Κυριάκος Αθανασιάδης
Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.
Μετά τη νίκη του Τσίπρα στις εκλογές του Ιανουαρίου, και εν όψει της υποτιθέμενης διαπραγμάτευσης που θα έκαναν αι ημέτεραι εθνικαί δυνάμεις, διοργανώθηκαν παλλαϊκά συλαλλητήρια από δύο απίθανους τύπους (και μια ομάδα admin από πίσω) που έκαναν ρεκόρ εγγραφών στην ιστορία του ελληνικού Facebook: κάποιες δεκάδες χιλιάδες κόσμος δήλωσαν ότι «θα πάνε». Και πήγανε. Ντυμένοι όπως στα συλαλλητήρια για το Μακεδονικό, Μεγαλέξαντροι και Μπουμπουλίνες και Τσολιάδες και Σπαρτιάτες και Αμαλίες, με σημαίες ελληνικές και βυζαντινές, με σταυρούς και με ντουντούκες, έκαναν όσο θόρυβο μπορούσαν για να γυρίσουν το κλειδί του φρενοκομείου και να ξεχυθεί όλη η τρέλα έξω: στους δρόμους. Ήταν μια μεγαλειώδης πεζοδρομιακή νίκη της Χρυσής Αυγής, που κρυβόταν (αλλά δεν κρυβόταν καλά) πίσω από το κάλεσμα: η ηχηρότερη τσιρίδα των Αγανακτισμένων. OΛαός, λοιπόν, είχε αποφασίσει να στηρίξει την κυβέρνησή του στον αγώνα της κατά των αθλίων πιστωτών, απαιτώντας να μην κάνει πίσω και να γυρίσει κομίζοντας μία λέξη μαζί με το Grexit: την Αξιοπρέπεια. Έπειτα από μερικούς μήνες που στοίχισαν στην οικονομία όσο όλη η πενταετία της Κρίσης, και με δώρο-έκπληξη τα capitalcontrolsπου αποτελείωσαν το χαμό, οι ναζί των δρόμων περιορίστηκαν, το βούλωσαν, ράψαν το στοματάκι τους, και μόνο πια στον Χατζηνικολάου βγαίνουν, διά του στρατηγού τους. Παίζει καλά το παιχνίδι αυτή η φαρμακερή βρομοοχιά, γι’ αυτό και ένα πράγμα θέλει πια — ένα και μόνο: νίκη τού ΣΥΡΙΖΑ για άλλη μία, και τελευταία στην ιστορία, φορά. Μην του κάνουμε το χατίρι.
Προσπαθώ να καταλάβω, να βρω ποιοι θα ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ την Κυριακή (εκτός των στελεχών, των μελών και των φίλων του που ονειρεύονται μία Ελλάδα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης —αυτού του αιμοβόρικου καπιταλιστικού συστήματος των αγορών, που καταπίνει τους λαούς και δεν τους αφήνει να ζουν με λαϊκή περηφάνια και με λαϊκή αξιοπρέπεια, που τους κλέβει το αύριο και τσακίζει τα λαϊκά όνειρά τους, που στερεί από τα παιδιά τους τη δυνατότητα των λαϊκών ίσων ευκαιριών, που στηρίζεται πάνω στο γερμανικό-ναζιστικό μοντέλο, που χωρίζει την Ευρώπη των Λαών σε Ευρώπη των παχύσαρκων καπιταλιστών και των παριών τού Νότου, που στέλνει στα κρεματόρια της απόγνωσης χιλιάδες αυτόχειρες καθημερινά, που γεμίζει συσσίτια τους δρόμους και τις πλατείες, ενός συστήματος παρ’ όλα αυτά που δεν έχει αύριο γιατί με τις εκλογές του Ιανουαρίου ήδη τού ανοίξαμε μια ρωγμή, και με το μεγάλο μας ΟΧΙ το γεμίσαμε κι άλλες, μεγάλες και χαίνουσες, θέτοντας βαθιά το ζήτημα του Χρέους, βάζοντας την Ελλάδα επιτέλους στο προσκήνιο, και ξεκινώντας μια μεγάλη, πανευρωπαϊκή συζήτηση για το Μεγάλο Κι Αναφαίρετο Δίκιο Των Λαών— και όσων βρίσκουν λιγότερο αστεία την ψήφο τους στον Λεβέντη, στον Λαφαζάνη ή στον Μιχαλολιάκο) και δεν βρίσκω ούτε έναν. Κι ούτε καταλαβαίνω. Εντάξει, ο κόσμος έχει θέματα, αλλά αυτό; Αυτό;
Καθ’ όλη τη διάρκεια της Κρίσης, με διάφορες (και πολλές) κορυφώσεις όλα αυτά τα χρόνια, και φυσικά από τον Δεκέμβριο του περασμένου έτους μέχρι και τις Εκλογές αλλά και, κατ’ εξοχήν, όσο κράτησε η ψεύτικη διαπραγμάτευση του Τσίπρα, του παραπολιτικού αρχηγού των τραμπούκων, χιλιάδες άνθρωποι απειλούμαστε με: θάνατο, ξυλοδαρμό, νοσοκομεία, καψίματα αυτοκινήτων, σπασίματα σπιτιών και χώρων εργασίας, λογής-λογής βανδαλισμούς, καρφώματα στη δουλειά μας, δημόσιους εξευτελισμούς — με ό,τι μα ό,τι μπορεί να βάλει ανθρώπου άρρωστος νους. Κάποιοι είμαστε μαθημένοι στη φασιστική βία από παλιότερα, κάποιοι δεν είναι. Όλοι, άλλος λίγο άλλος πολύ, φοβόμαστε: ο ΣΥΡΙΖΑ και τα εξ ευωνύμων εξαπτέρυγά του έχουν αποδείξει πάμπολλες φορές πως το πέρασμα από τα λόγια στις πράξεις είναι εύκολο, θέλει μόνο ένα κλακ με τα δάχτυλα. Όλα, εδώ που τα λέμε, μια απόφαση είναι. Η κοινωνία των Αγανακτισμένων, αυτός ο καρκίνος των ωοθηκών της στέρφας χώρας, είναι ένα εκφασισμένο πράγμα. Γραφεία έχουν διαλυθεί, άνθρωποι έχουν συρθεί με τα μούτρα στην άσφαλτο, κεφάλια ανοίχτηκαν, μάτια πρήστηκαν, πουκάμιασα σκίστηκαν, δημοσιογράφοι εκφοβίστηκαν, πελάτες καταστημάτων έχουν μετρήσει παΐδια κάποιες ωραίες Κυριακές, αυτοκίνητα κάηκαν, γυαλιά (γυαλιά…) πατήθηκαν με αρβύλες και γίναν πρίσματα, γυναίκες ρεζιλεύτηκαν εν μέση οδώ: οι φασιστικές πρακτικές βίας, το πάλαι ποτέ μονοπώλιο του ΚΚΕ σε τέτοια (δημόσια) κλίμακα, έχουν απλωθεί σαν το χυμένο πετρέλαιο στη θάλασσα σε όλο το κοινωνικό εύρος: από τα socialmediaκαι τα inboxμας, ανώνυμα και θλιβερά, αλλά ανατριχιαστικά πάντα, μέχρι τις ευθείες εκβιαστικές απειλές του Καμμένου, και από βρισιές ζωντόβολων που δεν παίρνουν καν έναν τόσο δα μισθούλη μέχρι εκρήξεις φυσικής βίας κατά συγκεκριμένων στόχων. Και: εδώ και λίγο καιρό, το καθ’ ημάς ISISτο βούλωσε. Οι δυνάμει δήμιοί μας έσκασαν. Τα μικρά φιδάκια λούφαξαν κάτω από τα κοτρόνια τού τάχα μ’ «μνημονιακού» ΣΥΡΙΖΑ. Θα ψηφίσω Νέα Δημοκρατία και για να διαλυθούν τα τάγματα των φαιών ατόμων που απειλούν, ψευδώνυμα ή επωνύμως, εμένα και σένα, και που προσφεύγουν στη λεκτική ή όποια άλλη βία (η πολιτική βία δεν ζυγίζεται, είναι μία, είναι φασιστική, και είναι θάνατος), στο πρώτο και τελευταίο επιχείρημα των καθαρμάτων όπου γης.
Δεν παρακολούθησα το ντιμπέιτ Τσίπρα-Μεϊμαράκη γιατί είμαι αποφασισμένος: Να πω όχι σε μια ομάδα ανθρώπων που στόχο έχουν εδώ και χρόνια να ξεριζώσουν ετσιθελικά την Ελλάδα από την Ευρώπη, όπου defacto ανήκει. Να πω ναι στην αναθέρμανση της οικονομίας που θα βασίζεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία, στο πλαίσιο μιας Ευρώπης μεγάλης, ισχυρής και αποφασισμένης να αντισταθεί και να μεγαλουργήσει. Να πω όχι στον τσαρλατανισμό, στην αγυρτεία, στον μιζεραμπιλισμό. Να πω ναι στην πιθανότητα να διαφανεί, να ωριμάσει και να υπάρξει μία ελπίδα. Να πω όχι σε ό,τι πιο βαθιά επαρχιώτικο, γκρίζο και γηραλέο έχει να επιδείξει η πολιτική σκηνή της χώρας εδώ και πολλές δεκαετίες, σε ό,τι πιο φαύλο, κίβδηλο και ύποπτο. Να πω ναι σε μια ανανέωση του πολιτικού προσωπικού που δεν θα στηρίζεται στις μούμιες των μαυσωλείων μιας αλλοτινής εποχής που πρέπει να σκεπαστεί από λήθη, όπως παντού στη Δύση συμβαίνει από μισό αιώνα τώρα. Να πω όχι στα σχέδια για εξόντωση της δημιουργικότητας, της αριστείας, της διαφορετικότητας, της πρωτιάς, της εκπαίδευσης. Να πω ναι σε ό,τι θα πηγαίνει κόντρα στο κατεστημένο των κοτζαμπάσηδων της κομουνιστικής-σταλινικής Αριστεράς που ονειρεύεται μονόχρωμα όνειρα. Να πω όχι στον συντηρητισμό και στη φορμόλη. Να πω ναι στις φιλελεύθερες ιδέες και στην ανοιχτή αγορά, σε ό,τι δηλαδή συνιστά τη βάση των φιλελεύθερων κατακτήσεων για τον άνθρωπο και το σώμα του. Να πω όχι στις κλειστές τράπεζες, στα κλειστά σύνορα, στο μίσος απέναντι στον Άλλο. Να πω ναι στη μεγάλη Δυνατότητα της Δύσης. Να πω όχι στο σκοταδισμό και στον φτηνό, γλοιώδη λαϊκισμό των μαθητευόμενων μάγων του συρμού των αγανακτισμένων. Να πω ναι στον πραγματισμό και στον ορθό λόγο. [§] Ο Τσίπρας είναι ο βασικός φορέας όλων όσων αποστρέφομαι, όλων όσων σπρώχνουν το είναι μου να πει ΟΧΙ. Οι φίλοι μου, οι σύμμαχοί μου, οι σύντροφοί μου, οι άνθρωποι που ένωσάν τα σώματά τους με το δικό μου στις πλατείες φωνάζοντας σιωπηλά ΜΕΝΟΥΜΕ ΕΥΡΩΠΗ είναι η εγγύηση για το ΝΑΙ. [§] Είμαι αποφασισμένος.
Δεν υπάρχει σοβαρός αναλυτής σήμερα που να υποστηρίζει —χωρίς να έχει μεθύσει ή χωρίς να κοροϊδεύει άγρια τον συνομιλητή του— πως μπορεί να υπάρξει τρίτη εναλλακτική οδός για κυβέρνηση συνεργασίας τις ημέρες που θα ακολουθήσουν τις Εκλογές από τις εξής δύο: ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-Ποτάμι από τη μία, ή ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΞΕΛ (ίσως με μια εσάνς Λεβέντη αυτή η τελευταία…), από την άλλη, εφόσον βέβαια μπει στη Βουλή το τσίρκο του Καμμένου, ή, εφόσον δεν μπει, ΣΥΡΙΖΑ-Ποτάμι. Στην πρώτη περίπτωση, το Μνημόνιο θα εφαρμοστεί, η οικονομία θα επανέλθει αργά-αργά στα επίπεδα του Νοεμβρίου 2014, και θα σφίξουμε τα δόντια για να την πάμε ακόμη καλύτερα. Θα είναι δύσκολα. Θα είναι και όμορφα: στο τέλος, θα τα καταφέρουμε. Στη δεύτερη, το Μνημόνιο αποκλείεται να εφαρμοστεί, λυπάμαι πολύ. Ούτε μία στο εκατομμύριο. Επομένως θα έχουμε κατ’ ανάγκην και αναπόδραστα ένα τέταρτο, που θα μετατρέψει σε καυσόξυλα την οικονομία, σε μικρά-μικρά κομματάκια, ματωμένα, ή ένα πρώτο, άλλου τύπου αυτό, με δραχμή — και με δελτία τροφίμων, απομόνωση, αυταρχισμό και μπόλικο Τσάβες. (Και με έναν Θεοδωράκη που θα αποχωρήσει εντός ολίγου από την κυβέρνηση). Διαλέγετε και παίρνετε — ή μας παίρνετε στο λαιμό σας. Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει, ούτε θα υπάρξει.
Από τους φίλους φύγαν οι περισσότεροι, και σιγά-σιγά φεύγουν και οι άλλοι. Και πρέπει να βρούμε καινούριους φίλους. Έφυγαν: στολίζουν την Κύπρο, την Ισπανία, τη Γερμανία, τη Σκοτία, την Αγγλία, την Τουρκία, την Αμερική. Πήγαν παντού. Όπως πάντα. Και ανεβάζουν φωτογραφίες στο Facebook από τις καινούριες τους πατρίδες, στέλνουν ανταποκρίσεις, τους ζητάμε κι εμείς εντυπώσεις και ημερολόγια για τα σάιτ μας, λένε ναι, βοηθάνε. Πού και πού, ή και πιο συχνά, τους ζηλεύουμε, πού και πού μάς πιάνει μελαγχολία όταν βλέπουμε πού ζουν, πού και πού τούς φθονούμε, και από καμιά φορά μάς πιάνει και το παράπονο και δακρύζουμε κιόλας. Λοιπόν, άκου τι θα κάνουμε. Θα μείνουμε εδώ. Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να αλλάξουν τα πράγματα. Για να κλείσουν οι παρενθέσεις. Για να στηθεί όλο αυτό το πράγμα από την αρχή. Γι’ αυτή την κανονικότητα που λέμε. Θα φάμε πολύ ξύλο. Αλλά θα τα καταφέρουμε. Θα νικήσουμε. Η Ελλάδα θ’ αλλάξει. Και μετά, όταν όλα, ή έστω: κάποια, θα ’ναι όπως τα ονειρευτήκαμε, όταν δεν θα κινδυνεύουν με δεύτερο ξεσπιτωμό οι ξένοι που ζουν εδώ, όταν δεν θα κινδυνεύουν οι ελευθερίες μας, όταν θα ξέρουμε πως μείναμε Ευρώπη, πως διασφαλίστηκε όλο αυτό, ε τότε θα φύγουμε κι εμείς.
Κανείς μας δεν μπορεί να κακίσει όσους έχουν ή προβάλλουν ή έστω για μία ποικιλία λόγων προφασίζονται πραγματικές ή φαινομενικά πραγματικές επιμέρους διαφωνίες —ιδεολογικές, αισθητικές και άλλες— με τη Νέα Δημοκρατία και, μολονότι τρέμουν μία πιθανή δεύτερη, καταστροφικότερη αυτή τη φορά, νίκη τού μισητού γι’ αυτούς ΣΥΡΙΖΑ, μια πρωτιά που θα κόψει κάθε εναπομείνασα ευρωπαϊκή προοπτική για τη χώρα, παρά ταύτα δεν θα την ψηφίσουν. Κανείς τόσο μπορεί, τόσο κάνει. Άλλωστε, η πολιτική είναι ένα πολύ καινούριο χόμπι για τους περισσότερους από αυτούς, και σίγουρα όχι κάτι που τους διαμόρφωσε σαν «πολιτικά όντα», δηλαδή σαν κάποιους που προσπαθούν να εντάξουν τον εαυτό τους σε ένα ευρύ σύνολο: η μεγάλη πλειονότητα των Ελλήνων ασχολήθηκε, έστω και επιδερμικά, με την πολιτική από το ξέσπασμα της Κρίσης και μετά, χθες σαν να λέμε, και ως εκ τούτου την αποδέχτηκε σαν κατιτί προσωπικό. Έως τότε, και με εξαιρέσεις στατιστικώς ασήμαντες, μόνο η πάσης φύσεως Αριστερά μπορούσε να καυχηθεί για κάτι τέτοιο. Ωστόσο, θα ήθελα να τους επισημάνω ότι μια τέτοια νίκη του Τσίπρα, νίκη δηλαδή των δυνάμεων της αντίδρασης και της οπισθοδρόμησης, δεν θα ερχόταν χάριν τής δικής τους ιδεολογικής, αισθητικής ή άλλης καθαρότητας, που θα τους επέβαλλε να ψηφίσουν κάτι άλλο, ένα «τρίτο» κόμμα: ο ΣΥΡΙΖΑ θα νικούσε χάρη στις ψήφους όσων θέλουν ένα μεγάλο κράτος που θα τους εξασφάλιζε τη συνέχεια των κεκτημένων δικαιωμάτων τους, σε πείσμα του Μνημονίου, σε πείσμα των εταίρων μας, σε πείσμα της λογικής. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα νικούσε, όχι επειδή αυτοί δεν θα λέρωναν το χέρι τους ψηφίζοντας τη ΝΔ, όπως θα κάνουμε εμείς, αλλά γιατί υπάρχουν πολλοί που εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η ζωή μπορεί να συνεχιστεί έστω και με ένα καλά δεμένο σχοινί στο λαιμό μας, ένα σχοινί που μόνοι μας το περάσαμε, μόνοι μας το σφίξαμε και μόνοι μας θα το νιώσουμε να τεντώνεται και να μας κόβει το οξυγόνο. [§] Οι επιμέρους διαφωνίες είναι τελείως λούμπεν και απολίτικες.
Τα βράδια, περιμένουμε. Και, περιμένοντας, κοιτάμε τα φώτα στα άλλα σπίτια, στους απέναντι. Παντού έχει φώτα, και είναι όλα τους μια στάλα χαμηλά, βαριά, λίγο θολά. Είναι φθινοπωρινά φώτα, από λάμπες, πολύφωτα, προβολάκια, led, οθόνες υπολογιστών, επιτραπέζια και επιδαπέδια πορτατίφ, από κινητά και από τάμπλετ: είναι όλων των ειδών τα φώτα: χαμηλά, βαριά, θολά. Βρίσκονται σε σαλόνια, σε καθιστικά, σε κουζίνες, σε γραφεία. Στο χολ. Παντού στα σπίτια μας. Αυτό: όλη μας η ζωή, το βράδυ, τις ώρες που είμαστε μόνοι, με τον εαυτό μας ή με τους ανθρώπους μας, περιστρέφεται γύρω από αυτά τα λογής-λογής φώτα. Τα δικά μας φώτα, και των απέναντι. Περιμένουμε, όλοι μας. Και, περιμένοντας, δεν κάνουμε πολλά. Προπαντός αυτό: να περιμένουμε. Περιμένουμε το βράδυ της 20ής Σεπτεμβρίου. Κυρίως, μάλιστα, περιμένουμε την 21η. Και δεν τις περιμένουμε για να πανηγυρίσουμε, για να δικαιωθούμε, για να χαρούμε, για να βγάλουμε τη γλώσσα στον «αντίπαλο», στον άλλο. Όχι: τις περιμένουμε για να ξαναρχίσουμε να ζούμε — για να κλείσουμε τα φώτα και, επιτέλους, πάνω απ’ όλα, να κοιμηθούμε.
Θα μπορούσα να γράψω κάτι τέτοιο σήμερα: [§] ΣΚΗΝΗ 1, ΕΞΩΤ., ΒΡΑΔΥ. Ένα ταξί είναι παρκαρισμένο στην πιάτσα. Ακούγονται βήματα στο δρόμο. Η κάμερα ακολουθεί έναν άντρα που περπατά. Τον βλέπουμε από τα γόνατα και κάτω. ΣΚΗΝΗ 2, ΕΣΩΤ., ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΤΑΞΙ. Η πόρτα κλείνει από τον άντρα, που κάθεται βαριά στην πίσω θέση. Βλέπουμε μόνο το πρόσωπο του οδηγού, που κοιτά στον καθρέφτη του. Οδηγός: Πού πάμε; Η ΚΑΜΕΡΑ ΖΟΥΜΑΡΕΙ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΤΟΥ ΤΑΞΙ. ΒΛΕΠΟΥΜΕ Ο,ΤΙ ΚΑΙ Ο ΟΔΗΓΟΣ. ΣΤΗΝ ΠΙΣΩ ΘΕΣΗ ΚΑΘΕΤΑΙ Ο ΜΙΧΑΛΟΛΙΑΚΟΣ. Μιχαλολιάκος (χαμογελαστά): Στο αποτεφρωτήριο. Οδηγός (απορώντας): Μα… δεν το έχουν φτιάξει ακόμα. Ο Μιχαλολιάκος χαμογελάει και κλείνει το μάτι. Fadeout. Εμφανίζεται το σήμα των ναζί. Voice over: «Η Ελλάς δεν χρειάζεται καμία Ευρώπη. Και καμία Ασία. Ψήφισε ΧΑ». [§] Αλλά δεν έχει αξία, όσο και αν σιχαίνομαι τον παρανοϊκό βλάκα Λαφαζάνη, που έχει βάλει αμέτι μουχαμέτι να γυρίσει την Ελλάδα σε μια νέα περίοδο προσφυγιάς, όπως τότε που έφευγαν με τα βαπόρια ο κόσμος για την Αμερική και πολλοί έσκαγαν στο ταξίδι. Σημασία έχει ένα πράγμα: να καταλάβει ο κόσμος ότι ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση (ακόμη και σαν δεύτερος εταίρος της) θα σημαίνει αντίσταση στις μεταρρυθμίσεις, έκρηξη του ελλείμματος, τρομερή ύφεση και, εντέλει, Grexit. Και Grexit, πολύ πιο γρήγορα από ό,τι νομίζουν πολλοί, σημαίνει φτώχεια, δυστυχία, προσφυγιά, ανθρωπιστική κρίση πελώριας κλίμακας, και στο βάθος λυκίσια χρυσαυγίτικα δόντια. Αυτά ακριβώς τού Μιχαλολιάκου και της συμμορίας του. [§] Μόνο με τον Τσίπρα εκτός κυβέρνησης θα μπορέσουμε να διαπραγματευτούμε με επιτυχία τους όρους του Μνημονίου, να ελαφρύνουμε τα μέτρα αποπληρωμής και να περάσουν οι αναγκαίες για την επιβίωσή μας και για τη μειωση της ανεργίας, δηλαδή την ανάπτυξη, μεταρρυθμίσεις. [§] Τίποτε δεν έχει τελειώσει, τίποτε δεν έχει κριθεί.
Πάει εντεκάμισι, και δεν έχω σταθεί όλη τη μέρα. Δεν είδα καθόλου τις ειδήσεις στο Twitter, ούτε θα τις δω, υποθέτω όμως πως ο κόσμος εξακολουθεί να κυλάει σαν μπάλα του μπιλιάρδου που την κλότσησε κάποιος νεαρός θεός σπάζοντας το νύχι του και βλαστημώντας. Οπότε δεν έχω θέμα γι’ αυτό το Ημερολόγιο. Και, το κυριότερο: δεν έχω απαντοχή, είμαι πολύ μεγάλος για όλα αυτά πια. Όμως νά μια ιστορία από τότε που ήμουν νέος. [§] Κάποτε πήγαμε σε ένα χωριό με τον φίλο μου τον Θανάση Σ., παραθαλάσσιο, του νομού Πιερίας. Εκεί βρήκαμε ένα μπαρ και ήπιαμε, και ξενυχτήσαμε πολύ, και πια είχαμε απομείνει μόνοι μας εδώ και ώρα στο μαγαζί, και ο μπάρμαν ήθελε να κλείσει καμιά φορά για να πάει να κοιμηθεί, αλλά θέλαμε από ακόμα ένα ουίσκι και του ζητήσαμε να μας βάλει, αρνήθηκε εκείνος, τον παρακαλέσαμε, είπε πως έπρεπε να αφήσει καθαρό το πόστο του για τον πρωινό συνάδελφο, κι εμείς τότε του προτείναμε να πάρουμε τα ποτά μαζί μας έξω, στην παραλία, και να επιστρέψουμε τα ποτήρια την άλλη μέρα που θα ξυπνούσαμε. Το δέχτηκε με τα πολλά, αν και τα ποτήρια δεν ήταν φτηνά, μας είπε, ίσα-ίσα. Και μιλάω για την εποχή που κανείς δεν είχε χάρτινα ποτήρια για «πακέτο». Μας παρακάλεσε να τα επιστρέψουμε οπωσδήποτε, ήταν καλά, λέει, κρυστάλλινα, οκέι, του υποσχεθήκαμε, στο λόγο μας, μην ανησυχεί. Κούνησε το κεφάλι, πήραμε εμείς τα ποτά μας, χτύπαγαν και τα παγάκια μέσα στο ουίσκι, βγήκαμε έξω και κατεβήκαμε στην παραλία, κι εκεί κάτσαμε μέσα στο σκοτάδι και κοιτούσαμε τη θάλασσα και καπνίζαμε, ή για την ακρίβεια την ακούγαμε μόνο, το κύμα που τσούλαγε λίγο πιο πέρα, είχε ένα τελείως σκοτωμένο σκοτάδι επειδή ήταν λίγο πριν τα χαράματα, και κάποια στιγμή τέλειωσαν τα ποτά μας, τα στραγγίσαμε, και σηκωθήκαμε από κάτι τυλιγμένα παλαμάρια που καθόμασταν, και δώσαμε μια λες κιήμασταν συνεννοημένοι και πετάξαμε τα ποτήρια πάνω στα βράχια και τα σπάσαμε. Κι έπειτα πήγαμε για ύπνο, και τότε ξημέρωσε, ξαφνικά.