Φτάσαμε στη Χέυδεν, βρήκαμε το 4, Rodeo έγραφε απ’ έξω, η Αργυρώ, ο Νίκος κι εγώ κατεβήκαμε αρκετά σκαλιά, ήταν εντελώς υπόγειο. Eίχε καθισμένους, ένα πάλκο με μικρόφωνα και όργανα. Καθίσαμε κι εμείς όχι στο πρώτο τραπέζι το οποίο ήταν τόσο ωραίο και με άνετες πολυθρόνες μπαμπού που φανταστήκαμε ότι θα ήταν προορισμένο για κάποιον.
Σε λίγο ήρθε ένας μικρόσωμος ξανθός νεαρός με την κιθάρα του, έμοιαζε ξένος, όμως αργότερα μάθαμε ότι λεγόταν Βαγγέλης Γερμανός. Τραγούδησε δυο τρία αγγλικά τραγούδια, μάλλον του Ντύλαν. Αναγνωρίσαμε το The Times They Are a-Changin. Σε λίγο έφυγε, η προθέρμανση είχε γίνει, στο μεταξύ το μαγαζί είχε γεμίσει, δεν χωρούσε και πολλούς. Ανέβηκαν στη σκηνή τέσσερις σωματώδεις, γνωρίζαμε ότι ήταν τα μέλη της ορχήστρας, τα Μπουρμπούλια, δεν γνωρίζαμε τα ονόματά τους, ίσως μόνο του πιο εντυπωσιακού στην εμφάνιση, του ντράμερ. Άρχισαν να παίζουν την εισαγωγή ενός τραγουδιού. Στη διάρκειά της εμφανίστηκε ο Διονύσης Σαββόπουλος. Τον είχα δει αρχές του 1966, ήταν τελείως διαφορετικός. Τώρα είχε μακριά μαλλιά, συγχρόνως όμως αυτά είχαν υποχωρήσει και είχαν αφήσει γυμνό το μέτωπό του. Ήταν πολύ αδύνατος. Μπήκε στο τραγούδι αμέσως: Τα ξεπούλησα φτηνά, το χαλί μου, τα ρούχα και το μπρίκι. Είμαι άρρωστος παιδιά, ο γιατρός με συμβούλεψε ταξίδι.
Πόσο ταίριαζαν οι απόψεις μας με τους στίχους αυτούς. Τέλος του 1969, η πιο μαύρη εποχή της δικτατορίας. Δύο προσπάθειες που είχαμε κάνει με μια ευρύτερη παρέα είχαν αποτύχει και είχαν σταματήσει από την αστυνομία.
Διέξοδο βλέπαμε μόνο σε μια κατάσταση χιπισμού. Το τραγούδι μάς ξεσήκωσε. Ακολουθήσαν η υπέροχη «Θαλασσογραφία», το «Περιβόλι του τρελού», η «Θεία Μάνου», το «Βρώμικο ψωμί», η «Μαύρη θάλασσα» και ο «Μπάλλος».
Φεύγοντας αισθανόμασταν ότι είχαμε ζήσει μια σπουδαία στιγμή, εκείνη της στροφής του ελληνικού τραγουδιού. Το προπαγανδιστικό τραγούδι της Αριστεράς ή το τραγούδι πολιτικό μήνυμα τέλειωνε. Ο Μίκης δεν πουλούσε πια, αν και έκανε μεγάλες συναυλίες. Το δικό μας τραγούδι με ερμηνευτή τον Σαββόπουλο είχε νικήσει.