Σύνδεση συνδρομητών

Η αντίστροφη πολιτικοποίηση του Ολοκαυτώματος

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2026 00:52
x
7 Οκτωβρίου 2023. Μια γυναίκα προσπαθεί να διαφύγει μετά την επίθεση δολοφόνων της Χαμάς στο μουσικό φεστιβάλ Νόβα, στο Νότιο Ισραήλ. Φωτογραφία από βίντεο αγνώστου.
x

Omer Bartov, Ισραήλ. Τι πήγε λάθος;, μετάφραση από τα αγγλικά: Στέφανος Καβαλλιεράκης, πρόλογος: Σταύρος Ζουμπουλάκης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2026, 346 σελ.

Ένας ισραηλινής καταγωγής ιστορικός, ο Ομέρ Μπάρτοβ, με αφορμή τα γεγονότα που ακολούθησαν τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου 2023, ασκεί καταλυτική κριτική στο Ισραήλ. Η  δημιουργία του ισραηλινού κράτους, λέει, έγινε σε βάρος των Αράβων της Παλαιστίνης και οδήγησε στην καταστροφή τους. Οπότε, κατ’ αυτόν, η 7/10 είναι μια πολιτική απάντηση στην καταπίεση, η διάκριση αντισιωνισμού - αντισημιτισμού είναι θεμιτή και, στο κάτω κάτω, το Ισραήλ έχει εργαλειοποιήσει σιωνιστικά  το Ολοκαύτωμα. Πρόκειται για μια πολιτική παρέμβαση που προωθεί την αντίστροφη πολιτικοποίηση του Ολοκαυτώματος, η οποία λειτουργεί και σε βάρος και της μνήμης του και σε βάρος της έρευνάς του.

Το βιβλίο του Ομέρ Μπάρτοβ είναι το πρώτο που εκδίδεται στα ελληνικά. Γνωστός μελετητής του Ολοκαυτώματος, ο ισραηλινής καταγωγής ιστορικός, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Brown το  2000 και με συνεχή σχεδόν παρουσία σε άλλα αμερικανικά πανεπιστήμια από το 1987, έχει στο ενεργητικό του σειρά βιβλίων και δεκάδων άρθρων σχετικών με την εξόντωση του εβραϊσμού στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που διερευνούν τη σχέση της Βέρμαχτ και των στρατιωτών της με τον ναζιστικό μηχανισμό, καθώς και τη δράση της εναντίον των Εβραίων της Ανατολικής Ευρώπης, η οποία είχε συστηματικά αποσιωπηθεί μετά τον πόλεμο. Προφανώς, στο πλαίσιο της ειδίκευσής του, τον Μπάρτοβ απασχόλησαν ζητήματα που αφορούν την ιστορία του σιωνισμού και του κράτους του Ισραήλ, ζητήματα σύνθετα,  πολυσυζητημένα πάντα με ιδιαίτερα φορτισμένο τρόπο.

Η διανοητική πορεία του Μπάρτοβ δεν διαχωρίζεται βέβαια από τις οικογενειακές και εθνικές καταβολές του. Γεννημένος σε κιμπούτς στο Ισραήλ, από γονείς με καταγωγή από την Πολωνία που πήγαν στην υπό βρετανική εντολή Παλαιστίνη, έζησε στο Τελ Αβίβ μέχρι 25 χρόνων, πολέμησε στον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ, τραυματίστηκε σε ατύχημα κατά τη θητεία του και, στη συνέχεια, σπούδασε στην Οξφόρδη και στο Πρίνστον, από όπου ξεκίνησε τη μακρά ακαδημαϊκή διαδρομή του. Από πολλές απόψεις αντιμετωπίζουμε την περίπτωση ενός ακαδημαϊκού ιστορικού που εργάζεται στις ΗΠΑ, ο οποίος, όπως οι περισσότεροι Εβραίοι, φέρει το βάρος της συλλογικής μνήμης του Ολοκαυτώματος. Ταυτόχρονα, η ενηλικίωσή του στο Ισραήλ, οι ισχυροί οικογενειακοί δεσμοί και η εκεί παρουσία του για μεγάλα διαστήματα υπήρξαν παράγοντες που συντήρησαν  τη σχέση  του με τη ζωή στο Ισραήλ και τα εκεί πολιτικά πράγματα. Αυτή η τριπλή διάσταση, το βάρος του Ολοκαυτώματος που μοιάζει να φέρει στις πλάτες του, η σχέση του με το Ισραήλ και το ενδιαφέρον του για το μέλλον του, και η ακαδημαϊκή του παρουσία στις ΗΠΑ, όπου η κριτική στο Ισραήλ έχει ενισχυθεί υπερβολικά,  συνιστούν πτυχές που έχουν επηρεάσει συνολικά τη δουλειά του και τον δημόσιο λόγο του. 

 

Ισραήλ και Παλαιστίνιοι

To Ισραήλ. Τι πήγε λάθος; δεν είναι ακαδημαϊκή πραγματεία. Δεν έχει υποσημειώσεις ούτε εξαντλητικές συζητήσεις ιστοριογραφικού τύπου, και η βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος είναι εντελώς επιλεκτική.  Χωρίζεται σε εισαγωγή, πέντε κεφάλαια και επίμετρο, ενώ προηγείται  πρόλογος του Σταύρου Ζουμπουλάκη. Τα πέντε κεφάλαια έχουν τίτλο, « Ο αιώνιος πόλεμος του Ισραήλ», «Αντισημιτισμός και σιωνισμός», «Το  σύνδρομο του ποτέ ξανά», «Για τη σφαγή των παιδιών» και «Το χαμένο Σύνταγμα». Ο τίτλος του βιβλίου προδιαθέτει τον αναγνώστη ότι θα διαβάσει κάτι επικριτικό για το Ισραήλ, και πράγματι έτσι είναι. Ο Μπάρτοβ  δεν μας προσφέρει μια ακαδημαϊκή πραγματεία, αλλά μια πολιτική ανάλυση με ισχυρή πολεμική διάσταση, η οποία αναφέρεται κατά βάση στο παρόν, αλλά και στο παρελθόν.

Το βιβλίο απευθύνεται σε διαφορετικά ακροατήρια. Σε ένα αμερικανικό και διεθνές ακροατήριο που ενδιαφέρεται για τις εξελίξεις στο Ισραήλ και την Γάζα, σε ένα ισραηλινό ακροατήριο άμεσα επηρεασμένο από τον πόλεμο που ξεκίνησε η Χαμάς, και σε ένα στενότερο, ακαδημαϊκό ακροατήριο που γνωρίζει καλύτερα τις συζητήσεις σχετικά με το Ολοκαύτωμα, τις πολιτικές της μνήμης, το τραύμα και τη σχέση αντισημιτισμού και αντισιωνισμού. Ίσως αυτή η τριπλή στόχευση να είναι υπεύθυνη για τον λίγο χαοτικό τρόπο με τον οποίο ο Μπάρτοβ παραθέτει τα επιχειρήματά του, επιστρέφοντας  σε σημεία στα οποία είχε αναφερθεί πριν, για να τα αναδιατάξει ή να τα ενισχύσει, παραγνωρίζοντας ταυτόχρονα σημαντικά και γνωστά πράγματα και χρησιμοποιώντας διπλά κριτήρια ανάλογα με το αν αναφέρεται στο Ισραήλ ή στους Παλαιστίνιους κ.λπ. Παρά ταύτα, το ανάγνωσμα διαβάζεται εύκολα και διακρίνεται από μια κάποια συνοχή.

Υπάρχουν κάποιες κεντρικές ιδέες με τις οποίες διαλέγεται ο συγγραφέας, η σημαντικότερη από τις οποίες δεν αφορά το ερώτημα τι πήγε λάθος στο Ισραήλ –όπως διαβάζουμε στον τίτλο του βιβλίου– αλλά αν τελικά το λάθος είναι το ίδιο το Ισραήλ, η ύπαρξή του. Το ότι δηλαδή  ο σιωνισμός από κίνημα εβραϊκής χειραφέτησης μετατράπηκε σε κρατική ιδεολογία  που ενίσχυσε «τα χειρότερα ένστικτα του σιωνισμού» (σ. 44-45) και οδήγησε στην καταπίεση των Παλαιστινίων μέσω της κατοχής των εδαφών τους. Η  δημιουργία του Ισραήλ έγινε σε βάρος των Αράβων της Παλαιστίνης και οδήγησε στην καταστροφή τους.  Έτσι, φθάνουμε σε μια κατάσταση κατοχής η οποία υπήρξε η αιτία κάθε παλαιστινιακής αντίδρασης, αλλά της εσωτερίκευσης μιας ιδεολογίας κατοχής από τους ίδιους τους Εβραίους που αντιμετωπίζουν τους Άραβες ως μη ανθρώπινα όντα. Τοποθετεί δε  την επίθεση της Χαμάς την 7η Οκτωβρίου μέσα σε μια γραμμική λογική, όπου η κατοχή οδηγεί σε απόγνωση και αντίσταση, θεωρώντας ότι αυτό είναι το  ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο που την ερμηνεύει (σ. 50). Στην ίδια γραμμή, ο Μπάρτοβ υποστηρίζει ότι η επίθεση του Ισραήλ στη Γάζα είναι γενοκτονική, άποψη που είχε διατυπώσει για πρώτη φορά τον Νοέμβριο του 2023. Λεκτικές υπερβολές του τύπου οι Παλαιστίνιοι είναι «υπάνθρωποι» και «ανθρώπινα ζώα», από αξιωματούχους του  Ισραήλ, αποδεικνύουν την κατά τον Μπάρτοβ αδιαμφισβήτητή γενοκτονική πρόθεση. Συγχέοντας τον πόλεμο με τη γενοκτονία, στέκεται αποκλειστικά στη δυσανάλογη ανταπόδοση των Ισραηλινών  στην επίθεση της Χαμάς,  με τις δεκάδες χιλιάδες θανάτους αμάχων.

Γενοκτονία λοιπόν. Αυτή η εξέλιξη θα μπορούσε να έχει αποτραπεί, υποστηρίζει ο Μπάρτοβ, αν το Ισραήλ είχε υιοθετήσει Σύνταγμα από την ίδρυσή του, που ήταν εξάλλου και υποχρέωσή του με βάση τις κατευθύνσεις της απόφασης 181/47 του ΟΗΕ. Η προοπτική αυτή ακυρώθηκε στην πράξη και αυτό δεν αντισταθμίστηκε ούτε από τους θεμελιώδεις νόμους,  που ψηφίστηκαν από την Κνεσέτ με πολύ αυξημένη πλειοψηφία και αποτέλεσαν τη βάση της κρατικής υπόστασης του Ισραήλ, ούτε από την ίδρυση Ανώτατου Δικαστηρίου που επέβλεπε την τήρησή τους. Ο συγγραφέας αναγνωρίζει τη σημασία του Ανώτατου Δικαστηρίου στη διασφάλιση των θεμελιωδών νόμων και στην προστασία των δικαιωμάτων όλων των πολιτών της χώρας, όμως του καταλογίζει ότι δεν επέλυσε την ένταση στη σχέση εβραϊκότητας και κράτους δικαίου στο Ισραήλ, δεν καταδίκασε την κατοχή στη Δυτική όχθη, όπου «υπάρχει καθεστώς απαρτχάιντ», και δεν διασφάλισε τα εκεί δικαιώματα των Αράβων. Αν το Ισραήλ είχε υιοθετήσει Σύνταγμα, τότε όσα συνέβησαν στη συνέχεια σε βάρος των Αράβων μπορεί να είχαν αποφευχθεί και ο σιωνισμός θα είχε διασώσει την ψυχή του, αντί να βαδίζει προς την άβυσσο. 

 

Αντισιωνισμός και αντισημιτισμός

Μια δεύτερη κεντρική ιδέα του βιβλίου αφορά τις  ισραηλινές αντιδράσεις στην «αντίσταση» των Παλαιστινίων, που είναι προϊόν, λέει ο Μπάρτοβ, ενός εδραιωμένου αλλά προφανώς ανεδαφικού φόβου, καλλιεργούμενου από το σιωνιστικό καθεστώς για να κρατά σε συνεχή κινητοποίηση τους Εβραίους του Ισραήλ. Κεντρική θέση στο φόβο αυτό έχει το Ολοκαύτωμα, η συνεχής επίκλησή του οποίου εδραιώνει μια υπαρξιακή αγωνία και προκαλεί φοβικές αντιδράσεις. Παρότι το Ολοκαύτωμα είναι ένα τραυματικό γεγονός, γράφει ο Μπάρτοβ, η συντήρηση της μνήμης του ως καταστατικής συνθήκης του κράτους του Ισραήλ λειτουργεί αρνητικά, καθώς στα μάτια των εβραίων πολιτών του καθιστά το Ισραήλ μια μοναδική περίπτωση και του επιτρέπει να θεωρεί ότι το «απελευθερώνει» από τους περιορισμούς  που ισχύουν για άλλα κράτη» (σ. 161). Πρακτικά, το Ισραήλ μπορεί να καταλύει το διεθνές δίκαιο κατά βούληση και χωρίς συνέπειες, λόγω της πεποίθησής του ότι το Ολοκαύτωμα, ως κάτι μοναδικό, του δίνει κάποια παραπάνω δικαιώματα. Η προτροπή του Μπάρτοβ δεν είναι απλώς να περιοριστεί η βαρύτητα της μνήμης του Ολοκαυτώματος στο Ισραήλ και διεθνώς,  αλλά και να σχετικοποιηθεί η μοναδικότητά του, διότι συνιστά βασικό εμπόδιο στην αναγνώριση της σημασίας άλλων μαζικών εγκλημάτων. Το πρόβλημα έγκειται, σε βαθμό που δεν προσδιορίζεται, στη σύμβαση του ΟΗΕ για την αποτροπή της γενοκτονίας του 1948, που στηρίχθηκε στο Ολοκαύτωμα και έβαλε τον πήχη τόσο ψηλά ώστε κάθε άλλη μαζική σφαγή θα αδυνατούσε να τον περάσει. Έτσι, το Ισραήλ μπορεί να διεκδικεί τη διεθνή συμπάθεια και να ακυρώνει κάθε κριτική εναντίον του ως αντισημιτισμό. Για τον Μπάρτοβ, η αποδοχή της μοναδικότητας του Ολοκαυτώματος οδηγεί σε ένα παράδοξο. Όχι μόνο είναι ιστορικά ανακριβής, αλλά έχει και αρνητικές πολιτικές συνέπειες, διότι η  επίκλησή της ως επιχείρημα υπέρ της δημιουργίας ασφαλούς εβραϊκού κράτους την αντιστρατεύεται η ίδια η πραγματικότητα που απέδειξε ότι το Ισραήλ αποτελεί το λιγότερο ασφαλές κράτος για τους Εβραίους (σ. 162-163).

Yarden Bibas Ofer Kalderon and Keith Siegel February 1 2025 February 2025. V

1 Φεβρουαρίου 2025. Ο Γιάρντεν Μπίμπας, η σύζυγος και τα παιδιά του οποίου σκοτώθηκαν, συναντά τον πατέρα και την αδελφή του έπειτα από την πολύμηνη ομηρία του στη Γάζα, από τη Χαμάς.

IDF Spokesperson's Unit

Μια τρίτη ιδέα, την οποία συμμερίζεται απόλυτα ο συγγραφέας, είναι η διάκριση αντισιωνισμού - αντισημιτισμού. Η πεποίθηση, δηλαδή, ότι κάποιος μπορεί να είναι υπέρ της καταστροφής του Ισραήλ χωρίς να είναι αντισημίτης. Ας προσέξουμε εδώ μια κρίσιμη λεπτομέρεια. Η επιδοκιμασία του αντισιωνισμού δεν περιορίζεται στην αντίδραση ή στην κριτική σε πρακτικές συγκεκριμένων κυβερνήσεων, της κυβέρνησης Νετανιάχου σήμερα ή όποιας άλλης κυβέρνησης στο παρελθόν, που είναι απολύτως νόμιμη, αλλά αρνείται το δικαίωμα στην ύπαρξη του Ισραήλ. Σήμερα υπάρχει μια ολόκληρη συζήτηση μέσα στην οποία ο ορισμός του αντισημιτισμού και η σχέση του με το Ισραήλ έχει πολιτικοποιηθεί υπέρμετρα. Ο Μπάρτοβ ισχυρίζεται ότι συγκεκριμένοι ορισμοί του αντισημιτισμού που τον εξισώνουν με τον αντισιωνισμό καταργούν  την κριτική προς το Ισραήλ για τις πράξεις του και υπονομεύουν την ελευθερία του λόγου. Είναι ιδιαίτερα επικριτικός  στον ορισμό του αντισημιτισμού της ΙHRA (International Holocaust Remembrance Association), ενός συνασπισμού 35 κρατών και φορέων κατά βάση ευρωπαϊκών,  που ιδρύθηκε το 1998 με σκοπό την  προώθηση της μνήμης και της έρευνας για το Ολοκαύτωμα και τη διαμόρφωση ειδικών εκπαιδευτικών πολιτικών γι’ αυτό. Ο Μπάρτοβ επισημαίνει ότι υπάρχουν εναλλακτικοί ορισμοί του αντισημιτισμού όπως αυτός του JDA (Jerusalem Declaration on Antisemitism), τον οποίο συνυπέγραψε ένας αριθμός γνωστών ακαδημαϊκών, μεταξύ τους πολλοί Εβραίοι, που ρητά δεν θεωρούν την κριτική προς το Ισραήλ  αντισημιτισμό – ούτε καν τις πράξεις της BDS, του διεθνούς δικτύου που στηρίζει κάθε είδους μποϊκοτάζ, κυρώσεις και αποτροπή επενδύσεων στο Ισραήλ. Ο συγγραφέας πιστεύει ότι ο αντισιωνισμός δεν αποτελεί αναγκαστικά αντισημιτισμό, αν δεν μας λέει πότε το ένα απορρέει από το άλλο. Κάνει, μάλιστα, και μια μικρή ιστορική αναδρομή για να υποστηρίξει ότι δεν ήταν δα όλοι οι Εβραίοι, κοσμικοί και θρησκευόμενοι,  σιωνιστές  και διερωτάται  γιατί θα έπρεπε να υπάρχει πρόβλημα με τον αντισιωνισμό, αφού τον στήριξαν και πολλοί Εβραίοι; Θεωρεί δηλαδή, ότι  ο αντισημιτισμός  είναι το προνομιακό πεδίο δράσης γενικώς της Ακροδεξιάς και ελάχιστα έως καθόλου αφορά τις διαδηλώσεις που οργανώθηκαν μαζικά μετά την 7η Οκτωβρίου από την Αριστερά οι οποίες, λέει, κακώς χαρακτηρίζονται αντισημιτικές (σ. 171-173). Ο Μπάρτοβ διαβεβαιώνει ότι, στις διαδηλώσεις φοιτητών και άλλων εναντίον του Ισραήλ για τη Γάζα, «σπανίως» εμφανίστηκε το «απεχθές συναίσθημα» του αντισημιτισμού (σ. 107). Υποστηρίζει  μάλιστα ότι η αύξηση των αντισημιτικών δράσεων στις ΗΠΑ –δράσεις τις οποίες υποτιμά καθώς, όπως γράφει, «τα 4/5 αφορούσαν γραπτή ή λεκτική παρενόχληση»– εγγράφεται στις επιθέσεις ακροδεξιών εναντίον Εβραίων, Ρομά, Μουσουλμάνων και ατόμων της LGBT κοινότητας. Έτσι αντισημιτισμός, ισλαμοφοβία και ομοφοβία αποτελούν ισοδύναμα εγκλήματα μίσους, χωρίς ειδοποιό διαφορά.

 

Αποσιωπήσεις και σχήματα

Υπάρχει σοβαρό θέμα στην προβληματική του Μπάρτοβ, το οποίο αφορά τις απουσίες και τις αποσιωπήσεις που διατρέχουν όλο το κείμενο. Αρχικά σε όλο το ανάγνωσμα απουσιάζει εντελώς η άλλη πλευρά. Το Ισραήλ είναι σαν να δρα μόνο του και απρόκλητα, σε όλο το διάστημα της ύπαρξής του. Δεν υπάρχουν απειλές, δεν υπάρχουν πόλεμοι, δεν υπάρχουν εχθρικές δυνάμεις και, όταν εμφανίζονται σε κάποια σημεία του βιβλίου –αναγκαστικά, λόγω της τρομοκρατικής επίθεσης της Χαμάς–, τότε προτάσσεται αμέσως η απολογία ότι, ναι, η Χαμάς διέπραξε κάποια εγκλήματα, που οφείλονται όμως στην κατοχή, δηλαδή στο Ισραήλ.

Και ενώ ο Μπάρτοβ καλεί τους αναγνώστες του να σκεφτούν το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο που οδήγησε στην επίθεση της Χαμάς, ο ίδιος αποσιωπά τη σύνθετη, πολύχρονη και γεμάτη εντάσεις σχέσεις του Ισραήλ με τον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο, περιορίζοντάς την στους Άραβες της Παλαιστίνης. Το ιστορικό πλαίσιο σμικρύνεται μέχρι του σημείου εξαφανίσεως για να υπηρετήσει τη ρητορική του συγγραφέα. Οι ευθύνες της αραβικής πλευράς για την πορεία της σύγκρουσης απουσιάζουν. Τα αραβικά κράτη, που για δεκαετίες πίστευαν ότι καμία ειρήνη δεν μπορεί να υπάρξει πλην της καταστροφής του Ισραήλ, δεν αναφέρονται. Ο πόλεμος του 1948 και οι ευθύνες των Αράβων για την έναρξή του απαλείφονται. Οι αντίστοιχες ευθύνες των παλαιστινιακών οργανώσεων που δραστηριοποιήθηκαν μετά τον πόλεμο του 1967, ασκώντας ανοικτά τρομοκρατία, αρνούμενες το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ και υπονομεύοντας ειρηνευτικές προσπάθειες επίσης απουσιάζουν. Υπάρχουν απλώς οι δύσμοιροι άμαχοι Παλαιστίνιοι (η σχέση τους με τη Χαμάς παραμένει αδιευκρίνιστη) και ένα δαιμονοποιημένο Ισραήλ το οποίο φέρει ολόκληρο το βάρος της ευθύνης για μια κατάσταση κατοχής, που είναι σαν να έπεσε από τον ουρανό. Στις πολλές σελίδες τις αφιερωμένες στον πόλεμο στη Γάζα, απουσιάζει κάθε αναφορά στις άλλες δυνάμεις που επιτέθηκαν στο Ισραήλ μετά την 7η Οκτωβρίου. Λέξη για τη Χεζμπολάχ, τους Χούτι, το Ιράν, ούτε για τις σιιτικές πολιτοφυλακές στη Συρία και το Ιράκ.  

Η  συγκάλυψη αυτή δεν είναι τυχαία. Επειδή ο Μπάρτοβ επιδιώκει να εκθέσει το Ισραήλ στα μάτια ενός  ευρύτερου, αν και πολύμορφου, κοινού για εγκλήματα πολέμου στη Γάζα, κάτι για το οποίο είχαν ήδη φροντίσει άλλοι, η διεύρυνση του πλαισίου, όπως θα έλεγε και ο ίδιος, αναιρείται. Με τον τρόπο αυτό, κάθε αίσθηση ανασφάλειας και απειλής που μπορεί να ένιωθαν οι πολίτες στο Ισραήλ, στο ευρύτερο πλαίσιο της σύγκρουσης με τμήματα του αραβικού και του μουσουλμανικού κόσμου, ακυρώνεται στο μέτρο που συγκρίνεται με τις δυσανάλογες συνέπειες της ισραηλινής επέμβασης στη Γάζα ενώ και ο πόλεμος συγχέεται με τη γενοκτονία. Και οι ευθύνες και τα εγκλήματα της Χαμάς, οι βιασμοί οι δολοφονίες, οι απαγωγές, απλά ελαχιστοποιούνται, διότι τελικά ανάγονται σε ένα ηθικό κίνητρο, την αντίσταση στην κατοχή παλαιστινιακών εδαφών. Αποσιωπάται επίσης η άρνηση της Χαμάς να επιστρέψει τους ομήρους, που όχι μόνο οδήγησε στην όξυνση του πολέμου και στο θάνατο περισσότερων ατόμων, αλλά ανέστησε πολιτικά μια ετοιμόρροπη κυβέρνηση και έναν εξασθενημένο πολιτικά Νετανιάχου που, ευρισκόμενος σε απόγνωση λόγω των μαζικών καθημερινών διαδηλώσεων προς υπεράσπιση του Ανώτατου Δικαστηρίου, βρήκε στον πόλεμο μια ευκαιρία ανασύνταξης, πάρα τις τεράστιες ευθύνες του για την 7η Οκτωβρίου.

Αλλά ούτε στους πολίτες του Ισραήλ χαρίζεται, υποστηρίζοντας ότι οι ισραηλινοί πολίτες είναι παρατημένοι και αδιάφοροι απέναντι στον πόλεμο και τις συνέπειές του για τους Παλαιστίνιους στη Γάζα και στη Δυτική όχθη. Υπάρχει μάλιστα και ένα σημείο ιδιαίτερα ενδεικτικό γι’ αυτή την κατάσταση στο βιβλίο, όταν σχολιάζει τη στάση Εβραίων φοιτητών που πήγαν να διαμαρτυρηθούν  για τις απόψεις του περί γενοκτονίας στην ομιλία του στο πανεπιστήμιο Μπεν Γκουριόν. Οι νέοι αυτοί άνθρωποι, που είχαν χάσει φίλους και συγγενείς στην επίθεση της Χαμάς και στον πόλεμο, εμφανίζονται ως χειραγωγημένα άτομα με στρεβλή κατανόηση της πραγματικότητας,  και οι όποιες ενστάσεις τους απορρίπτονται χωρίς δεύτερη σκέψη (σ. 77-81, 148-9).

 Η εξάλειψη του ιστορικού πλαισίου της αραβοϊσραηλινής σύγκρουσης συνάδει με την επιχειρηματολογία που ακυρώνει τη μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος. Παρότι εξέχων ερευνητής της εξόντωσης του εβραϊσμού στην Ευρώπη, ο Μπάρτοβ αρνείται τη μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος, όχι επειδή το συμβάν αυτό δεν έχει μοναδικά γνωρίσματα αλλά διότι αποτελεί για το Ισραήλ ένα σημείο ιστορικής αναφοράς που νομιμοποιεί τη δημιουργία του και το καθιστά μοναδικό, υπό την έννοια ότι θεωρεί πως έχει το δικαίωμα να δρα σύμφωνα με τη δική του λογική, με τους δικούς του κανόνες (σ. 161). Ταυτόχρονα, υποστηρίζει ότι η χρήση του Ολοκαυτώματος στο Ισραήλ το έχει τοποθετήσει σε μια μεταφυσική θέση εκτός ιστορικού πλαισίου. Αντίθετα, το συμβάν είναι μέρος ενός πλαισίου με αφετηρία την εξόντωση των Χερέρο στη γερμανική νοτιοδυτική Αφρική το 1904, και περιλαμβάνει τη γενοκτονία των Αρμενίων, την αποικιακή βία στο Κονγκό του Λεοπόλδου, τους Βαλκανικούς πολέμους και την εκκαθάριση πληθυσμών στη σταλινική Ρωσία. Εδώ, ο Μπάρτοβ ακολουθεί μια μόδα σε πολλούς ακαδημαϊκούς κύκλους που, επηρεασμένοι από μια κάποια εκδοχή της μετα-αποικιακής θεωρίας, τσουβαλιάζουν τα πάντα μέσα σε ένα ερμηνευτικό πλαίσιο, όπου η βία συνιστά ταυτόχρονα αντικείμενο και ερμηνεία, παραγνωρίζοντας σχεδόν κάθε άλλη διάσταση. Υποτίθεται ότι αυτή η προσέγγιση προσφέρει ιστορικό βάθος και δυνατότητες σύγκρισης, χωρίς όμως να είναι ποτέ σαφές τι άλλο συζητάμε, πέραν της τεκμηρίωσης της βίας σε διαφορετικές συνθήκες. Στην ίδια λογική, ο Μπάρτοβ καταλογίζει στο Ολοκαύτωμα μια προνομιακή θέση στην ιστορική μνήμη στο Ισραήλ και στη  Γερμανία, που εμποδίζει την ανάδειξη της μνήμης των θυμάτων άλλων μαζικών καταστροφών. Και αν για το Ισραήλ αυτό εξηγείται λόγω της σιωνιστικής εργαλειοποίησης  του Ολοκαυτώματος, στη Γερμανία η απορρέουσα από τις ενοχές της προνομιακή θέση του ακυρώνει την προοπτική κοινωνικής συνοχής, διότι εκεί πλέον ζουν κάποια εκατομμύρια μουσουλμάνοι και άλλοι χωρίς γερμανική καταγωγή που αρνούνται να το αποδεχτούν ως μέρος της δικής τους ιστορίας και ταυτότητας (σ. 157-158).

 

Σχετικοποίηση

Όλο αυτό το σχήμα είναι βαθιά προβληματικό. Το Ολοκαύτωμα είναι πράγματι μοναδικό, όπως όλα τα ιστορικά γεγονότα, βίαια ή μη. Η μοναδικότητά του δεν αναιρεί τη δυνατότητα σύγκρισης ανάμεσα σε συμβάντα που μπορούν να τοποθετηθούν με κάποια κριτήρια στην ίδια κατηγορία. Ούτε εμποδίζει την ικανότητα των ιστορικών να τα τοποθετήσουν σε υπερκείμενο πλαίσιο αναφοράς μέσα σε κάποια διαχρονία.

Από την άλλη, δεν μπορώ να καταλάβω τι διαφορετικό μπορεί να προκύψει από μια σύγκριση με άλλα μαζικά εγκλήματα, αν όχι η πρωτοφανής, ασύλληπτη διάστασή του – η εξόντωση ενός πληθυσμού, όχι ως μέρος μιας κάποιας διένεξης, όχι ως τμήμα  ενός εμπόλεμου κράτους, όχι ως κομμάτι κάποιας αντίστασης, αλλά γι’ αυτό που υποτίθεται πως ήταν. Η εξόντωση των Εβραίων, ανεξαρτήτως υπηκοότητας οπουδήποτε στην Ευρώπη, κατέστη δυνατή με εκτελέσεις, θαλάμους αερίων, καταναγκαστική εργασία, λιμοκτονία και έκθεση σε ασθένειες. Από τις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα έχει εμφανιστεί μια ισχυρή τάση σε ακαδημαϊκούς και ακτιβιστικούς κύκλους να υποβαθμίσουν το Ολοκαύτωμα ως ένα κάπως ακραίο έγκλημα, που στη βάση του δεν είναι διαφορετικό από άλλα. Έχουν μάλιστα εμφανιστεί και διάφορες θεωρίες σύμφωνα με τις οποίες η εξόντωση προέκυψε για οικονομικούς και γραφειοκρατικούς λόγους κατά την αναζήτηση ζωτικού χώρου, ότι ήταν αντίστοιχη των ευρωπαϊκών εγκλημάτων στις αποικίες τους, εντός της Ευρώπης αυτή τη φορά, ή ότι ήταν προϊόν της ναζιστικής παράνοιας πως οι Εβραίοι αποικιοποίησαν τη Γερμανία μετατρέποντας τους Γερμανούς σε υπάλληλο έθνος. Κάποιες απ’ αυτές τις θεωρίες έχουν  αξιοπρόσεκτα στοιχεία, καμία όμως δεν είναι σε θέση να απαντήσει γιατί η δολοφονική μανία των ναζί εφαρμόστηκε με τέτοια συνέπεια ειδικά απέναντι στους Εβραίους, και όχι απέναντι και στις άλλες ομάδες που στοχοποιήθηκαν.

Η σχετικοποίηση του Ολοκαυτώματος δεν γίνεται πάντα εκ του πονηρού. Όταν όμως γίνεται, σχεδόν πάντα συνοδεύεται από τη διαμαρτυρία, που συνυπογράφει ο Μπάρτοβ, ότι η υψηλή θέση του Ολοκαυτώματος  εμποδίζει την ανάδειξη της μνήμης άλλων μαζικών εγκλημάτων συνδεόμενων με την αποικιακή ιστορία ευρωπαϊκών κρατών. Αν δεν πρόκειται για παρεξήγηση, η διαμαρτυρία αυτή ακούγεται παραπειστική, διότι συγχέει το τραύμα που μπορεί να φέρουν επιβιώσαντες ή απόγονοι θυμάτων μαζικών εγκλημάτων με τις ιδιαιτερότητες καθενός εξ αυτών ξεχωριστά, Το τραύμα της απώλειας δεν μπορεί να ιεραρχηθεί, και είναι εξίσου ιερό για κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα του πώς το διαχειρίζονται όσοι σχετίζονται με αυτό. Αλλά αυτή η παραδοχή δεν αναιρεί το πρωτοφανές των διαδικασιών της εξόντωσης των Εβραίων, ούτε η μνήμη της έχει σταθεί εμπόδιο στην έρευνα άλλων μαζικών εγκλημάτων.

Ο εβραϊκός χαρακτήρας του Ολοκαυτώματος δεν το αποσπά από το ιστορικό του πλαίσιο. Το αντίθετο. Η σχετικοποίησή του, μια μορφή ευτελισμού, αφορά αποκλειστικά  τη βαρύνουσα σχέση του με το Ισραήλ και τη σύγχρονη εβραϊκή ταυτότητα. Το γεγονός δηλαδή ότι, για πολλούς,  αποτελεί ένα όπλο για το Ισραήλ και το όπλο αυτό πρέπει να  σιγήσει. Πρόκειται για την αντίστροφη πολιτικοποίηση του Ολοκαυτώματος που λειτουργεί και σε βάρος και της μνήμης του και σε βάρος της έρευνάς του.

 

Χάρης Εξερτζόγλου

Καθηγητής κοινωνικής και πολιτισμικής ιστορίας του 19ου και του 20ού αιώνα στο τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Πρόσφατα βιβλία του: Οι «χαμένες πατρίδες» πέρα από τη νοσταλγία (2010), Εκ δυσμών το φως (2015), Η δημόσια ιστορία (2020).

Τελευταία άρθρα από τον/την Χάρης Εξερτζόγλου

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.