Ο Αλέξης Τσίπρας δήλωσε πριν από λίγες ημέρες στη Le Soir ότι είναι έτοιμος να ξαναγίνει πρωθυπουργός. «Ξέρω τη δουλειά», είπε, επικαλούμενος την προηγούμενη κυβερνητική του εμπειρία. Σήμερα χρειάστηκε να εξηγήσει λίγο περισσότερο γιατί θεωρεί ότι η χώρα έχει ανάγκη να του αναθέσει ξανά αυτή τη δουλειά.
Η απάντησή του είχε σχεδόν όλα τα συστατικά της πολιτικής αυτοπαρουσίασης: «Δεν αρκεί η πολιτική αλλαγή, αλλά χρειάζεται αλλαγή πολιτικής», «έχουμε όραμα για τη χώρα», «έχουμε εναλλακτική πρόταση», «έχουμε μαζέψει επιστήμονες που έχουν καταθέσει ρεαλιστικό σχέδιο», «έχω την εμπειρία διακυβέρνησης». Και, για να μη χαθεί μέσα στις λεπτομέρειες το μεγαλείο της στιγμής, έκλεισε με το αφοπλιστικό: «Ή εμείς ή κανείς». Η φράση μεταδόθηκε σήμερα ως κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής του.
Ας τα πάρουμε με τη σειρά:
«Δεν αρκεί η πολιτική αλλαγή, αλλά χρειάζεται αλλαγή πολιτικής».
Εξαιρετικά. Είναι από εκείνες τις προτάσεις που έχουν το θαυμαστό προνόμιο να είναι αδύνατον να διαψευστούν, επειδή είναι σχεδόν αδύνατον να καταλάβεις τι ακριβώς υποστηρίζουν. Προφανώς, όταν ένα κόμμα ζητεί να κυβερνήσει, υποτίθεται ότι θέλει να αλλάξει και κάποια πολιτική. Διαφορετικά θα μπορούσε απλώς να ζητήσει αλλαγή προσώπων στα υπουργικά γραφεία και να κρατήσει τα υπόλοιπα ως έχουν. Η διατύπωση προσφέρει το αίσθημα μιας μεγάλης σκέψης χωρίς να επιβαρύνεται από το περιεχόμενό της. Πολιτική αλλαγή, αλλαγή πολιτικής: δύο ουσιαστικά, μία γενική και αρκετός αέρας κοπανιστός για να κυματίσει η σημαία.
Ύστερα έρχεται το ακαταμάχητο:
«Έχουμε όραμα για τη χώρα».
Εδώ πράγματι η συζήτηση ανεβαίνει επίπεδο. Όραμα! Η τελευταία ανεξάντλητη πρώτη ύλη της ελληνικής πολιτικής. Όραμα διαθέτουν κυβερνήσεις, αντιπολιτεύσεις, δήμαρχοι, υποψήφιοι δήμαρχοι, πρόεδροι επιμελητηρίων, συνδυασμοί φοιτητικών εκλογών και, υποθέτω, αρκετές πολυκατοικίες λίγο πριν από τη γενική συνέλευση για τα κοινόχρηστα.
Το πρόβλημα με τα οράματα είναι ότι στην πολιτική αποκτούν κάποια αξία μόνον όταν συνοδεύονται από εκείνη την κουραστική λεπτομέρεια που ονομάζεται πραγματικότητα. Τι ακριβώς θέλεις να κάνεις, πόσο κοστίζει, ποιος θα το πληρώσει, ποιος θα το εφαρμόσει, ποια εμπόδια υπάρχουν, τι θα θυσιάσεις για να πετύχεις έναν άλλο στόχο. Μέχρι τότε το «έχω όραμα» βρίσκεται περίπου στην ίδια κατηγορία πολιτικής πληροφορίας με το «θέλω μια καλύτερη Ελλάδα».
Στην περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα, βέβαια, το «όραμα» έχει ήδη δοκιμαστεί στην πράξη. Το 2019 ο ίδιος παραδέχθηκε ότι το 2015 «είχαμε σε πολλά την αυταπάτη». Με άλλα λόγια, όταν το όραμα συγκρούστηκε με την πραγματικότητα, απλώς άλλαξε όνομα: έγινε αυταπάτη.
Τρίτο επιχείρημα:
«Έχουμε εναλλακτική πρόταση».
Αυτό, τουλάχιστον, μπορεί να συζητηθεί σοβαρά. Ο Τσίπρας έχει παρουσιάσει πλέον συγκεκριμένες οικονομικές προτάσεις και μιλά, μεταξύ άλλων, για νέο Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης και επενδυτικό ταμείο 25 δισ. ευρώ σε βάθος τετραετίας. Εδώ λοιπόν υπάρχει αντικείμενο πραγματικού ελέγχου: αριθμοί, χρηματοδότηση, επιπτώσεις, προτεραιότητες. Και αυτό ακριβώς πρέπει να γίνει. Επειδή «εναλλακτική» δεν σημαίνει αυτομάτως εφαρμόσιμη, όπως άλλωστε ούτε η λέξη «πρόταση» αποτελεί πιστοποιητικό κοστολόγησης.
Κάπως έτσι φτάνουμε στους επιστήμονες.
«Έχουμε μαζέψει επιστήμονες που έχουν καταθέσει ρεαλιστικό σχέδιο».
Η επίκληση έχει τη δική της ιστορία. Το 2015 είχαμε ένα δημοψήφισμα στο οποίο οι πολίτες κλήθηκαν να εγκρίνουν ή να απορρίψουν πρόταση τριών θεσμών που αποτελούνταν από δύο τεχνικά κείμενα με τίτλους «Reforms for the completion of the Current Program and Beyond» και «Preliminary Debt Sustainability Analysis». Αυτό ακριβώς αναφερόταν στην επίσημη απόφαση της Βουλής. Την ίδια χρονιά ακούσαμε τη περίφημη «στροφή 360 μοιρών» του Αλέξη Τσίπρα, λίγο αργότερα τη Μυτιλήνη και τη Λέσβο να εμφανίζονται στον ίδιο προφορικό κατάλογο σαν διακριτοί τόποι, ενώ είχαν προηγηθεί και οι αγγλικές περιπέτειες στην Αμερική, με τη δημόσια συζήτηση με τον Μπιλ Κλίντον να γίνεται τότε αντικείμενο εκτεταμένου σχολιασμού. Στα οικονομικά, ο Γιάνης Βαρουφάκης έχει έκτοτε περιγράψει ότι είχε επεξεργαστεί και εισηγηθεί σχέδιο παράλληλου συστήματος πληρωμών, το οποίο τελικά δεν υιοθετήθηκε από την κυβέρνηση.
Και φτάσαμε στο πιο πρόσφατο επεισόδιο: ο αναπληρωτής τομεάρχης Οικονομικών Γιώργος Παππάς υπολόγισε σωστά ότι 80.000 φοιτητές επί 5.000 ευρώ σημαίνουν 400 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο και αμέσως μετά, επειδή το πρόγραμμα ήταν τετραετές, διαίρεσε τα 400 εκατομμύρια διά τέσσερα και κατέληξε σε κόστος 100 εκατομμυρίων ετησίως. Τα ίδια τα λόγια του είναι καταγεγραμμένα από το MEGA.
Με τόση επιστημονική υποστήριξη, το μόνο που απομένει είναι να συμφωνήσουν και οι αριθμοί.
Και φτάνουμε επιτέλους στο μεγάλο επιχείρημα:
«Έχω την εμπειρία διακυβέρνησης».
Απολύτως ακριβές.
Ο Αλέξης Τσίπρας έχει εμπειρία διακυβέρνησης. Και ίσως αυτή να είναι η μοναδική φράση της απάντησής του που δεν απαιτεί καμία διαφημιστική επεξεργασία. Μόνο που η κυβερνητική εμπειρία έχει ένα παράξενο χαρακτηριστικό: λειτουργεί και προς τις δύο κατευθύνσεις. Δεν είναι πτυχίο που απλώς το επιδεικνύεις. Είναι ιστορικό που εξετάζεται.
Στις 28 Ιουνίου 2015 επιβλήθηκαν τραπεζική αργία και capital controls. Στις 8 Ιουλίου η ελληνική κυβέρνηση υπέβαλε αίτημα για νέα χρηματοδοτική στήριξη από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας. Ακολούθησαν η συμφωνία του Ιουλίου και το τρίτο πρόγραμμα χρηματοδοτικής βοήθειας. Αυτά δεν αποτελούν μεταγενέστερη κομματική αφήγηση· καταγράφονται από την Τράπεζα της Ελλάδος και τα ίδια τα ευρωπαϊκά όργανα.
Άρα ναι: υπάρχει εμπειρία.
Υπάρχει η εμπειρία ενός δημοψηφίσματος που προηγήθηκε μιας δραματικής αντιστροφής πορείας. Υπάρχει η εμπειρία των κλειστών τραπεζών. Υπάρχει η εμπειρία μιας χώρας που έφτασε το καλοκαίρι του 2015 στο σημείο όπου οι ευρωπαϊκοί θεσμοί συζητούσαν ανοιχτά τον κίνδυνο εξόδου από το ευρώ και χρειάστηκε νέα συμφωνία χρηματοδότησης. Υπάρχει επίσης η μεταγενέστερη παραδοχή του ίδιου του Τσίπρα περί «αυταπατών».
Η εμπειρία λοιπόν υπάρχει. Αυτό που δεν μπορεί να αποφασίσει ο ίδιος ο κάτοχός της είναι τι αποδεικνύει.
Και ύστερα από όλα αυτά ήρθε η κατακλείδα:
«Ή εμείς ή κανείς».
Εδώ η φράση αποκτά σχεδόν φιλοσοφικό μεγαλείο. Ο πολιτικός που μόλις μας διαβεβαίωσε ότι διαθέτει «εναλλακτική πρόταση» ολοκληρώνει την επιχειρηματολογία του ανακοινώνοντας ότι εναλλακτική, επί της ουσίας, δεν υπάρχει.
Ή εμείς ή κανείς.
Όχι «εμείς έχουμε καλύτερη πρόταση». Όχι «κρίνετε το σχέδιό μας». Όχι «συγκρίνετε την προηγούμενη διακυβέρνησή μας με τις σημερινές ανάγκες». Αυτά θα απαιτούσαν μια κάπως πεζή διαδικασία επιχειρημάτων, απολογισμών και συγκρίσεων.
Ή εμείς ή κανείς.
Η φράση μεταφέρει τη συζήτηση από την πολιτική πρόταση στην πολιτική αυτοανακήρυξη. Το «εμείς» παύει να είναι ένας από τους διεκδικητές της εξουσίας και παρουσιάζεται ως η μόνη νοητή εκδοχή της. Κι αυτό έχει μιαν εντυπωσιακή ειρωνεία για έναν πολιτικό που επιστρέφει ζητώντας να κριθεί ως ωριμότερος και εμπειρότερος.
Διότι η ωριμότητα στην πολιτική αρχίζει συνήθως από μια πολύ απλούστερη πρόταση: «Κυβέρνησα. Αυτά έκανα σωστά. Αυτά έκανα λάθος. Αυτές ήταν οι συνέπειες. Γι’ αυτά αναλαμβάνω την ευθύνη».
Ο Αλέξης Τσίπρας προτιμά μέχρι στιγμής μια διαφορετική σύνταξη. Διαθέτει όραμα, διαθέτει σχέδιο, διαθέτει επιστήμονες, διαθέτει εμπειρία και, τελικά, διαθέτει και το μονοπώλιο της λύσης.
Ή αυτός ή κανείς.
Με μία μικρή δυσκολία: ανάμεσα στο «εμείς» και στο «κανείς» υπάρχει ακόμη κάτι πεισματικά υπαρκτό.
Λέγεται παρελθόν, μνήμη, ιστορία, ημερομηνίες και γεγονότα.