Σύνδεση συνδρομητών

Ολοκαύτωμα

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Omer Bartov, Ισραήλ. Τι πήγε λάθος;, μετάφραση από τα αγγλικά: Στέφανος Καβαλλιεράκης, πρόλογος: Σταύρος Ζουμπουλάκης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2026, 346 σελ.

Ένας ισραηλινής καταγωγής ιστορικός, ο Ομέρ Μπάρτοβ, με αφορμή τα γεγονότα που ακολούθησαν τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου 2023, ασκεί καταλυτική κριτική στο Ισραήλ. Η  δημιουργία του ισραηλινού κράτους, λέει, έγινε σε βάρος των Αράβων της Παλαιστίνης και οδήγησε στην καταστροφή τους. Οπότε, κατ’ αυτόν, η 7/10 είναι μια πολιτική απάντηση στην καταπίεση, η διάκριση αντισιωνισμού - αντισημιτισμού είναι θεμιτή και, στο κάτω κάτω, το Ισραήλ έχει εργαλειοποιήσει σιωνιστικά  το Ολοκαύτωμα. Πρόκειται για μια πολιτική παρέμβαση που προωθεί την αντίστροφη πολιτικοποίηση του Ολοκαυτώματος, η οποία λειτουργεί και σε βάρος και της μνήμης του και σε βάρος της έρευνάς του.

Το βιβλίο του Ομέρ Μπάρτοβ είναι το πρώτο που εκδίδεται στα ελληνικά. Γνωστός μελετητής του Ολοκαυτώματος, ο ισραηλινής καταγωγής ιστορικός, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Brown το  2000 και με συνεχή σχεδόν παρουσία σε άλλα αμερικανικά πανεπιστήμια από το 1987, έχει στο ενεργητικό του σειρά βιβλίων και δεκάδων άρθρων σχετικών με την εξόντωση του εβραϊσμού στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που διερευνούν τη σχέση της Βέρμαχτ και των στρατιωτών της με τον ναζιστικό μηχανισμό, καθώς και τη δράση της εναντίον των Εβραίων της Ανατολικής Ευρώπης, η οποία είχε συστηματικά αποσιωπηθεί μετά τον πόλεμο. Προφανώς, στο πλαίσιο της ειδίκευσής του, τον Μπάρτοβ απασχόλησαν ζητήματα που αφορούν την ιστορία του σιωνισμού και του κράτους του Ισραήλ, ζητήματα σύνθετα,  πολυσυζητημένα πάντα με ιδιαίτερα φορτισμένο τρόπο.

Η διανοητική πορεία του Μπάρτοβ δεν διαχωρίζεται βέβαια από τις οικογενειακές και εθνικές καταβολές του. Γεννημένος σε κιμπούτς στο Ισραήλ, από γονείς με καταγωγή από την Πολωνία που πήγαν στην υπό βρετανική εντολή Παλαιστίνη, έζησε στο Τελ Αβίβ μέχρι 25 χρόνων, πολέμησε στον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ, τραυματίστηκε σε ατύχημα κατά τη θητεία του και, στη συνέχεια, σπούδασε στην Οξφόρδη και στο Πρίνστον, από όπου ξεκίνησε τη μακρά ακαδημαϊκή διαδρομή του. Από πολλές απόψεις αντιμετωπίζουμε την περίπτωση ενός ακαδημαϊκού ιστορικού που εργάζεται στις ΗΠΑ, ο οποίος, όπως οι περισσότεροι Εβραίοι, φέρει το βάρος της συλλογικής μνήμης του Ολοκαυτώματος. Ταυτόχρονα, η ενηλικίωσή του στο Ισραήλ, οι ισχυροί οικογενειακοί δεσμοί και η εκεί παρουσία του για μεγάλα διαστήματα υπήρξαν παράγοντες που συντήρησαν  τη σχέση  του με τη ζωή στο Ισραήλ και τα εκεί πολιτικά πράγματα. Αυτή η τριπλή διάσταση, το βάρος του Ολοκαυτώματος που μοιάζει να φέρει στις πλάτες του, η σχέση του με το Ισραήλ και το ενδιαφέρον του για το μέλλον του, και η ακαδημαϊκή του παρουσία στις ΗΠΑ, όπου η κριτική στο Ισραήλ έχει ενισχυθεί υπερβολικά,  συνιστούν πτυχές που έχουν επηρεάσει συνολικά τη δουλειά του και τον δημόσιο λόγο του. 

 

Ισραήλ και Παλαιστίνιοι

To Ισραήλ. Τι πήγε λάθος; δεν είναι ακαδημαϊκή πραγματεία. Δεν έχει υποσημειώσεις ούτε εξαντλητικές συζητήσεις ιστοριογραφικού τύπου, και η βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος είναι εντελώς επιλεκτική.  Χωρίζεται σε εισαγωγή, πέντε κεφάλαια και επίμετρο, ενώ προηγείται  πρόλογος του Σταύρου Ζουμπουλάκη. Τα πέντε κεφάλαια έχουν τίτλο, « Ο αιώνιος πόλεμος του Ισραήλ», «Αντισημιτισμός και σιωνισμός», «Το  σύνδρομο του ποτέ ξανά», «Για τη σφαγή των παιδιών» και «Το χαμένο Σύνταγμα». Ο τίτλος του βιβλίου προδιαθέτει τον αναγνώστη ότι θα διαβάσει κάτι επικριτικό για το Ισραήλ, και πράγματι έτσι είναι. Ο Μπάρτοβ  δεν μας προσφέρει μια ακαδημαϊκή πραγματεία, αλλά μια πολιτική ανάλυση με ισχυρή πολεμική διάσταση, η οποία αναφέρεται κατά βάση στο παρόν, αλλά και στο παρελθόν.

Το βιβλίο απευθύνεται σε διαφορετικά ακροατήρια. Σε ένα αμερικανικό και διεθνές ακροατήριο που ενδιαφέρεται για τις εξελίξεις στο Ισραήλ και την Γάζα, σε ένα ισραηλινό ακροατήριο άμεσα επηρεασμένο από τον πόλεμο που ξεκίνησε η Χαμάς, και σε ένα στενότερο, ακαδημαϊκό ακροατήριο που γνωρίζει καλύτερα τις συζητήσεις σχετικά με το Ολοκαύτωμα, τις πολιτικές της μνήμης, το τραύμα και τη σχέση αντισημιτισμού και αντισιωνισμού. Ίσως αυτή η τριπλή στόχευση να είναι υπεύθυνη για τον λίγο χαοτικό τρόπο με τον οποίο ο Μπάρτοβ παραθέτει τα επιχειρήματά του, επιστρέφοντας  σε σημεία στα οποία είχε αναφερθεί πριν, για να τα αναδιατάξει ή να τα ενισχύσει, παραγνωρίζοντας ταυτόχρονα σημαντικά και γνωστά πράγματα και χρησιμοποιώντας διπλά κριτήρια ανάλογα με το αν αναφέρεται στο Ισραήλ ή στους Παλαιστίνιους κ.λπ. Παρά ταύτα, το ανάγνωσμα διαβάζεται εύκολα και διακρίνεται από μια κάποια συνοχή.

Υπάρχουν κάποιες κεντρικές ιδέες με τις οποίες διαλέγεται ο συγγραφέας, η σημαντικότερη από τις οποίες δεν αφορά το ερώτημα τι πήγε λάθος στο Ισραήλ –όπως διαβάζουμε στον τίτλο του βιβλίου– αλλά αν τελικά το λάθος είναι το ίδιο το Ισραήλ, η ύπαρξή του. Το ότι δηλαδή  ο σιωνισμός από κίνημα εβραϊκής χειραφέτησης μετατράπηκε σε κρατική ιδεολογία  που ενίσχυσε «τα χειρότερα ένστικτα του σιωνισμού» (σ. 44-45) και οδήγησε στην καταπίεση των Παλαιστινίων μέσω της κατοχής των εδαφών τους. Η  δημιουργία του Ισραήλ έγινε σε βάρος των Αράβων της Παλαιστίνης και οδήγησε στην καταστροφή τους.  Έτσι, φθάνουμε σε μια κατάσταση κατοχής η οποία υπήρξε η αιτία κάθε παλαιστινιακής αντίδρασης, αλλά της εσωτερίκευσης μιας ιδεολογίας κατοχής από τους ίδιους τους Εβραίους που αντιμετωπίζουν τους Άραβες ως μη ανθρώπινα όντα. Τοποθετεί δε  την επίθεση της Χαμάς την 7η Οκτωβρίου μέσα σε μια γραμμική λογική, όπου η κατοχή οδηγεί σε απόγνωση και αντίσταση, θεωρώντας ότι αυτό είναι το  ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο που την ερμηνεύει (σ. 50). Στην ίδια γραμμή, ο Μπάρτοβ υποστηρίζει ότι η επίθεση του Ισραήλ στη Γάζα είναι γενοκτονική, άποψη που είχε διατυπώσει για πρώτη φορά τον Νοέμβριο του 2023. Λεκτικές υπερβολές του τύπου οι Παλαιστίνιοι είναι «υπάνθρωποι» και «ανθρώπινα ζώα», από αξιωματούχους του  Ισραήλ, αποδεικνύουν την κατά τον Μπάρτοβ αδιαμφισβήτητή γενοκτονική πρόθεση. Συγχέοντας τον πόλεμο με τη γενοκτονία, στέκεται αποκλειστικά στη δυσανάλογη ανταπόδοση των Ισραηλινών  στην επίθεση της Χαμάς,  με τις δεκάδες χιλιάδες θανάτους αμάχων.

Γενοκτονία λοιπόν. Αυτή η εξέλιξη θα μπορούσε να έχει αποτραπεί, υποστηρίζει ο Μπάρτοβ, αν το Ισραήλ είχε υιοθετήσει Σύνταγμα από την ίδρυσή του, που ήταν εξάλλου και υποχρέωσή του με βάση τις κατευθύνσεις της απόφασης 181/47 του ΟΗΕ. Η προοπτική αυτή ακυρώθηκε στην πράξη και αυτό δεν αντισταθμίστηκε ούτε από τους θεμελιώδεις νόμους,  που ψηφίστηκαν από την Κνεσέτ με πολύ αυξημένη πλειοψηφία και αποτέλεσαν τη βάση της κρατικής υπόστασης του Ισραήλ, ούτε από την ίδρυση Ανώτατου Δικαστηρίου που επέβλεπε την τήρησή τους. Ο συγγραφέας αναγνωρίζει τη σημασία του Ανώτατου Δικαστηρίου στη διασφάλιση των θεμελιωδών νόμων και στην προστασία των δικαιωμάτων όλων των πολιτών της χώρας, όμως του καταλογίζει ότι δεν επέλυσε την ένταση στη σχέση εβραϊκότητας και κράτους δικαίου στο Ισραήλ, δεν καταδίκασε την κατοχή στη Δυτική όχθη, όπου «υπάρχει καθεστώς απαρτχάιντ», και δεν διασφάλισε τα εκεί δικαιώματα των Αράβων. Αν το Ισραήλ είχε υιοθετήσει Σύνταγμα, τότε όσα συνέβησαν στη συνέχεια σε βάρος των Αράβων μπορεί να είχαν αποφευχθεί και ο σιωνισμός θα είχε διασώσει την ψυχή του, αντί να βαδίζει προς την άβυσσο. 

 

Αντισιωνισμός και αντισημιτισμός

Μια δεύτερη κεντρική ιδέα του βιβλίου αφορά τις  ισραηλινές αντιδράσεις στην «αντίσταση» των Παλαιστινίων, που είναι προϊόν, λέει ο Μπάρτοβ, ενός εδραιωμένου αλλά προφανώς ανεδαφικού φόβου, καλλιεργούμενου από το σιωνιστικό καθεστώς για να κρατά σε συνεχή κινητοποίηση τους Εβραίους του Ισραήλ. Κεντρική θέση στο φόβο αυτό έχει το Ολοκαύτωμα, η συνεχής επίκλησή του οποίου εδραιώνει μια υπαρξιακή αγωνία και προκαλεί φοβικές αντιδράσεις. Παρότι το Ολοκαύτωμα είναι ένα τραυματικό γεγονός, γράφει ο Μπάρτοβ, η συντήρηση της μνήμης του ως καταστατικής συνθήκης του κράτους του Ισραήλ λειτουργεί αρνητικά, καθώς στα μάτια των εβραίων πολιτών του καθιστά το Ισραήλ μια μοναδική περίπτωση και του επιτρέπει να θεωρεί ότι το «απελευθερώνει» από τους περιορισμούς  που ισχύουν για άλλα κράτη» (σ. 161). Πρακτικά, το Ισραήλ μπορεί να καταλύει το διεθνές δίκαιο κατά βούληση και χωρίς συνέπειες, λόγω της πεποίθησής του ότι το Ολοκαύτωμα, ως κάτι μοναδικό, του δίνει κάποια παραπάνω δικαιώματα. Η προτροπή του Μπάρτοβ δεν είναι απλώς να περιοριστεί η βαρύτητα της μνήμης του Ολοκαυτώματος στο Ισραήλ και διεθνώς,  αλλά και να σχετικοποιηθεί η μοναδικότητά του, διότι συνιστά βασικό εμπόδιο στην αναγνώριση της σημασίας άλλων μαζικών εγκλημάτων. Το πρόβλημα έγκειται, σε βαθμό που δεν προσδιορίζεται, στη σύμβαση του ΟΗΕ για την αποτροπή της γενοκτονίας του 1948, που στηρίχθηκε στο Ολοκαύτωμα και έβαλε τον πήχη τόσο ψηλά ώστε κάθε άλλη μαζική σφαγή θα αδυνατούσε να τον περάσει. Έτσι, το Ισραήλ μπορεί να διεκδικεί τη διεθνή συμπάθεια και να ακυρώνει κάθε κριτική εναντίον του ως αντισημιτισμό. Για τον Μπάρτοβ, η αποδοχή της μοναδικότητας του Ολοκαυτώματος οδηγεί σε ένα παράδοξο. Όχι μόνο είναι ιστορικά ανακριβής, αλλά έχει και αρνητικές πολιτικές συνέπειες, διότι η  επίκλησή της ως επιχείρημα υπέρ της δημιουργίας ασφαλούς εβραϊκού κράτους την αντιστρατεύεται η ίδια η πραγματικότητα που απέδειξε ότι το Ισραήλ αποτελεί το λιγότερο ασφαλές κράτος για τους Εβραίους (σ. 162-163).

Yarden Bibas Ofer Kalderon and Keith Siegel February 1 2025 February 2025. V

1 Φεβρουαρίου 2025. Ο Γιάρντεν Μπίμπας, η σύζυγος και τα παιδιά του οποίου σκοτώθηκαν, συναντά τον πατέρα και την αδελφή του έπειτα από την πολύμηνη ομηρία του στη Γάζα, από τη Χαμάς.

IDF Spokesperson's Unit

Μια τρίτη ιδέα, την οποία συμμερίζεται απόλυτα ο συγγραφέας, είναι η διάκριση αντισιωνισμού - αντισημιτισμού. Η πεποίθηση, δηλαδή, ότι κάποιος μπορεί να είναι υπέρ της καταστροφής του Ισραήλ χωρίς να είναι αντισημίτης. Ας προσέξουμε εδώ μια κρίσιμη λεπτομέρεια. Η επιδοκιμασία του αντισιωνισμού δεν περιορίζεται στην αντίδραση ή στην κριτική σε πρακτικές συγκεκριμένων κυβερνήσεων, της κυβέρνησης Νετανιάχου σήμερα ή όποιας άλλης κυβέρνησης στο παρελθόν, που είναι απολύτως νόμιμη, αλλά αρνείται το δικαίωμα στην ύπαρξη του Ισραήλ. Σήμερα υπάρχει μια ολόκληρη συζήτηση μέσα στην οποία ο ορισμός του αντισημιτισμού και η σχέση του με το Ισραήλ έχει πολιτικοποιηθεί υπέρμετρα. Ο Μπάρτοβ ισχυρίζεται ότι συγκεκριμένοι ορισμοί του αντισημιτισμού που τον εξισώνουν με τον αντισιωνισμό καταργούν  την κριτική προς το Ισραήλ για τις πράξεις του και υπονομεύουν την ελευθερία του λόγου. Είναι ιδιαίτερα επικριτικός  στον ορισμό του αντισημιτισμού της ΙHRA (International Holocaust Remembrance Association), ενός συνασπισμού 35 κρατών και φορέων κατά βάση ευρωπαϊκών,  που ιδρύθηκε το 1998 με σκοπό την  προώθηση της μνήμης και της έρευνας για το Ολοκαύτωμα και τη διαμόρφωση ειδικών εκπαιδευτικών πολιτικών γι’ αυτό. Ο Μπάρτοβ επισημαίνει ότι υπάρχουν εναλλακτικοί ορισμοί του αντισημιτισμού όπως αυτός του JDA (Jerusalem Declaration on Antisemitism), τον οποίο συνυπέγραψε ένας αριθμός γνωστών ακαδημαϊκών, μεταξύ τους πολλοί Εβραίοι, που ρητά δεν θεωρούν την κριτική προς το Ισραήλ  αντισημιτισμό – ούτε καν τις πράξεις της BDS, του διεθνούς δικτύου που στηρίζει κάθε είδους μποϊκοτάζ, κυρώσεις και αποτροπή επενδύσεων στο Ισραήλ. Ο συγγραφέας πιστεύει ότι ο αντισιωνισμός δεν αποτελεί αναγκαστικά αντισημιτισμό, αν δεν μας λέει πότε το ένα απορρέει από το άλλο. Κάνει, μάλιστα, και μια μικρή ιστορική αναδρομή για να υποστηρίξει ότι δεν ήταν δα όλοι οι Εβραίοι, κοσμικοί και θρησκευόμενοι,  σιωνιστές  και διερωτάται  γιατί θα έπρεπε να υπάρχει πρόβλημα με τον αντισιωνισμό, αφού τον στήριξαν και πολλοί Εβραίοι; Θεωρεί δηλαδή, ότι  ο αντισημιτισμός  είναι το προνομιακό πεδίο δράσης γενικώς της Ακροδεξιάς και ελάχιστα έως καθόλου αφορά τις διαδηλώσεις που οργανώθηκαν μαζικά μετά την 7η Οκτωβρίου από την Αριστερά οι οποίες, λέει, κακώς χαρακτηρίζονται αντισημιτικές (σ. 171-173). Ο Μπάρτοβ διαβεβαιώνει ότι, στις διαδηλώσεις φοιτητών και άλλων εναντίον του Ισραήλ για τη Γάζα, «σπανίως» εμφανίστηκε το «απεχθές συναίσθημα» του αντισημιτισμού (σ. 107). Υποστηρίζει  μάλιστα ότι η αύξηση των αντισημιτικών δράσεων στις ΗΠΑ –δράσεις τις οποίες υποτιμά καθώς, όπως γράφει, «τα 4/5 αφορούσαν γραπτή ή λεκτική παρενόχληση»– εγγράφεται στις επιθέσεις ακροδεξιών εναντίον Εβραίων, Ρομά, Μουσουλμάνων και ατόμων της LGBT κοινότητας. Έτσι αντισημιτισμός, ισλαμοφοβία και ομοφοβία αποτελούν ισοδύναμα εγκλήματα μίσους, χωρίς ειδοποιό διαφορά.

 

Αποσιωπήσεις και σχήματα

Υπάρχει σοβαρό θέμα στην προβληματική του Μπάρτοβ, το οποίο αφορά τις απουσίες και τις αποσιωπήσεις που διατρέχουν όλο το κείμενο. Αρχικά σε όλο το ανάγνωσμα απουσιάζει εντελώς η άλλη πλευρά. Το Ισραήλ είναι σαν να δρα μόνο του και απρόκλητα, σε όλο το διάστημα της ύπαρξής του. Δεν υπάρχουν απειλές, δεν υπάρχουν πόλεμοι, δεν υπάρχουν εχθρικές δυνάμεις και, όταν εμφανίζονται σε κάποια σημεία του βιβλίου –αναγκαστικά, λόγω της τρομοκρατικής επίθεσης της Χαμάς–, τότε προτάσσεται αμέσως η απολογία ότι, ναι, η Χαμάς διέπραξε κάποια εγκλήματα, που οφείλονται όμως στην κατοχή, δηλαδή στο Ισραήλ.

Και ενώ ο Μπάρτοβ καλεί τους αναγνώστες του να σκεφτούν το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο που οδήγησε στην επίθεση της Χαμάς, ο ίδιος αποσιωπά τη σύνθετη, πολύχρονη και γεμάτη εντάσεις σχέσεις του Ισραήλ με τον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο, περιορίζοντάς την στους Άραβες της Παλαιστίνης. Το ιστορικό πλαίσιο σμικρύνεται μέχρι του σημείου εξαφανίσεως για να υπηρετήσει τη ρητορική του συγγραφέα. Οι ευθύνες της αραβικής πλευράς για την πορεία της σύγκρουσης απουσιάζουν. Τα αραβικά κράτη, που για δεκαετίες πίστευαν ότι καμία ειρήνη δεν μπορεί να υπάρξει πλην της καταστροφής του Ισραήλ, δεν αναφέρονται. Ο πόλεμος του 1948 και οι ευθύνες των Αράβων για την έναρξή του απαλείφονται. Οι αντίστοιχες ευθύνες των παλαιστινιακών οργανώσεων που δραστηριοποιήθηκαν μετά τον πόλεμο του 1967, ασκώντας ανοικτά τρομοκρατία, αρνούμενες το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ και υπονομεύοντας ειρηνευτικές προσπάθειες επίσης απουσιάζουν. Υπάρχουν απλώς οι δύσμοιροι άμαχοι Παλαιστίνιοι (η σχέση τους με τη Χαμάς παραμένει αδιευκρίνιστη) και ένα δαιμονοποιημένο Ισραήλ το οποίο φέρει ολόκληρο το βάρος της ευθύνης για μια κατάσταση κατοχής, που είναι σαν να έπεσε από τον ουρανό. Στις πολλές σελίδες τις αφιερωμένες στον πόλεμο στη Γάζα, απουσιάζει κάθε αναφορά στις άλλες δυνάμεις που επιτέθηκαν στο Ισραήλ μετά την 7η Οκτωβρίου. Λέξη για τη Χεζμπολάχ, τους Χούτι, το Ιράν, ούτε για τις σιιτικές πολιτοφυλακές στη Συρία και το Ιράκ.  

Η  συγκάλυψη αυτή δεν είναι τυχαία. Επειδή ο Μπάρτοβ επιδιώκει να εκθέσει το Ισραήλ στα μάτια ενός  ευρύτερου, αν και πολύμορφου, κοινού για εγκλήματα πολέμου στη Γάζα, κάτι για το οποίο είχαν ήδη φροντίσει άλλοι, η διεύρυνση του πλαισίου, όπως θα έλεγε και ο ίδιος, αναιρείται. Με τον τρόπο αυτό, κάθε αίσθηση ανασφάλειας και απειλής που μπορεί να ένιωθαν οι πολίτες στο Ισραήλ, στο ευρύτερο πλαίσιο της σύγκρουσης με τμήματα του αραβικού και του μουσουλμανικού κόσμου, ακυρώνεται στο μέτρο που συγκρίνεται με τις δυσανάλογες συνέπειες της ισραηλινής επέμβασης στη Γάζα ενώ και ο πόλεμος συγχέεται με τη γενοκτονία. Και οι ευθύνες και τα εγκλήματα της Χαμάς, οι βιασμοί οι δολοφονίες, οι απαγωγές, απλά ελαχιστοποιούνται, διότι τελικά ανάγονται σε ένα ηθικό κίνητρο, την αντίσταση στην κατοχή παλαιστινιακών εδαφών. Αποσιωπάται επίσης η άρνηση της Χαμάς να επιστρέψει τους ομήρους, που όχι μόνο οδήγησε στην όξυνση του πολέμου και στο θάνατο περισσότερων ατόμων, αλλά ανέστησε πολιτικά μια ετοιμόρροπη κυβέρνηση και έναν εξασθενημένο πολιτικά Νετανιάχου που, ευρισκόμενος σε απόγνωση λόγω των μαζικών καθημερινών διαδηλώσεων προς υπεράσπιση του Ανώτατου Δικαστηρίου, βρήκε στον πόλεμο μια ευκαιρία ανασύνταξης, πάρα τις τεράστιες ευθύνες του για την 7η Οκτωβρίου.

Αλλά ούτε στους πολίτες του Ισραήλ χαρίζεται, υποστηρίζοντας ότι οι ισραηλινοί πολίτες είναι παρατημένοι και αδιάφοροι απέναντι στον πόλεμο και τις συνέπειές του για τους Παλαιστίνιους στη Γάζα και στη Δυτική όχθη. Υπάρχει μάλιστα και ένα σημείο ιδιαίτερα ενδεικτικό γι’ αυτή την κατάσταση στο βιβλίο, όταν σχολιάζει τη στάση Εβραίων φοιτητών που πήγαν να διαμαρτυρηθούν  για τις απόψεις του περί γενοκτονίας στην ομιλία του στο πανεπιστήμιο Μπεν Γκουριόν. Οι νέοι αυτοί άνθρωποι, που είχαν χάσει φίλους και συγγενείς στην επίθεση της Χαμάς και στον πόλεμο, εμφανίζονται ως χειραγωγημένα άτομα με στρεβλή κατανόηση της πραγματικότητας,  και οι όποιες ενστάσεις τους απορρίπτονται χωρίς δεύτερη σκέψη (σ. 77-81, 148-9).

 Η εξάλειψη του ιστορικού πλαισίου της αραβοϊσραηλινής σύγκρουσης συνάδει με την επιχειρηματολογία που ακυρώνει τη μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος. Παρότι εξέχων ερευνητής της εξόντωσης του εβραϊσμού στην Ευρώπη, ο Μπάρτοβ αρνείται τη μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος, όχι επειδή το συμβάν αυτό δεν έχει μοναδικά γνωρίσματα αλλά διότι αποτελεί για το Ισραήλ ένα σημείο ιστορικής αναφοράς που νομιμοποιεί τη δημιουργία του και το καθιστά μοναδικό, υπό την έννοια ότι θεωρεί πως έχει το δικαίωμα να δρα σύμφωνα με τη δική του λογική, με τους δικούς του κανόνες (σ. 161). Ταυτόχρονα, υποστηρίζει ότι η χρήση του Ολοκαυτώματος στο Ισραήλ το έχει τοποθετήσει σε μια μεταφυσική θέση εκτός ιστορικού πλαισίου. Αντίθετα, το συμβάν είναι μέρος ενός πλαισίου με αφετηρία την εξόντωση των Χερέρο στη γερμανική νοτιοδυτική Αφρική το 1904, και περιλαμβάνει τη γενοκτονία των Αρμενίων, την αποικιακή βία στο Κονγκό του Λεοπόλδου, τους Βαλκανικούς πολέμους και την εκκαθάριση πληθυσμών στη σταλινική Ρωσία. Εδώ, ο Μπάρτοβ ακολουθεί μια μόδα σε πολλούς ακαδημαϊκούς κύκλους που, επηρεασμένοι από μια κάποια εκδοχή της μετα-αποικιακής θεωρίας, τσουβαλιάζουν τα πάντα μέσα σε ένα ερμηνευτικό πλαίσιο, όπου η βία συνιστά ταυτόχρονα αντικείμενο και ερμηνεία, παραγνωρίζοντας σχεδόν κάθε άλλη διάσταση. Υποτίθεται ότι αυτή η προσέγγιση προσφέρει ιστορικό βάθος και δυνατότητες σύγκρισης, χωρίς όμως να είναι ποτέ σαφές τι άλλο συζητάμε, πέραν της τεκμηρίωσης της βίας σε διαφορετικές συνθήκες. Στην ίδια λογική, ο Μπάρτοβ καταλογίζει στο Ολοκαύτωμα μια προνομιακή θέση στην ιστορική μνήμη στο Ισραήλ και στη  Γερμανία, που εμποδίζει την ανάδειξη της μνήμης των θυμάτων άλλων μαζικών καταστροφών. Και αν για το Ισραήλ αυτό εξηγείται λόγω της σιωνιστικής εργαλειοποίησης  του Ολοκαυτώματος, στη Γερμανία η απορρέουσα από τις ενοχές της προνομιακή θέση του ακυρώνει την προοπτική κοινωνικής συνοχής, διότι εκεί πλέον ζουν κάποια εκατομμύρια μουσουλμάνοι και άλλοι χωρίς γερμανική καταγωγή που αρνούνται να το αποδεχτούν ως μέρος της δικής τους ιστορίας και ταυτότητας (σ. 157-158).

 

Σχετικοποίηση

Όλο αυτό το σχήμα είναι βαθιά προβληματικό. Το Ολοκαύτωμα είναι πράγματι μοναδικό, όπως όλα τα ιστορικά γεγονότα, βίαια ή μη. Η μοναδικότητά του δεν αναιρεί τη δυνατότητα σύγκρισης ανάμεσα σε συμβάντα που μπορούν να τοποθετηθούν με κάποια κριτήρια στην ίδια κατηγορία. Ούτε εμποδίζει την ικανότητα των ιστορικών να τα τοποθετήσουν σε υπερκείμενο πλαίσιο αναφοράς μέσα σε κάποια διαχρονία.

Από την άλλη, δεν μπορώ να καταλάβω τι διαφορετικό μπορεί να προκύψει από μια σύγκριση με άλλα μαζικά εγκλήματα, αν όχι η πρωτοφανής, ασύλληπτη διάστασή του – η εξόντωση ενός πληθυσμού, όχι ως μέρος μιας κάποιας διένεξης, όχι ως τμήμα  ενός εμπόλεμου κράτους, όχι ως κομμάτι κάποιας αντίστασης, αλλά γι’ αυτό που υποτίθεται πως ήταν. Η εξόντωση των Εβραίων, ανεξαρτήτως υπηκοότητας οπουδήποτε στην Ευρώπη, κατέστη δυνατή με εκτελέσεις, θαλάμους αερίων, καταναγκαστική εργασία, λιμοκτονία και έκθεση σε ασθένειες. Από τις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα έχει εμφανιστεί μια ισχυρή τάση σε ακαδημαϊκούς και ακτιβιστικούς κύκλους να υποβαθμίσουν το Ολοκαύτωμα ως ένα κάπως ακραίο έγκλημα, που στη βάση του δεν είναι διαφορετικό από άλλα. Έχουν μάλιστα εμφανιστεί και διάφορες θεωρίες σύμφωνα με τις οποίες η εξόντωση προέκυψε για οικονομικούς και γραφειοκρατικούς λόγους κατά την αναζήτηση ζωτικού χώρου, ότι ήταν αντίστοιχη των ευρωπαϊκών εγκλημάτων στις αποικίες τους, εντός της Ευρώπης αυτή τη φορά, ή ότι ήταν προϊόν της ναζιστικής παράνοιας πως οι Εβραίοι αποικιοποίησαν τη Γερμανία μετατρέποντας τους Γερμανούς σε υπάλληλο έθνος. Κάποιες απ’ αυτές τις θεωρίες έχουν  αξιοπρόσεκτα στοιχεία, καμία όμως δεν είναι σε θέση να απαντήσει γιατί η δολοφονική μανία των ναζί εφαρμόστηκε με τέτοια συνέπεια ειδικά απέναντι στους Εβραίους, και όχι απέναντι και στις άλλες ομάδες που στοχοποιήθηκαν.

Η σχετικοποίηση του Ολοκαυτώματος δεν γίνεται πάντα εκ του πονηρού. Όταν όμως γίνεται, σχεδόν πάντα συνοδεύεται από τη διαμαρτυρία, που συνυπογράφει ο Μπάρτοβ, ότι η υψηλή θέση του Ολοκαυτώματος  εμποδίζει την ανάδειξη της μνήμης άλλων μαζικών εγκλημάτων συνδεόμενων με την αποικιακή ιστορία ευρωπαϊκών κρατών. Αν δεν πρόκειται για παρεξήγηση, η διαμαρτυρία αυτή ακούγεται παραπειστική, διότι συγχέει το τραύμα που μπορεί να φέρουν επιβιώσαντες ή απόγονοι θυμάτων μαζικών εγκλημάτων με τις ιδιαιτερότητες καθενός εξ αυτών ξεχωριστά, Το τραύμα της απώλειας δεν μπορεί να ιεραρχηθεί, και είναι εξίσου ιερό για κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα του πώς το διαχειρίζονται όσοι σχετίζονται με αυτό. Αλλά αυτή η παραδοχή δεν αναιρεί το πρωτοφανές των διαδικασιών της εξόντωσης των Εβραίων, ούτε η μνήμη της έχει σταθεί εμπόδιο στην έρευνα άλλων μαζικών εγκλημάτων.

Ο εβραϊκός χαρακτήρας του Ολοκαυτώματος δεν το αποσπά από το ιστορικό του πλαίσιο. Το αντίθετο. Η σχετικοποίησή του, μια μορφή ευτελισμού, αφορά αποκλειστικά  τη βαρύνουσα σχέση του με το Ισραήλ και τη σύγχρονη εβραϊκή ταυτότητα. Το γεγονός δηλαδή ότι, για πολλούς,  αποτελεί ένα όπλο για το Ισραήλ και το όπλο αυτό πρέπει να  σιγήσει. Πρόκειται για την αντίστροφη πολιτικοποίηση του Ολοκαυτώματος που λειτουργεί και σε βάρος και της μνήμης του και σε βάρος της έρευνάς του.

 

18 Σεπτεμβρίου 2026

Jeremy Eichler, H ηχώ του χρόνου. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, το Ολοκαύτωμα και η μουσική της μνήμης, μετάφραση από τα αγγλικά: Κατερίνα Σχινά, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2025, 430 σελ.

Η Ηχώ του χρόνου είναι ένα από τα σημαντικότερα ξένα βιβλία που είδαν το φως τα τελευταία χρόνια στο πεδίο των μνημονικών και πολιτισμικών σπουδών και η μετάφραση της Κατερίνας Σχινά, πραγματικά αξιοθαύμαστη, επιτρέπει στον αναγνώστη να απολαύσει το έργο. 

 

Στην Ηχώ του χρόνου, καρπό πολυετούς έρευνας, ο μουσικοκριτικός και ιστορικός της ευρωπαϊκής ιστορίας Τζέρεμι Άικλερ προσεγγίζει την κλασική μουσική ως φορέα μνήμης. Οι περιπτώσεις που αναφέρει κι οι ιστορίες που αφηγείται είναι πολυάριθμες αλλά επιλέγει να εμβαθύνει σε τέσσερα εμβληματικά έργα ισάριθμων κορυφαίων συνθετών του 20ού αιώνα, του Ρίχαρντ Στράους, του Άρνολντ Σαίνμπεργκ, του Ντμίτρι Σοστακόβιτς και του Μπέντζαμιν Μπρίτεν, ως γέφυρα με τις οδύνες του παρελθόντος που δεν λέει να παρέλθει, που είναι ακόμη ζωντανό για τις κοινωνίες μας 80 χρόνια μετά, αυτό του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και του Ολοκαυτώματος. Ενός παρελθόντος που άφησε ανεξίτηλο ίχνος στη συλλογική μνήμη των κοινωνιών μας και που, όσο ξεθωριάζει στις οικογενειακές μνήμες, καθώς οι γενιές διαδέχονται η μία την άλλη και οι επιζήσαντες μας εγκαταλείπουν, τόσο η θέση του ενισχύεται στη συλλογική και στην πολιτισμική μνήμη.   

Εξερευνώντας χρόνια τώρα τους δρόμους που παίρνει η τραυματική μνήμη για να αναδυθεί, να συγκροτηθεί ατομικά και συλλογικά, στην έκφραση και στην αποτύπωση μέσω του λόγου, είχε μεγάλο ενδιαφέρον για μένα η εντρύφηση του συγγραφέα σε μουσικά έργα που παρήγαγε η ανάγκη να συνομιλήσουν με ακραία γεγονότα της εποχής αυτής – και, βέβαια, ο τρόπος που το θεωρητικοποιεί ο συγγραφέας, αναφερόμενος σε εκλεκτικές συγγένειες μουσικής και μνήμης.

Ο λόγος όμως κάθε άλλο παρά απών είναι από αυτά τα έργα, στα τρία μάλιστα από τα τέσσερα κατέχει κεντρική θέση, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του έργου. Θα πρόσθετα λοιπόν ότι πρόκειται και για μια διαλεκτική μουσικής και λόγου. Για την ανάκληση του τρομερού γεγονότος, ο λόγος παίζει σημαντικότατο ρόλο πλάι στη μουσική, Πολλές άλλες φιγούρες λογοτεχνών και διανοουμένων κυκλοφορούν μέσα στο έργο, όπως ο Χάινριχ και ο Τόμας Μαν, ο Στέφαν Τσβάιχ, ο Φρόυντ, ο Κάφκα, ο Γιόζεφ Ροτ, τα βιβλία των οποίων παραδόθηκαν στις φλόγες στις 10 Μαΐου 1933 και όσοι πρόλαβαν έφυγαν. Αλλά και μεταγενέστεροι συγγραφείς, όπως ο Βίνφριντ Γκέοργκ Ζέμπαλντ.

Η μουσική εντάσσεται λοιπόν πλάι στο λόγο, στην εικαστική δημιουργία και στον κινηματογράφο, στα προνομιακά πεδία από τα οποία συγκροτείται η πολιτισμική μνήμη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και του Ολοκαυτώματος. Και ως γνωστόν, τα έργα του πολιτισμού είναι η βασιλική οδός για να προσεγγίσουν ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας τα γεγονότα και να συναισθανθούν τον αντίκτυπό τους, κρατώντας ζωντανή τη συγκίνηση.

Ο συγγραφέας εξετάζει τη μουσική ως μια μνημονική λειτουργία και τα συγκεκριμένα έργα ως «μουσικά μνημεία». Κεντρική ιδέα του βιβλίου: «Δεν θυμόμαστε μόνο εμείς τη μουσική,  η μουσική μάς θυμάται εμάς ως κοινωνία». Ο Άικλερ θυμάται όσα τρομερά συνέβησαν σε μια εποχή που έσπειρε και θέρισε θάνατο όσο καμία άλλη. Ακούγοντας λοιπόν αυτά τα «μουσικά μνημεία» συνδεόμαστε με την οδύνη αυτού του παρελθόντος. Ο συγγραφέας παραλληλίζει συχνά τα αρχιτεκτονικά ή γλυπτικά μνημεία με τα μουσικά.  Θυμίζει τη φράση του Ρόμπερτ Μούζιλ: «τίποτε δεν είναι τόσο αόρατο όσο ένα μνημείο». Περνώντας καθημερινά μπροστά του, γρήγορα το αγνοούμε, παύει να λειτουργεί για μας. Η μουσική όμως, υποστηρίζει ο συγγραφέας, αντηχεί μέσα μας με την ίδια ένταση κάθε φορά που την ακούμε. Θα διαφωνήσω με τη σχετική υποτίμηση της σημασίας των υλικών μνημείων, η σηματοδότηση του δημόσιου χώρου είναι πολύ σημαντική. Ο ίδιος εξάλλου επισκέπτεται πολλά τέτοια μνημεία στις περιπλανήσεις του, τα σχολιάζει και μας παραθέτει φωτογραφίες.

sostakovits

O Ντμίτρι Σοστακόβιτς, πιθανόν το 1941. Ήταν η χρονιά που άρχισε η πολιορκία του Λένινγκραντ (σημερινή Αγία Πετρούπολη) από τα γερμανικά στρατεύματα, που ενέπνευσε στον συνθέτη την 7η Συμφωνία.

Wikipedia

 

Γερμανία, δεκαετία του 1930

Ο Άικλερ μάς εισάγει στην ατμόσφαιρα της Γερμανίας τις αρχές της δεκαετίας του 1930. Από τον Ιανουάριο του 1933, που εξελέγη και ανήλθε στην εξουσία το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα, όλα άλλαξαν. Οι γερμανοί εβραίοι μπήκαν αμέσως στο στόχαστρο και αποκλείστηκαν από τη ζωή με περιορισμούς στο επάγγελμα, στις σπουδές, στην πρόσβαση σε κοινωνικούς χώρους... Αλήθεια πόσοι είναι οι εβραίοι τότε στη Γερμανία; Δεν είναι και τόσο πολλοί. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, είναι 505.000 σ’ έναν πληθυσμό 67.000.000 κατοίκων, δηλαδή το 0,75% του συνολικού πληθυσμού (σύμφωνα με την απογραφή του Ιουνίου 1933). Το μέγεθος του λυσσώδους αντισημιτισμού δίνει ενίοτε την εντύπωση ότι επρόκειτο για σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού. Το πρόβλημα βέβαια  δεν ήταν ποσοτικό, ήταν εντελώς άλλης τάξεως. Και έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία στα κεφάλια των ανθρώπων που αφορούσε.

Τους προηγούμενους αιώνες οι εβραίοι εκδιώχθηκαν από την Αγγλία (13ος αι.), από τη νότια Γαλλία (14ος αι.), από την Ισπανία (15ος αι., ένας διωγμός που γέννησε τη σεφαραδίτικη διασπορά). Στα κρατίδια, όμως, που αργότερα θα συναποτελούσαν τη Γερμανία, δεν έγιναν διωγμοί. Το διάστημα αυτό ήκμασαν εβραϊκές κοινότητες σε όλα τα αστικά κέντρα της μετέπειτα Γερμανίας, όπου βέβαια και γκέτο υπάρχουν και διακρίσεις υφίστανται, αλλά όχι αντίστοιχοι διωγμοί. Τέλη του 18ου αιώνα και αρχές του 19ου γεννήθηκε και η Χασκαλά, το πνευματικό εβραϊκό κίνημα που είναι βαθιά επηρεασμένο από τον Διαφωτισμό, η εβραϊκή πτυχή του Διαφωτισμού, με κορυφαία μορφή του τον φιλόσοφο Μόζες Μέντελσον.

Οι εβραίοι που θέλησαν να ασπαστούν τα διδάγματα της Χασκαλά, και ήταν πολλοί, αισθάνθηκαν ακόμα πιο Γερμανοί. Και όμως, από το 1933 ώς το 1945, εκεί ο αντισημιτισμός πήρε τον πιο φρικτό του χαρακτήρα. Μέσα στο πλαίσιο του ναζισμού, έγινε εξολοθρευτικός ή «λυτρωτικός» (σύμφωνα με τον όρο του κορυφαίου ιστορικού Σαούλ Φριντλέντερ), γιατί με την «τελική λύση» θα τους λύτρωνε από το μείζον κακό που είναι η ύπαρξη εβραίων.

Ποιοι ήταν όμως αυτοί οι Γερμανοεβραίοι; Οι γερμανοί εβραίοι ήσαν αναπόσπαστο τμήμα της κοινωνίας, πολλοί είχαν πολεμήσει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως κι ο ίδιος ο Άρνολντ Σαίνμπεργκ, άλλοι είχαν σκοτωθεί για την πατρίδα κι άλλοι, έχοντας επιζήσει και παρασημοφορηθεί, ένιωθαν εντελώς Γερμανοί. Στα αστικά καλλιεργημένα στρώματα ήταν πολλοί αυτοί που απομακρύνονταν από τη θρησκεία όλο και περισσότερο. Είχαν διακριθεί στα γράμματα και στις τέχνες, ιδιαίτερα στον τομέα της μουσικής. Πώς να φανταστεί κανείς την κλασική μουσική της Γερμανίας δίχως τη συνδρομή των Γερμανοεβραίων; Η γερμανική κουλτούρα είναι σε υψηλό βαθμό γερμανοεβραϊκή. Ο Σαίνμπεργκ έγραψε ότι του ήταν δύσκολο να εκφράσει «πώς μάτωσε η καρδιά [τ]ου όταν άστραψε ξαφνικά στο νου [τ]ου η σκέψη πως, πλέον, δεν θα ή[τα]ν Γερμανός» (σ. 154).

Στις 10 Νοεμβρίου 1936, οι μουσικοί που είχαν έρθει στη Λειψία από τη Φιλαρμονική του Λονδίνου, έψαχναν το άγαλμα του Φελίξ Μέντελσον μπροστά στο Γκεβάντχαους για να καταθέσουν ένα στεφάνι, αλλά είδαν μόνο άδεια παρτέρια. Την προηγούμενη νύχτα, 9 Νοεμβρίου 1936, δυο χρόνια πριν από τη Νύχτα των Κρυστάλλων, το τεράστιο άγαλμα είχε απομακρυνθεί. Ο σπουδαίος μουσικός, εγγονός του φιλοσόφου Μέντελσον, δεν δικαιούνταν πια να τιμάται στον δημόσιο χώρο, διότι δεν ήταν πια Γερμανός παρά μόνο «εβραίος». Όμως, όπως γράφει ο Άικλερ,

Στο πεδίο της  μουσικής αλλά και πολύ πέρα από αυτό, η γερμανική  κουλτούρα είχε γίνει σταδιακά γερμανοεβραϊκή. Ο Γερμανός και ο Εβραίος ήταν πλέον, για να παραφράσουμε ελαφρά τη φράση του Αντόρνο, τα «δύο μισά» ενός ενιαίου συνόλου εντός του οποίου δεν ήταν πλέον δυνατόν να συνυπάρξουν.  

Μου άρεσε ιδιαιτέρως το κεφάλαιο με τα δύο μισά. Ποιος ήταν ο εβραίος; Δεν ήταν απλό να το προσδιορίσουν. Οι μεικτοί γάμοι ήταν πάρα πολλοί. Με πόσους προγόνους κάποιος θεωρούνταν εβραίος; Οι νόμοι της Νυρεμβέργης, το 1935, αποφάσισαν ότι αρκούσε ένας και μόνο από τους τέσσερις προγόνους κάποιου να είναι εβραίος για να θεωρηθεί εβραίος και εκείνος, ασχέτως αν δεν πίστευε στην εβραϊκή θρησκεία και δεν τηρούσε κανένα τελετουργικό ή αν είχε βαφτιστεί χριστιανός με τη θέλησή του. Έτσι, ο συγγραφέας Ζαν Αμερύ (Χανς Μάγερ λεγόταν ακόμη τότε) μπήκε σ’ ένα βιεννέζικο καφέ Αυστριακός και βγήκε εβραίος, γιατί διάβασε αυτούς τους νόμους στην εφημερίδα.  Αμέσως μετά οργάνωσε τη φυγή του για το Βέλγιο. Τα επόμενα χρόνια βγήκαν πάρα πολλοί νόμοι και διατάγματα, πολλά αντιφατικά, που επιχειρούσαν να προσδιορίσουν τον «αιώνιο εβραίο», αυτόν που τίποτα δεν τον αλλάζει.

 

 

                 

«Μουσικά μνημεία» και οι συνθέτες

Ο Τζέρεμι Άικλερ επικεντρώνεται σε τέσσερα έργα που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του βιβλίου αλλά και στον βίο των συνθετών τους, οι οποίοι προέρχονται από διαφορετικά έθνη, και που ο ναζισμός, ο πόλεμος και η γενοκτονία των εβραίων τους σημάδεψε ανεξίτηλα, αν και με διαφορετικό τρόπο τον καθένα. Είδαν την ιστορία από διαφορετικό παράθυρο, όπως λέει ο Άικλερ. Τα δύο πρώτα έργα γράφτηκαν τη δεκαετία του 1940, αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου· τα άλλα δύο, τη δεκαετία του 1960.

Ο μέγας μουσουργός του ρομαντισμού Ρίχαρντ Στράους, ο συνθέτης που εξυμνήθηκε περισσότερο από τη ναζιστική Γερμανία και που ενέδωσε στο καθεστώς για να μη χάσει τιμές και αξιώματα, είχε εβραία νύφη από τον μεικτό γάμο του γιού του, άρα τα εγγόνια του κινδύνευαν άμεσα. Έκανε αγωνιώδεις προσπάθειες για να τα σώσει. Αλλά κι ο αγαπημένος του λιμπρετίστας,  που εκείνα τα χρόνια δεν ήταν άλλος από τον Στέφαν Τσβάιχ, πριν εγκαταλείψει τη Γερμανία για τη Βραζιλία, όπου και αυτοκτόνησε,  δεν μπορούσε πια να γράψει για εκείνον, πράγμα που θύμωνε και αναστάτωνε τον Στράους, ο οποίος έδειχνε απόλυτη αδυναμία κατανόησης.   

Ο Άικλερ αναλύει ένα από τα τελευταία μείζονα έργα του γέρου πια Ρίχαρντ Στράους, τις Μεταμορφώσεις, γραμμένο προς το τέλος του πολέμου (το 1944-45) κι αναρωτιέται για το νόημά του. Καθρεφτίζει άραγε τον ξεπεσμό της Γερμανίας στη ναζιστική θηριωδία; Είναι ένας θρήνος για τον βομβαρδισμό των γερμανικών πόλεων; Ή είναι πιο υπαρξιακό και αφορά τις μεταμορφώσεις του ίδιου του του εαυτού; Ο Άικλερ καταλήγει πως το έργο αυτό είναι «ένα βότσαλο στον τάφο του ουτοπικού ονείρου του γερμανικού πολιτισμού» (σ. 150). Ο Στράους πέθανε ήσυχα στον ύπνο του τον Σεπτέμβριο του 1949, σε ηλικία 85 ετών.

Ο γεννημένος στη Βιέννη το 1874 Άρνολντ Σαίνμπεργκ ήρθε μικρός στη Γερμανία, πολέμησε στο πλευρό των Γερμανών στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κι ένιωθε εντελώς Γερμανός, φτιαγμένος από τη γερμανική κουλτούρα και ειδικά τη μουσική, κάποια στιγμή μάλιστα μεταστράφηκε και βαπτίστηκε χριστιανός. Υπήρξε όμως εξαιρετικά διαυγής και, αμέσως μετά την άνοδο του ναζιστικού κόμματος στη Γερμανία, μετανάστευσε με τη γυναίκα του και το παιδί τους, ήδη από το 1933. Πρώτα στη Γαλλία. Στη συνέχεια διέσχισε τον Ατλαντικό κι εγκαταστάθηκε για λίγο στη Βοστώνη, όπου είχε μια πρόσκληση για συνεργασία, ενώ αργότερα όλη την υπόλοιπη ζωή του έζησε στην Καλιφόρνια. Από εκεί θα παρακολουθούσε συγκλονισμένος το ευρωπαϊκό δράμα. Πολλοί συγγενείς του που έμειναν πίσω δολοφονήθηκαν με διάφορους τρόπους. Ο Σαίνμπεργκ δεν παρακολουθούσε αμέτοχος. Έκανε διάφορες κινήσεις γράφοντας επιστολές σε σημαίνοντα πρόσωπα και κείμενα. Είχε έναν ακτιβισμό που δεν απέφερε αποτελέσματα, αφού τον αγνόησε ακόμη και η αμερικανική εβραϊκή διασπορά ενώ κι ο Τόμας Μαν αρνήθηκε τη βοήθειά του στη δημοσίευση ενός κειμένου. Απονενοημένα διαβήματα…

Ο συνθέτης του συγκλονιστικού Επιζώντος της Βαρσοβίας αφιέρωσε το 1947 αυτό το μνημειώδες έργο 7  λεπτών στην εξόντωση των Εβραίων. Επ’ αυτού, γράφει ο Άικλερ: «Πολύ προτού χτιστεί έστω και ένα μνημείο για το Ολοκαύτωμα οπουδήποτε στις ΗΠΑ, η μουσική του Σαίνμπεργκ έγινε ο ήχος της δημόσιας μνήμης» (σ. 22).

Ο Άικλερ συσχετίζει το συγκεκριμένο έργο με τη δημοσίευση, την ίδια χρονιά, του Δόκτωρα Φάουστους του Τόμας Μαν. Προσωπικά, δεν μπορώ να μην το συσχετίσω με δύο κορυφαία κείμενα που είδαν το φως της δημοσιότητας στην Ευρώπη το 1947. Εννοώ την α΄ έκδοση του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, του Πρίμο Λέβι, από μικρό εκδοτικό οίκο με  περιορισμένη υποδοχή, και Το ανθρώπινο είδος του Ρομπέρ Αντέλμ. Επιζών του Άουσβιτς ο πρώτος, του Μπούχενβαλντ ο δεύτερος, δημοσιεύουν αυτά τα πρώτα συγκλονιστικά έργα στο Τορίνο και στο Παρίσι το 1947, ενώ μιλούν παράλληλα με τον Επιζώντα της Βαρσοβίας.

Το έργο γράφτηκε, αλλά μόνο απλό δεν ήταν να εκτελεστεί δημοσίως· η υποδοχή του δεν ήταν διόλου εξασφαλισμένη. Η πρεμιέρα του έργου είναι κάπως σουρεαλιστική και ο Άικλερ της αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο: «Ο Μωυσής στην Αλμπουκέρκη», σ. 186-213.

Στην απομακρυσμένη Αλμπουκέρκη, πόλη του Νέου Μεξικού, ένας άγνωστος μαέστρος, ο Κουρτ Φρέντερικ, γεννημένος στη Βιέννη, παιδί της Bildung κι αυτός, που αυτοεξορίστηκε, τρέφει απέραντο θαυμασμό για τον συνθέτη. Ζητά λοιπόν την άδεια του Σαίνμπεργκ να παίξει το έργο του.  Ο συνθέτης τη δίνει, αν και η Δημοτική Συμφωνική Ορχήστρα δεν είναι παρά ένα ερασιτεχνικό σύνολο.  Ο Φρέντερικ πέφτει από τα σύννεφα που αυτή θα είναι η παγκόσμια πρεμιέρα του έργου. Η υποδοχή είναι ανέλπιστη για ένα όχι εκπαιδευμένο κοινό. Ο Σαίνμπεργκ δεν ήταν σε θέση να ταξιδέψει στις 4 Νοεμβρίου 1948. Έμαθε όμως πως περίπου επτά λεπτά αργότερα, σύμφωνα με το περιοδικό Time, η αίθουσα δονήθηκε από βροντερά χειροκροτήματα, ο Φρέντερικ επανέλαβε επιτόπου την εκτέλεση του έργου και η υποδοχή ήταν ένας θρίαμβος.  Ο Σαίνμπεργκ έγραψε στον Φρέντερικ: «ο ενθουσιασμός και η ικανότητά σας φαίνεται πως δημιούργησαν ένα θαύμα, για το οποίο όχι μόνο η Αλμπουκέρκη αλλά πιθανότατα και όλη η Αμέρικα  “Kopfstehen wird” (θα ξετρελαθεί)» (σ. 197).

Λίγο μετά, την ίδια πάντα χρονιά (1948), το έργο έκανε την πρώτη ευρωπαϊκή του πρεμιέρα στο Παρίσι και το 1950 στη Δυτική Γερμανία, στο Ντάρμσταντ. Γράφει ο Άικλερ:

Αν για τη Νοτιοδυτική Αμερική ο Επιζών ήταν κάτι εκπληκτικά καινοφανές και ως εκ τούτου δύσκολα κατανοήσιμο, η ανησυχία πριν την πρεμιέρα του στη Δυτική Γερμανία το 1950 ήταν μήπως γίνει υπερβολικά κατανοητό. […] Είναι υπερβολικά νωρίς για την επεξεργασία και την αποδοχή του παρελθόντος. Η σταδιοδρομία του Επιζώντα στη Δυτική Γερμανία τα επόμενα χρόνια αποκαλύπτει πόσο στέρεα ήταν ακόμη ριζωμένα τα ίχνη της ναζιστικής ιδεολογίας στην εθνική συνείδηση. (σ. 199-200)

Τέλος ο Επιζών θα έχει την αμερικανική πρεμιέρα που του άξιζε το 1950, όταν το υποδέχτηκε και το διηύθυνε ο Δημήτρης Μητρόπουλος με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Νέας Υόρκης. Θρίαμβος και εκεί, και διπλή εκτέλεση του έργου. Ευτυχώς, ο συνθέτης πρόλαβε να το μάθει.       

Ο Σαίνμπεργκ πέθανε τον Ιούνιο του 1951 και η σορός του αποτεφρώθηκε. Πολύ αργότερα, το 1974, η πόλη της Βιέννης ζήτησε από τους απογόνους του να επιστραφεί η στάχτη του για να αποκτήσει το μνήμα που της άξιζε.   Πράγματι, η στάχτη του καθώς και αυτή της συζύγου του μεταφέρθηκαν στη γενέθλια πόλη του και τοποθετήθηκαν σε ένα μνήμα. Εκεί, στο απέραντο Κεντρικό Κοιμητήριο, γειτόνεψε μ’ αυτούς που ήταν οι αληθινοί του πρόγονοι και των οποίων ήταν συνεχιστής με τη μουσική του: με τον Μπετόβεν, τον Σούμπερτ και τον Μπραμς.

 

 

Στη Ρωσία και στη Βρετανία

Λένινγκραντ, καλοκαίρι του 1942. Η πόλη πολιορκείται από τον Σεπτέμβριο του 1941 από τα γερμανικά στρατεύματα και υφίσταται άγριο αποκλεισμό· οι κάτοικοι λιμοκτονούν. Αλησμόνητη είναι  η βραδιά της συναυλίας με την πρώτη εκτέλεση της 7ης Συμφωνίας του Ντμίτρι Σοστακόβιτς, της συμφωνίας Λένινγκραντ στην πολιορκημένη εδώ κι ένα χρόνο πόλη. Οι κάτοικοι θα λιμοκτονούσαν αλλά θα αντιστέκονταν επί 900 ημέρες, από τον Σεπτέμβριο του 1941 ώς τις 27 Ιανουαρίου 1944, που τα εχθρικά στρατεύματα αποχώρησαν. Τεράστια ηχεία στραμμένα προς τα στρατεύματα της Βέρμαχτ που στρατοπέδευαν μια ανάσα από την πόλη μετέφεραν τον ήχο της συναυλίας. Το γεγονός αυτό εγγράφεται στην ηρωική αντίσταση που πρόβαλαν στρατός και πολίτες στη Σοβιετική Ένωση και είναι μια πολύ ξεχωριστή στιγμή της. Βεβαίως, ο Σοστακόβιτς διώχθηκε ανελέητα στη συνέχεια από το καθεστώς. 

Αλλά δεν είναι αυτό το έργο που ο Άικλερ εντάσσει στo corpus των   τεσσάρων έργων που εξετάζει. Χρόνια αργότερα, ο συνθέτης θα εμπνεόταν από ένα φρικιαστικό γεγονός, που έλαβε χώρα στο Μπάμπι Γιαρ. Πρόκειται για τη μαζική δολοφονία 33.771 Ουκρανών εβραϊκής καταγωγής στη χαράδρα του Μπάμπι Γιαρ, τη μεγαλύτερη σφαγή σε μία μόνο φορά στις εκκαθαρίσεις Εβραίων από τα Αϊζαντσγκρούπεν, τα ειδικά τμήματα εκτελέσεων των Ες Ες. Η αφήγηση κλείνει ως εξής: «Στο Μπάμπι Γιαρ η σιωπή ήταν απόλυτη. Πρώτα οι ναζί κατέστρεψαν τα αποδεικτικά στοιχεία και στη συνέχεια οι Σοβιετικοί κατέστρεψαν τη μνήμη. Και οι δύο πλευρές μαζί επικύρωσαν την τέλεια συγκάλυψη» (σ. 83).  Υπάρχουν όμως τα συγκλονιστικά κείμενα του Βασίλι Γκρόσσμαν, «Η Ουκρανία δίχως Εβραίους», το πρώτο πρώτο κείμενο που θα δημοσιευτεί για τη γενοκτονία,[1] και η «Μαύρη Βίβλος» του ιδίου, απαγορευμένη και αδημοσίευτη, που θα γίνει γνωστή στη Δύση πολλές δεκαετίες αργότερα.   

Χρόνια αργότερα, ο νεαρός ποιητής Γεβγκένι Γεφτουσένκο θα συγκλονιζόταν από το δράμα αυτό και θα συνέθετε το ποιητικό του έργο, Μπάμπι Γιαρ. Το έργο αυτό διάβασε ο Σοστακόβιτς και εμπνεύστηκε το ομώνυμο συμφωνικό του έργο, κατά την εκτέλεση του οποίου  απαγγέλλεται το ομώνυμο ποίημα του Γεφτουσένκο. Έργο που μετά δυσκολίας παίχτηκε το 1961 στη Σοβιετική Ένωση, η οποία έκανε δειλά βήματα στον δρόμο της αποσταλινοποίησης. Ίσως η συμφωνία αυτή να είναι το καλύτερο μνημείο γι’ αυτό το επεισόδιο της εξόντωσης, το απόλυτα αποσιωπημένο ώς τότε. «Πάνω από το Μπάμπι Γιαρ μνημεία δεν υπάρχουν…», λέει ο στίχος του Γεφτουσένκο. Στα υλικά μνημεία που υπάρχουν σήμερα στην τεράστια καλυμμένη κι αναδασωμένη έκταση, εν είδει πάρκου, ο Άικλερ αφιερώνει μια μεγάλη ενότητα.  

Τέλος, ο Άγγλος Μπέντζαμιν Μπρίτεν συνέθεσε τη συμφωνία του Πολεμικό Ρέκβιεμ, εμπνευσμένος από την καταστροφή του τεράστιου καθεδρικού ναού του Κόβεντρι από τους γερμανικούς βομβαρδισμούς. Το περίφημο Μπλιτζ υπήρξε πολύ τραυματικό για την βρετανική κοινωνία. Περίπου  τετρακόσιες χιλιάδες ήταν οι νεκροί νεαρής ηλικίας Βρετανοί στις μάχες του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Αλλά το Ρέκβιεμ συμπεριλαμβάνει τα δεινά και τους νεκρούς του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, αφού βασίζεται σε μελοποιήσεις 9 αντιπολεμικών ποιημάτων του Γουίλφρεντ Όουεν, ο οποίος πήρε μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο, τον Μεγάλο Πόλεμο, και έγραψε έπειτα από τις εμπειρίες του εκεί. Τα ποιήματα αυτά απαγγέλλονται στα αγγλικά και συνδυάζονται με τη λατινική λειτουργία του Ρέκβιεμ όπου τραγουδά μία σοπράνο και η χορωδία.

Ένα μουσικό μνημείο λοιπόν για τους νεκρούς των πολέμων, το Ρέκβιεμ, συγκλόνισε τον Σοστακόβιτς, ο οποίος αφιέρωσε στον Μπρίτεν τη 14η Συμφωνία του, στην οποία μελοποίησε Απολλιναίρ, Πούσκιν, Ρίλκε και Λόρκα. Οι εκλεκτικές συγγένειες είναι πολύ έντονες. Το Μπάμπι Γιαρ και το Πολεμικό Ρέκβιεμ είναι «παιδιά όμοιων πατεράδων», όπως είπε ο ίδιος ο Μπρίτεν. Χέρι χέρι μουσική και ποίηση μνημονεύουν το παρελθόν, αναμοχλεύοντας τις οδύνες του και μεταμορφώνοντάς τις σε τέχνη.

 

Επίλογος: Ο αναγνώστης θα εισέλθει στη μεγάλη Ιστορία μέσα από πολλές μικρές ιστορίες και από επιλεγμένα γεγονότα. Μέσα από πολλές «μικρές εικόνες» (ορολογία του Βάλτερ Μπένγιαμιν) τις οποίες ο ίδιος παραθέτει και συμπυκνώνει στον επίλογο του με τίτλο εμπνευσμένο από τον Προυστ: «Ακούγοντας τον χαμένο χρόνο». Μέσα από τα έργα αυτά, ο χρόνος θα ανακτηθεί. Όπως και στο τέλος της Αναζήτησης, θα οικειοποιηθούμε πάλι αυτό το τραυματικό παρελθόν, μεταμορφωμένο πια μέσα από την τέχνη.

 

Mstislav Rostropovich and Benjamin Britten after a concert 

Ο Μπέντζαμιν Μπρίτεν (δεξιά) με τον τσελίστα και μαέστρο Μστισλάβ Ροστροπόβιτς, το 1964.

Mikhail Ozerskiy / RIA Novosti archive, image #25562 / CC-BY-SA 3.0



[1]  Βασίλι Γκρόσσμαν, Η κόλαση της Τρεμπλίνκα, εισαγωγή-μετάφραση Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, Άγρα, Αθήνα 2020.

 

08 Αυγούστου 2026

Πότε Ξανά;

Μίνος Μωυσής

Η άνοδος ενός νέου αντισημιτισμού και ένα μήνυμα επαγρύπνησης

22 Απριλίου 2026

Είναι το Ολοκαύτωμα μοναδικό;

Χάρης Εξερτζόγλου

Ξαναπιάνοντας το νήμα της «διαμάχης των ιστορικών» σήμερα. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 160, με αφορμή την εκδημία του γερμανού φιλοσόφου Γιούργκεν Χάμπερμας.

14 Μαρτίου 2026

Ο νέος αντισημιτισμός

Ηλίας Κανέλλης

Στις 27 Ιανουαρίου 2026, στην Ημέρα Μνήμης των Ελλήνων Εβραίων Μαρτύρων και Ηρώων του Ολοκαυτώματος, για την οποία έγινε εκδήλωση στον Ελληνικό Κόσμο της οδού Πειραιώς, κεντρικός ομιλητής ήταν ο εκδότης του Books' Journal, Ηλίας Κανέλλης. Δημοσιεύουμε σήμερα την ομιλία του.

31 Ιανουαρίου 2026

Επέστρεψαν στην αβεβαιότητα

Γιάννης Ευαγγέλου

Η Kateřina Králová για τους Εβραίους στην Ελλάδα μετά τον Πόλεμο

Συνέντευξη στον Γιάννη Ευαγγέλου

 

Katerina Králová, Homecoming. Holocaust Survivors and Greece, 1941–1946, Brandeis University Press, 2025, 373 σελ.

Τι σημαίνει, άραγε, «γυρνάω σπίτι», όταν το σπίτι μου είναι ρημαγμένο και άδειο; Πώς ένιωσαν οι Έλληνες Εβραίοι που επέζησαν –από τα στρατόπεδα, τις εγχώριες κρυψώνες ή το βουνό– όταν αντίκρισαν την έκταση της καταστροφής στην κοινότητά τους; Πώς τους υποδέχθηκαν οι –ομόθρησκοι και μη– συμπατριώτες τους και πόσο καθόρισε τη νέα τους ζωή ο τρόπος με τον οποίο είχαν καταφέρει να γλιτώσουν;

28 Ιανουαρίου 2026

Διεθνής Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Ολοκαυτώματος

Η 27η Ιανουαρίου είναι Διεθνής Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Ολοκαυτώματος. Με αυτή την ευκαιρία, αναδημοσιεύουμε διαδικτυακά το άρθρο της Βάνας Νικολαΐδου-Kυριανίδου για τη λεγόμενη Νύχτα των Κρυστάλλων, που πρωτοδημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του Books' Journal, τχ. 171, Δεκέμβριος 2025.

27 Ιανουαρίου 2026

Τα Χριστούγεννα ενός Εβραίου

Γιώργος Ζεβελάκης

Η γέννηση και η διάδοση του νέου μίσους για τους Εβραίους επιβάλλει την ανάκληση της μνήμης ενός σημαντικού Έλληνα Εβραίου, του γνωστού μουσικολόγου, μουσικού και ραδιοφωνικού παραγωγού Ζακ Μεναχέμ, ο οποίος ήταν επιζήσας του στρατοπέδου Μπέλσεν. Αναδημοσιεύουμε από το αρχείο του Γιώργου Ζεβελάκη την προσωπική μαρτυρία του Ζακ Μεναχέμ, όπως ο ίδιος την κατέγραψε πριν από σαράντα χρόνια, μιλώντας στο περιοδικό ποικίλης ύλης Ένα, τχ. 52, 29/12/1985.

23 Δεκεμβρίου 2025

Η είδηση μυρίζει μούχλα και αίμα: η ΕΛΜΕ Κερκύρας ετοιμάζει  εκδήλωση  κατά Εβραίων, με αφετηρία το αεροδρόμιο της Κέρκυρας στις 9/6/2025.

Γιατί όμως στο αεροδρόμιο; Επειδή εκεί θα αποβιβαστούν πολίτες, προερχόμενοι από το Ισραήλ!

08 Ιουνίου 2025

Βλέποντας πως είχε ανοίξει μία σχετική συζήτηση, αξίζει να πούμε τούτο:
Το εβραϊκό Ολοκαύτωμα δεν είναι μοναδικό λόγω της έκτασης των εκκαθαρίσεων που εφήρμοσαν Γερμανοί και οι σύμμαχοί τους. Ούτε για τον επιστημονικό τρόπο της εξόντωσης τόσων εκατομμυρίων ανθρώπων. Άλλωστε, ώς ένα βαθμό, το know how το είχαν πάρει από τους Τούρκους (ως αντιδάνειο βεβαίως, αφού κι εκείνους τους δίδαξε ο Λίμαν φον Σάντερς).
Η μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος έγκειται στο ότι οι εβραίοι εξοντώθηκαν μόνο και μόνο επειδή ήταν εβραίοι. Ακόμη κι αν είχαν αλλάξει θρήσκευμα, ακόμη κι αν ζητούσαν να υπηρετήσουν οι ίδιοι το μεγαλείο του Τρίτου Ράιχ, πάλι τους περίμεναν τα στρατόπεδα και η εξόντωση.

18 Μαϊος 2025
Σελίδα 1 από 2