Σύνδεση συνδρομητών

Ντόναλντ Τραμπ

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Ένα χρόνο μετά τη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Βλαντίμιρ Πούτιν στην Αλάσκα, το «Πνεύμα του Άνκορατζ» έχει επιβιώσει όχι ως ειρηνευτικό σχέδιο, αλλά ως μέθοδος προσωπικών διπλωματικών διαπραγματεύσεων και διπλής πίεσης, με στόχο την επίτευξη μιας συμφωνίας που ο Τραμπ θα μπορεί να παρουσιάσει ως δική του, ανεξάρτητα από τις μετέπειτα εξελίξεις.

Στις 15 Αυγούστου 2025, ο Ρώσος πρόεδρος, ο οποίος τότε ήταν ήδη καταζητούμενος από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και απομονωμένος από το μεγαλύτερο μέρος της Δύσης, πάτησε σε αμερικανικό έδαφος, έλαβε υποδοχή με κόκκινο χαλί και στάθηκε δίπλα στον πρόεδρο των ΗΠΑ ως ίσος προς ίσο. Η Ουκρανία απουσίαζε. Η υποστήριξη του Κιέβου φαινόταν δαπανηρή· η διαπραγμάτευση με τη Μόσχα παρουσιάστηκε ως πιο πρακτική. Η σύνοδος κορυφής δεν οδήγησε ούτε σε κατάπαυση του πυρός ούτε σε ειρηνευτική συμφωνία, ωστόσο ο Πούτιν αποκαταστάθηκε δημοσίως χωρίς να κάνει καμία παραχώρηση.

Ένα χρόνο αργότερα, η Ρωσία έχει μετατρέψει τη σύνοδο κορυφής σε δικό της προϊόν. Έχει κατατεθεί μάλιστα αίτηση για κατοχύρωση εμπορικού σήματος για ένα άρωμα με την ονομασία «Spirit of Anchorage», η ονομασία που προτιμά το Κρεμλίνο για τη συνεννόηση που, όπως ισχυρίζεται, πέτυχαν ο Τραμπ και ο Πούτιν στην Αλάσκα. Ωστόσο, δεν υπήρχε καμία συμφωνία να εμφιαλωθεί, καμία ειρήνη να τιμηθεί και καμία στρατηγική πρόοδος να διαφυλαχθεί – μόνο μια ατμόσφαιρα. Καθώς η ουσία εξατμίστηκε, η Ρωσία κράτησε το άρωμα.

Το ερώτημα τώρα δεν είναι αν ο Τραμπ έχει στραφεί από τον Πούτιν στον Ζελένσκι. Δεν το έχει κάνει. Το ερώτημα είναι τι μπορεί να προσφέρει η κάθε πλευρά σε έναν πρόεδρο που θέλει να μετατρέψει την εξωτερική πολιτική σε μια συναλλαγή που μπορεί και πρέπει να κλείσει. Η Μόσχα προσφέρει πρόσβαση σε ενέργεια και γεωπολιτικές ευκαιρίες. Το Κίεβο προσφέρει τεχνολογία δοκιμασμένη σε μάχες και βιομηχανική τεχνογνωσία. Και τα δύο μπορεί να είναι χρήσιμα για τον Τραμπ· ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις, η χρησιμότητα δεν πρέπει να συγχέεται με τη δέσμευση.

Πριν συναντήσει τον Πούτιν, ο Τραμπ είχε ήδη πλαισιώσει τις σχέσεις ΗΠΑ-Ουκρανίας με εμπορικούς όρους. Νωρίτερα το 2025, πίεσε το Κίεβο να υπογράψει μια συμφωνία για ορυκτά που θα έδινε στις Ηνωμένες Πολιτείες απτή ανταπόδοση για τη στήριξη που παρείχαν στην Ουκρανία. Στην Ουκρανία, η πρόταση προκάλεσε φόβους ότι η χώρα θα αντιμετωπιζόταν και πάλι κυρίως ως προμηθευτής πρώτων υλών και όχι ως συμμετέχων σε αλυσίδες παραγωγής υψηλότερης αξίας.

Η αναδυόμενη αμυντική συνεργασία ακολουθεί την ίδια λογική, αλλά αλλάζει πλέον το τι μπορεί να προσφέρει η Ουκρανία. Το Κίεβο διαθέτει συστήματα δοκιμασμένα σε μάχες, δεδομένα από το πεδίο της μάχης και έναν κύκλο καινοτομίας που διαμορφώνεται από τη συνεχή προσαρμογή στα ρωσικά αντίμετρα – δυνατότητες που οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαθέτουν ακόμη με συγκρίσιμη ταχύτητα ή κλίμακα.

Οι δύο χώρες προωθούν σχέδια για κοινή παραγωγή μη επανδρωμένων αεροσκαφών, συμπεριλαμβανομένου ενός εργοστασίου στις Ηνωμένες Πολιτείες που θα χρησιμοποιεί ουκρανική τεχνολογία. Έξι ουκρανικοί κατασκευαστές έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα «Drone Dominance» του Πενταγώνου, στο πλαίσιο του οποίου τα συστήματά τους θα δοκιμαστούν σύμφωνα με τις απαιτήσεις των ΗΠΑ και, για μελλοντικές παραγγελίες, θα παραχθούν μέσω αμερικανικών συνεργασιών.

Η Ουκρανία αναμένεται να κατασκευάσει μεταξύ έξι και επτά εκατομμυρίων μικρών επιθετικών drones το 2026. Μέχρι τον Φεβρουάριο του 2027, το πρόγραμμα του Πενταγώνου ύψους 1,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων θα έχει παραγγείλει λιγότερα από 200.000. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν συντριπτικά πλεονεκτήματα σε κεφάλαιο, εξαρτήματα και βιομηχανική ικανότητα, αλλά παραμένουν χρόνια πίσω από την Ουκρανία στην παραγωγή αυτής της κατηγορίας όπλων με ρυθμό πολέμου.

Η Ουάσιγκτον προσπαθεί να μετατρέψει τα διδάγματα της Ουκρανίας από το πεδίο της μάχης σε αμερικανική ικανότητα. Αυτό ενδέχεται να δημιουργήσει πρακτική αλληλεξάρτηση χωρίς να οδηγήσει σε στρατηγική ευθυγράμμιση. Η Ουκρανία μπορεί να γίνεται πιο πολύτιμη για τον Τραμπ, αλλά όχι πιο ασφαλής. Η αναδυόμενη συνεργασία παρέχει στο Κίεβο μια επιπλέον πηγή επιρροής στην Ουάσιγκτον, αφήνοντας όμως τη βασική σχέση υπό όρους: η αμερικανική υποστήριξη παραμένει συνδεδεμένη με ό,τι μπορεί να παρουσιάσει η κυβέρνηση ως συμφωνία.

Με φόντο τη βελτιωμένη συνεργασία και το αυξανόμενο κλίμα εμπιστοσύνης και ανοιχτότητας μεταξύ αμερικανικών και ουκρανικών αμυντικών εταιρειών, θα μπορούσε κανείς να αναμένει μια πιο θετική στάση όσον αφορά την υποστήριξη των ουκρανικών συμφερόντων στις διαπραγματεύσεις. Κάποιοι ίσως να περίμεναν ακόμη και τον Τραμπ να αποφασίσει να υλοποιήσει το δικό του προεκλογικό σύνθημα, «ειρήνη μέσω ισχύος», και να καταστεί ένας φιλοουκρανός και ατλαντιστής αμερικανός ηγέτης. Ωστόσο, η λογική της προεδρίας του και οι δικές του προτεραιότητες έρχονται σε αντίθεση με οποιαδήποτε «φιλο-τάδε» στάση. Ο σημερινός πρόεδρος των ΗΠΑ δεν μπορεί να έχει φιλοουκρανική ή φιλορωσική τάση – ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να είναι μόνο «φιλο-Τραμπ(ικός)» - κάποιοι μπορεί να υποστηρίξουν ότι δεν είναι πάντα ούτε καν φιλοαμερικανός.

Με αυτά τα δεδομένα, ποιος είναι ο στόχος του Τραμπ στην πολιτική του τόσο απέναντι στη Ρωσία όσο και στην Ουκρανία; Το επίμονο «άρωμα του Άνκορατζ» στο ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών οδήγησε τους ανθρώπους εκεί να πιστεύουν ότι ο Τραμπ θέλει να κερδίσει την εύνοια του Πούτιν και να ενταχθεί στον κύκλο των αυτοαποκαλούμενων «machos» της παγκόσμιας πολιτικής σκηνής. Η συμμετοχή σε αυτή τη λέσχη θα συνεπαγόταν φθηνό πετρέλαιο και την υλοποίηση του πακέτου έργων ανάπτυξης της Αρκτικής του Κιρίλ Ντμίτριεφ, αξίας 12 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Επιπλέον, αυτή η λογική ταιριάζει απόλυτα στη στρατηγική που προωθεί ο Έλμπριτζ Κόλμπι, η οποία αποσκοπεί στο να πείσει τη Ρωσία να αντιταχθεί στην Κίνα σε μια μελλοντική σύγκρουση ηγεμονιών. Ακόμη και αν η ρωσική ηγεσία δεν υποστηρίζει αυτή την ιδέα, θα την αξιοποιήσει για να στρέψει την προσοχή της Αμερικής προς τη Μόσχα.

Από την πλευρά της Ουκρανίας, η πρόσφατη ενεργή και σε μεγάλο βαθμό παραγωγική συνεργασία δημιούργησε την εντύπωση ότι οι ΗΠΑ δεν ήθελαν πλέον απλώς να «αποτρέψουν την ήττα της Ουκρανίας». Φαινόταν ότι η Ουάσιγκτον ήταν έτοιμη να επενδύσει τόσο σε τρέχοντα στρατιωτικά έργα όσο και στη μεταπολεμική ανοικοδόμηση. Έγινε σημαντική δουλειά προς την κατεύθυνση μιας συμφωνίας για τα μέταλλα σπάνιων γαιών, τη δημιουργία ενός ταμείου ανοικοδόμησης και τη συνέχιση του διαλόγου σχετικά με τη δυνατότητα αδειοδοτημένης παραγωγής πυραύλων PAC-3. Δεδομένου ότι οι Αμερικανοί δεν μπορούν να δείξουν αδυναμία έναντι της Κίνας, υπήρχε η ελπίδα ότι θα συνεχίσουν να υποστηρίζουν ενεργά τον εταίρο τους στην Ευρώπη.

Ωστόσο, η αλήθεια είναι πιο απλή, ακριβώς όπως και η ίδια η εξωτερική πολιτική του Τραμπ. Χρειάζεται απλώς μια συμφωνία. Δεν έχει πλέον μεγάλη σημασία ποιος θα βγει νικητής από τον πόλεμο και σε ποια κατάσταση. Εάν πρόκειται για μια πραγματική συμφωνία που μπορεί να υπογράψει ο Τραμπ και που φέρει το όνομά του, αυτή η συμφωνία θα εξυπηρετήσει τον Αμερικανό πρόεδρο.

Μια συμφωνία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τον Τραμπ για να διεκδικήσει για άλλη μια φορά το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης. Θα του επέτρεπε επίσης να ξεχάσει αυτό το μέρος του κόσμου – ακριβώς όπως ο Τραμπ δεν αντέδρασε στην παραβίαση της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς, ακριβώς όπως ξέχασε την επανέναρξη του πολέμου μεταξύ του Κονγκό και της Ρουάντα ή μεταξύ της Ταϊλάνδης και της Καμπότζης. Η διάρκεια μιας συνθήκης, η τήρηση των αρχών της ή η μακρά διαδικασία οικοδόμησης σχέσεων μεταξύ πρώην αντιπάλων δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παρούσα κυβέρνηση.

Ένα εφήμερο «πνεύμα του Άνκορατζ» ενδέχεται να κρύβεται στην πολιτική της διπλής πίεσης. Όπως παραδέχτηκε ο ίδιος ο Τραμπ, η συνάντηση με τον Πούτιν στην Αλάσκα δεν ήταν επιτυχής. Στη συνέχεια, δεν σημειώθηκε καμία πρόοδος σε καμία από τις διάφορες πρωτοβουλίες που πρότεινε η ρωσική πλευρά.

Η συνάντηση ενδέχεται ωστόσο να είχε ένα αποτέλεσμα – ένα ορισμένο πάγωμα των σχέσεων των ΗΠΑ με την Ουκρανία. Πριν από ένα χρόνο, το Κίεβο είχε μόλις αρχίσει να καθιερώνει κανονικές διμερείς σχέσεις με τη νέα αμερικανική κυβέρνηση. Ένα χρόνο μετά τη σύνοδο κορυφής στην Αλάσκα, εξακολουθεί να επικρατεί η ίδια ασαφής κατάσταση που επικρατούσε τότε. Αφενός, η Ρωσία αντιμετωπίζει νέες κυρώσεις, ενώ οι εταίροι της αντιμετωπίζουν νέους δασμούς και εμπορικούς περιορισμούς. Αφετέρου, η Ουκρανία ενδέχεται να μείνει χωρίς αντιβαλλιστική άμυνα κατά τη διάρκεια του πιο δύσκολου χειμώνα σε καιρό πολέμου.

Όπως και το καλοκαίρι του 2025, υπάρχει και σήμερα πίεση και στις δύο πλευρές να καταλήξουν σε συμφωνία το συντομότερο δυνατό. Δεν υπάρχει ακόμη στρατηγικό σχέδιο για την εφαρμογή μιας τέτοιας συμφωνίας. Και παραμένει ασαφές τι ακριβώς επιθυμεί να επιτύχει ο Λευκός Οίκος.

μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής

15 Αυγούστου 2026

 

Η γενική γραμμή που επικρατεί στα σχόλια του «μνημονίου κατανόησης» μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν είναι ότι οι ΗΠΑ –και μαζί τους το Ισραήλ– υπέστησαν μια ήττα στον τρέχοντα γύρο των χρόνιων αντιπαραθέσεών τους. Και κάπου ανάμεσα στις γραμμές των σχολίων διακρίνει κανείς και μια πικρόχολη ικανοποίηση για την ανικανότητα της διοίκησης Τραμπ και μια πιο ανοιχτή χαιρεκακία για την «αποτυχία» του πρωθυπουργού του Ισραήλ να «περάσει» την πολεμόχαρη πολιτική του.

Όμως αν διαβάσουμε πιο προσεκτικά το κείμενο του μνημονίου, όπως αυτό δημοσιεύτηκε, θα διαπιστώσουμε ότι αυτή η χαιρέκακη από τους επικριτές των Τραμπ και Νετανιάχου και ταυτόχρονα απαξιωτική στάση από τους θιασώτες μιας πιο σκληρής γραμμής απέναντι στο Ιράν δεν είναι δικαιολογημένη.

Το κεντρικό σημείο του μνημονίου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν είναι η δέσμευση του τελευταίου να μην αναπτύξει ή και να μην αποκτήσει πυρηνικά όπλα, να θέσει τα αποθέματα σχάσιμου υλικού που κατέχει υπό διεθνή έλεγχο και να «μειώσει» την περιεκτικότητα σε σχάσιμο ουράνιο σε επίπεδα που δεν θα επιτρέπουν τη χρήση του σε πυρηνικά όπλα.

Ένα άλλο σημαντικό σημείο της συμφωνίας είναι η αναγνώριση από το Ιράν της κυριαρχίας και των άλλων γειτονικών κρατών στα νερά του Ορμούζ και του Περσικού κόλπου και η  υποχρέωσή του να συμμετάσχει σε έναν διεθνή μηχανισμό ελέγχου της ναυσιπλοΐας.

Σε ό,τι αφορά το Ισραήλ, το Ιράν δεσμεύεται να επιβάλει στη Χεζμπολάχ τη συμμόρφωση στην κατάπαυση του πυρός, ανοίγοντας έτσι ένα παράθυρο για τον έλεγχο αυτής της οργάνωσης από το κεντρικό λιβανικό κράτος.

Σε αυτά τα σημεία θα μετρηθεί η αξιοπιστία της ιρανικής κυβέρνησης και η ισχύς της απέναντι στα SS των φρουρών της επανάστασης – που όπως φαίνεται έχουν χάσει μεγάλο μέρος της επιρροής τους, καθώς δεν κατάφεραν να συνεισφέρουν τίποτα στην προστασία των κρίσιμων υποδομών αλλά και των ανθρώπων που ήταν απαραίτητοι για τη λειτουργία του ιρανικού προγράμματος ανάπτυξης πυρηνικών όπλων.

Σε ό,τι αφορά την αποδέσμευση των κεφαλαίων του Ιράν και την άρση ενός μέρους των κυρώσεων –γιατί προφανώς η απαγόρευση εξαγωγής τεχνολογίας αιχμής στο Ιράν θα παραμείνει μακροπρόθεσμα υπό αυστηρό έλεγχο– , ας αναλογιστούμε πόσο θα κόστιζε η αναδόμηση ενός Ιράν κατεστραμμένου από έναν ολοκληρωτικό πόλεμο, με έναν πληθυσμό που θα υπέφερε από έναν πρωτοφανή λιμό –το Ιράν δεν μπορεί να θρέψει τα 90 εκατομμύρια των κατοίκων του με ίδιους πόρους[1]– και μια επίσης πρωτοφανή λειψυδρία.

Και σ’ αυτή την καταστροφή δεν υπολογίζουμε τον εσωτερικό πόλεμο που θα ξέσπαγε με τα διάφορα αυτονομιστικά κινήματα.

Ελπίζω οι έμφρονες Ιρανοί να κατάλαβαν ότι αυτή είναι η περίφημη second chance...

18 Ιουνίου 2026

David Frum: Πού βαδίζει ο κόσμος

Γιώργος Ναθαναήλ

 

Ο senior editor του Atlantic για την Αμερική του Τραμπ, την αμήχανη Ευρώπη και τις παγκόσμιες αναταράξεις. 

Συνέντευξη στον Γιώργο Ναθαναήλ

25 Μαϊος 2026

Η έκδοση Benchmarking Working Europe 2026 του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Συνδικάτων (ETUI) και της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων (ETUC) αποτελεί μία από τις πιο ολοκληρωμένες αποτιμήσεις της σημερινής κατάστασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού σχήματος. Το βασικό ερώτημα που διατρέχει το σύνολο της μελέτης είναι αν η Ευρώπη μπορεί να εξελιχθεί σε μια πραγματικά «στρατηγική» δύναμη σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από πολέμους, γεωπολιτικό ανταγωνισμό, ενεργειακές κρίσεις, τεχνολογικές μεταβολές και κλιματική αβεβαιότητα.

21 Μαϊος 2026

Γιατί η μονομερής παράδοση της περιφέρειας του Ντονέτσκ ισοδυναμεί με στρατηγική και στρατιωτική αυτοκτονία για την Ουκρανία

Δεδομένου ότι η Ρωσία καταλαμβάνει ήδη περίπου 110.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα της Ουκρανίας, η παραχώρηση περίπου 4.500 τετραγωνικών χιλιομέτρων της περιοχής του Ντονέτσκ δεν φαίνεται να αποτελεί σημαντική παραχώρηση για την ειρήνη. Ωστόσο, το αν θα αποσυρθεί από το Ντονέτσκ είναι ένα θεμελιώδες ζήτημα, με δυνητικά εκτεταμένες συνέπειες για το μέλλον της Ουκρανίας.

28 Απριλίου 2026

Ιράν: Ο Ρούσντι θα στήριζε την επέμβαση

Τριαντάφυλλος Καρατράντος

Στις 14 Αυγούστου 2022, η εφημερίδα Καϊχάν —η οποία ανήκε στον Αλί Χαμενεΐ και διευθύνεται από τον εκπρόσωπό του Χοσεΐν Σαριατμαντάρι— ασχολήθηκε με την επίθεση στον συγγραφέα Σαλμάν Ρούσντι, σε ένα άρθρο με τίτλο: «Ο Σαλμάν Ρούσντι παγιδευμένος στη θεϊκή εκδίκηση: ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Mάικ Πομπέο είναι οι επόμενοι στόχοι». Το άρθρο υποστήριζε ότι η επίθεση εναντίον του «αποστάτη συγγραφέα […] που προσέβαλε τον προφήτη του Ισλάμ» έπρεπε να θεωρηθεί η ιρανική απάντηση στη στοχευμένη δολοφονία του στρατηγού των Φρουρών της Επανάστασης, Κασέμ Σολεϊμανί, από την πρώτη κυβέρνηση Τραμπ, τον Ιανουάριο του 2020. Στη συνέχεια, το άρθρο διατύπωνε την εξής απειλή: «Δεν πρέπει να παραμείνουμε παθητικοί και να κάνουμε λάθος υπολογισμούς… Η απάντηση στην εχθρότητα δεν μπορεί να είναι ευσεβείς πόθοι και παθητικότητα… Η επίθεση στον Σαλμάν Ρούσντι αποδεικνύει ότι η εκδίκηση εναντίον εγκληματιών στο έδαφος των ΗΠΑ δεν είναι δύσκολη, από εδώ και πέρα ο Τραμπ και ο [πρώην υπουργός Εξωτερικών του] Πομπέο θα βρίσκονται αντιμέτωποι με ακόμη πιο σοβαρή απειλή»[1]. Ο Ρούσντι έχει πολλές φορές χαρακτηρίσει το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν εγκληματικό, χορηγό της τρομοκρατίας και διεφθαρμένο κράτος. Ζητήματα που ήρθαν ξανά στην επιφάνεια.

16 Απριλίου 2026

Ανατομία μιας επίθεσης

Γιώργος Ναθαναήλ

Ψευδολογία, προπαγάνδα και δολοφονία χαρακτήρα: Η ανάρτηση Τραμπ κατά του Πάπα Λέοντα ΙΔ΄

Στο τελευταίο τεύχος του Books Journal που κυκλοφορεί δημοσιεύεται συνέντευξη που παραχώρησε o senior  editor του σπουδαίου ιστορικού περιοδικού The Atlantic, David Frum. Σε αυτήν αναφέρεται, μεταξύ άλλων,  στην παραπληροφόρηση, την προπαγάνδα και τους τρόπους με τους οποίους ο αναγνώστης και οι θεατής μπορούν να διακρίνουν την ήρα από το στάρι, το ψέμα και την προπαγάνδα από την αλήθεια. Για να το πετύχουν είναι κρίσιμο να αναζητούν τις πηγές κάθε είδησης και να τις μαθαίνουν από οργανισμούς κύρους.

13 Απριλίου 2026

Από την έναρξη της δεύτερης θητείας του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ τον Ιανουάριο του 2025, το Κίεβο και οι εταίροι του στο πλαίσιο της Συμμαχίας των Προθύμων βρίσκονται σε όλο και πιο ταραγμένα γεωπολιτικά νερά. Οι ενέργειες του Τραμπ και της κυβέρνησής του όχι μόνο έναντι της Ουκρανίας, αλλά και άλλων χωρών σε όλο τον κόσμο –συμπεριλαμβανομένων στενών συμμάχων στο ΝΑΤΟ– έχουν δημιουργήσει ένα δύσκολο και πολυεπίπεδο διατλαντικό πεδίο δράσης.

18 Μαρτίου 2026

Η Ελλάδα και η Ευρώπη σε έναν κόσμο όπου οι κανόνες δοκιμάζονται. Με αφορμή τη συνέντευξη του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, στο Foreign Policy

07 Φεβρουαρίου 2026

Αν κάτι ξεχωρίζει, τριάντα τέσσερα χρόνια μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, είναι ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο η επέτειος αυτή δεν προσφέρεται ούτε για εορτασμό ούτε για ήρεμη νοσταλγία. Για πολλούς Βρετανούς, το Μάαστριχτ δεν υπήρξε η θεμελιακή πράξη μιας κοινής ευρωπαϊκής πορείας, αλλά η αρχή ενός μακρού κύκλου πολιτικής διάρρηξης, ο οποίος θα κατέληγε, σχεδόν μοιραία, στο δημοψήφισμα του 2016 και στο Brexit. Η συνθήκη που δημιούργησε την Ευρωπαϊκή Ένωση, έθεσε τα θεμέλια του κοινού νομίσματος, εισήγαγε την «ευρωπαϊκή ιθαγένεια» και εμβάθυνε τις κοινές πολιτικές, στη Βρετανία έγινε το σημείο όπου η συζήτηση για την Ευρώπη μετατράπηκε σε ανοιχτή πληγή.

07 Φεβρουαρίου 2026
Σελίδα 1 από 7