και ειρωνεία, ένας «τρελός ποιητής», που μετατοπίζει το βλέμμα από το ηρωικό και απρόσωπο πνεύμα της Αριστεράς στον προσωπικό ρεαλισμό και στη σύγχρονη ζωή. Αυτή η λοξή, απείθαρχη ματιά υπήρξε η μεγαλύτερη συμβολή του στην αισθητική ιστορία της χώρας.
Η τόλμη και η πρωτοτυπία του θα προκαλέσουν εντύπωση τα χρόνια της δικτατορίας κι έναν εκρηκτικό θαυμασμό στη μεταπολίτευση. Είτε υμνημένος είτε λοιδορημένος, ο Σαββόπουλος έμενε πάντα στο προσκήνιο, σαν μια παρεξηγημένη παρουσία. Μα η ίδια του η τέχνη στηρίχθηκε πάνω στην παρεξήγηση, γιατί έτσι μπορούσαν να ειπωθούν όσα δεν λέγονται με κολακείες.
Τα τραγούδια του ύμνησαν τη μικρή, καθημερινή περιπέτεια του ανθρώπου. Του ανθρώπου που δεν χωρούσε ούτε στα χαρακώματα των επαναστάσεων ούτε στις τάξεις των «ένοπλων ονείρων». Στον υπερφίαλο, ψευδεπίγραφο κόσμο της Αριστεράς, όπου οι ήρωες έχουν μετατραπεί σε διδακτέα ύλη, ο Σαββόπουλος αντιπρότεινε το μέτρο. Αντί για υπερανθρώπους, έφερε στο προσκήνιο τον απλό, μετριοπαθή άνθρωπο που ζει, αμφιβάλλει και συνεχίζει. Και όπως κάθε πραγματικά ανατρεπτική δύναμη, έτσι κι εκείνος απέκτησε εχθρούς.
Στάθηκε πάντα ανάμεσα στο φως και τη σκιά. Είπε πράγματα που ενόχλησαν, υποστήριξε απόψεις που δίχασαν. Μα αυτό είναι το τίμημα όσων υπηρετούν πραγματικά την τέχνη: να μη φοβούνται τη φθορά, να μη χαρίζονται στο χρόνο.
Ο Σαββόπουλος υπήρξε αστός, όχι αριστερός. Αστός με την έννοια που του δίνει ο Κωστής Παπαγιώργης: «ο αστός είναι εκείνος που διάγει γλαφυρόν και αστείον βίον, έχει ήμερον και αστείον ήθος, είναι λεπτός στην έκφραση - αστειολόγος». Ένας αστός με τα όλα του· κι ένας ποιητής που μέσα από τα τραγούδια του μας έμαθε πως η τέχνη είναι η πιο ευγενική μορφή της ελευθερίας.
Η θεματολογία των τραγουδιών του Σαββόπουλου είναι ένα μείγμα μύθων, ιστορίας και καθημερινότητας. Στο έργο του, η παράδοση συνομιλεί με το παρόν και η φαντασία γίνεται εργαλείο αυτογνωσίας. Οι στίχοι του κινούνται ανάμεσα στο πραγματικό και το ονειρικό, συνδέοντας την ελληνική εμπειρία με το διαχρονικό ανθρώπινο βίωμα.
Ο Σαββόπουλος ξεκινά να αφηγείται τα γεγονότα για να τα μεταμορφώσει. Κάθε του τραγούδι είναι μια μικρή αφήγηση, ένα φαντασμαγορικό παραμύθι όπου το στιγμιότυπο διαστέλλεται, αποκτώντας τον όγκο και την πυκνότητα μιας ζωής ολόκληρης. Μέσα στις λέξεις του συνυπάρχουν θρήνοι και θρίαμβοι, κακίες και αγάπες, ειρωνεία και τρυφερότητα, όλα περασμένα σε μια γλώσσα φορτισμένη από ζωή, αποσπασμένη από τα γεγονότα, ντυμένη με την ουτοπία του δημιουργού της.
Από τις πρώτες του συνθέσεις διακρίνεται η ανάγκη να δώσει φωνή σε μια γενιά που ένιωθε να πνίγεται μέσα στα όριά της και αναζητούσε «και μια ελευθερία ζόρικια ...». Ο νεανικός έρωτας της «Συννεφούλας» ακούγεται σαν πρόωρη εξομολόγηση της επιθυμίας να ζήσεις αλλιώς. Η φράση «και τριγύρνα μ’ όσους θέλεις κάθε βράδυ» ακούστηκε σαν ριπή ελευθερίας μέσα σε μια χώρα που φοβόταν ακόμη και τη σκιά της, σε μια κοινωνία που δεν άντεχε τη γυναικεία ελευθερία, ούτε καν ως μελωδία...
Αντίστοιχα, στο Φορτηγό (1966), η διάθεση υπέρβασης των παλιών αξιών είναι εμφανής. Στο τραγούδι «Οι παλιοί μας φίλοι», τα παλιά τραγούδια λειτουργούν ως σύμβολο ενός κόσμου που φθίνει, μιας εποχής που κλείνει τον κύκλο της. Ο Σαββόπουλος αποχαιρετά εκείνη τη ρομαντική αλλά πνιγηρή παράδοση, σηματοδοτώντας μιαν εσωτερική, οντολογική ρήξη, διόλου πολιτική. Η πρόθεσή του, ως γνήσιου ανατρεπτικού, δεν είναι η ανατροπή αλλά η αποκάλυψη. Να βγάλει το μέσα προς τα έξω και να το απελευθερώσει στο φως.
Η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963, όπως έχει αφηγηθεί ο ίδιος, υπήρξε ένα από τα γεγονότα που τον συγκλόνισαν και τον ώθησαν να αναζητήσει τη δική του φωνή. Κι η δική του φωνή στεγαζόταν στη μουσική, ούτε στο κόμμα ούτε σε κοσμοσωτήριες ιδεολογίες. Ο Σαββόπουλος δεν χρησιμοποίησε ποτέ την τέχνη ως όχημα προπαγάνδας, δεν τραγουδούσε προκηρύξεις, χρησιμοποίησε τη μουσική ως τρόπο λύτρωσης. Με τους στίχους του συνομιλούσε με την εποχή του, την κατέγραφε και ταυτόχρονα την υπερέβαινε. Δημιουργούσε έναν δικό του κόσμο, όπου η ποίηση, ο λόγος και η καθημερινότητα συνυπάρχουν αρμονικά, με τη γλώσσα να διατηρεί την καθαρότητα της λαϊκής σοφίας και τη διαύγεια του στοχασμού.
Κατά τη γνώμη μου, ο Σαββόπουλος δεν υπήρξε ποτέ «πολιτικός» δημιουργός με τη στενή έννοια. Όσοι τον κατηγοριοποίησαν έτσι, απλώς δεν κατάλαβαν το εύρος του. Η τέχνη του δεν στράφηκε εναντίον του συντηρητισμού αλλά εναντίον της ιδεολογικής σκλαβιάς, εκείνης που φοριέται σαν κομματικό αμπέχονο . Ο δρόμος του ήταν ο προάγγελος «μιας ελεύθερης και πλούσιας ζωής», χωρίς ιδεολογικές ενοχές και χωρίς τις ηθικές δεσμεύσεις που συνόδευαν τη μεταπολεμική συνείδηση.
Ο Σαββόπουλος δεν εγκολπώνεται την Αριστερά ούτε οποιοδήποτε κόμμα. Μέσα από τη μουσική και τον στίχο του αναζητά έναν τρόπο ύπαρξης που να μην περιορίζεται από «νέους αγώνες». Στο τραγούδι «Η θανάσιμη μοναξιά του Αλέξη Ασλάνη», η φράση «και το κόμμα με τραβάει απ’ το μανίκι» είναι εξομολογητική, είναι ο τόνος ενός ανθρώπου που νιώθει να τον πνίγει η κομματική πειθαρχία ενώ ο ίδιος ζητά την ατομική του ανάσα. Η επιλογή του ήρωα, του Αλέξη Ασλάνη, ενός ανθρώπου εγκλωβισμένου ανάμεσα στη διαμαρτυρία και την απομόνωση, δείχνει καθαρά πως ο Σαββόπουλος δεν κόπτεται για μια «μεγάλη Αριστερά» ούτε για «το κόμμα» ως πρωταγωνιστές, αλλά για τον άνθρωπο που ζει μέσα στο σύστημα και ταυτόχρονα έξω απ’ αυτό. Στο επίκεντρο δεν βρίσκεται η ιδεολογία αλλά η μοναξιά, η καθημερινή αδικία, η φθορά της ελπίδας, με δυο λόγια το δράμα του προσώπου απέναντι στις αφηρημένες συλλογικότητες. Αυτή η μετατόπιση, από την πολιτική στο υπαρξιακό, από το «εμείς» στο «εγώ», είναι που καθορίζει τη βαθύτερη φυσιογνωμία του Σαββόπουλου. Πάνω απ’ όλα, υπήρξε ένας δημιουργός που διεκδίκησε το δικαίωμα να υπάρχει μέσα σε μια διαρκή μετάβαση, από τον έφηβο των εξόριστων ονείρων στον ώριμο στοχαστή που αναμετριέται με το χρόνο. Είδε την τέχνη του σαν αποστολή σωτηρίας παραδίδοντάς μας ένα έργο που καταγράφει την πορεία του ελληνισμού μέσα από τη ματιά ενός ανθρώπου ο οποίος επέλεξε, με συνέπεια, την ελευθερία της ψυχής έναντι της πειθαρχίας του δόγματος. Ενός ανθρώπου που επέλεξε να τον θυμόμαστε ως καλλιτέχνη της πατρίδας κι όχι σαν καλλιτέχνη του κόμματος.
Ένας από τους λόγους που δεν με έκαναν ποτέ να αμφιβάλλω για τον Σαββόπουλο ήταν το ότι δεν έγινε ποτέ εξ ολοκλήρου αποδεκτός. Δεν κολάκεψε το κοινό του, δεν έστρεψε το βλέμμα του στο αιώνιο, δεν μεγαλοπιάστηκε με τη σωτηρία του κόσμου. Κοιτούσε το χρόνο κατάματα και έκανε τη φθορά ποίηση: «μα ο χρόνος ο αληθινός είναι ο γιος μας ο μεγάλος κι ο μικρός». Πότε μελαγχολικά και πότε πανηγυριώτικα, πάντα έξω καρδιά, χωρίς κλάψες και ψεύτικες εξάρσεις. Δεν βολεύτηκε ποτέ ούτε στο θαυμασμό ούτε στην απόρριψη. Προτίμησε τη μοναξιά του ανθρώπου που προχωρά, έχοντας καταλάβει, από ένστικτο και γνώση, ότι η αλήθεια δεν ζει στα άκρα αλλά σ’ εκείνη τη λεπτή μεθόριο όπου αρχίζει η τέχνη.
Για μένα, το μέτρο του Σαββόπουλου υπήρξε πάντα η καλλιτεχνική του άρνηση να γίνει «ιερό τέρας». Δεν «χτίστηκε» πάνω σε δάφνες, αλλά πάνω σε αντιφάσεις, συγκρούσεις και ρήξεις. Ήξερε πως τα πράγματα δεν σώζονται με ύμνους και καταγγελίες αλλά με στίχους που αντέχουν στη σιωπή. Το τραγούδι του δεν υπήρξε ποτέ ύμνος ούτε καταγγελία αλλά η έκφραση της αγωνίας μιας ολόκληρης χώρας, από τη μεταπολεμική φτώχεια ώς τη μεταπολιτευτική αυτάρκεια, από την αυλή της γειτονιάς ώς τη μεγάλη σκηνή της Ιστορίας. Στους δίσκους του καθρεφτίζεται μια ολόκληρη διαδρομή ζωής, από το ανέμελο Φορτηγό ως το μελαγχολικό Βρώμικο ψωμί και τα Τραπεζάκια έξω που γίνονται σχεδόν προσευχή. Κάθε φορά, η Ελλάδα αλλάζει πρόσωπο κι εκείνος αλλάζει ρυθμό, μα όχι πυξίδα. Μένει πιστός στο βλέμμα που βλέπει τον κόσμο μέσα από τον άνθρωπο, όχι το αντίθετο.
Ανάμεσα σ’ εκείνους τους σταθμούς ξεχωρίζει Το κούρεμα, ίσως το πιο παρεξηγημένο αλλά και το πιο θαρραλέο έργο του. Εκεί ο Σαββόπουλος αποδομεί τον ίδιο του τον μύθο. Δεν τραγουδά πια για να εμπνεύσει, αλλά για να καθαρίσει τον εαυτό του από τις ενοχές και τις προσδοκίες που του φόρτωσαν. Στο Κούρεμα οι στίχοι του γίνονται πικροί, ειρωνικοί, αυτοσαρκαστικοί. Είναι η φωνή ενός ανθρώπου ο οποίος έχει κουραστεί να είναι το σύμβολο ενός κοινού που ο ίδιος αρνιόταν, ο οποίος απηύδησε από ένα ρόλο που τον βάραινε κάθε φορά που τον χειροκροτούσαν.
Η κοινωνία της μεταπολίτευσης δεν συγχώρεσε εύκολα εκείνον που τόλμησε να σταθεί μπροστά στον καθρέφτη και να κουρευτεί μόνος του. Γιατί το «κούρεμα» ήταν μια πράξη αυτογνωσίας, ένα ξεγύμνωμα. Κι όπως συμβαίνει πάντα, όποιος τολμά να δει καθαρά το είδωλό του πληρώνει το τίμημα. Πολλοί είδαν προδοσία εκεί όπου υπήρχε τόλμη και γενναιότητα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που αποκάλεσαν την παρρησία προδοσία. Παρ’ όλα αυτά, μέσα απ’ αυτή τη ρήξη γεννήθηκε μια δεύτερη δημιουργική περίοδος. Ο Σαββόπουλος έδειξε πως η αληθινή συνέπεια δεν είναι να επαναλαμβάνεις τον εαυτό σου, αλλά να τολμάς να τον αμφισβητείς.
Γι’ αυτό και η «Συννεφούλα» του δεν γέρασε, ούτε τα τραγούδια του. Είναι ακόμα εδώ, σαν σύντροφοι του χρόνου που μας θυμίζουν ότι η ποίηση μπορεί να γελάσει, να αμφισβητήσει, να συγκινήσει χωρίς να εξηγεί. Ο Σαββόπουλος δεν έντυσε ποτέ τις λέξεις του με προθέσεις, τις άφησε να είναι αυτό που είναι: «κομμάτια κι αποσπάσματα» της ζωής μας. Τραγούδησε την εποχή του και, χωρίς να το επιδιώξει, την ξεπέρασε.
Στην ουσία, ο Σαββόπουλος έγραψε το χρονικό μιας εσωτερικής πατρίδας. Την Ελλάδα που δεν συμβαδίζει πάντοτε με την πολιτική της ιστορία, αλλά ζει μέσα στα σπίτια, στις φωνές, στα πρόσωπα, στις ενοχές και στις χαρές των ανθρώπων. Αυτή την Ελλάδα, τη συναισθηματική, την αλλοπρόσαλλη, την ευάλωτη, υπηρέτησε με τους στίχους του. Και γι’ αυτό, μισόν αιώνα μετά, εξακολουθεί να ακούγεται σαν ζωντανός συνομιλητής.
Στους δίσκους του υπάρχει η αφήγηση μιας εποχής, υπάρχει η ψυχογραφία της ελληνικής ταυτότητας, ο ρομαντισμός που αναμετριέται με την απογοήτευση, η πίστη που συνυπάρχει με τη σάτιρα, το θείο που ακουμπά το ανίερο. Ο Σαββόπουλος ανήκει σ’ εκείνη τη μικρή κατηγορία καλλιτεχνών που μπορούν να μιλούν για το χρόνο χωρίς να παλιώνουν. Γιατί το τραγούδι του δεν εξαρτάται από τις περιστάσεις, έχει γίνει τρόπος σκέψης, τρόπος ύπαρξης. Η μεγαλύτερη συμβολή του είναι πως μας έκανε να δούμε τη ζωή σαν αφήγηση, να πιστέψουμε ότι η καθημερινότητα έχει ποιητικό βάθος. Μας θυμίζει ότι το τραγούδι στηρίζεται στην ικανότητά μας να ερμηνεύουμε τα μικρά, να διασώζουμε το άυλο. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που ο Σαββόπουλος δεν παλιώνει. Γιατί δεν τραγούδησε τον εαυτό του, αλλά το βλέμμα του προς τον κόσμο. Γιατί δεν έντυσε τις λέξεις με συνθήματα, αλλά με απορίες. Και γιατί, πίσω απ’ τον ειρωνικό τόνο του, έκρυβε πάντα μια βαθιά πίστη στον άνθρωπο.
Ο Διονύσης Σαββόπουλος: Ένας ραψωδός που τόλμησε να περάσει από την ιστορία μέσα στη συνείδηση. Ένας άνθρωπος που μίλησε τραγουδώντας και είπε την αλήθεια.
Μέρες δικτατορίας
Φτάσαμε στη Χέυδεν, βρήκαμε το 4, Rodeo έγραφε απ’ έξω, η Αργυρώ, ο Νίκος κι εγώ κατεβήκαμε αρκετά σκαλιά, ήταν εντελώς υπόγειο. Eίχε καθισμένους, ένα πάλκο με μικρόφωνα και όργανα. Καθίσαμε κι εμείς όχι στο πρώτο τραπέζι το οποίο ήταν τόσο ωραίο και με άνετες πολυθρόνες μπαμπού που φανταστήκαμε ότι θα ήταν προορισμένο για κάποιον.
Σε λίγο ήρθε ένας μικρόσωμος ξανθός νεαρός με την κιθάρα του, έμοιαζε ξένος, όμως αργότερα μάθαμε ότι λεγόταν Βαγγέλης Γερμανός. Τραγούδησε δυο τρία αγγλικά τραγούδια, μάλλον του Ντύλαν. Αναγνωρίσαμε το The Times They Are a-Changin. Σε λίγο έφυγε, η προθέρμανση είχε γίνει, στο μεταξύ το μαγαζί είχε γεμίσει, δεν χωρούσε και πολλούς. Ανέβηκαν στη σκηνή τέσσερις σωματώδεις, γνωρίζαμε ότι ήταν τα μέλη της ορχήστρας, τα Μπουρμπούλια, δεν γνωρίζαμε τα ονόματά τους, ίσως μόνο του πιο εντυπωσιακού στην εμφάνιση, του ντράμερ. Άρχισαν να παίζουν την εισαγωγή ενός τραγουδιού. Στη διάρκειά της εμφανίστηκε ο Διονύσης Σαββόπουλος. Τον είχα δει αρχές του 1966, ήταν τελείως διαφορετικός. Τώρα είχε μακριά μαλλιά, συγχρόνως όμως αυτά είχαν υποχωρήσει και είχαν αφήσει γυμνό το μέτωπό του. Ήταν πολύ αδύνατος. Μπήκε στο τραγούδι αμέσως: Τα ξεπούλησα φτηνά, το χαλί μου, τα ρούχα και το μπρίκι. Είμαι άρρωστος παιδιά, ο γιατρός με συμβούλεψε ταξίδι.
Πόσο ταίριαζαν οι απόψεις μας με τους στίχους αυτούς. Τέλος του 1969, η πιο μαύρη εποχή της δικτατορίας. Δύο προσπάθειες που είχαμε κάνει με μια ευρύτερη παρέα είχαν αποτύχει και είχαν σταματήσει από την αστυνομία.
Διέξοδο βλέπαμε μόνο σε μια κατάσταση χιπισμού. Το τραγούδι μάς ξεσήκωσε. Ακολουθήσαν η υπέροχη «Θαλασσογραφία», το «Περιβόλι του τρελού», η «Θεία Μάνου», το «Βρώμικο ψωμί», η «Μαύρη θάλασσα» και ο «Μπάλλος».
Φεύγοντας αισθανόμασταν ότι είχαμε ζήσει μια σπουδαία στιγμή, εκείνη της στροφής του ελληνικού τραγουδιού. Το προπαγανδιστικό τραγούδι της Αριστεράς ή το τραγούδι πολιτικό μήνυμα τέλειωνε. Ο Μίκης δεν πουλούσε πια, αν και έκανε μεγάλες συναυλίες. Το δικό μας τραγούδι με ερμηνευτή τον Σαββόπουλο είχε νικήσει.
Τι θέλει να πει ο ποιητής;
Η σχέση μου με την ποίηση ήταν πάντοτε κουτσή. Μια σχέση που δεν προχώρησε ποτέ σε κάτι πιο ουσιαστικό. Μερικά ποιήματα με άγγιξαν, αλλά μόνο για λίγο, μέχρι να τα ξαναβάλω στο ράφι και να μην ξαναασχοληθώ μαζί τους. Αναγνώριζα την αξία τους και την ομορφιά τους, αλλά δεν κατόρθωνα να τα εντάξω πραγματικά στη ζωή μου. Ήταν σαν ένα όμορφο πουκάμισο, που δεν μπορείς να το συνδυάσεις με κανένα από τα ρούχα που φοράς: το βλέπεις, το θαυμάζεις, αλλά το βάζεις στην ντουλάπα σου, οπότε στέκεται σε πλήρη αχρηστία και κάποια στιγμή το ξεχνάς. Για αυτή μου την αναπηρία κατηγορώ ανοιχτά, χωρίς περιστροφές, το σχολείο. Όταν σκέφτομαι πώς διδάχτηκα την ποίηση στα χρόνια του σχολείου, συνειδητοποιώ ότι έχει εντυπωθεί βαθιά μέσα μου η ερώτηση: τι θέλει να πει ο ποιητής; Η κλασική ερώτηση που θέτει ο δάσκαλος όταν ζητά από τους μαθητές να ανακαλύψουν και να ερμηνεύσουν το νόημα που κρύβεται πίσω από ένα στίχο. Με λίγα λόγια, μια πρακτική που δηλώνει ότι ένα ποίημα κρύβει ένα και μοναδικό νόημα και πως αυτό δεν μπορείς να το βρεις μόνος σου, αλλά χρειάζεσαι τη βοήθεια του πάνσοφου δασκάλου.
Δεν είναι τυχαίο ότι η ερώτηση αυτή έχει γίνει στερεότυπο, σχεδόν ανέκδοτο. Έχει ενσωματωθεί στη γλώσσα μας και χρησιμοποιείται με ειρωνεία όταν θέλει να περιγράψει κάποιον ο οποίος μιλάει ή γράφει με τρόπο τόσο μπερδεμένο και δυσνόητο σε σημείο που κανένας να μην καταλαβαίνει τι ακριβώς θέλει να πει ο ποιητής, είτε πρόκειται για τον συνομιλητή μας είτε για έναν συγγραφέα.
Τελικά, ίσως αυτή η ανολοκλήρωτη σχέση μου με την ποίηση να μην οφείλεται στο ίδιο το ποίημα, αλλά στην αίσθηση ότι είναι κάτι ξένο από τη δική μου ζωή και ότι δεν είμαι επαρκής αναγνώστρια.
Δεν έχω καμία πρόθεση να υποτιμήσω την καλή διάθεση και την προσπάθεια που κατέβαλλαν οι δάσκαλοι της γλώσσας και της λογοτεχνίας να μεταδώσουν τις γνώσεις τους. Ας μην ξεχνάμε ότι και αυτοί κάποτε κάθισαν στα θρανία και προσπάθησαν να δώσουν μια απάντηση σε αυτή την ερώτηση. Οπότε, μέσα από τη δική τους μαθητεία, σχημάτισαν ισχυρές αντιλήψεις για το πώς γίνεται η διδασκαλία. Έτσι, όταν πήραν πια στα χέρια τους, ως εκπαιδευτικοί, το τιμόνι της τάξης, μετέφεραν τις δικές τους σχολικές εμπειρίες στους δικούς τους μαθητές. Και όλα αυτά γίνονταν σε εποχές όπου η επιμόρφωση δασκάλων δεν υπήρχε καν ως όρος. Ευτυχώς όταν, ως φιλόλογος, πήρα το τιμόνι της τάξης στα χέρια μου για να διδάξω ελληνικά σε ξένους, η επιμόρφωση δασκάλων, που ήταν πιασμένη χέρι χέρι με την εφαρμοσμένη γλωσσολογία, είχε εδραιωθεί στην επαγγελματική ζωή των εκπαιδευτικών. Παρακολούθησα μια σειρά σεμιναρίων τα οποία επαναπροσδιόρισαν μέσα μου το ρόλο του δασκάλου και τη σχέση του με την τάξη. Σε κάποιο από αυτά έμαθα ποιος είναι ο δάσκαλος σύμφωνα με τον Μπρους Λι, ο οποίος, ως κορυφαίος δάσκαλος πολεμικών τεχνών, είχε συλλάβει από πολύ νωρίς τη σημασία του ρόλου του. Ένας ορισμός που, πραγματικά, μου άνοιξε τα μάτια:
Ο δάσκαλος δεν είναι αυτός που δίνει την αλήθεια. Είναι ένας οδηγός προς την αλήθεια, που κάθε μαθητής πρέπει να βρει μόνος του. Ο δάσκαλος δεν μπορεί να είναι κολλημένος σε μια ρουτίνα. Κάθε στιγμή απαιτεί ένα ευαίσθητο μυαλό, το οποίο αλλάζει συνεχώς και προσαρμόζεται συνεχώς.
Σε άλλο σεμινάριο έμαθα ότι η ανάγνωση του κόσμου προηγείται της ανάγνωσης της λέξης. Εκεί πια εμπέδωσα μέσα μου ότι, από τη στιγμή που το ποίημα φεύγει από τα χέρια του δημιουργού του, τυπώνεται και φτάνει στα χέρια του αναγνώστη, ο ποιητής αποσύρεται και το λόγο έχει αυτός που το διαβάζει. Κάθε αναγνώστης έχει το δικαίωμα να το «ξαναγράψει» μέσα από τις δικές του εικόνες και εμπειρίες. Κάθε ποίημα γίνεται ένας γρίφος, ένα αστυνομικό πρόβλημα, που δεν μπορεί να επιλυθεί χωρίς την προσωπική συμμετοχή τού κάθε αναγνώστη. Κάθε ποίημα ανοίγει μια πύλη στον κόσμο του αναγνώστη, αλλά η είσοδος σε αυτόν τον κόσμο είναι μοναδική και εξαρτάται από τις προσωπικές του εμπειρίες. Δεν είναι μόνο οι λέξεις που αραδιάζει ο ποιητής, αλλά και η ερμηνεία που εμείς κουβαλούμε μαζί μας.
Η ποίηση είναι ένα προσωπικό ταξίδι
Η κατανόηση της ποίησης δεν είναι ένα αντικειμενικό συμπέρασμα, ούτε αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο μιας ομάδας ειδικών. Είναι ένα προσωπικό ταξίδι, το οποίο ο καθένας πραγματοποιεί με τη βοήθεια, με τα εφόδια που του έχουν δώσει η προσωπική του ιστορία, τα βιώματά του, οι αδυναμίες, οι δεξιότητές του, η σχέση που έχει αναπτύξει με τα άλλα είδη τέχνης. Αυτό που οφείλει να κάνει ο δάσκαλος είναι να πάρει από το χέρι τον κάθε μαθητή, την κάθε μαθήτριά του χωριστά και να τον/την βοηθήσει να βρει τη δική του / τη δική της μαντλέν που πυροδοτεί τη μνήμη, να ανακαλύψει εκείνο το προσωπικό ερέθισμα που θα τον/την φέρει κοντά στο ποίημα. Όταν ο μαθητής ή η μαθήτρια συνδέσει την ποίηση με κάτι δικό του/της, μια ανάμνηση, μια εικόνα, μια εμπειρία, παύει να βλέπει την ποίηση σαν κάτι απόμακρο και ξένο. Την πλησιάζει χωρίς το φόβο της μίας και μοναδικής ερμηνείας. Ο δάσκαλος δεν είναι ο κάτοχος της μίας και μοναδικής αλήθειας. Είναι ο σκηνοθέτης της συνάντησης ανάμεσα στο μαθητή και το ποίημα. Ίσως πρέπει να είναι ένας Ηλίας Καζάν (της τάξης), ο οποίος δεν έδινε στους ηθοποιούς του μια συνταγή για το πώς να ερμηνεύσουν ένα ρόλο. Τους κινητοποιούσε να σκάψουν μέσα τους, έτσι ώστε να ανακαλύψουν ένα προσωπικό τους βίωμα, εκείνο που θα έδινε φυσικότητα στον κινηματογραφικό χαρακτήρα και θα τον έκανε αληθινό. Ο Μάρλον Μπράντο, που υπήρξε μαθητής και στενός συνεργάτης τού Ελία Καζάν, γράφει στην αυτοβιογραφία του:
Ένας από τους λόγους που ο Γκατζ (ψευδώνυμο του Καζάν) ήταν πολύ καλός σκηνοθέτης για τους ηθοποιούς ήταν επειδή μπορούσε να χειρίζεται τα ανθρώπινα συναισθήματα. Προσπαθούσε να ανακαλύψει τα πάντα για τους ηθοποιούς του και συμμετείχε συναισθηματικά σε όλες τις σκηνές. Σε πλησίαζε πριν έρθει η σειρά σου και σου έλεγε κάτι για να ξυπνήσει μέσα σου τα κατάλληλα συναισθήματα για τη σκηνή που θα γύριζες.[1]
Έχοντας αποκτήσει από τα επιμορφωτικά σεμινάρια το θεωρητικό υπόβαθρο, αποφάσισα να βγάλω το ξεχασμένο πουκάμισο από την ντουλάπα μου και να το φορέσω με αυτοπεποίθηση. Οι συζητήσεις με τη φίλη ποιήτρια Μαρία Τοπάλη στάθηκαν για μένα η κινητήρια δύναμη. Αρχίσαμε να συζητάμε για ποιήματα χωρίς την αγωνία της σωστής ερμηνείας. Με την καθοδήγησή της δεν με ενδιέφερε τι ήθελε να πει ο ποιητής, αλλά πώς ένιωσα, τι θυμήθηκα και σε ποια χαραμάδα μου εισχώρησε το ποίημα. Μέσα από αυτές τις συζητήσεις ανακάλυψα τη δική μου μαντλέν, τον κινηματογράφο. Την τέχνη η οποία μιλάει στην ψυχή μου περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη μορφή τέχνης και την παρακολουθώ από πολύ μικρή. Οι λέξεις του ποιήματος σχημάτιζαν εικόνες που τις είχα ξαναδεί σε μια οθόνη. Μέσα στους «ήρωες» ενός ποιήματος αναγνώριζα κινηματογραφικούς ήρωες. Χωρίς να το καταλάβω, οι συζητήσεις διαπέρασαν τη θωράκιση που είχα αποκτήσει από τη σχολική τάξη. Οπότε, σταμάτησα να αναρωτιέμαι τι θέλει να πει ο ποιητής και άρχισα να ψάχνω πού βρίσκεται το σημείο συνάντησης ανάμεσα σε μένα και στο ποίημα.
Έτσι, διαβάζοντας ένα αυτοτελές απόσπασμα από το ποίημα της σπουδαίας βρετανίδας ποιήτριας Άλις Όσβαλντ (Alice Oswald) «Μνημείο πεσόντων»[2], αναγνώρισα στον Έκτορα τον Αταίριαστο του Κόπολα. Περπατώντας στο βουνό με τον Σεφέρη ένα «Ωραίο φθινοπωρινό πρωινό», ποίημα από το Ημερολόγιο Καταστρώματος, Α’, τα φώτα έσβησαν και ξαναείδα μπροστά μου τη Μέρα της Μαρμότας.
Στις συζητήσεις μας για το ποίημα της Λουίζ Γκλυκ «Καθιστή Μορφή», από την ποιητική συλλογή Ο Θρίαμβος του Αχιλλέα[3], συνάντησα ξανά τον καθισμένο σε αναπηρικό καροτσάκι ήρωα του Χίτσκοκ στην ταινία Ο σιωπηλός μάρτυρας.
Όταν διαβάσαμε παρέα το ποίημα «Εικασίες σχετικές με το θέμα του Βαραββά»[4], ξαναήρθαν στην επιφάνεια τα συναισθήματα που μου δημιούργησε η ταινία Jesus Christ Superstar.
Είναι πολύτιμες οι συζητήσεις με αγαπημένες φίλες και δεινές αναγνώστριες. Συναισθήματα και εντυπώσεις που δημιουργούσε ένα ποίημα, αλλά φώλιαζαν στο περιθώριο της συνείδησης, παίρνουν σάρκα και οστά και τις βλέπουμε μπροστά μας.
Ένα μάθημα
Η αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο πλησίασα την ποίηση δεν έμεινε μόνο στο επίπεδο της ανάγνωσης, αλλά επηρέασε αποφασιστικά τη μέθοδο διδασκαλίας μου στην τάξη με τους ενήλικους αλλοδαπούς σπουδαστές μου. Στο μάθημα όπου δουλέψαμε την πρώτη στροφή από το τραγούδι/ποίημα του Διονύση Σαββόπουλου Δημοσθένους λέξις απέφυγα συνειδητά την ερώτηση τι θέλει να πει ο ποιητής και δημιούργησα ένα χώρο όπου ο κάθε σπουδαστής και η κάθε σπουδάστρια μπορούσε να καταθέσει τη δική του/της εμπειρία, τις δικές του/της εικόνες και τα δικά του/της συναισθήματα. Παραθέτω την πρώτη στροφή:
Κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή
Κανείς δεν θα με περιμένει
Οι δρόμοι θα’ ναι αδειανοί κι η πολιτεία μου πιο ξένη.
Τα καφενεία όλα κλειστά κι οι φίλοι μου ξενιτεμένοι
Αέρας θα με παρασέρνει κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή.
Η ερώτηση που έκανα ήταν απλή: Τι λειτούργησε σαν φυλακή για εσάς και γιατί;
Οι απαντήσεις ήρθαν αμέσως. Αυτές που επέστρεφαν ξανά και ξανά, διατυπωμένες διαφορετικά κάθε φορά, ήταν δύο: η οικογένεια και η γνώμη των άλλων.
Η οικογένεια: Η περίφημη φράση είμαστε πολύ δεμένη οικογένεια κρύβει προσεκτικά μια νοσηρή κατάσταση. Κανένας από εμάς δεν είναι έτοιμος να αποχωριστεί κανέναν. Η υπερβολική προστασία δεν επιτρέπει σε κανένα μέλος της οικογένειας να βγει στον έξω κόσμο και να στραβοπατήσει. Να έρθει αντιμέτωπος με μοναξιά, απογοήτευση, με συγκρούσεις εσωτερικές και εξωτερικές. Η οικογένεια είναι πάντοτε εκεί για να βάλει τσιρότο σε κάθε πληγή, με αποτέλεσμα να μην κοπεί ποτέ ο ομφάλιος λώρος.
Τι θα πουν οι άλλοι: Όταν η ανάγκη για αποδοχή, που ώς ένα βαθμό είναι φυσιολογική, γίνεται εμμονή, σε κάθε κοινωνική επαφή βρισκόμαστε υπό κρίση, κάθε συναναστροφή γεννά άγχος. Είναι αυτό το αόρατο βλέμμα των άλλων που υψώνει κάγκελα γύρω σου και χωρίς να το καταλάβεις γίνεσαι έγκλειστος με τη θέλησή σου.
Ακούγοντάς τους αισθάνθηκα ότι το ποίημα είχε κάνει τη δουλειά του. Δεν υπήρχε η παραμικρή ανάγκη να εξηγήσουμε τίποτε άλλο. Αυτή η στροφή είχε ανοίξει χώρο για όλους και ο καθένας από εμάς μπορούσε να φέρει την αποσκευή του.
Κι αυτό επειδή ούτε εμένα, ως δασκάλα, με ενδιέφερε τι ήθελε να πει ο Διονύσης Σαββόπουλος. Έτσι κατάλαβα τι εννοούσε ο Eλία Καζάν όταν έγραψε:
Δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτει η αντίδραση του σκηνοθέτη με την πρόθεση του συγγραφέα. Το πρώτο ερώτημα του σκηνοθέτη όταν προσεγγίζει ένα σενάριο δεν είναι ποια ήταν η πρόθεση του συγγραφέα, αλλά ποια είναι η δική του αντίδραση ως ανεξάρτητου καλλιτέχνη σ’ αυτό.[5]
[1] Μάρλον Μπράντο, Τραγούδια που μου έμαθε η μητέρα μου, μτφρ. Σοφία Ανδρεοπούλου και Δάφνη Βούβαλη (Αθήνα: Νέα Σύνορα - Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, 1994), σ. 238.
[2] Κυκλοφορεί στα ελληνικά σε μετάφραση Μυρσίνης Γκανά από τις εκδόσεις Μελάνι (2018).
[3] Louise Gluck, Ο Θρίαμβος του Αχιλλέα, μτφρ. Χάρης Βλαβιανός, Στερέωμα, Αθήνα 2022.
[4] Zbigniew Herbert, Τιμές στον μικρό θεό της ειρωνείας, μτφρ. Χάρης Βλαβιανός, Πατάκη, Αθήνα 2017, σ. 95.
[5] Ελία Καζάν, Για τη σκηνοθεσία, μτφρ. Νίνα Μπούρη, Πατάκη, Αθήνα 2018, σ. 29.
Δύο ανεπιτυχείς πλόες αεροστάτου: ο Αλή Πασάς και ο Σαββόπουλος
Τι κοινό μπορεί να έχει ο Μάνος Χατζιδάκις με έναν ποιητή των Ιωαννίνων που έζησε από το 1771 ώς το 1823; Ο Κ. Θ. Δημαράς ξεχωρίζει τον Ιωάννη Βηλαρά ανάμεσα στους λογίους εκείνων των χρόνων και τον συγκρίνει με το δυναμισμό και την πληθωρικότητα του Ρήγα. Το μοναδικό βιβλίο του, στα 1814, η Ρωμέικη γλώσσα, με κύριο περιεχόμενο τις γλωσσικές του θεωρίες, περιλαμβάνει, σε ζωντανό προσωπικό τόνο, και ένα σημείωμα προς τους αναγνώστες. Αφηγείται ένα περιστατικό που παρόμοιο ίσως θα είχε πέσει στην αντίληψη του Μάνου Χατζιδάκι: «Πώς ένας αυτοδίδακτος βιολιτζής έπαιζε με περισσότερη γλύκα, με περισσότερο αίσθημα από τον σοφό δάσκαλο της μουσικής. Κάποιος που είχε αρχίσει να μαθαίνει μουσική προτιμάει τον αυτοσχέδιο βιολιτζή. Αφοντότες [αποτότες] λοιπόν αφήκε σε μιαν άκρα την περίσσεια πολυμάθεια του σοφού δασκάλου του, ακολούθησε τον άτεχνο τρόπο του γείτονά του, και σ’ ολίγον καιρό έφτακε να νιώθη κι αυτός χάρη στο λάλημά του, κι όσοι τον άκουγαν».
Ελευθερία μέσα στη χούντα
Στάθης Ν. Καλύβας - Νατάσα Τριανταφύλλη, Big Bang 1970–1973: Η άνθηση του πολιτισμού στα χρόνια της δικτατορίας, Μεταίχμιο, Αθήνα 2025, 716 σελ.
Αντέχουμε να δούμε τη σχέση μας με τη δικτατορία χωρίς τις απλουστεύσεις της πιο πρόσφατης μεταπολιτευτικής μυθολογίας; Μπορούμε να παραδεχθούμε ότι η εικόνα για την κουλτούρα μας χτίστηκε εν μέρει πάνω σε έναν μύθο απόλυτης ρήξης, που μας βόλεψε πολιτικά και ηθικά, αλλά μας στέρησε αναλυτική διαύγεια και, ουσιαστικά, υπέταξε τη σκέψη μας και τις πεποιθήσεις μας σε μια αντιστασιακή τελεολογία, της οποίας «ο λαός» είναι το βασικό υποκείμενο; Το βιβλίο των Καλύβα-Τριανταφύλλη, για την άνθηση του πολιτισμού μέσα στη χούντα, μιλάει για το χτες αλλά, κυρίως για το σήμερα.
Η τέχνη της διαφορετικής ματιάς
Στάθης Ν. Καλύβας - Νατάσα Τριανταφύλλη, Big Bang 1970–1973: Η άνθηση του πολιτισμού στα χρόνια της δικτατορίας, Μεταίχμιο, Αθήνα 2025, 716 σελ.
Η σημαντικότερη αρετή του Στάθη Καλύβα, κατά τη γνώμη μου, και αυτή που τον ξεχωρίζει από σχεδόν όλους τους υπόλοιπους δημόσιους διανοούμενους της εποχής μας, δεν είναι οι σπουδές του ή η καθηγεσία στο Yale και στην Οξφόρδη. Είναι η δημιουργική φαντασία του. Αυτό που κάνει τον Καλύβα χρήσιμο για τον δημόσιο διάλογο είναι ότι βλέπει τα ιστορικά δεδομένα χωρίς τη χρήση του φίλτρου που ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου χαρακτήρισε Δημόσια Ιστορία[1]. Δεν διστάζει να κάνει ερωτήσεις που, υπό κανονικές συνθήκες, δεν πρέπει να κάνει γιατί ισοδυναμούν με αμφισβήτηση της «ορθής πίστης».
Ο δικός μου Σαββόπουλος
Είδωλο και Ημίθεος της Μεταπολίτευσης
Τρεις γενιές, μια φωνή
Ο Διονύσης Σαββόπουλος και το κοινό μας τραγούδι
Ο φίλος μας ο Σαββόπουλος
Ένα χρόνο μετά το θάνατο του Διονύση Σαββόπουλου, αναδημοσιεύουμε το κείμενο για την εκδημία του του Δημήτρη Κωστόπουλου, από το αφιερωμένο σε εκείνον τεύχος του Books' Journal. Το επόμενο διάστημα, θα αναδημοσιευτούν και άλλα κείμενά του.
Πρώτος ο Πλούταρχος κατέθεσε τον όρο «βίοι παράλληλοι», καθώς σύγκρινε τη ζωή ενός επιφανούς αρχαίου Έλληνα με έναν Ρωμαίο. Οι «παράλληλοι βίοι» διέσχισαν τους αιώνες και τελικά έφτασαν να σηματοδοτούν τη σχεδόν ταυτόχρονη χρονικά διαδρομή σημαντικών προσώπων.
Ο ραψωδός μιας εσωτερικής πατρίδας
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, ο Διονύσης Σαββόπουλος έφερε στη μουσική μια νέα σύνθεση, τη δυναμική του ροκ ενωμένη με τη λαϊκή παράδοση και την ποίηση που τραγουδιέται χωρίς να χάνει το βάθος της. Έγραψε ο ίδιος τη μουσική και τους στίχους του, δημιουργώντας ένα προσωπικό ύφος όπου η λόγια σκέψη συνυπάρχει με το βιωματικό, το σαρκαστικό, το τρυφερό. Οι στίχοι του, συχνά αλληγορικοί, πλούσιοι σε συμβολισμούς και κοινωνικούς υπαινιγμούς, κατάφεραν να προτείνουν μια νέα αισθητική αντίληψη απελευθερώνοντας το τραγούδι από τον ηρωικό διδακτισμό και την μεγαλοστομία.