web only
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΗ λαογραφία του Macklemore
Ο Macklemore είναι ο ράπερ από το Σιάτλ που πήρε δύο Grammy το 2014 με το «Thrift Shop» και το «Same Love» και τα τελευταία δύο χρόνια χτίζει δεύτερη καριέρα πάνω στο «Hind’s Hall», το τραγούδι για την Παλαιστίνη τα έσοδα του οποίου πηγαίνουν στην UNRWA. Φέτος το καλοκαίρι ήταν το support act στο αμερικανικό σκέλος του Loop Tour του Ed Sheeran. Στις 4 Σεπτεμβρίου, στο MetLife Stadium του Νιου Τζέρσεϊ, σταμάτησε ανάμεσα σε δύο τραγούδια, είπε «Free Palestine», έβαλε τη Γάζα στις οθόνες και έπαιξε το κομμάτι. Το ξανάκανε την επόμενη νύχτα. Το Israeli-American Council άνοιξε petition. Ο Robert Kraft, ιδιοκτήτης του Gillette Stadium και των New England Patriots, στο γάμο του οποίου είχε τραγουδήσει ο Sheeran το 2022, πήρε τηλέφωνο τον Sheeran. Ο Macklemore λέει ότι ο Kraft κινητοποίησε στη συνέχεια και άλλους ιδιοκτήτες σταδίων πίσω από ένα τελεσίγραφο. Τη Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου, ο Macklemore βγήκε από τις οκτώ συναυλίες που απέμεναν. Ο Sheeran ανακοίνωσε ότι την απόφαση την πήραν οι διοργανωτές και ότι ο ίδιος δεν είναι συνένοχος. Δύο μέρες αργότερα βρέθηκαν δύο εκατομμύρια δολάρια για ανθρωπιστική βοήθεια στη Γάζα. Ο Sheeran έχασε διακόσιες χιλιάδες followers. Ο Macklemore κέρδισε ένα εκατομμύριο.
Αν κοινοποιήσατε κάποιο από εκείνα τα βίντεο αυτή την εβδομάδα, τα παρακάτω απευθύνονται σε εσάς.
Τα ελληνικά ΜΜΕ κάλυψαν τον Macklemore ως μάρτυρα. Το Ποντίκι δημοσίευσε πέντε κείμενα μόνο στις 16 Σεπτεμβρίου, ένα με τον υπότιτλο «Οι δισεκατομμυριούχοι παίρνουν το μικρόφωνο», συναρμολογημένα σχεδόν εξ ολοκλήρου από ενσωματωμένες αναρτήσεις Instagram και μεταφρασμένες δηλώσεις, χωρίς ίχνος ρεπορτάζ. Τα Νέα, ΣΚΑΪ, το in.gr, η Parallaxi ακολούθησαν μέσα σε εβδομήντα δύο ώρες: θάρρος, μακαρθισμός, φίμωση καλλιτέχνη. Η εικόνα των παντοδύναμων Εβραίων που φιμώνουν καλλιτέχνες έχει για μια εφημερίδα την ίδια ακριβώς λογιστική θέση με ένα συμβόλαιο διαφήμισης της Jumbo, με τη διαφορά ότι η Jumbo διαπραγματεύεται ανανέωση κάθε χρόνο και μπορεί κάποια στιγμή να πάει αλλού.
Κανείς από το Ποντίκι δεν ενδιαφέρθηκε να δει ποιος είναι ο Macklemore και από πού ακούστηκε η φωνή αυτή. Τον Μάιο του 2014, σε αιφνιδιαστική εμφάνιση στο EMP Museum του Σιάτλ, ο Macklemore ανέβηκε στη σκηνή με προσθετική γαμψή μύτη, μαύρη περούκα και μακριά γενειάδα και τραγούδησε το «Thrift Shop». Το Forward ρώτησε αν η επιλογή της μεγάλης μύτης ήταν εσκεμμένη. Ο Macklemore εξήγησε ότι η μεταμφίεση ήταν τυχαία, ότι οι ψεύτικες μύτες στο μαγαζί απλώς βγαίνουν μεγάλες, ότι το εβραϊκό στερεότυπο δεν του πέρασε ποτέ από το μυαλό και ότι όσοι τον ξέρουν, ξέρουν καλύτερα. Η φωτογραφία απέχει κάποια κλικ αναζήτησης και απείχε ολόκληρη την εβδομάδα. Κανείς σε κανένα ελληνικό γραφείο σύνταξης δεν έκανε αυτή την αναζήτηση.
Πριν αντιτείνουν ότι μιλούν για το Ισραήλ και όχι για τους Εβραίους, διαβάστε τι τύπωσαν. «Ισχυροί φιλοϊσραηλινοί κύκλοι». «Οργανώσεις και δισεκατομμυριούχοι». «Οι τύποι με τα δισεκατομμύρια». Συνδεδεμένος τίτλος για «τα ισραηλινά λόμπι». Ιρλανδικό συγκρότημα που παρατίθεται επιδοκιμαστικά για «σιωνιστικά λόμπι». Στο κείμενο του Ποντικιού κατονομάζεται ένας άνθρωπος, ο Kraft, και ύστερα γίνεται πληθυντικός και μένει πληθυντικός για δύο χιλιάδες λέξεις. Η λέξη «Εβραίος» δεν εμφανίζεται πουθενά. Υπάρχει ένα ολόκληρο λεξιλόγιο στο οποίο η λέξη δεν χρειάζεται πια, και η απουσία της προσκομίζεται ως απόδειξη καλής πίστης.
Και γι’ αυτό η γαμψή μύτη τούς προσπέρασε με ταχύτητα. Ξανακούστε τη δικαιολογία του Macklemore από το 2014: ήταν τυχαία μεταμφίεση, δεν αφορούσε κανέναν, όσοι με ξέρουν ξέρουν καλύτερα. Τα ελληνικά ΜΜΕ δεν αναγνώρισαν τίποτα, επειδή το άλλοθι είναι το ίδιο, και το επαναλαμβάνουν εδώ και έναν αιώνα.
Τα Νέα κατέταξαν την υπόθεση στη «διαχείριση κρίσης» και τύπωσαν την αριθμητική των followers, που είναι η πιο ειλικρινής πρόταση την οποία παρήγαγαν τα ελληνικά ΜΜΕ αυτή την εβδομάδα. Αυτό είναι το φθηνότερο περιεχόμενο της αγοράς. Μετάφραση αντί για ρεπορτάζ. Κανείς δεν κάνει μήνυση. Κανένας διαφημιζόμενος δεν αποσύρεται. Το αναγνωστικό κοινό που προσβάλλει είναι πολύ μικρό για να λογαριάζεται ως δημογραφικό. Μετατρέπεται σε traffic και κανείς σε κανένα από αυτά τα γραφεία δεν χρειάζεται να έχει άποψη για τους Εβραίους για να δουλέψει η μηχανή, γι’ αυτό και δουλεύει, και γι’ αυτό το κείμενο του Ποντικιού κάθεται στη σελίδα ακριβώς πάνω από πληρωμένο advertorial για εφηβικό θεατρικό εργαστήρι.
Μήπως περιμένουμε πολλά από τα ελληνικά ΜΜΕ; Ζούμε στην χώρα που ακόμα και το blackface, αντίστοιχη προσβολή με την αντισημιτική μεταμφίεση του Macklemore, δεν επιφέρει καμία καταδίκη. Το ίδιο το ΕΣΡ το έχει πει γραπτώς με την απόφαση ΕΣΡ 191/2023: το blackface ως ρατσιστική πρακτική ανήκει στη Βόρεια Αμερική του 19ου και του 20ού αιώνα (το μάθαμε μέσω της υποτιτλισμένης αμερικανικής τηλεόρασης, με την ιστορία του συνημμένη), ενώ το «προσωπομαύρισμα στην Ελλάδα συνδέεται με καρναβαλικές μεταμφιέσεις». Με άλλα λόγια, ο ρατσισμός ή ο αντισημιτισμός είναι εισαγόμενοι. Ό,τι παράγεται εδώ είναι λαογραφία, και η λαογραφία είναι το συρτάρι για όσα έχουν συμφωνήσει εκ των προτέρων να μην κοιτάξουμε όπως το Κάψιμο του Ιούδα, την πιο διαδεδομένη εκδήλωση λαϊκού αντισημιτισμού στη χώρα, με τη συνενοχή Εκκλησίας, κράτους και προοδευτικής κοινής γνώμης.
Το Ποντίκι έγραψε ότι όταν ένας δισεκατομμυριούχος αποφασίζει ποιος ανεβαίνει στη σκηνή, η σκηνή γίνεται χώρος εξουσίας. Σωστό. Και όποιος έχει τη σελίδα αποφασίζει τι είναι γεγονός. Αυτή την εβδομάδα, τα ελληνικά ΜΜΕ αποφάσισαν ότι μια γαμψή μύτη, μια μαύρη περούκα και μια γενειάδα σε σκηνή του Σιάτλ δεν είναι γεγονός, και ότι «κύκλοι» και «λόμπι» είναι ρεπορτάζ. Δεν χρειάστηκε τηλεφώνημα. Δεν χρειάστηκε τελεσίγραφο. Όταν ο Sheeran είπε «δεν είμαι συνένοχος», τα ελληνικά ΜΜΕ το τύπωσαν ως την πιο βολική δήλωση της εβδομάδας. Είχαν δίκιο. Η συνενοχή είναι η δική τους.
Η συνταγματική ευπρέπεια δεν διδάσκεται στην Οξφόρδη
Μερικά λεπτά κοινοβουλευτικής έντασης αρκούν καμιά φορά για να διαλύσουν μια δημόσια εικόνα που χτίστηκε επί χρόνια με τίτλους, βιογραφικά και προσεκτικά επιλεγμένα διαπιστευτήρια. Μια τέτοια στιγμή πρόσφερε, εκ νέου, ο Παναγιώτης Δουδωνής.
Ο βουλευτής Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ, συνταγματολόγος και διδάκτωρ της Οξφόρδης, απαίτησε από τον υπουργό Δικαιοσύνης Γιώργο Φλωρίδη να εγκαταλείψει την Ολομέλεια κατά τη συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. «Σηκωθείτε και φύγετε», του είπε, χαρακτηρίζοντας την παρουσία του αντισυνταγματική και αντίθετη προς το πολίτευμα, επειδή, μεταξύ άλλων, ο Φλωρίδης δεν είναι βουλευτής. Αργότερα πρόσθεσε ότι είχε έρθει για να πει «αρλούμπες», ενώ η Ζωή Κωνσταντοπούλου δεν αντιστάθηκε στον πειρασμό να προσθέσει το δικό της “Φύγετε! Φύγετε!”, συμμετέχοντας έτσι σε ένα γκροτέσκο κοινοβουλευτικό θέαμα απολύτως συνεπές με το δημόσιο ύφος που υπηρετεί ευδοκίμως εδώ και χρόνια.
Και εδώ το Σύνταγμα, με κάποια κακεντρέχεια της συγκυρίας, υπενθυμίζει ότι ο εξωκοινοβουλευτικός υπουργός δεν παύει γι’ αυτό να είναι υπουργός. Το άρθρο 66 §2 ορίζει ότι οι υπουργοί και οι υφυπουργοί έχουν ελεύθερη είσοδο στις συνεδριάσεις της Βουλής και ακούονται όποτε ζητήσουν τον λόγο. Δεν διακρίνει ανάμεσα σε εκλεγμένους και μη εκλεγμένους υπουργούς.
Το ακόμη πιο άβολο είναι ότι το ίδιο ζήτημα είχε τεθεί το 2019, πάλι κατά τη διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης. Ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης Μιχάλης Καλογήρου είχε υποστηρίξει στην Ολομέλεια ότι ούτε το Σύνταγμα ούτε ο Κανονισμός της Βουλής προβλέπουν εξαίρεση για την αναθεωρητική διαδικασία ή διάκριση ανάμεσα σε κοινοβουλευτικούς και εξωκοινοβουλευτικούς υπουργούς. Δεν πρόκειται για δεσμευτική ερμηνεία· πρόκειται όμως για κοινοβουλευτικό προηγούμενο που ο συνταγματολόγος Δουδωνής ασφαλώς γνώριζε.
Δεν θα παραστήσουμε τους συνταγματολόγους — υπάρχουν ήδη αρκετοί και, όπως φαίνεται, μπορούν να διαφωνούν ακόμη και για διατάξεις που ο μέσος πολίτης θεωρεί αρκετά σαφείς. Ασφαλώς το Σύνταγμα δεν διαβάζεται αποσπασματικά και η ιδιαίτερη φύση της αναθεωρητικής διαδικασίας επιτρέπει ερμηνευτική συζήτηση. Άλλο όμως η τεκμηριωμένη διαφωνία και άλλο η μετατροπή της σε διαταγή αποχώρησης: «Σηκωθείτε και φύγετε».
Κάπου εδώ η υπόθεση παύει να αφορά αποκλειστικά το Σύνταγμα και αρχίζει να αφορά τον άνθρωπο που το διδάσκει.
Ο Δουδωνής μπήκε στην πολιτική περιβεβλημένος με ένα αξιοζήλευτο ακαδημαϊκό βιογραφικό: Οξφόρδη, Συνταγματικό Δίκαιο, πανεπιστημιακή διδασκαλία, η εικόνα του νέου μορφωμένου ανθρώπου που έρχεται να εισαγάγει στον δημόσιο λόγο κάτι περισσότερο από την παλιά κομματική βαβούρα. Και το 2023 τοποθετήθηκε πρώτος στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ – σε μια θέση που, εξ ορισμού, παραχωρείται από την ηγεσία και δεν κατακτάται με προσωπικό σταυρό.
Η εξουσία όμως έχει μια δυσάρεστη ιδιότητα: πολύ συχνά δεν αλλάζει τον άνθρωπο· τον αποκαλύπτει. Δεν δημιουργεί την έπαρση, της δίνει μικρόφωνο. Δεν γεννά την αμετροέπεια, της προσφέρει έδρανο και την ευχάριστη ψευδαίσθηση ότι κάθε βεβαιότητα αποκτά κύρος επειδή εκφέρεται από θέση ισχύος.
Στην περίπτωση Δουδωνή χρειάστηκε εντυπωσιακά μικρή ποσότητα εξουσίας για να αρχίσει η απογύμνωση. Πριν ακόμη δοκιμαστεί στις μεγάλες ευθύνες της, η πρώτη γεύση κοινοβουλευτικής ισχύος έφερε στην επιφάνεια κάτι πολύ λιγότερο ενδιαφέρον από το λαμπρό βιογραφικό: την πεποίθηση ότι δεν αρκεί να αντικρούεις τον αντίπαλο· μπορείς και να τον διατάζεις να φύγει.
Και υπάρχει ίσως κάτι ακόμη πιο απογοητευτικό. Ο ίδιος εμφανίστηκε ως επικριτής της κουλτούρας της κραυγής, της πολιτικής χυδαιότητας και της αμετροέπειας που χαρακτήρισαν μεγάλο μέρος της προηγούμενης δεκαπενταετίας. Η απόσταση όμως από την καταγγελία ενός ύφους έως τη μίμησή του αποδείχθηκε μικρή.
Η αγοραία πολιτική γλώσσα παραμένει αγοραία ακόμη κι όταν προφέρεται από έναν οξφορδιανό. Το διδακτορικό δεν προσδίδει στις φωνές την ισχύ επιχειρήματος ούτε η έπαρση αποκτά θεσμικό κύρος επειδή επικυρώνεται από την ειδίκευση στο Συνταγματικό Δίκαιο.
Η πρώτη θέση σ’ ένα ψηφοδέλτιο απονέμεται. Το διδακτορικό κατακτάται. Το πολιτικό ανάστημα όμως ούτε απονέμεται ούτε πιστοποιείται.
Και, όπως φαίνεται, ούτε διδάσκεται στην Οξφόρδη.
Τα ομόσπονδα κράτη της μεταπολεμικής Γερμανίας και η σχέση τους με ομώνυμες περιοχές και κρατικά μορφώματα της προπολεμικής Γερμανίας.
Εισαγωγή
Με την ευκαιρία των πρόσφατων εκλογών στο ομόσπονδο κράτος της Σαξονίας-Άνχαλτ και τις επικείμενες εκλογές στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και στο Βερολίνο. θα βοηθούσε προς αποφυγή συγχύσεων και δημιουργία εσφαλμένων εντυπώσεων να ασχοληθούμε με την ιστορία των μεταπολεμικών ομόσπονδων κρατών που συγκροτούν τη σημερινή Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΟΔΓ) και τη σχέση τους με ομώνυμα κράτη ή περιοχές του προπολεμικού Γερμανικού Κράτους, του γνωστού ως Γερμανικό Ράιχ, που και αυτό είχε μια ομοσπονδιακή δομή.
Η μεταπολεμική συγκρότηση των ομοσπονδιακών κρατών έγινε με γνώμονα τη διάλυση του κράτους της Πρωσίας που αποτελούσε την κυρίαρχη δύναμη στο Γερμανικό Ράιχ, από την ίδρυσή του μετά τον γαλλογερμανικό πόλεμο του 1870. Μετά την κατάρρευση του Ναζισμού, οι σύμμαχοι θεώρησαν την Πρωσία κινητήρια δύναμη πίσω από τους δυο καταστροφικούς παγκόσμιους πολέμους του 20ού αιώνα. Η Πρωσία διαλύθηκε ως κρατική οντότητα με τον υπ’ αριθμόν 46 νόμο του Συμμαχικού Συμβουλίου Ελέγχου της 25ης Φεβρουαρίου 1947. Ένα μέρος της επικράτειάς της, η ανατολική Πρωσία, η Πομερανία και η Σιλεσία, πέρασε στην κατοχή της ΕΣΣΔ και της Πολωνίας, ενώ τα εδάφη της δυτικά της γραμμής Όντερ-Νάισσε κατανεμήθηκαν στα περισσότερα σημερινά ομοσπονδιακά κράτη, τα οποία ιδρύθηκαν μετά το τέλος του Β΄Παγκόσμιου Πολέμου. Από τα ομοσπονδιακά κράτη του προπολεμικού Ράιχ, μόνο οι δύο πόλεις-κράτη, το Αμβούργο και η Βρέμη, επέζησαν από τη μετάβαση με λίγο-πολύ άθικτα σύνορα. Ακόμα και η Βαυαρία έχασε εδάφη.
Σε αυτό και στα επόμενα σημειώματα θα ασχοληθούμε με την ιστορία της ίδρυσης των μεταπολεμικών γερμανικών ομόσπονδων κρατών και με τις συνέπειες που είχαν αυτές οι ιδρύσεις στην οικονομική, την πολιτισμική και την πολιτική δομή των κατοίκων τους.
Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι η νέα χάραξη συνόρων και η δημιουργία αυτών των νέων ημικυρίαρχων κρατικών δομών διευκολύνθηκε κατά κάποιον τρόπο από την κατάλυση της κυριαρχίας των ομόσπονδων κρατών του προπολεμικού Ράιχ με τον Νόμο για την Αναδόμηση του Ράιχ της 30ής Ιανουαρίου 1934. Με αυτόν τον νόμο καταργήθηκε η κρατική υπόσταση όλων των ομόσπονδων κρατών που συνιστούσαν το Ράιχ, συμπεριλαμβανομένης και της Πρωσίας, τα τοπικά Κοινοβούλια διαλύθηκαν, οι κυβερνήσεις τους αντικαταστάθηκαν από επιτρόπους της κεντρικής κυβέρνησης και οι υπηκοότητές τους ακυρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν από μια ενιαία υπηκοότητα του Ράιχ. Μέχρι τότε, η υπηκοότητα του Ράιχ ήταν επικουρική και συνόδευε τις επιμέρους υπηκοότητες των ομόσπονδων κρατών.
Στην περιοχή κυριαρχίας του Συμμαχικού Συμβουλίου Ελέγχου ιδρύθηκαν ή επανιδρύθηκαν δεκαέξι κράτη από τα οποία ένδεκα δημιούργησαν τη (δυτική) Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΟΔΓ/BRD) και πέντε την (ανατολική) Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΛΔΓ/DDR). Η πόλη του Βερολίνου παρέμεινε υπό την άμεση διοίκηση των συμμάχων και, αργότερα, στο ανατολικό μέρος της πόλης εγκαταστάθηκε η κυβέρνηση της ΛΔΓ κατά παράβαση των συμφωνιών, με την ανοχή της σοβιετικής κατοχικής δύναμης. Μέχρι τη διάλυση της ΛΔΓ το 1989, οι μόνιμοι κάτοικοι του Δυτικού Βερολίνου ταξίδευαν με διαβατήρια που εξέδιδε η Δημαρχία του Δυτικού Βερολίνου και δεν εθεωρούντο πολίτες της ΟΔΓ. Ένα παρόμοιο καθεστώς ίσχυε και για τους κατοίκους το Ανατολικού Βερολίνου. Από τα ένδεκα ομόσπονδα κράτη της ΟΔΓ, τρία συνενώθηκαν το 1952 και σχημάτισαν τη σημερινή Βάδη-Βυρτεμβέργη, ενώ το Σάαρλαντ (Χώρα του ποταμού Σάαρ) προσχώρησε ως ομόσπονδο κράτος στην ΟΔΓ το 1957.
Τα πέντε ομόσπονδα κράτη της ΛΔΓ καταλύθηκαν το 1952 με μια συνταγματική μεταρρύθμιση και αντικαταστάθηκαν από δεκατέσσερεις νομούς (Bezirke). Η ανασύσταση των κρατών έγινε το 1990, λίγο πριν τη διάλυση της ΛΔΓ και την προσχώρησή τους στην ΟΔΓ – νομικά δηλαδή δεν ενώθηκε η ΛΔΓ με την ΟΔΓ. Παράλληλα, η πόλη του Βερολίνου μετατράπηκε σε πόλη-κράτος, οπότε η σημερινή Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αποτελείται από δεκατρία ομόσπονδα κράτη και τρεις πόλεις-κράτη:
Αμβούργο (πόλη-κράτος)
Βάδη-Βυρτεμβεργη
Βαυαρία
Βερολίνο (πόλη-κράτος)
Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία
Βρανδεμβούργο
Βρέμη (πόλη-κράτος)
Έσση
Θουριγγία
Κάτω Σαξονία
Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία
Ρηνανία-Παλατινάτο
Σάαρλαντ
Σαξονία
Σαξονία-Άνχαλτ
Σλέσβικ-Χόλσταϊν
Η Σαξονία-Άνχαλτ
Λόγω της εκλογικής συγκυρίας που έφερε το ομόσπονδο κράτος της Σαξονίας-Άνχαλτ στο προσκήνιο της επικαιρότητας, θα ξεκινήσουμε τη σειρά μας με αυτό.
Η μεταπολεμική Σαξονία-Άνχαλτ ιδρύθηκε το 1947 από τη Σοβιετική Κατοχική Αρχή με τη συνένωση της λεγόμενης Επαρχίας της Σαξονίας με το Ελεύθερο Κράτος του Άνχαλτ, που αποτελούσε ένα από τα ομόσπονδα κράτη του Ράιχ πριν από την κατάλυσή τους από τους Ναζί. Η νέα περιοχή που αρχικά έφερε το όνομα Επαρχία της Σαξονίας-Άνχαλτ συμπεριέλαβε και μερικούς δήμους και περιφέρειες από γειτονικές περιοχές. Το 1947 απέκτησε σύνταγμα και μετετράπηκε έτσι σε κρατική οντότητα υπό την εποπτεία της Σοβιετικής Κατοχικής Αρχής. Η πρώτη πρωτεύουσά της ήταν η πόλη Χάλλε.
Η Επαρχία της Σαξονίας ανήκε στην Πρωσία και δεν πρέπει να συγχέεται με το Βασίλειο και τη μετέπειτα Δημοκρατία της Σαξονίας που είναι ξεχωριστή κρατική οντότητα. Η επαρχία δημιουργήθηκε το 1815 ως συνέπεια των Ναπολεόντειων πολέμων, από εδάφη που η Πρωσία είχε αποσπάσει από το Βασίλειο της Σαξονίας και από άλλα γερμανικά βασίλεια ή πριγκιπάτα. Πρωτεύουσά της ήταν το Μαγδεβούργο, το οποίο είναι και η πρωτεύουσα της σημερινής Σαξονίας-Άνχαλτ. Μετά την κατάλυση των ομόσπονδων κρατών της ΛΔΓ, η Σαξονία-Άνχαλτ χωρίστηκε σε δυο νομούς, Μαγδεβούργου και Χάλλε.
Τα κύρια αστικά κέντρα είναι το Μαγδεβούργο, η Χάλλε και το Ντέσαου-Ρόσλαου. Το Ντέσαου είναι η πόλη που μεταξύ του 1926 και του 1932 φιλοξένησε τη φημισμένη σχολή αρχιτεκτόνων και σχεδιαστών Μπάουχαους.
Η σημερινή έκταση της Σαξονίας-Άνχαλτ είναι 20.451 τ. χλμ. και ο πληθυσμός της ανέρχεται σε 2,1 εκατομμύρια κατοίκους (απογραφή του 2025). Στην επικράτειά της συμπεριλαμβάνονται πολλές πόλεις με μεγάλη ιστορική παράδοση, όπως το Μερσεβούργο, το Κουέντλινγκμπουργ και το Νάουμπουργκ –πόλεις που ήταν πρωτεύουσες μεσαιωνικών πριγκιπάτων και έδρες καθολικών επισκοπών –, η γενέτειρα του Λούθηρου Άισλεμπεν, και το Βίττεμπεργκ όπου θυροκόλλησε τις ενενήντα εννέα θέσεις του κατά των πρακτικών της Καθολικής Εκκλησίας.
Γύρω από το Χάλλε, το Μερσεβούργο, και το Μπίτερφελντ εγκαταστάθηκαν από τις αρχές του 20ού αιώνα μεγάλα πετροχημικά και χημικά εργοστάσια που αποτέλεσαν αργότερα τη ραχοκοκαλιά της χημικής βιομηχανίας της ΛΔΓ. Παρ’ όλη τη συρρίκνωση που υπέστη η χημική βιομηχανία της περιοχής κατά τη μεταβατική περίοδο μετά την κατάλυση της ΛΔΓ και την προσχώρηση των ανατολικών κρατών στην ΟΔΓ το 1990, οι πετροχημικές εγκαταστάσεις κατάφεραν να επιβιώσουν, ενώ στο χώρο των χημικών εγκαταστάσεων έχει δημιουργηθεί ένα αξιόλογο χημικό βιομηχανικό πάρκο.
Η σημερινή οικονομική δραστηριότητα επικεντρώνεται στην παραγωγή χημικών και πετροχημικών, φαρμάκων και εμβολίων, στη συμμετοχή στην παραγωγική αλυσίδα της αυτοκινητοβιομηχανίας και στον πρωτογενή τομέα με κέντρο βάρους την οινοπαραγωγή, την παραγωγή και επεξεργασία τροφίμων και την παραγωγή σοκολάτας.
To ονομαστικό ΑΕΠ κυμαινόταν το 2025 στα 81,8 δισ. ευρώ και η ανεργία τον Αύγουστο του 2026 ήταν στο 8,2%. Στην κατάταξη των ομόσπονδων κρατών, η Σαξονία-Άνχαλτ βρίσκεται σε σχέση με το ΑΕΠ στη 12η θέση και σε σχέση με την ανεργία στη 13η.
Όμως, η οικονομική ανάπτυξη χωρίς την επιρροή του πληθωρισμού ήταν το 2025 αρνητική (– 0,2%) ενώ η ανεργία των νέων αυξήθηκε σημαντικά.
Σε ότι αφορά τη βασική και την εφαρμοσμένη έρευνα, στη Σαξονία-Άνχαλτ βρίσκονται τα Πανεπιστήμια του Μαγδεβούργου (έτος ιδρύσεως 1993) και του Χάλλε-Βίτεμπεργκ (έτη ιδρύσεως: Βίτεμπεργκ 1502, Χάλλε: 1694, έτος συνένωσης: 1817) καθώς και τέσσερα Πανεπιστήμια Εφαρμοσμένων Επιστημών (πρώην ΤΕΙ).
Η πολιτική ζωή μετά την ενσωμάτωση στην ΟΔΓ το 1990 ακολούθησε αρχικά τη γενική εξέλιξη στη Γερμανία, με τους Χριστιανοδημοκράτες να είναι πρώτο κόμμα μέχρι το 2021, με μια εξαίρεση το 1998, όταν σχηματίστηκε κυβέρνηση υπό την ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών. Στις πρόσφατες εκλογές, όμως, η εκλογική του δύναμη μειώθηκε στο 17,2%, χάνοντας περίπου 80.000 ψηφοφόρους στο ακραίο εθνικιστικό κόμμα AfD που βγήκε πρώτο με 43,8%.
Το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (SPD) αρχικά είχε ικανοποιητικά ποσοστά, αλλά από το 2016 η δύναμή του άρχισε να φθίνει φτάνοντας στο μονοψήφιο 9,3% των πρόσφατων εκλογών. Παρόμοια εξέλιξη της εκλογικής τους δύναμης είχαν και τα υπόλοιπα κόμματα (Αριστερά, Πράσινοι, Φιλελεύθεροι – αυτοί δεν κατάφεραν να υπερβούν το πλαφόν του 5% και θα μείνουν εκτός Κοινοβουλίου).
Το ακραίο εθνικιστικό, αντιευρωπαϊκό, φιλορωσικό, ξενοφοβικό και εν μέρει αναθεωρητικό κόμμα AfD κατάφερε μέσα σε τρεις κοινοβουλευτικές περιόδους από το 2016 κι ύστερα να διπλασιάσει σχεδόν το ποσοστό του στο 43,8%, αφού κινητοποίησε 170.000 ψηφοφόρους που στις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις δεν συμμετείχαν. Eνα άλλο κόμμα που κατάφερε να εκπροσωπηθεί με την πρώτη στο Κοινοβούλιο, συγκεντρώνοντας 5,3% των ψήφων, είναι το BSW (Συνασπισμός Σάρα Βάγκενκνεχτ), το οποίο είναι λίγο-πολύ μια αριστερή εθνικιστική, αντιευρωπαϊκή, ξενοφοβική και φιλορωσική εκδοχή του AfD και μάλλον θα συνασπιστεί μαζί του ή θα το στηρίξει.
Το πολιτικό πρόγραμμα του AfD περιλαμβάνει, εκτός από γενικόλογες υποσχέσεις για εξορθολογισμό των οικονομικών και ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας, την αποχώρηση της Σαξονίας-Άνχαλτ από τον κοινό ραδιοτηλεοπτικό σταθμό MDR (Mitteldeutscher Rundfunk, Ραδιοφωνία της Μέσης Γερμανίας) στον οποίο συνεργάζονται η Σαξονία, η Σαξονία-Άνχαλτ και η Θουριγγία, την κατάργηση της υποχρεωτικής φοίτησης σε δημόσια ή ιδιωτικά σχολεία και την αντικατάστασή της από μια «υποχρέωση για μόρφωση» που θα επιτρέπει την κατ’ οίκον και κατά μόνας διδασκαλία των παιδιών (Homeschooling), την άμεση παύση της χορήγησης ασύλου σε πρόσφυγες, την αναίρεση των ήδη αναγνωρισμένων αιτήσεων ασύλου και την άμεση επαναπροώθηση των αιτούντων άσυλο και των παράτυπων μεταναστών σε τρίτες «ασφαλείς» χώρες ή στις χώρες καταγωγής τους συνάπτοντας αν χρειαστεί και ανάλογες συμβάσεις με τρίτες χώρες (κάτι για το οποίο ένα ομόσπονδο κράτος δεν έχει καμία αρμοδιότητα), και γενικά τη μείωση των εργαζομένων από χώρες εκτός της ΕΕ και την αντικατάστασή τους από Γερμανούς πολίτες που ζουν στο εξωτερικό και στους οποίους θα δοθούν κίνητρα για να εγκατασταθούν στην περιοχή. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει επίσης την παύση της αναγνώρισης των Ουκρανών που κατοικούν στην περιοχή ως προσφύγων πολέμου, την επανασύσφιγξη των πολιτιστικών σχέσεων με τη Ρωσία, την επαναφορά της διδασκαλίας της ρωσικής γλώσσας στα σχολεία, την κατάργηση της συμμετοχής παιδιών με ειδικές ανάγκες στο κανονικό σχολικό μάθημα και τη δημιουργία ειδικών σχολικών τάξεων, την αναθεώρηση του μαθήματος της ιστορίας και γενικά των σχολικών βιβλίων, την κατάργηση της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού και άλλα.
Επίσης το AfD θέλει να περιορίσει την επιρροή των δυο μεγάλων εκκλησιών και να ενισχύσει μικρά ευαγγελικά εκκλησιαστικά σχήματα. Θέλει επίσης να απαγορεύσει το μάθημα ισλαμικών θρησκευτικών στα σχολεία.
Γιατί νίκησε το AfD
Κατά τη γνώμη μου, οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτή τη σαρωτική του AfD δεν μπορούν να αναχθούν σε κλασικές κοινωνικο-οικονομικές αναλύσεις. Στη Σαξονία-Άνχαλτ ζουν πολύ λίγοι άνθρωποι με καταγωγή από ισλαμικές χώρες, για να δικαιολογήσουν μια καθημερινή τριβή με τους κατοίκους. Επίσης, η οικονομική κατάσταση δεν είναι πολύ διαφορετική από υπόλοιπες περιοχές της ΟΔΓ, ενώ η ανεργία των νέων είναι μεν πιο υψηλή από τον μέσο όρο, αλλά και αυτό δεν αρκεί για να εξηγήσει την απήχηση που έχει το κόμμα στους νέους ψηφοφόρους. Επίσης το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών με χαμηλό επίπεδο μόρφωσης και εισόδημα στήριξε το AfD δεν σημαίνει ότι έχει ιδιαίτερα ερείσματα στην εργατική τάξη ή στο οικονομικο-κοινωνικό στρώμα των τεχνιτών και εξειδικευμένων εργατών.
Οι πραγματικοί λόγοι που οδηγούν στην ενίσχυση αυτού του, ακόμα και για ένα ευρωπαϊκό εθνικιστικό και ευρωσκεπτικιστικό κόμμα, ιδιόμορφου κόμματος θα φανούν καλύτερα μετά την παρουσίαση των υπόλοιπων ανατολικογερμανικών ομόσπονδων κρατών στα επόμενα σημειώματα και τη σύγκρισή τους με τα δυτικά ομόσπονδα κράτη.
Λόγω των επικείμενων εκλογών, θα συνεχίσουμε με την παρουσίαση στο επόμενο σημείωμα του κράτους του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας και της πόλης-κράτους του Βερολίνου.
Το σχήμα του δοχείου της εκπαίδευσης
Είναι διαχρονική η πεποίθηση πως για τη χαμηλή ποιότητα της εκπαίδευσής μας φταίνε βιβλία, αναλυτικά προγράμματα, η παιδαγωγική και επιστημονική κατάρτιση των καθηγητών και ό,τι άλλο συνιστά το περιεχόμενό της. Κι έτσι το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα: αν αλλάξουν, τότε ακαριαίως η εκπαίδευσή μας θα βελτιωθεί. Σας λέω όμως –ως εμπειροτέχνης, και όχι ως ειδικός της εκπαίδευσης– ότι αν αύριο ένα μαγικό χεράκι κλωνοποιούσε όλους τους φυσικούς, όλους τους μαθηματικούς, όλους τους βιολόγους με ακριβή αντίγραφα του Αϊνστάιν, του Νας και του Γουότσον, και έφερνε τα καλύτερα προγράμματα σπουδών και βιβλία, πάλι η συνολική εικόνα θα παρέμενε ζοφερή.
Το λάθος είναι ότι πιστεύουμε πως το καλό περιεχόμενο μπορεί να αναδειχτεί σε οποιοδήποτε δοχείο το βάλεις. Δεν είναι όμως έτσι, για τον απλό λόγο ότι το περιεχόμενο είναι ρευστό και παίρνει το σχήμα του δοχείου εντός του οποίου το βάζεις.
Αν λοιπόν το «δοχείο» και –παύοντας να μιλώ μεταφορικά– αν η κατακόρυφη οργάνωση της εκπαίδευσης, η διοίκηση, ο τρόπος λήψης αποφάσεων δεν οδηγήσει σε σχολικές μονάδες με αυτόνομη λειτουργία, δυνατότητα διαχείρισης των πόρων τους, των δράσεών τους, της επιλογής του προσωπικού τους από έναν θεσμικά ισχυρό διευθυντή και σύλλογο, που θα είναι υπόλογοι και θα αξιολογούνται για τις επιδόσεις του σχολείου τους, για τις πρωτοβουλίες που παίρνουν ή αμελούν να πάρουν, τότε ακόμη και το καλύτερο περιεχόμενο θα υπονομευθεί. Στην εξίσωση πρέπει να συμπεριλάβετε και τα σχολικά κτίρια. Από τη δεκαετία του 1970 ώς και σήμερα είναι τόσο ακαλαίσθητα, τόσο ευτελή, τόσο δυσλειτουργικά, ώστε να βεβαιώνεσαι πως η εντός αυτών παρεχόμενη εκπαίδευση δεν μπορεί παρά να είναι τόσο γκρίζα, βαρετή και αδιάφορη όσο αυτά.
Και γιατί όλα αυτά τα τόσο –κατά τη γνώμη μου– προφανή, έχουν διαφύγει της προσοχής των αρμοδίων, συμπεριλαμβανομένων και των πολυποίκιλων σωματείων γονέων και εκπαιδευτικών; Συγγνώμη, αλλά το ερώτημα είναι αφελές. Ένα νέο βιβλίο, ένα νέο πρόγραμμα σπουδών, ακόμη και μια αλλαγή στον τρόπο εισαγωγής στα ΑΕΙ μετατρέπει τα ράθυμα νερά της ελληνικής εκπαίδευσης σε κυματώδη. Μια όμως αλλαγή που πλήττει τον βαθύ πυρήνα των ιστορικών έξεων της ελληνικής εκπαίδευσης θα ήταν τρικυμιώδης.
Όταν η βλακεία έγινε αξιοκρατία
Το πιο παράξενο στην υπόθεση του Γιώργου Μαζωνάκη δεν είναι ότι ένας εξαιρετικά δημοφιλής καλλιτέχνης βρέθηκε σε ιδιωτικό ιατρείο του Κολωνακίου για πλασμαφαίρεση. Το πραγματικά παράξενο είναι ότι εξακολουθούμε να εκπλησσόμαστε.
Οι ακριβείς συνθήκες του θανάτου του διερευνώνται και κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν δικαιούται να προκαταλάβει ούτε την ιατροδικαστική κρίση ούτε τη Δικαιοσύνη. Γνωρίζουμε, ωστόσο, ότι ο χώρος διαφήμιζε θεραπείες αναγεννητικής ιατρικής, βλαστοκυττάρων και «ολιστικές» προσεγγίσεις, ενώ κατά την αυτοψία, εκτός από πλήθος εικόνων λατρείας, βρέθηκαν δύο μηχανήματα πλασμαφαίρεσης, τα οποία, σύμφωνα με τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών, δεν επιτρεπόταν να είναι εγκατεστημένα σε απλό ιατρείο. Αυτά είναι όσα μπορούμε σήμερα να πούμε ως γεγονότα. Τα υπόλοιπα θα τα κρίνουν οι αρμόδιοι.
Αλλά εμένα εδώ με ενδιαφέρει η εντυπωσιακή ευκολία με την οποία μια κοινωνία που επί μισό αιώνα εκπαιδεύεται συστηματικά να πιστεύει το απίθανο εξακολουθεί –ή παριστάνει πως εξακολουθεί– να εκπλήσσεται όταν ένας από τους ανθρώπους της εμπιστεύεται την υγεία του σε μια υπόσχεση περιβεβλημένη με επιστημονικοφανές λεξιλόγιο, ακριβή διεύθυνση και την αλαζονική βεβαιότητα εκείνων που γνωρίζουν ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αγοράζουν μόνο θεραπεία αλλά και την ελπίδα πως υπάρχει ένας σύντομος δρόμος έξω από την πραγματικότητα.
Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια ιδιωτική παραδοξότητα ούτε με μια μεμονωμένη πλάνη. Έχουμε να κάνουμε με μια εδραιωμένη νοοτροπία, βαθιά ριζωμένη στον τρόπο με τον οποίο μάθαμε να κρίνουμε, να εμπιστευόμαστε και τελικά να αποφασίζουμε. Μια κοινωνία που επί δεκαετίες έμαθε να εμπιστεύεται τον κομματάρχη ή το κόμμα περισσότερο από τον θεσμό, τον τηλεοπτικό αστέρα περισσότερο από τον ειδικό, τον αυτόκλητο προφήτη περισσότερο από τη γνώση, την καταγγελία περισσότερο από την απόδειξη και κάθε εύκολη υπόσχεση περισσότερο από τη δύσκολη πραγματικότητα.
Γιατί, λοιπόν, μας φαίνεται τόσο απίστευτο όταν αυτή η νοοτροπία επιστρέφει κάποτε ως προσωπική τραγωδία;
Επί δεκαετίες έχουμε καταργήσει σχεδόν κάθε διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη γνώση και στη γνώμη, στην αυθεντία και στην αυθαιρεσία, στην πληροφορία και στην επιθυμία. Έχουμε μετατρέψει την καχυποψία απέναντι στους ειδικούς σε απόδειξη ανεξαρτησίας, τη θρασύτητα σε αυθεντικότητα και την άγνοια σε κάτι σαν λαϊκό παράσημο. Η βλακεία απέκτησε δημοκρατική νομιμοποίηση και, λίγο αργότερα, άρχισε να παρουσιάζεται περίπου ως αξιοκρατία: αφού μπορώ να μιλήσω, άρα γνωρίζω· αφού έχω άποψη, άρα η άποψή μου αξίζει όσο και η γνώση εκείνου που αφιέρωσε τριάντα χρόνια για να μάθει το αντικείμενό του.
Αυτό είναι ένα από τα πιο σκοτεινά παράγωγα της Μεταπολίτευσης.
Όχι της δημοκρατίας. Η διάκριση είναι κρίσιμη. Η Μεταπολίτευση έδωσε στην Ελλάδα όσα της είχαν στερηθεί επί δεκαετίες: πολιτική ελευθερία, κοινωνική κινητικότητα, δικαιώματα, ισονομία, φωνή σε ανθρώπους που προηγουμένως ζούσαν στο περιθώριο. Αυτή είναι η μεγάλη και αδιαμφισβήτητη κατάκτησή της. Κάπου όμως στην πορεία ταυτίσαμε την κατάργηση της αυταρχικής ιεραρχίας με την κατάργηση κάθε ιεράρχησης. Η ισότητα των πολιτών μεταφράστηκε σιγά σιγά σε ισοτιμία όλων των απόψεων. Η αμφισβήτηση της αυθεντίας έγινε περιφρόνηση της γνώσης. Το δικαίωμα απέκτησε αυτονομία από την υποχρέωση. Και η δημοκρατία, από πολίτευμα ευθύνης, άρχισε να βιώνεται ως γενική άδεια.
Η πελατειακή λογική ως κοινωνικό σύστημα δεν γεννήθηκε το 1974. Υπήρχε πολύ πριν. Η μεταπολιτευτική Ελλάδα όμως την εκδημοκράτισε σε πρωτοφανή κλίμακα. Ο διορισμός έπαψε να θεωρείται εύνοια και μετατράπηκε σε κοινωνική προσδοκία. Η επιδότηση από βοήθημα έγινε αναπτυξιακή στρατηγική. Το κράτος όφειλε να σε διορίσει, να σε αποζημιώσει, να σε επιδοτήσει, να σε προστατεύσει από τον ανταγωνισμό, να κλείσει τα μάτια στην αυθαιρεσία σου και, όταν ερχόταν ο λογαριασμός, να τον στείλει σε κάποιον άλλο. Πολιτικές δυνάμεις από ολόκληρο το φάσμα συμμετείχαν σε αυτή τη μεγάλη συναλλαγή. Ο πολίτης πρόσφερε ψήφο και το κράτος ανταπέδιδε με εξαίρεση.
Έτσι κατασκευάστηκε, σχεδόν μεθοδικά, η αυθάδης καρικατούρα του μεταπολιτευτικού ανθρώπου. Ένας διαταξικός ανθρωπότυπος που κατέληξε να γίνει το πιο αναγνωρίσιμο προϊόν μιας ολόκληρης εποχής. Μπορούσε να είναι δημόσιος υπάλληλος, επιχειρηματίας, πανεπιστημιακός, δημοσιογράφος, συνδικαλιστής, καλλιτέχνης, γιατρός. Κοινό του γνώρισμα ήταν η βεβαιότητα ότι δικαιούται περισσότερα από όσα ο ίδιος οφείλει να παράγει και ότι, όταν η πραγματικότητα διαφωνεί μαζί του, φταίει η πραγματικότητα.
Στη δεκαετία του 1990 προστέθηκε η μεγάλη σχολή του lifestyle. Δεν ευθύνεται ασφαλώς ο Πέτρος Κωστόπουλος ή η Ελένη Μενεγάκη για την οικονομική και αξιακή χρεοκοπία της χώρας· αυτό θα ήταν ανόητο. Συμβόλισαν όμως, μαζί με δεκάδες περιοδικά, τηλεοπτικές εκπομπές και νεόκοπους αστέρες, μια βαθύτερη αλλοίωση των κοινωνικών κριτηρίων. Και γύρω τους το σοβαρό αντίβαρο έλειπε: μια υπνώττουσα διανόηση, η πανεπιστημιακή κοινότητα που επί δεκαετίες καλλιέργησε την αυτάρεσκη εικόνα μιας αντικομφορμιστικής, εναλλακτικής προοδευτικότητας ενώ είχε από καιρό μετατραπεί σε κλειστό σύστημα ισχύος, προνομίων και αλληλοαναγνώρισης, και ένα καλλιτεχνικό κατεστημένο βαθιά εγκλωβισμένο σε κομματικές ταυτίσεις, ιδεολογικές ορθοδοξίες και δίκτυα αμοιβαίας προβολής. Η αντίσταση στο «σύστημα» γινόταν όλο και συχνότερα ο ασφαλέστερος τρόπος να εδραιωθείς μέσα του και η ιδεολογία, για πολλούς, έπαψε να είναι πεποίθηση και έγινε επάγγελμα. Αυτοκίνητο, μάρκα, νυχτερινό κέντρο, πισίνα, διακοπές, γνωριμίες, προβολή. Ήταν η εποχή που η επίδειξη αναβαπτίστηκε σε επιτυχία, η κατανάλωση σε κοινωνική άνοδο και ο ναρκισσισμός σε προσωπικότητα.
Και ύστερα ήρθαν τα «Παρατράγουδα». Η τηλεόραση έβγαλε στον αέρα ανθρώπους ευάλωτους, συχνά εμφανώς διαταραγμένους ή κοινωνικά απροστάτευτους, και τους μετέτρεψε σε ψυχαγωγία. Το αλλόκοτο έγινε προϊόν, η αμηχανία θέαμα, η γραφικότητα διασημότητα. Η τηλεόραση ανακάλυψε κάτι που αργότερα τα κοινωνικά δίκτυα θα τελειοποιούσαν: δεν χρειάζεται να γνωρίζεις τίποτε για να αποκτήσεις δημόσιο λόγο. Αρκεί να είσαι αρκετά γελοίος, αρκετά θρασύς και αρκετά βέβαιος για την ανοησία σου ώστε η τηλεόραση να σε ανακηρύξει προσωπικότητα. Η σοβαρότητα έχανε σταδιακά κάθε εμπορική αξία· αρκούσε πια κάτι να μοιάζει «αυθεντικό». Και «αυθεντικό» σήμαινε συνήθως αγενές, ακατέργαστο, ανεπεξέργαστο. Κάθε σαχλαμάρα μπορούσε να βαφτιστεί «εθνική μαγκιά».
Το 1999 η ίδια ψυχολογία πέρασε από την τηλεόραση στη Σοφοκλέους. Περίπου ενάμισι εκατομμύριο Έλληνες είχαν εμπλακεί στο Χρηματιστήριο και σχεδόν τα μισά νοικοκυριά διέθεταν κάποια στιγμή χρηματιστηριακό κωδικό. Άνθρωποι, σε μια χώρα εγκληματικά αναλφάβητη οικονομικά, χωρίς καμία προηγούμενη σχέση με τις αγορές αντάλλασσαν πληροφορίες για «χαρτιά», αυξήσεις κεφαλαίου και επόμενα limit up σε καφενεία, ταξί και παραλίες. Η Ελλάδα είχε ανακαλύψει ακόμη έναν τρόπο πλουτισμού χωρίς γνώση, χρόνο και κόπο.
Και φυσικά δεν θα ήταν ο τελευταίος.
Η δεκαετία του 2000 πρόσθεσε φθηνό δανεισμό, πιστωτικές κάρτες, στεγαστικά, καταναλωτικά, SUV, εξοχικά και μια αίσθηση ότι η ευημερία είχε πάψει να αποτελεί αποτέλεσμα παραγωγής και είχε γίνει περίπου φυσικό δικαίωμα. Αγοράζαμε μέλλον με δανεικά και το ονομάζαμε ευρωπαϊκή κανονικότητα.
Γι’ αυτό, προσωπικά, δεν πίστεψα ποτέ ότι η ελληνική χρεοκοπία υπήρξε απλώς οικονομική. Η οικονομική κατάρρευση ήταν η λογιστική μορφή μιας βαθύτερης χρεοκοπίας. Ήταν η στιγμή που η αριθμητική παρουσίασε τον λογαριασμό μιας κοινωνίας η οποία είχε μάθει επί δεκαετίες να θεωρεί την επιθυμία επιχείρημα. Και ακόμη και τότε, αντί να κοιταχτούμε στον καθρέφτη, προτιμήσαμε και πάλι τον μύθο.
Ο κορυφαίος πολιτικός του εκφραστής υπήρξε ο Αλέξης Τσίπρας, κυρίως επειδή διέθετε το σπάνιο χάρισμα να προσφέρει σε μια κοινωνία ακριβώς εκείνο που περισσότερο επιθυμούσε να ακούσει: ότι μπορούσε να διατηρήσει τα δικαιώματα χωρίς τις υποχρεώσεις, την κατανάλωση χωρίς την παραγωγή, την αξιοπρέπεια χωρίς το κόστος και τελικά την πραγματικότητα χωρίς τις συνέπειές της. Δεν της ζήτησε να αλλάξει· της υποσχέθηκε ότι είχε δίκιο όπως ακριβώς ήταν. Και για μια κοινωνία που από καιρό είχε μάθει να μεταθέτει αλλού τον λογαριασμό, δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει πιο γοητευτική πολιτική πρόταση.
Έφταιγαν οι ξένοι, οι τραπεζίτες, οι Γερμανοί, οι τοκογλύφοι, οι αγορές, οι προδότες, οι «γερμανοτσολιάδες» — όλοι εκτός από εμάς. Οι πλατείες γέμισαν αγανάκτηση, κρεμάλες και βεβαιότητες. Ο Αρτέμης Σώρρας μπορούσε να εμφανίζεται με μυθώδη τρισεκατομμύρια (!) που θα έσωζαν τη χώρα. Οι οικονομικοί νόμοι αντιμετωπίστηκαν σαν κακόβουλες γνώμες νεοφιλελεύθερων. Και το 2015, ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας πίστεψε ότι αρκούσαν ο Αλέξης Τσίπρας, ο Γιάνης Βαρουφάκης, μερικές συνεντεύξεις, λίγη «δημιουργική ασάφεια» και ένα δημοψήφισμα για να βάλουν την Ευρώπη στη θέση της.
Η πολιτική αφέλεια και οι αυταπάτες εξηγούν ελάχιστα. Ο τσιπρισμός υπήρξε η πολιτική έκφραση μιας βαθύτερης πολιτισμικής συνέχειας. Από το «δικαιούμαι διορισμό» περάσαμε στο «δικαιούμαι να μη χρωστάω όσα δανείστηκα» και ύστερα στο «δικαιούμαι να ισχύει εκείνη η πραγματικότητα που με βολεύει».
Στα Τέμπη ο μηχανισμός λειτούργησε σχεδόν υποδειγματικά. Πριν προλάβουν οι πραγματογνώμονες να φτάσουν στον τόπο του δυστυχήματος, η χώρα είχε ήδη γεμίσει πραγματογνώμονες. Άλλος ανακάλυπτε εξαφανισμένα βαγόνια, άλλος παράνομο φορτίο, άλλος πολεμοφόδια και μυστικές μεταφορές του ΝΑΤΟ, ενώ στο τέλος το ξυλόλιο αναγορεύτηκε περίπου σε εθνικό μυστικό, ικανό να ερμηνεύσει από την πυρόσφαιρα έως την υποτιθέμενη συγκάλυψη. Το πρόβλημα δεν ήταν ότι διατυπώθηκαν υποψίες· οι υποψίες είναι θεμιτές και συχνά αναγκαίες. Το πρόβλημα ήταν η αστραπιαία αναβάθμισή τους σε βεβαιότητες. Η εικασία γινόταν βεβαιότητα, η βεβαιότητα καταγγελία και η καταγγελία λαϊκή οργή, χωρίς να μεσολαβήσει εκείνη η κουραστική διαδικασία που παλαιότερα ονομαζόταν έρευνα. Το ξυλόλιο υπήρξε απλώς η κορυφαία στιγμή αυτής της δημόσιας παντογνωσίας: μια ολόκληρη χώρα συζητούσε χημεία, καύσιμα, εκρήξεις και μεταφορές επικίνδυνων υλικών με την αυτοπεποίθηση ανθρώπων που είχαν αποκτήσει ειδικότητα μεταξύ δύο τηλεοπτικών παραθύρων. Και κάπως έτσι μια τραγωδία μετατράπηκε σε νοσηρή κωμωδία στα όρια της ηθικής ύβρεως.
Τα κοινωνικά δίκτυα είχαν στο μεταξύ ολοκληρώσει τη διαδικασία. Ο καθένας απέκτησε το δικό του κανάλι, τη δική του εφημερίδα, τη δική του επιστημονική επιθεώρηση. Μέσα σε λίγες εβδομάδες άνθρωποι που αγνοούσαν τη διαφορά ιού και βακτηρίου έγιναν επιδημιολόγοι. Μετά έγιναν γεωστρατηγικοί αναλυτές, ειδικοί στα οπλικά συστήματα, σεισμολόγοι, πραγματογνώμονες αεροπορικών δυστυχημάτων και, τελικά, χημικοί μηχανικοί των Τεμπών.
Ο λαός, όταν μετατρέπεται σε πολτό, δεν έχει ταξική ταυτότητα. Μπορεί να κατοικεί στη Νίκαια ή στο Κολωνάκι, να έχει τελειώσει το δημοτικό ή να διαθέτει τρία πτυχία, να είναι τηλεθεατής, υπουργός, επιχειρηματίας, καλλιτέχνης ή πανεπιστημιακός. Ωστόσο, εκείνο που τον ορίζει, είναι η πολιτισμική παραίτηση από το δύσκολο δικαίωμα της κρίσης και η πρόθυμη παράδοση σε όποιον του γνέφει από τον παράδρομο πως υπάρχει τρόπος να «κόψει δρόμο».
Κάποτε ήταν η χαρτορίχτρα, η καφετζού, ο αστρολόγος και ο θαυματουργός γέροντας. Σήμερα μπορεί να είναι ο influencer ευεξίας, ο τηλεοπτικός γιατρός, ο αυτοδιορισμένος γεωπολιτικός αναλυτής, ο λογαριασμός στο TikTok ή ο φορέας μιας «ολιστικής» θεραπείας με επιστημονικοφανή ορολογία. Η μορφή αλλάζει. Η ανάγκη παραμένει ίδια: κάποιος να μας υποσχεθεί ότι υπάρχει σύντομος δρόμος προς την υγεία, τον πλούτο, τη δικαιοσύνη, την εθνική σωτηρία ή ακόμη και τη νεότητα.
Και ίσως εδώ βρίσκεται το ουσιαστικότερο πρόβλημα. Επί μισό αιώνα μάθαμε να θεωρούμε την αυτοπεποίθηση γνώση, την οργή απόδειξη, τη δημοτικότητα κύρος, την επιθυμία δικαίωμα και το δικαίωμα απαλλαγή από κάθε προσωπική ευθύνη. Φτιάξαμε μια κοινωνία όπου η αριστεία συχνά απολογείται επειδή θεωρείται ελιτισμός, ενώ η αμάθεια απαιτεί σεβασμό επειδή δηλώνει «αυθεντική».
Ο εθισμός στη βλακεία κατέληξε στην επιβράβευσή της. Και μια κοινωνία δεν παρακμάζει επειδή έχει ανόητους ανθρώπους· όλες έχουν. Παρακμάζει όταν αρχίζει να τους αναγνωρίζει κύρος, όταν τους προσφέρει δημόσιο βήμα, τηλεοπτική προβολή, αξιώματα και εκατομμύρια ακολούθους, όταν η επιφύλαξη θεωρείται δειλία, η γνώση αλαζονεία και η βεβαιότητα προσόν.
Εκεί ακριβώς ολοκληρώνεται ο μηχανισμός που προσπάθησα να περιγράψω. Η κοινωνία χάνει πρώτα τα κριτήριά της και ύστερα εκπλήσσεται από τις συνέπειες αυτής της απώλειας. Έχει ήδη μάθει να θαυμάζει την ευκολία, να υποτιμά τη γνώση, να ανταμείβει τη θρασύτητα και να εμπιστεύεται όποιον υπόσχεται έναν σύντομο δρόμο έξω από τη δύσκολη πραγματικότητα.
Και όταν ένας τέτοιος μηχανισμός δουλεύει επί δεκαετίες, το παράξενο παύει να είναι εξαίρεση· έχει χάσει πια το ίδιο του το νόημα.
Ήταν τρομοκρατική επίθεση η 11η Σεπτεμβρίου; Το ακούσαμε κι αυτό, έστω για λίγο
Η 11η Σεπτεμβρίου 2001 ήταν τρομοκρατική επίθεση. Μόνο μια αρκετά προχωρημένη ιδεολογική ευαισθησία θα μπορούσε να ανακαλύψει εδώ κάποια «ερμηνεία», πολιτική τοποθέτηση ή επιλογή στρατοπέδου. Δεκαεννέα μέλη της Αλ Κάιντα κατέλαβαν τέσσερα επιβατικά αεροσκάφη, τα χρησιμοποίησαν ως όπλα και δολοφόνησαν σχεδόν τρεις χιλιάδες ανθρώπους επιδιώκοντας ένα συγκεκριμένο πολιτικό και θρησκευτικό αποτέλεσμα. Αν η λέξη «τρομοκρατία» δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί γι’ αυτό, τότε πρέπει μάλλον να καταργηθεί από τα λεξικά.
Λίγο πριν από την εικοστή πέμπτη επέτειο, το CBC/Radio-Canada υπενθύμισε στους δημοσιογράφους του την πάγια οδηγία να μην αποκαλούν αυτοτελώς την 11η Σεπτεμβρίου «τρομοκρατική επίθεση». Η περίεργη αυτή ευαισθησία ως προς τον ορισμό της τρομοκρατίας —για να μην ενοχληθεί ποιος, άραγε;— προκαλεί από μόνη της αρκετές σκέψεις. Ακόμη περισσότερες προκαλεί το γεγονός ότι μια τόσο αυτονόητη περιγραφή θεωρήθηκε προβληματική, ώστε να χρειάζεται ειδική σύσταση προς τους δημοσιογράφους.
Η προτεινόμενη γλώσσα μιλούσε για αεροπειρατίες που οδήγησαν σε συντριβές επιβατικών αεροσκαφών στην Ουάσιγκτον, στην Πενσιλβάνια και στο Μανχάταν. Μετά την κατακραυγή, το CBC υποχώρησε και αποφάσισε ότι ειδικά για την 11η Σεπτεμβρίου οι δημοσιογράφοι του μπορούσαν πλέον να χρησιμοποιούν ευθέως τον όρο «τρομοκρατική επίθεση», χωρίς να χρειάζεται να επικαλούνται κάποιον τρίτο για τον χαρακτηρισμό. Πήραν, με άλλα λόγια, το ελεύθερο. Τα μέτρα προστασίας απέναντι σε μια τόσο επικίνδυνη λέξη μπορούσαν επιτέλους να αρθούν. Ο Καναδός υπουργός Πολιτισμού χαρακτήρισε την προηγούμενη οδηγία «σχολαστικίστικη και ανόητη».
Η υπόθεση θα μπορούσε να περάσει ως ακόμη μία γελοία λεπτομέρεια δημοσιογραφικού εγχειριδίου. Πίσω της, όμως, διακρίνεται ένας ολόκληρος τρόπος σκέψης, η πεποίθηση ότι ελέγχοντας τις λέξεις μπορεί κανείς βαθμιαία να εξημερώσει και την πραγματικότητα. Το πρόβλημα μετατοπίζεται έτσι από αυτό που συνέβη στον τρόπο με τον οποίο επιτρέπεται να το περιγράψουμε.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της λεγόμενης woke ιδεολογίας όταν μετατρέπεται σε μηχανισμό γλωσσικής επιτήρησης. Οι λέξεις χωρίζονται σε ασφαλείς και επικίνδυνες, επιτρεπτές και ύποπτες. Ο δημόσιος λόγος αποκτά το δικό του τελωνείο και πριν από κάθε πρόταση πρέπει σχεδόν να δηλωθεί το ιδεολογικό της φορτίο.
Στην περίπτωση της 11ης Σεπτεμβρίου η γελοιότητα φτάνει σχεδόν στην τελειότητά της. Η ίδια η καναδική κυβέρνηση έχει χρησιμοποιήσει επισήμως τον όρο «τρομοκρατική επίθεση» για την 11η Σεπτεμβρίου, ενώ η καναδική νομοθεσία διαθέτει συγκεκριμένο ορισμό της τρομοκρατικής δραστηριότητας. Το πρόβλημα, επομένως, δεν ήταν κάποια πραγματική αβεβαιότητα ως προς το τι συνέβη. Ήταν η αμηχανία απέναντι στη λέξη.
Και εδώ αρχίζουν οι σοβαρότερες πολιτικές συνέπειες. Επί χρόνια, ένα τμήμα της δυτικής Αριστεράς και της προοδευτικής διανόησης συμπεριφέρθηκε σαν τα δικαιώματα να ανήκουν αποκλειστικά στις μειοψηφίες, ενώ στην πλειοψηφία αναλογούσαν κυρίως υποχρεώσεις, ενοχές και σιωπή. Σαν ο πολίτης που ανήκει στην πλειονότητα να οφείλει διαρκώς να απολογείται για όσα είναι, για όσα πιστεύει, ακόμη και για τις λέξεις που χρησιμοποιεί, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν αποτελεί απειλή για κάποιον άλλον.
Μόνο που η δημοκρατία δεν είναι σύστημα προστασίας μειονοτήτων απέναντι σε μια εκ προοιμίου ύποπτη πλειοψηφία. Είναι πολίτευμα ελεύθερων και ίσων πολιτών. Προστατεύει τη μειοψηφία ακριβώς επειδή αναγνωρίζει δικαιώματα σε όλους, όχι επειδή αφαιρεί δικαιώματα από τους πολλούς για να τα απονείμει στους λίγους. Και η πλειοψηφία έχει δικαίωμα στην πολιτισμική της μνήμη, στη γλώσσα της, στην ιστορική της εμπειρία, στην κοινή λογική και, κυρίως, στο να περιγράφει την πραγματικότητα χωρίς να περνά κάθε λέξη από ιδεολογικό έλεγχο.
Όταν αυτό το αυτονόητο λησμονείται, η δημοκρατική ευαισθησία εκφυλίζεται σε καθεστώς επιτήρησης. Και τότε ο πολίτης που επί χρόνια ακούει ότι πρέπει να προσέχει πώς μιλά, τι θυμάται και ποιο γεγονός δικαιούται να ονομάζει με το όνομά του δεν γίνεται κατ’ ανάγκην πιο ανεκτικός. Συχνά γίνεται απλώς οργισμένος. Και κάποια στιγμή αναζητεί εκείνον που θα του υποσχεθεί ότι θα του επιστρέψει τις λέξεις που του απαγόρευσαν.
Η woke κουλτούρα φέρει βαρύ μερίδιο ευθύνης γι’ αυτή την πολιτική μετατόπιση. Δεν γέννησε την Ακροδεξιά. Της παρέδωσε όμως ένα από τα πολυτιμότερα πολιτικά της όπλα, την πεποίθηση ότι αυτή είναι πλέον η μόνη που τολμά να μιλήσει για μια πραγματικότητα την οποία οι άλλοι φοβούνται ακόμη και να ονομάσουν. Όσο το δημοκρατικό κέντρο αρνείται να μιλήσει καθαρά για μετανάστευση, ισλαμισμό, εγκληματικότητα, κοινωνική συνοχή, σύνορα ή τρομοκρατία από φόβο μήπως χρησιμοποιήσει τη «λάθος» λέξη, τόσο παραδίδει αυτά τα θέματα σε εκείνους που υπόσχονται να μιλήσουν χωρίς κανέναν φραγμό.
Και τότε ο πολίτης που έχει κουραστεί να ακούει ότι η δυσφορία του είναι προκατάληψη και η παρατήρησή του «φοβία» αρχίζει να κοιτάζει προς δυνάμεις που του λένε απλώς: «Εμείς θα πούμε αυτό που βλέπεις». Μαζί με αυτή την ανακούφιση, όμως, αυτές οι δυνάμεις τού σερβίρουν συχνά και το δηλητήριο: τον ακραίο εθνικισμό, τη συλλογική ενοχοποίηση, την περιφρόνηση των θεσμών, τον αυταρχισμό.
Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη ιστορική ανοησία της πολιτικής ορθότητας. Μπέρδεψε τον έλεγχο του λεξιλογίου με τον έλεγχο της πραγματικότητας.
Η 11η Σεπτεμβρίου προσφέρει γι’ αυτό μια χρήσιμη επέτειο, για να τιμήσουμε τους νεκρούς της και να θυμηθούμε ότι μια ελεύθερη κοινωνία περιγράφει την πραγματικότητα με βάση τα γεγονότα και όχι με βάση τις ιδεολογικές της ευαισθησίες.
Ολιστικώς ψευδοϊατρικές
Ο θάνατος του τραγουδιστή Γιώργου Μαζωνάκη εγείρει ένα ζήτημα: το ρόλο και τα όρια της λεγόμενης ολιστικής θεραπείας. Καταφεύγουμε στη γνώμη του Θάνου Χ. Καψάλη. [TBJ]
Διαβάζοντας σε διάφορες αναρτήσεις και άρθρα τον χαρακτηρισμό «ολιστικός/η/ο» που χρησιμοποιούν διάφοροι επιτήδειοι (από τον τομέα υγείας, της πολιτικής, της τεχνολογίας κ.ά.) προκειμένου να προσδώσουν εγκυρότητα και πρωτοτυπία στα προϊόντα ή στις υπηρεσίες τις οποίες πωλούν, αισθάνομαι υποχρεωμένος να υπερασπιστώ τον συκοφαντημένο χαρακτηρισμό, αλλά και να υποδείξω τα όρια χρήσης του, αντλώντας παραδείγματα από τη δική μου επαγγελματική εμπειρία.
Η δόξα λοιπόν της σύγχρονης βιολογίας είναι μεγάλη. Όμως δεν έχει επιτευχθεί με τη χρήση μιας προσέγγισης, αλλά συχνά μέσω δυο – αντιδιαμετρικών· ή και συνδυασμού τους. Τη μισή από τη δόξα αυτή –αλλά και των συνεπειών της στον τομέα υγείας– την οφείλουμε στον αναγωγισμό. Στην προσπάθεια δηλαδή να ανακαλύψεις πώς λειτουργούν τα πράγματα –είτε στη φυσιολογική, είτε στην τροποποιημένη ή νοσηρή μορφή τους–, αναλύοντάς τα στα συστατικά που περιέχουν. Εξετάζοντας, π.χ., τα μεμονωμένα εξαρτήματα ενός ρολογιού, μπορείς να ανακαλύψεις ποιο έχει χαλάσει και δεν λειτουργεί σωστά, ώστε να το αντικαταστήσεις. Χωρίς, ας πούμε, την αναγωγιστική προσέγγιση δεν θα είχαμε μάθει ποτέ πώς δομείται το DNA και πώς μπορούμε να εντοπίσουμε ή και να τροποποιήσουμε –κατά το δοκούν– τα γονίδια ή την έκφρασή τους.
Την άλλη μισή από τη δόξα της βιολογίας την οφείλουμε στη συνθετική μέθοδο. Στην περίπτωση αυτή δεν αποσυναρμολογείς το ρολόι. Απλώς δένεις τα χέρια σου κόμπο και προσπαθείς να κατανοήσεις βλέποντας πώς λειτουργεί, και ειδικά πώς κάθε μέρος τους συλλειτουργεί και αλληλοεπηρεάζεται από τα άλλα. Η προσέγγιση λέγεται και συνθετική και σε αυτήν οφείλουμε τις υπόλοιπες μισές δόξες της βιολογίας. Ο Μέντελ, επί παραδείγματι, δεν είχε ακούσει τη λέξη γονίδιο, DNA, RNA κ.ά. Ουδόλως όμως εμποδίστηκε να διαβλέψει την ύπαρξη των γονιδίων, παρά την άγνοια των στοιχείων που τα αποτελούν.
Η καθεμία από τις μεθόδους αυτές, όμως, μπορεί να είναι ιδιαιτέρως γόνιμη και αποτελεσματική στον ένα τομέα, αλλά παντελώς άσκοπη ή και επικίνδυνη σε κάποιον άλλο. Επί παραδείγματι, είναι πολύ γοητευτικές οι εναλλακτικές προτάσεις ιατρικής ή ψευδοϊατρικής, όπως π.χ. η ομοιοπαθητική, που χαρακτηρίζονται εν όλω: ολιστικές. Φτάνει να μη διανοηθείς να αντιμετωπίσεις μια λοίμωξη ή μια επιδημία που οφείλεται σε ένα μικρόβιο, γυρνώντας την πλάτη στον κολοφώνα των αντιβιοτικών, των εμβολίων και των άλλων προϊόντων της αναγωγικής μεθόδου, που κυριολεκτικά σώζουν ζωές. Ενεδρεύει ο κίνδυνος να μην έχεις την ευκαιρία να καταλάβεις ποτέ το ολέθριο λάθος το οποίο διέπραξες... Γι’ αυτό μη «τσιμπάτε» στους αποστόλους των ολιστικών, κβαντικών κ.ά. μεθόδων. Σχεδόν πάντα είναι απατεώνες και συχνά αποκαλύπτεται ότι παρομοίως συμπεριφέρονται και σε άλλους τομείς της κοινωνικής ή πολιτικής δράσης τους...
Ποιος φοβάται την ελεύθερη επιστήμη;
Μια νέα διεθνής επιτροπή για την ακαδημαϊκή ελευθερία, την ευθύνη των πανεπιστημίων και την εμπιστοσύνη στην επιστήμη
Η επιστήμη δεν είναι δημοψήφισμα και η αλήθεια της δεν κρίνεται από τη δημοτικότητά της. Σε μια εποχή όμως κατά την οποία η επιστημονική γνώση αμφισβητείται όλο και συχνότερα και η ακαδημαϊκή ελευθερία δέχεται πολιτικές πιέσεις, τα πανεπιστήμια καλούνται όχι μόνο να υπερασπιστούν την ανεξαρτησία τους αλλά και να αποδείξουν ότι αξίζουν την εμπιστοσύνη της κοινωνίας. Αυτό το διπλό ζήτημα –ελευθερία και ευθύνη– βρίσκεται στο επίκεντρο της νέας διεθνούς πρωτοβουλίας του The Lancet και της Academic Alliance του World Health Summit. Δημοσιεύουμε σε μετάφραση το σχετικό δελτίο Τύπου. [ΤΒJ]
Βερολίνο, Λονδίνο
10 Σεπτεμβρίου 2026
Ανακοινώθηκε νέα Επιτροπή WHS Academic Alliance–Lancet για την ακαδημαϊκή ευθύνη, την εμπιστοσύνη στην επιστήμη και την κοινωνική αλλαγή
Η Academic Alliance του World Health Summit (WHS) και το The Lancet ανακοίνωσαν σήμερα τη συγκρότηση μιας νέας κοινής Επιτροπής για την Ακαδημαϊκή Ευθύνη. Με φόντο τις αυξανόμενες πολιτικές πιέσεις που ασκούνται στην επιστημονική τεκμηρίωση και στα ακαδημαϊκά ιδρύματα, η WHS Academic Alliance–Lancet Commission on Academic Responsibility for Trust in Science and Societal Change θα εξετάσει και θα επιδιώξει να ενισχύσει την αξία των ακαδημαϊκών θεσμών για την κοινωνία, να ενδυναμώσει την εμπιστοσύνη του κοινού προς αυτούς και να υποστηρίξει τη συνεισφορά τους στην κοινωνία.
Στο κείμενο που δημοσιεύεται στο The Lancet για την ανακοίνωση της πρωτοβουλίας, η Επιτροπή περιγράφει τον ρόλο της ακαδημαϊκής κοινότητας σε ένα ολοένα δυσκολότερο πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον:
Τα πανεπιστήμια και τα ακαδημαϊκά ιδρύματα αποτελούν αναντικατάστατους πυλώνες του σύγχρονου κόσμου και επί αιώνες συνιστούν αναπόσπαστο μέρος των κοινωνιών. Ωστόσο, η σχέση της ακαδημαϊκής κοινότητας με την κοινωνία και οι θεμελιώδεις ευθύνες των πανεπιστημίων αποτελούν αντικείμενο διαρκούς επαναδιαπραγμάτευσης. [...] Η ανεξάρτητη τεκμηρίωση, που βασίζεται στην κριτική έρευνα, στην ποικιλία επιστημονικών προσεγγίσεων και στην επιστημονική αυστηρότητα, επιτρέπει στην ακαδημαϊκή κοινότητα να αμφισβητεί πολιτισμικά, οικονομικά, πολιτικά και παγκόσμια συστήματα και να λέει την αλήθεια στην εξουσία. Αυτή η ανεξάρτητη αυθεντία που στηρίζεται σε τεκμήρια μπορεί να εκλαμβάνεται ως απειλή από αυταρχικά συστήματα, με αποτέλεσμα αυτά να καταστέλλουν ή να απειλούν την ελευθερία των ακαδημαϊκών οικοσυστημάτων, τόσο ιστορικά όσο και στη σημερινή εποχή.
Το έργο της Επιτροπής
Η Επιτροπή αποτελείται από μια πολυσυλλεκτική ομάδα 30 ειδικών διαφορετικών επιστημονικών πεδίων, από 22 χώρες και περιοχές. Οι εργασίες της θα οργανωθούν σε τέσσερις ομάδες εργασίας, οι οποίες θα:
- αναλύσουν τις βάσεις και τις συνέπειες της ακαδημαϊκής ευθύνης σε ιστορικά, τοπικά και σύγχρονα συμφραζόμενα,
- προσδιορίσουν τις προϋποθέσεις για τον σχεδιασμό των υπεύθυνων θεσμών του μέλλοντος,
- καθορίσουν υπεύθυνες και προσανατολισμένες στην πράξη προσεγγίσεις για την αλληλεπίδραση των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων με τις κοινωνίες.
Η τελική έκθεση της Επιτροπής αναμένεται το 2028.
Τα μέλη της Επιτροπής
Συντονιστής
- Axel R. Pries, Πρόεδρος του WHS και Πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής της WHS Academic Alliance, Γερμανία
Συμπρόεδροι
- Sabina Faiz Rashid, BRAC University, Μπανγκλαντές
- Rhoda Wanyenze, Makerere University, Ουγκάντα
Άλλα μέλη της Συντονιστικής Επιτροπής
- Adnan Hyder, Boston University, Ηνωμένες Πολιτείες
- Ilona Kickbusch, συμπρόεδρος του WHS Council και Graduate Institute of International and Development Studies, Ελβετία
- Sabine Kleinert, The Lancet
Μέλη
- Valérie Amiraux, Université de Montréal, Καναδάς
- Hiram V. Arroyo, Universidad de Puerto Rico, Πουέρτο Ρίκο
- Bachera Aktar, BRAC University, Μπανγκλαντές
- Chang-Chuan Chan, National Taiwan University, Ταϊβάν
- Julie Chen, University of Hong Kong, Χονγκ Κονγκ, Κίνα
- Patricia Davidson, University of New South Wales, Αυστραλία
- Fernando de la Hoz Restrepo, National University of Colombia, Κολομβία
- Sapna Desai, Population Council Institute, Ινδία
- Seydou Doumbia, University of Sciences, Techniques and Technology of Bamako, Μάλι
- Catherine Gathu, The Aga Khan University Medical College, Ανατολική Αφρική, Κένυα
- Abdul Ghaffar, AKU Karachi, Πακιστάν
- Biljana Gjoneska, Macedonian Academy of Sciences and Arts, Βόρεια Μακεδονία
- Sofia Gruskin, University of Southern California, Ηνωμένες Πολιτείες
- Philip C. Hill, University of Otago, Νέα Ζηλανδία
- Yangmu Huang, Peking University, Κίνα
- Ali Jafarian, Tehran University of Medical Science, Ιράν
- Cristiani Machado, Oswaldo Cruz Foundation (Fiocruz), Βραζιλία
- Laura Magaña, Global Network for Academic Public Health (GNAPH), Ηνωμένες Πολιτείες
- Yodi Mahendradhata, Universitas Gadjah Mada, Ινδονησία
- Melissa Miles, Monash University, Αυστραλία
- Elizabeth Molloy, The University of Melbourne, Αυστραλία
- Christine Ngaruiya, Stanford School of Medicine, Ηνωμένες Πολιτείες
- Sanjay Pattanshetty, NIMS University, Ινδία
- Nelson Sewankambo, Makerere University, Ουγκάντα
- Abla Sibai, American University of Beirut, Λίβανος
- Yik Ying Teo, National University of Singapore, Σιγκαπούρη
- Cherian Varghese, Manipal Academy of Higher Education, Ινδία
- Tracey Weissgerber, University of Coimbra, Πορτογαλία
Συναντήσεις της Επιτροπής έχουν ήδη φιλοξενηθεί και θα συνεχίσουν να φιλοξενούνται κατά τα επόμενα δύο χρόνια από το Manipal Academy of Higher Education στην Ινδία, την LKS Faculty of Medicine του University of Hong Kong στο Χονγκ Κονγκ της Κίνας και το Coimbra Health στην Πορτογαλία.
Σχετικά με τη WHS Academic Alliance
Η WHS Academic Alliance (πρώην M8 Alliance) είναι το επιστημονικό δίκτυο του World Health Summit και συγκεντρώνει 30 κορυφαία ακαδημαϊκά ιδρύματα από όλες τις ηπείρους. Ιδρύθηκε από το Charité – Universitätsmedizin Berlin το 2009. Η Alliance προωθεί τη διεθνή συνεργασία, συνδέει την επιστημονική κοινότητα με τη διαμόρφωση της παγκόσμιας ατζέντας για την υγεία και υποστηρίζει πολιτικές και πρακτικές στον τομέα της υγείας που βασίζονται σε επιστημονικά δεδομένα.
Επικοινωνία για τον Τύπο
World Health Summit
Communications Team
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Τι δεν άκουσα στη ΔΕΘ
Μία από τις παραδόσεις που οικοδομήθηκαν στη Μεταπολίτευση είναι οι εξαγγελίες της εκάστοτε κυβέρνησης στη ΔΕΘ. Μια παράδοση που σίγουρα δεν είναι από τις πιο λαμπρές της Δημοκρατίας μας, μιας και κυρίως εκλαμβάνεται ως φεστιβάλ πλειοδοσίας σε παροχές, τις οποίες στο παρελθόν πληρώσαμε πολλαπλάσια. Υπ’ αυτό το πρίσμα, δεν είχα αυταπάτες ότι η φετινή ΔΕΘ θα αποτελούσε φωτεινή εξαίρεση, όπου κάθε πολιτικός φορέας θα εξέθετε το όραμά του για τους στόχους του έθνους τις επόμενες δεκαετίες.
Επειδή, όμως, η ηττοπάθεια δεν είναι λύση, κάθε χρόνο περιμένω ένα βήμα προς μια διαφορετική κατεύθυνση. Σίγουρα, η χρονική συγκυρία της εγγύτητας της προεκλογικής περιόδου δεν βοήθησε, αλλά θα είχε ενδιαφέρον να εξετάσουμε κάποια πράγματα που ακούστηκαν, και κυρίως αυτά που δεν ακούστηκαν.
Συγκεκριμένα, οι φορολογικές ελαφρύνσεις που ανακοινώθηκαν στη φετινή ΔΕΘ είναι ασφαλώς καλοδεχούμενες. Το ίδιο και τα μέτρα για τις οικογένειες και το δημογραφικό. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα θεωρώ και την ιδέα του «κουμπαρά» για κάθε παιδί, όπου το κράτος θα συνεισφέρει ισόποσα με τους γονείς έως ένα συγκεκριμένο ποσό κάθε χρόνο. Είναι μια παρέμβαση με πιο μακροπρόθεσμη λογική: αντί για ένα ακόμη επίδομα που καταναλώνεται σήμερα, δημιουργεί ένα αρχικό κεφάλαιο για τη νέα γενιά.
Το γεγονός ότι ο «κουμπαράς» της νέας γενιάς δέχεται ασύγκριτα περισσότερη κριτική από το επίδομα στους δημόσιους υπαλλήλους και τους συνταξιούχους λέει πολλά, όχι μόνο για την ποιότητα της αντιπολίτευσης αλλά και για τα περιθώρια που έχει μια κυβέρνηση να λάβει μεταρρυθμιστικά και μακροπρόθεσμα μέτρα μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον.
Όμως, παρακολουθώντας τη ΔΕΘ, υπήρχε κάτι που περίμενα να ακούσω περισσότερο.
Πώς θα γίνουμε πιο παραγωγικοί;
Γιατί, όσο πλησιάζουμε προς τις επόμενες εκλογές, η οικονομική συζήτηση κινδυνεύει να περιοριστεί ξανά στο γνώριμο παιχνίδι: ποιος θα δώσει περισσότερα. Περισσότερα επιδόματα. Μια μεγαλύτερη αύξηση. Ένας 13ος μισθός στο Δημόσιο. Μια 13η σύνταξη. Μια ακόμη κρατική παρέμβαση που θα αυξήσει το διαθέσιμο εισόδημα για έναν χρόνο.
Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα. Δεν μπορούμε να περιμένουμε κάθε χρόνο τη ΔΕΘ για να μάθουμε ποιο θα είναι το εισόδημά μας τον επόμενο χρόνο.
Οι μειώσεις φόρων είναι καλοδεχούμενες και, σε πολλές περιπτώσεις, απαραίτητες. Θα ήθελα επίσης να δω περαιτέρω μείωση των εργοδοτικών εισφορών, ώστε να γίνει ευκολότερη η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και να υπάρξει μεγαλύτερος χώρος για αυξήσεις όχι μόνο στον κατώτατο αλλά και στον μέσο μισθό.
Εδώ έχουν γίνει σημαντικά βήματα, καθώς το ποσοστό ανεργίας αγγίζει ιστορικά χαμηλά, ενώ τόσο ο κατώτατος όσο και ο μέσος μισθός έχουν αυξηθεί σημαντικά.
Όμως υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να αυξάνεις ένα εισόδημα με μια απόφαση του κράτους και στο να δημιουργείς τις συνθήκες ώστε η οικονομία να μπορεί να πληρώνει υψηλότερους μισθούς από μόνη της.
Το πρώτο είναι σχετικά εύκολο. Το δεύτερο λέγεται παραγωγικότητα. Και εδώ τα στοιχεία είναι αρκετά αποκαλυπτικά. Το 2025 ο μέσος εργαζόμενος στην Ελλάδα δούλεψε περίπου 1.874 ώρες, έναντι 1.736 ωρών στον ΟΟΣΑ, 1.498 στη Γαλλία και μόλις 1.332 στη Γερμανία. Άρα, το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι ότι δουλεύουμε λίγο. Είναι ότι κάθε ώρα εργασίας παράγει πολύ λιγότερη αξία.
Ο ίδιος ο ΟΟΣΑ είναι αρκετά σαφής ως προς τις αιτίες: χαμηλές επενδύσεις, περιορισμένη καινοτομία, μικρό μέγεθος επιχειρήσεων και αργή υιοθέτηση νέων τεχνολογιών. Στην Ελλάδα σχεδόν το μισό της επιχειρηματικής απασχόλησης βρίσκεται σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ πολλές μικρές εταιρείες δυσκολεύονται να επενδύσουν, να μεγαλώσουν και να αξιοποιήσουν ψηφιακά εργαλεία.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο θα ήθελα να δω την οικονομική συζήτηση να εστιάζει. Για παράδειγμα, ένα πραγματικό πρόγραμμα ταχείας υιοθέτησης τεχνητής νοημοσύνης από τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα είχε τεράστιο ενδιαφέρον. Με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι θα συνδεόταν με στόχους αύξησης της παραγωγικότητας και συγκεκριμένα case studies για κάθε τύπο επιχείρησης. Όχι vouchers επιμόρφωσης από αγνώστου ταυτότητας κέντρα εκπαίδευσης, που θα ανατεθούν σε γνωστούς και φίλους.
Στη Σιγκαπούρη, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις μπορούν ήδη να χρηματοδοτούν την υιοθέτηση προεγκεκριμένων ψηφιακών και AI-enabled λύσεων μέσω του Productivity Solutions Grant. Η χρήση AI από αυτές αυξήθηκε από 4,2% το 2023 σε 14,5% το 2024, ενώ οι επιχειρήσεις που χρησιμοποίησαν σχετικές λύσεις μέσω του προγράμματος κατέγραψαν κατά μέσο όρο εξοικονόμηση κόστους 52%. Η κυβέρνηση επεκτείνει πλέον την πολιτική, με στόχο να βοηθήσει 10.000 επιχειρήσεις να υιοθετήσουν AI και να εκπαιδεύσει 100.000 εργαζομένους μέσα σε τρία χρόνια.
Το ίδιο θα ήθελα να δω και στην αγορά εργασίας. Η εξ αποστάσεως εργασία μάς επιτρέπει πλέον να διαχωρίσουμε, σε σημαντικό βαθμό, το πού βρίσκεται η επιχείρηση από το πού βρίσκεται ο εργαζόμενος. Κι όμως, συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε ως σχεδόν αυτονόητο ότι ένας νέος με καλές δεξιότητες πρέπει να μετακομίσει στην Αθήνα —ή στη Θεσσαλονίκη— για να βρει μια καλή δουλειά. Οι συνέπειες αυτού είναι ορατές στο δημογραφικό, στο στεγαστικό, στην υποβάθμιση της ζωής στο κέντρο και στην επαρχία.
Εδώ, λοιπόν, θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε κίνητρα για νέες εξ αποστάσεως θέσεις εργασίας εκτός Αθήνας και Θεσσαλονίκης, ειδικά σε κλάδους τεχνολογίας όπου δεν είναι απαραίτητη η καθημερινή φυσική παρουσία. Η μείωση του διοικητικού κόστους της υβριδικής εργασίας και οι φορολογικές υπερεκπτώσεις για επενδύσεις σε cybersecurity, cloud και ψηφιακές υποδομές θα ήταν ένα βήμα. Ένα άλλο, πιο τολμηρό βήμα θα αποτελούσε η στοχευμένη μείωση των εργοδοτικών εισφορών για εταιρείες που δημιουργούν πραγματικές, καλά αμειβόμενες θέσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας εκτός Αθήνας και Θεσσαλονίκης.
Γιατί ίσως ένας καλύτερος τρόπος να βοηθήσεις έναν 30χρονο δεν είναι να του δώσεις άλλα 100 ευρώ για να πληρώνει ένα ενοίκιο 900 ευρώ στην Αθήνα. Είναι να δημιουργήσεις τις συνθήκες ώστε να μπορεί να έχει έναν καλό μισθό χωρίς να χρειάζεται να ζει εκεί.
Μπορούμε να δώσουμε περισσότερα χρήματα στους πολίτες. Μπορούμε να αυξήσουμε τον κατώτατο μισθό. Μπορούμε να δημιουργήσουμε έναν 13ο μισθό. Μπορούμε να μοιράσουμε ένα ακόμη δημοσιονομικό πλεόνασμα. Αλλά, αν η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλή, στο τέλος θα έχουμε περισσότερα ευρώ στα χέρια μας χωρίς να μας φτάνουν. Και τότε, πολύ σύντομα, θα επιστρέψουμε στο ίδιο σημείο. Να ζητάμε ένα ακόμη επίδομα, επειδή τα προηγούμενα χρήματα δεν μας φτάνουν. Αυτός είναι ο φαύλος κύκλος μιας οικονομίας που προσπαθεί να μοιράσει περισσότερα χωρίς να παράγει περισσότερα.
Σίγουρα, έχουμε κάνει βήματα. Το γεγονός ότι προσπαθούμε να μοιράσουμε αυστηρά από αυτά που έχουμε στο ταμείο είναι κάτι που δεν ήταν αυτονόητο πριν από κάποια χρόνια και πάση θυσία πρέπει να το διατηρήσουμε. Όμως πρέπει να μπούμε σε ένα άλλο πλαίσιο συζήτησης και να ξεφύγουμε από τις παλιές αντιλήψεις. Αυτό, βέβαια, προϋποθέτει ένα ώριμο πολιτικό σύστημα — όχι μόνο ένα κόμμα, αλλά οριζόντια όλα τα δημοκρατικά κόμματα. Σε αυτή την κατεύθυνση οφείλουμε να πιέσουμε όσοι δεν θέλουμε να ακούσουμε πάλι τα ίδια στις επόμενες ΔΕΘ.
Πώς έχει εξελιχθεί σήμερα η δομή που δημιουργήθηκε το 2025 και γιατί το Κίεβο ζητά πλέον συχνότερες συναντήσεις αντί για την αποστολή δυτικών χερσαίων δυνάμεων στην Ουκρανία.
Στις 24 Αυγούστου 2026, η Συμμαχία των Προθύμων, η οποία αποτελείται από 34 χώρες που υποστηρίζουν την Ουκρανία, συνήλθε στο Κίεβο για να τιμήσει την 35η επέτειο της αποκατάστασης της ουκρανικής ανεξαρτησίας. Ο Άντι Μπέρναμ, ένας από τους συμπροέδρους της συνάντησης, στο πρώτο του ταξίδι στο εξωτερικό ως πρωθυπουργός της Βρετανίας, ήταν παρών μαζί με τον Αντόνιο Κόστα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, τον Αλεξάντερ Σταμπ της Φινλανδίας, τον Γκιτάνας Ναουσέντα της Λιθουανίας, τη Μάια Σάντου της Μολδαβίας, τους πρωθυπουργούς της Λετονίας και του Λουξεμβούργου, καθώς και τον υπουργό Εξωτερικών της Σουηδίας· οι περισσότεροι συμμετέχοντες, συμπεριλαμβανομένων των δύο άλλων συμπροέδρων, του Εμμανουέλ Μακρόν και του Φρίντριχ Μερτς, συμμετείχαν μέσω βιντεοδιάσκεψης. Στο άρθρο του για το διακεκριμένο ουκρανικό διαδικτυακό περιοδικό European Pravda, ο Μπέρναμ επανέλαβε τον σκοπό αυτής της πρωτοβουλίας: τη διαμόρφωση ενός σχεδίου για την επίτευξη και διατήρηση μιας ειρηνευτικής συμφωνίας υπό την ηγεσία της Ουκρανίας. Η ουσιαστική συζήτηση, ωστόσο, κινήθηκε σε άλλη κατεύθυνση.
Ενώ πρωταρχικός στόχος της Συμμαχίας είναι η οργάνωση μιας πολυεθνικής δύναμης που θα στηρίξει τις εγγυήσεις ασφάλειας μόλις επιτευχθεί κατάπαυση του πυρός, οι πρόσφατες συναντήσεις της απέδωσαν αποτελέσματα και σε άλλες διαστάσεις: υποστήριξη της αμυντικής βιομηχανίας της Ουκρανίας μέσω μεταφοράς τεχνολογίας και χορήγησης αδειών, ένα φόρουμ για τα πιο επείγοντα ζητήματα της ανθεκτικότητας και της άμυνας της Ουκρανίας, καθώς και μια ευκαιρία για την προώθηση διμερών αμυντικών πρωτοβουλιών με μεμονωμένα μέλη.
Πρώτον, ο Μπέρναμ ενέκρινε τη μεταφορά της τεχνολογίας «Storm Shadow», ώστε οι πύραυλοι να μπορούν να κατασκευαστούν στο ουκρανικό έδαφος, και ζήτησε από τη βρετανική βιομηχανία να υποστηρίξει το «Freyja», το ουκρανο-ευρωπαϊκό πρόγραμμα αντιβαλλιστικών αναχαιτιστικών πυραύλων που προορίζεται ως φθηνότερη εναλλακτική λύση έναντι του «Patriot». Ο Μακρόν ανέλαβε να επιταχύνει τις παραδόσεις και τη χορήγηση αδειών που είχαν συμφωνηθεί στην προηγούμενη συνάντηση της Συμμαχίας τον Ιούλιο, όταν η Γαλλία αδειοδότησε την ουκρανική κατασκευή βομβών AASM και πυραύλων SCALP, καθώς και, από κοινού με την Ιταλία, των αναχαιτιστικών Aster 30, και δεσμεύθηκε να υποστηρίξει το Freyja. Η δήλωση της Συμμαχίας τον Ιούλιο χαιρέτισε τη Συμμαχία Αντιβαλλιστικών Πυραύλων και τις άδειες που χορηγήθηκαν για την παραγωγή αναχαιτιστικών, καθώς και τις νέες δεσμεύσεις σχετικά με επιχειρήσεις κατά του «σκιώδους στόλου», την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συντονισμένη υποστήριξη των εθνικών επιχειρήσεων.
Δεύτερον, ο Ζελένσκι άσκησε πίεση για τις πιο επείγουσες ανάγκες της ουκρανικής άμυνας: ένα πακέτο χειμερινής βοήθειας κατά των βαλλιστικών επιθέσεων, με τουλάχιστον 300 αναχαιτιστικά Patriot, οικονομική στήριξη προς το Υπουργείο Άμυνας της Ουκρανίας, το οποίο παρουσιάζει έλλειμμα 27 δισεκατομμυρίων ευρώ, μεταξύ άλλων με την επανεξέταση του ζητήματος των δεσμευμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων· καθώς και το ξεμπλοκάρισμα της Μαύρης Θάλασσας και τη χρήση των «Διαδρομών Αλληλεγγύης» για τις εξαγωγές. Εκείνη την ημέρα, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ανακοίνωσε επιπλέον στρατιωτική βοήθεια ύψους 7 δισεκατομμυρίων δολαρίων από την ΕΕ για την αεροπορική και πυραυλική άμυνα, πυραύλους, πυρομαχικά και ραντάρ. Ο Ζελένσκι υποσχέθηκε να ενημερώσει τους συμμετέχοντες στη συνάντηση για τις διαπραγματεύσεις σε μεταγενέστερο στάδιο, αλλά προφανώς το αντιμετώπισε ως δευτερεύον ζήτημα.
Τρίτον, η Συμμαχία λειτουργεί ως φόρουμ υψηλού επιπέδου που προσελκύει πολλούς εταίρους και επιλύει διμερή ζητήματα. Για παράδειγμα, μια ημέρα πριν από τη συνεδρίαση της Συμμαχίας πραγματοποιήθηκε στο Κίεβο σύνοδος κορυφής των Σκανδιναβικών και Βαλτικών χωρών με την Ουκρανία, και υπογράφηκαν ορισμένα διμερή έγγραφα σχετικά με την άμυνα, μεταξύ των οποίων μια δήλωση για στρατηγική εταιρική σχέση και μια συμφωνία για μη επανδρωμένα αεροσκάφη με τη Νορβηγία, καθώς και περαιτέρω συμφωνίες με το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Φινλανδία. Καθώς η αμερικανική ηγεσία αποσύρεται από την Ομάδα Επαφής για την Άμυνα της Ουκρανίας —η οποία συνεδρίασε οκτώ φορές το 2025 και τρεις φορές φέτος, ενώ η συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακά—, η Συμμαχία αρχίζει να αναλαμβάνει τα ίδια ζητήματα με το Ράμσταϊν.
Το τρέχον έργο της Συμμαχίας ανταποκρίνεται στην ερμηνεία του καγκελαρίου Mερτς σχετικά με τα καθήκοντά της, όπως αυτά καθορίστηκαν τον Ιούλιο: πρώτον, να πιέσει τη Ρωσία να προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις, στη συνέχεια να στηρίξει την Ουκρανία για όσο διάστημα χρειάζεται να αμυνθεί, και μόνο τότε, από κοινού με τις Ηνωμένες Πολιτείες, να είναι έτοιμη να επιβλέπει μια εκεχειρία και να παρέχει εγγυήσεις. Αυτές οι πρωτοβουλίες των τελευταίων δύο μηνών, τόσο εντός όσο και εκτός της Συμμαχίας, έρχονται εν μέσω μιας σαφούς κλιμάκωσης της υποστήριξης της Βόρειας Κορέας και της Κίνας προς τη Ρωσία, σε συνδυασμό με την περαιτέρω απομάκρυνση των ΗΠΑ από την Ευρώπη και την ανοιχτή προτίμησή τους να κατευνάσουν τον Πούτιν αντί να τον εξαναγκάσουν.
Όσον αφορά το πρώτο σημείο, η Επιτροπή Αναθεώρησης Οικονομικών και Ασφάλειας ΗΠΑ-Κίνας ανέφερε τον Αύγουστο ότι η Κίνα αντιπροσώπευε το 90% του συνόλου της τεχνολογίας που υπόκειται σε κυρώσεις και εισήλθε στη Ρωσία το 2026, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες έχει προμηθεύσει δορυφορικές εικόνες που χρησιμοποιήθηκαν για την καθοδήγηση ρωσικών πυραυλικών επιθέσεων. Μετά από ένα χρόνο παύσης, η Πιονγιάνγκ επανέλαβε την προμήθεια βαλλιστικών πυραύλων στα τέλη Ιουλίου του 2026 και έχει αναπτύξει στη Ρωσία τα δικά της πληρώματα και έξι εκτοξευτές για μια μονάδα ικανή να εκτοξεύσει έως και 120 πυραύλους.
Οι παραδόσεις δυτικών αναχαιτιστικών στην Ουκρανία έχουν εν τω μεταξύ μειωθεί στο ένα τρίτο του επιπέδου του 2025. Η Ουάσιγκτον δεν πωλεί στο Κίεβο τα αντιαεροπορικά συστήματα PAC-3 που ζητά, ούτε χορηγεί την άδεια παραγωγής που ο Τραμπ είχε μισοϋποσχεθεί στην Άγκυρα και αναθεώρησε τρεις εβδομάδες αργότερα. Ο Ζελένσκι δήλωσε στους δημοσιογράφους στις 23 Αυγούστου ότι η Ρωσία μπορεί να παράγει έως και εκατό βαλλιστικούς πυραύλους τον μήνα και ότι η χειρότερη εκτίμηση για το ερχόμενο φθινόπωρο και χειμώνα είναι 1.300 πύραυλοι, συμπεριλαμβανομένων και αυτών της Βόρειας Κορέας. Αυτή η ασυμμετρία στη συμμαχική βοήθεια απαιτεί σίγουρα πιο αποφασιστικές ενέργειες από τους εταίρους της Ουκρανίας που αποτελούν τη Συμμαχία.
Η αποστασιοποίηση της Ουάσιγκτον από τη Συμμαχία αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης τάσης. Η παρουσία της στην Ευρώπη μειώνεται σταδιακά: το Πεντάγωνο έχει επίσημα ξεκινήσει μια αναθεώρηση της στάσης και της στάθμευσης των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη, ενώ ο Έλμπριτζ Κόλμπι εργάζεται ενεργά στις πρωτεύουσες των συμμάχων για την εκεί απόδοση της κύριας ευθύνης για τη συμβατική άμυνα στην Ευρώπη. Τα 5.000 στρατεύματα που υποσχέθηκε ο Τραμπ στην Πολωνία ως αντιστάθμισμα για τον ίδιο αριθμό αμερικανικών στρατευμάτων που αποσύρθηκαν από την Ευρώπη την άνοιξη δεν έχουν ούτε ημερομηνία ούτε τόπο ανάπτυξης. Παρά τις πολυάριθμες υβριδικές εκστρατείες και τις εκστρατείες σαμποτάζ της Ρωσίας, ο Τραμπ συνεχίζει να αρνείται ότι η Ρωσία αποτελεί οποιαδήποτε απειλή για το ΝΑΤΟ.
Στις 16 Αυγούστου, την ημέρα πριν από την προγραμματισμένη έναρξη των ετήσιων στρατιωτικών ασκήσεων με τη Νότια Κορέα, ο Τραμπ διέταξε το Πεντάγωνο να τις περιορίσει, επικαλούμενος τις καλές του σχέσεις με τον Κιμ Γιονγκ Ουν και χαρακτηρίζοντας τις ασκήσεις ως ένα μήνυμα ακατάλληλο και εχθρικό προς τη Βόρεια Κορέα, η οποία, σύμφωνα με τα λόγια του, δεν αποτελούσε απειλή και έδειχνε σεβασμό — τον ίδιο μήνα που η Ρωσία επανέλαβε τις εκτοξεύσεις πυραύλων της Βόρειας Κορέας εναντίον ουκρανικών πόλεων. Στον Καναδά, σύμμαχο βάσει συνθήκης, δεν προσφέρονται τέτοιες ευγένειες: ο Τραμπ έχει επιβάλει επιπλέον ασφυκτικούς δασμούς στα καναδικά προϊόντα, αμφισβητεί τα σύνορα — τα οποία, όπως λέει, έχουν χαραχθεί αυθαίρετα «με χάρακα» — και μετονομάζει τη λίμνη Οντάριο σε «Λίμνη Αμερική». Τίποτα από όλα αυτά δεν ενισχύει την διατλαντική εμπιστοσύνη και αξιοπιστία, υπονομεύοντας τις τρέχουσες στρατηγικές κρατών που είναι σταθερά φιλοαμερικανικά, όπως η Πολωνία και η Ιταλία.
Η αμερικανική αδιαφορία και αποστασιοποίηση παρεμποδίζουν τον αρχικό στόχο της Συμμαχίας και υποβαθμίζουν το περιβάλλον ασφάλειας στο οποίο λειτουργεί. Η αεροπορική της συνιστώσα σχεδιάστηκε ώστε να εξαρτάται από τις υποστηρικτικές δυνατότητες των ΗΠΑ. Η Διακήρυξη του Παρισιού της Συμμαχίας, του Ιανουαρίου 2026, έθεσε στο επίκεντρο των εγγυήσεων έναν μηχανισμό παρακολούθησης και επαλήθευσης της εκεχειρίας υπό αμερικανική ηγεσία· αξιωματούχοι που επικαλείται το Reuters ανέφεραν ότι αυτό θα σήμαινε τη χρήση αμερικανικών drones, αισθητήρων και δορυφόρων. Η διακήρυξη δεν φέρει καμία αμερικανική υπογραφή, ενώ η αναφορά στη χρήση αμερικανικών δυνατοτήτων για τη στήριξη της δύναμης είχε αφαιρεθεί από ένα προηγούμενο σχέδιο. Το εύρος και οι φιλοδοξίες της δύναμης που θα έπρεπε να υποστηρίξει μια τέτοια ρύθμιση είχαν περιοριστεί εδώ και καιρό. Ο αρχικός στόχος του Ζελένσκι τον Ιανουάριο του 2025 για 200.000 Ευρωπαίους στρατιώτες είχε συρρικνωθεί, μέχρι τον Ιανουάριο του 2026, σε μια συνδυασμένη γαλλο-βρετανική προσφορά έως 15.000. Μεταξύ των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών κρατών, ούτε η Γερμανία ούτε η Ιταλία ούτε η Πολωνία προσφέρουν χερσαίες δυνάμεις: το Βερολίνο έχει προτείνει τη στάθμευση δυνάμεων σε έδαφος του ΝΑΤΟ που γειτονεύει με την Ουκρανία, η Βαρσοβία περιορίζεται στην υλικοτεχνική υποστήριξη και τη φιλοξενία, ενώ η Ιταλία, την ημέρα που ανακοινώθηκαν οι ασκήσεις, επιβεβαίωσε ότι δεν θα συμμετάσχει. Παρ’ όλα αυτά, διατηρώντας ζωντανό τον αρχικό στόχο, ο Μακρόν όρισε τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο για τις πρώτες ασκήσεις πλήρους κλίμακας της Συμμαχίας, οι οποίες θα φιλοξενηθούν από την Πολωνία με γαλλικά και βρετανικά στρατεύματα, προκειμένου να δοκιμαστούν η διοίκηση και ο έλεγχος, η υλικοτεχνική υποστήριξη και η ανάπτυξη. Η αποστολή, το επιδιωκόμενο τελικό αποτέλεσμα και οι κανόνες εμπλοκής της δύναμης παραμένουν ακαθόριστοι, ενώ η προετοιμασία είναι αργή και αμφισβητείται πολιτικά. Η Συμμαχία, η οποία ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2025, έχει από τότε αποκτήσει μόνιμο αρχηγείο τριών αστέρων στο Παρίσι, μια μονάδα συντονισμού στο Κίεβο και περίπου διακόσιους σχεδιαστές από περισσότερες από τριάντα χώρες. Μετά από δεκαεπτά μήνες, ο μηχανισμός αυτός δοκιμάζεται για πρώτη φορά.
Το πιο σημαντικό είναι ότι, ενώ η Πολυεθνική Δύναμη για την Ουκρανία εξακολουθεί να αποτελεί την οργανωτική ιδέα ολόκληρης της Συμμαχίας, αυτό που επρόκειτο να εγγυηθεί δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί. Στην ίδια κλειστή ενημέρωση της 23ης Αυγούστου, ο Ζελένσκι σύμφωνα με πληροφορίες δήλωσε στους παρευρισκόμενους ότι κανένας σημαντικός σύμμαχος δεν έχει δώσει ακόμη καμία εγγύηση ότι κάποιος θα έρθει να σώσει την Ουκρανία αν ο Πούτιν προχωρήσει περαιτέρω. Οι προσπάθειες για την επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών ακολουθούν το συνηθισμένο σχήμα με τα συνηθισμένα αποτελέσματα: άλλη μια πρόταση μιας σελίδας για την κατάπαυση του πυρός, άλλη μια καινοτόμος «εδαφική ρύθμιση» για το Ντονμπάς, άλλος ένας υψηλού προφίλ απεσταλμένος που στάλθηκε στη Μόσχα για να πείσει τον Πούτιν να αποδεχτεί μια συμφωνία, άλλη μια επίπληξη από τη Ρωσία και μια νέα ανακοίνωση ότι οι ειρηνευτικές συνομιλίες θα ξαναρχίσουν το φθινόπωρο.
Ποιο θα πρέπει να είναι το σημείο συνάντησης μεταξύ αυτού για το οποίο σχεδιάστηκε η Συμμαχία και αυτού που πράγματι κάνει στο τρέχον στάδιο του πολέμου; Δεν υπάρχει μόνιμη ιδιότητα μέλους, ούτε θεσμική δομή, ούτε διαδικασία λήψης αποφάσεων, και συχνά ούτε κοινό όραμα. Αυτό διατηρεί τη Συμμαχία ευρεία, αλλά την αποδυναμώνει όποτε απαιτούνται κοινές αποφάσεις. Είναι ενδεικτικό ότι το αποτέλεσμα της συνάντησης της 24ης Αυγούστου ήταν και πάλι μια δήλωση των τριών συμπροέδρων, και όχι της Συμμαχίας στο σύνολό της, γεγονός που προδίδει την απουσία ενότητας. Από πολιτική άποψη, η κατάσταση δεν είναι πιο σταθερή. Ο Μακρόν αποχωρεί από το αξίωμα την επόμενη άνοιξη και οι πιθανοί δεξιοί διάδοχοί του αντιτίθενται τόσο στην αποστολή γαλλικών στρατευμάτων όσο και στην παροχή περισσότερων όπλων στην Ουκρανία, η θέση του Μερτς στην πατρίδα του αποδυναμώνεται, ενώ η Πολωνία και η Ιταλία αντιμετωπίζουν τις δικές τους εκλογές· η μορφή αυτή δεν έχει καμία εγγύηση συνέχισης πέρα από την προσωπική δέσμευση ενός ηγέτη που βρίσκεται ακόμη στο υψηλότερο αξίωμα. Σε αυτό το πλαίσιο, η άφιξη του Μπέρναμ στο Κίεβο αποτελεί μια σπάνια επίδειξη συνέχειας. Προς το παρόν, το σημείο συνάντησης έγκειται λιγότερο στη δύναμη που επρόκειτο να αναπτύξει η Συμμαχία και περισσότερο στη λειτουργία που έχει πράγματι αποκτήσει: τη σύνδεση της άμυνας της Ουκρανίας με εκείνη της Ευρώπης — μέσω της βοήθειας, των συμφωνιών για τα drones και άλλων συμφωνιών που λειτουργούν αμφίδρομα, μέσω της κοινής παραγωγής και των στρατηγικών αντιβαλλιστικών προγραμμάτων όπως το «Freyja» — όλα αυτά είναι πραγματικά, αλλά κανένα δεν είναι ακόμη μη αναστρέψιμο ή διαρθρωτικό.
Ο Ζελένσκι αποχώρησε από τη συνάντηση του Αυγούστου ζητώντας όχι την ανάπτυξη δυνάμεων, αλλά τη συχνότητα των συναντήσεων — χωρίς μεγάλες παύσεις, μια ακόμη σύνοδο τον Σεπτέμβριο, όπως δήλωσε. Πρόκειται για μια ορθολογική χρήση ενός μηχανισμού, η αξία του οποίου έγκειται πλέον στο να συγκεντρώνει τους εταίρους αρκετά συχνά, ώστε η αμυντική ατζέντα της Ουκρανίας να παραμένει ψηλά στη λίστα των προτεραιοτήτων τους και η Ουκρανία να ενσωματωθεί στην ευρωπαϊκή άμυνα — κάτι που όσοι τάσσονται υπέρ ενός συμβιβασμού με τη Ρωσία εις βάρος της κυριαρχίας της Ουκρανίας δηλώνουν ανοιχτά ότι φοβούνται. Το καθήκον για το Κίεβο είναι να καταστήσει αυτή τη λειτουργία μόνιμη πριν οι εκλογικοί κύκλοι απομακρύνουν τους ηγέτες που τη στηρίζουν. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τη Συμμαχία δεν είναι η διάλυση — τέτοιες χαλαρές μορφές σπάνια διαλύονται — αλλά η εδραιωμένη ρουτίνα, στην οποία η Ευρώπη αναλαμβάνει την ευθύνη για έναν πόλεμο που εξακολουθεί να αναμένει ότι θα τερματίσουν άλλοι, ελπίζοντας παράλληλα ότι αυτός ο τερματισμός δεν θα είναι επιζήμιος για τα συμφέροντά της.
Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά ως σχόλιο του EPIK στις 28 Αυγούστου 2026.
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής