Σύνδεση συνδρομητών

Ψυχή μου

Σάββατο, 28 Μαϊος 2022 09:29
Orazio Gentileschi (1563-1639), Νεαρή γυναίκα με βιολί (Αγία Καικιλία) (εναλλακτικός τίτλος: Η Artemisia Gentileschi ως Αγία Καικιλία), περ. 1612, λάδι σε καμβά, 83,5 × 97,8 εκ.
Detroit Institute of Arts
Orazio Gentileschi (1563-1639), Νεαρή γυναίκα με βιολί (Αγία Καικιλία) (εναλλακτικός τίτλος: Η Artemisia Gentileschi ως Αγία Καικιλία), περ. 1612, λάδι σε καμβά, 83,5 × 97,8 εκ.

Τεύχος 128

Διήγημα από τη Ραφαέλα Μισεγιάννη

«Δεν το κουρδίζεις σωστά». Είμαι σχεδόν σίγουρη πως αυτό είναι το πρώτο πράγμα  που μου είπε – και, ξέροντας πόσο μεγάλη σημασία έχει η πρώτη εντύπωση, δεν  καταλαβαίνω πώς το κατάφερε. Εννοώ, να είναι τσιμπημένη μαζί μου, και οι πρώτες  λέξεις που μου απευθύνει να είναι – όχι ακριβώς εχθρικές, αλλά κάπως  κατηγορητικές. Ή ούτε καν αυτό, αλλά με έκανε να νιώσω ηλίθια. «Αν ήμουν εγώ  που σου μιλούσα πρώτα, θα σου έλεγα “να το κουρδίσω εγώ για εσένα;” ή “το  κούρδισμα είναι δύσκολη υπόθεση, ε;” Κάτι συμπαθητικό και ευχάριστο. Αφού με  ξέρεις, πόσο ευχάριστη προσπαθώ να φανώ πάντα».

«Επειδή είσαι. Είσαι όντως ευχάριστη». Και μου χαμογέλασε.

Τέλος πάντων, πίσω στην πρώτη μας συνάντηση. Εγώ την κοίταξα ξαφνιασμένη, και  δεν είχα την ετοιμότητα ή ίσως ντράπηκα ή ίσως ήμουν υπερβολικά υπερήφανη για να της ζητήσω βοήθεια. Και συνέχισα να προσπαθώ να κουρδίσω το βιολί μου,  μόνη μου, με ένα κουρδιστήρι που αγνοούσα πώς λειτουργεί. Ευχόμουν να έχω έστω και το πιο βασικό και στοιχειώδες μουσικό αυτί – μπορούσα να εκτιμήσω τη μουσική, αλλά όχι να τη ζυγίσω και να υπολογίσω την απόκλισή της. Και δεν  βοηθούσε το ότι ήμουν δεκαεννιά. Σ’ αυτή την ηλικία, η εκμάθηση βιολιού σίγουρα  συνοδεύεται από πολύ εκνευρισμό και αποτυχία και ντροπή. Η Ελπίδα συνέχισε να με κοιτάζει και εγώ συνέχισα να προσπαθώ, κυρίως επειδή αν σταματούσα θα αναγκαζόμουν να έχω μια επαφή μαζί της. Κάποια στιγμή σηκώθηκε χωρίς λέξη,  ήρθε δίπλα μου και έφερε το χέρι της προς το μέρος μου, με την παλάμη ανοικτή. Δεν ήθελα να της δώσω το βιολί μου, αλλά ασυναίσθητα το κράτημά μου χαλάρωσε. Μου το πήρε ήρεμα, το στερέωσε ανάμεσα στο πηγούνι και την κλείδα της. Και άρχισε να κουρδίζει.

Ίσως θα ήταν κλισέ να πω ότι η μουσική της με μάγεψε – και ιδιαίτερα όταν έκανε κάτι τόσο καθαρά τεχνικό όσο το κούρδισμα. Δεν ήταν μόνο η μουσική της, αν και οι  νότες της ήταν γλυκές σαν μέλι (θα μπορούσα να πω «σιρόπι σοκολάτας», αλλά  πάντα μου φαινόταν υπερβολικά βαρύ και πληθωρικό έτσι όπως χύνεται και  καλύπτει τα πάντα με τη γεύση του· το μέλι είναι ό,τι πρέπει). Η γενική της στάση, ο τρόπος που κρατούσε το βιολί, τα μαλλιά της που ήταν μαζεμένα στη μια μεριά για να μην ενοχλούν. Και το πηγούνι της που ήταν λεπτό και δεν έκανε καμία δίπλα όταν έπαιζε – εμένα κάνει, το έχω προσέξει. Και που με κοίταξε μια δυο απειροελάχιστες φορές. Το άθροισμα αυτών και ακόμα περισσότερων πραγμάτων  και λεπτομερειών – και ίσως κάτι περισσότερο από ένα απλό μαθηματικό άθροισμα.  Ένα χημικό άθροισμα, μια αντίδραση. Δεν ξέρω. Πάντως, η στιγμή κρυστάλλωσε στο  μυαλό μου και διατηρήθηκε μέχρι σήμερα, μέχρι τώρα. Δεν έχω μουσικό αυτί, κανένα ζωγραφικό ή καλλιτεχνικό ταλέντο – αλλά ακόμα και εγώ μπορώ να αναγνωρίσω την ομορφιά.

Όταν τέλειωσε, ήμουν ήδη μισοερωτευμένη μαζί της. Μετά, τη συναντούσα κάθε  Τρίτη – εκείνη έφευγε από το μάθημα, εγώ ερχόμουν. Και με έβλεπε, και έκανε την  ίδια κίνηση, και εγώ ακουμπούσα το βιολί στα χέρια της. «Θα μου μάθεις πώς;», της  είπα επιτέλους. Φάνηκε ξαφνιασμένη. Νευρικά, άρχισε να μου εξηγεί. «…το  στρίβεις δεξιά για να τεντωθεί, αριστερά για να χαλαρώσει – συνήθως χρειάζεται  μόνο το δεξί… και για τη Μι, επειδή είναι η πιο λεπτή, συνήθως χρησιμοποιώ μόνο  τη βίδα – εκτός αν είναι πολύ φάλτσα, αλλά αυτό ακόμα και εσύ θα το καταλάβεις». Δεν καταλάβαινα Χριστό – ή, μάλλον, από το άγχος μου να φαίνομαι συγκεντρωμένη σε αυτά που έλεγε, είχα σταματήσει να ακούω. Παρατηρούσα τα χέρια της – που ήταν, φυσικά, λεπτά και υπέροχα. Μου κούρδισε το βιολί ως συνήθως – όταν μου το  έδωσε πίσω, με κοίταξε και είπε «την επόμενη φορά θα δοκιμάσεις εσύ». 

Είχα μεγάλη περιέργεια για το παίξιμό της – τι επίπεδο ήταν; έκανε λάθη ποτέ και, αν  ναι, σταματούσε να παίζει ή συνέχιζε μέχρι να ξεχαστούν; Έτσι, σιγά σιγά άρχισα να  έρχομαι νωρίτερα στο Ωδείο. Περίμενα έξω από την αίθουσα για να την ακούω πιο  καθαρά. Είχα συναίσθηση ότι όλο αυτό ήταν κάπως περίεργο, και στ’ αλήθεια δεν  συνήθιζα να κάνω περίεργα πράγματα αλλά. Δεν μπορούσα να συγκρατηθώ. Με  έβλεπε από έξω και χαμογελούσε – κάποια στιγμή αρχίσαμε και να μιλάμε κανονικά.  Δηλαδή όσο κανονικά μπορείς να μιλήσεις όταν είσαι ερωτευμένος. 

Θυμάμαι ένα πράγμα που μου είπε όταν ήμασταν πια κάτι παραπάνω από γνωστές,  χωρίς η φιλία μας να έχει επισημοποιηθεί.

«Ξέρεις – πάντα μου φαινόταν ωραίο πώς τα μέρη του βιολιού είναι τόσο σε φάση:  πλάτη και λαιμός και σώμα - ακόμα και φρύδι! Το κάνουν να μοιάζει ανθρώπινο, δεν  βρίσκεις; Αλλά βέβαια σχεδόν όλα τα όργανα λέμε ότι έχουν πλάτες και σώματα, δεν είναι και τόσο ιδιαίτερο. Το φρύδι μάλλον είναι μοναδικό», και γελάσαμε. Έπιασε το βιολί της (ένα αρκετά πιο ακριβό και επομένως πιο κομψό από το δικό μου) και μου έδειξε το ξύλινο σημείο που κρατάει τις χορδές τεντωμένες. 

«Αυτό εδώ, το πάνω, το λένε καβαλάρη. Από κάτω του ακριβώς έχει ένα πολύ λεπτό ραβδάκι, που το φωνάζουν ψυχή. Δεν ξέρω γιατί – φαντάζομαι υπάρχει κάποιος  λόγος, εννοώ δεν νομίζω πως ονομάζεις κάτι ψυχή στην τύχη. Είναι μαγκωμένη πάνω στο σώμα – α, ίσως γι’ αυτό».

«Ίσως», πρότεινα, «παλιά να υπήρχε κάποια δεισιδαιμονία – ότι όταν πεθαίνει ο  βιολιστής, η ψυχή του εγκλωβίζεται εκεί—».

«Mπορεί να σκέφτονταν ότι ο Καβαλάρης του κάτω κόσμου μάγκωνε την ψυχή εκεί για να μη δραπετεύσει και ξεφύγει στους ζωντανούς».

«Και γι’ αυτό μερικές φορές τα βιολιά δονούνται χωρίς να τα ακουμπάει κανείς. Είναι η ψυχή που θέλει να βγει έξω».

«Και γι’ αυτό η μουσική τους ακούγεται τόσο ωραία», κατέληξε. Και χαμογέλασε,  μελαγχολικά παρά ενθουσιασμένα. «Αν τυχόν πεθάνω, μπορείς να πάρεις το βιολί  μου;» Ο τρόπος που το είπε με έκανε να ανησυχήσω. «Ωραία, τότε και εσύ το ίδιο. Αν πεθάνω σε καθιστώ υπεύθυνη». 

Και όντως, πέθανα.

Δεν θυμάμαι πώς. Οι αναμνήσεις εδώ τρέχουν σαν νερό – και πηγαίνουν μόνο ευθεία  μπροστά. Αν τις ελευθερώσω έχουν φύγει. Και το ίδιο θα συμβεί και με αυτές – αυτές  τις πολύτιμες αναμνήσεις μου, τις ακριβές μου αναμνήσεις. Θα τις πω και θα γίνουν  αέρας, και ούτε καν αυτό. Θα χαθούν μαζί της και μαζί μου.

Γι’ αυτό δίσταζα να τη σκεφτώ μέχρι τώρα. Αλλά τώρα πρέπει – δεν μου αφήνει  άλλη επιλογή. Γιατί πήρε το βιολί μου. 

Το πήρε και παίζει και όλα μού έρχονται μονομιάς και ανακατεμένα – οι ώρες στο  ωδείο, οι στιγμές στο πάρκο που καθόμασταν και όταν σκοτείνιαζε φιλιόμασταν,  και όταν σκοτείνιαζε ακόμα περισσότερο με πήγαινε σπίτι. Κοιτώντας πάντα ψηλά ή ευθεία μπροστά – μισούσε να κοιτά κάτω, ή ίσως της είχε μείνει κουσούρι να ανασηκώνει το πηγούνι της, σαν να είχε πάντα ένα αόρατο βιολί μαγκωμένο στο λαιμό της. Δεν ξέρω, ποτέ δεν ρώτησα. Όταν της είπα «σ’ αγαπώ» και απλά με  κοίταξε και σταμάτησα να νιώθω φρικτά και αβέβαια και συγκεχυμένα. «Ποτέ δεν  είχα σιγουριά για πολλά πράγματα. Αλλά γι’ αυτό είμαι βέβαιη». Το ήξερε, πώς θα  μπορούσε να μην το ξέρει;

Οι μέρες που μου κούρδιζε το βιολί και μετά με κοιτούσε να το κουρδίζω, και μια φορά παίξαμε μαζί (ήμουν φρικτή, το ξέρω· ή έστω μέτρια). Τα φρύδια της, η πλάτη  της, ο λαιμός της. 

«Ψυχή μου». Η γιαγιά συνήθιζε να με λέει έτσι. Θα ήθελα να την είχα πει και εκείνη. Ψυχή μου ψυχή μου ψυχή μου. 

Οι δονήσεις μεγαλώνουν και νιώθω το βάρος του καβαλάρη να φεύγει. Τραντάζομαι ολόκληρη – και οι δύο τρανταζόμαστε, το ξέρω, είμαι σίγουρη. Κουνάει  το δοξάρι σχεδόν με βία – αλλά όχι εντελώς, γιατί δεν θέλει να με πονέσει. Δεν θέλει να πονέσει κάτι που ανήκει σε εμένα. Ψυχή μου.

Και ξαφνικά. Οι δονήσεις σταματούν. Οι χορδές σπάνε, ο καβαλάρης πέφτει και εγώ  είμαι – ελεύθερη; Σηκώνομαι και φεύγω στον ουρανό, στα αστέρια – ακούγοντας από κάπου ένα μακρινό κλάμα.

 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.