Κυριάκος Αθανασιάδης
Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.
Πήγα αργά χθες για σουβλάκια με τον Αρσέν, κι έξω από το γυράδικο ήταν ένας άλλος σκύλος, αδέσποτος, μεγάλος, που ο Αρσέν άρχισε να του γαβγίζει από την πρώτη στιγμή για να φύγει, και συνέχισε να του φωνάζει όσο περιμέναμε στην ουρά, και πράγματι, αφού τον κοίταξε μία στα μάτια, ο ξένος σκύλος σηκώθηκε αργά-αργά και απομακρύνθηκε, μ’ αυτό το βαρύ βήμα που έχουν οι μεγάλοι αδέσποτοι σκύλοι, και κανείς δεν στενοχωρήθηκε μ’ αυτό απ’ όσους κάθονταν στα τραπεζάκια, ίσα-ίσα που απαλλάχτηκαν από δαύτον, και αν μη τι άλλο έπαψε και το μικρό χαριτωμένο σκυλάκι να γαβγίζει τώρα που εξέλιπε ο λόγος, και πράγματι έπαψε να είναι ταραγμένος ο Αρσέν, ξέχασε αμέσως το περιστατικό και στήλωσε όλη του την προσοχή, πια, στο μαχαίρι του ψήστη που έκοβε το γύρο, και στο βοηθό του που τύλιγε τα σουβλάκια, και σε μένα που πλήρωνα και έπαιρνα τη σακούλα με το φαγητό (την τροφή) για να γυρίσουμε σπίτι, και στα πεταχτά βήματα που κάνει ο ίδιος όταν έχει ένα σαφή προορισμό, και τον ξέχασε μια για πάντα, το μυαλό του ήταν γεμάτο από τον προορισμό μας και το λαχταριστό φαγητό που τον περίμενε, και η αλήθεια είναι πως κι εγώ τον ξέχασα τον ξένο σκύλο, μα βέβαια κάπου εκεί, στις σκιές, κρυμμένος πίσω από τους κάδους των σκουπιδιών, σε μια γωνία, ο μεγάλος αδέσποτος σκύλος εξακολουθούσε να υπάρχει, και εξακολουθεί ακόμη να υπάρχει, και να περιμένει, και να στέκει ανέκφραστος και σοβαρός, και να πεινάει. Κι αυτός δεν ξέχασε: αυτός θυμάται.
Καθώς οι ημέρες που θα βρουν τους συνταξιούχους μας —μιας και αυτοί δίνουν πάντα το στίγμα, και τον τόνο, και το σύνθημα του τρόμου— να μην ξέρουν αν θα πληρωθούν από τις τράπεζες, και, αν τυχόν ναι, ή ίσως, ή μπορεί, σε πόσες δόσεις των πόσων ευρώ, σε πόσες μικροδόσεις ταλαιπωρίας και πικρίας και ελπιδοφόρου αναμονής, καθώς, λέμε, πλησιάζουν ξανά εκείνες οι ημέρες, και με μεγάλα βήματα (μεγάλα αλλά όχι βαριά: αλαφροπατώντας, αλαφροπατώντας έρχονται κατά δω, μην τυχόν και διακόψουν τη μετεκλογική μας χαύνωση), καθώς, αναγκάζομαι να επαναλάβω, πλησιάζουν, ήτοι —βεβαίως-βεβαίως— ακόμη δεν είναι εδώ, ακόμη δεν ξανάρθαν, μπορούμε άρα να περάσουμε μία ανέφελη (μεταφορικώς) Κυριακή, να —φέρ’ ειπείν— ξεφυλλίσουμε τις εφημερίδες μας, να μασουλήσουμε το μπισκότο μας, να πιούμε τον ωραιότατο καφέ μας κοιτώντας έξω από την τζαμαρία του μπαρ τις φθινοπωρινές στάλες να χορεύουν τον ίδιο παλιό, τον ίδιο χαριτωμένο χορό της εποχής —που κάθε φορά μοιάζει καινούριος, και ξένος, και που από καμιά φορά μάς εκπλήσσει κιόλας, ω! βρέχει, βρέχει, κοίτα εκεί μια θαμπή υδάτινη λαμπρότητα—, να ξεφυλλίσουμε τις εφημερίδες μας, λέω, να πιούμε τον καφέ μας, να χαζέψουμε τη βροχή και να κόψουμε άλλο ένα εισιτήριο στο Πανηγύρι της λατρεμένης και υπερκιτσάτης Αμεριμνησίας μας. Ακόμη αργούν εκείνες οι ημέρες, φίλοι και συμπατριώτες, ακόμη αργεί ο Νοέμβριος, ακόμη δεν μπήκε καν ο Οκτώβριος! Ζούμε ακόμη, και ζούμε εν αθωότητι.
Βέβαια, όλο αυτό είναι κάτι που γέννησε ο νους μου. Δεν είναι αλήθεια. Αλλά παρατηρώ τον τελευταίο καιρό (πότε να άρχισε;) πως οι ζητιάνοι εδώ στην πόλη —δεν ξέρω για αλλού— έχουν αλλάξει: σήμερα είδα αυτή τη γυναίκα-νάνο, μάλλον γύρω στα πενήντα με εξήντα, με τα χρυσά ή μπακιρένια δόντια, τα μικροσκοπικά χέρια που κρατούσαν ένα τσιγάρο και τα ποδαράκια που σου φαινόταν πως δεν την κρατούσαν καλά· ωστόσο περπατούσε εντέλει, με ένα χοροπηδηχτό βήμα, σαν της μαριονέτας, μέχρι που χάθηκε· χθες και προχθές έπεσα επάνω σ’ αυτό τον άντρα της απροσδιόριστης ηλικίας που δεν έχει καθόλου πόδια και προχωρά ταχύτατα με δυο πατερίτσες φτιαγμένες από αλλοπρόσαλλα υλικά: ένα σώμα, ένα κεφάλι, δυο χέρια — δεν μοιάζει να έχει χάσει σε ατύχημα ή στον πόλεμο τα πόδια του ή να γεννήθηκε έτσι, μοιάζει κομμένος στη μέση, σαν από μπαλτά· έπειτα είναι αυτοί οι ημίγυμνοι άντρες (συνήθως διπλώνουν τη φανέλα τους πάνω από την κοιλιά ώς το στήθος), λιπόσαρκοι, με τα πλευρά τους να ξεχωρίζουν, ξεδοντιασμένοι, αξύριστοι πολλές ημέρες, με μάτια να γυαλίζουν, που σέρνουν μπόγους παραγεμισμένους άγνωστο με τι· είναι ακόμη τα χωλά παιδιά, εκείνο που μοιάζει με αράχνη —αν και, με έναν περίεργο τρόπο, καλοντυμένο και καλοχτενισμένο—, με τα στρεβλωμένα άκρα, που αποστρέφεις το βλέμμα φοβισμένος αν τύχει και το κοιτάξεις να βαδίζει, και το άλλο με τους διαλυμένους ταρσούς και τα γυρισμένα τα μέσα έξω σφυρά, ή το παχύσαρκο κορίτσι με τους υπερμεγέθεις μηρούς που το τσουλάει ένας μελαχρινόςάντρας με πολύ αραιά ξανθά μαλλιά και πληγές στο κρανίο, ίσως ο πατέρας του, ίσως ένας θείος, πάνω σε ένα παλιό καρότσι του σουπερμάρκετ, ειδικά διαμορφωμένο για να μεταφέρει παιδιά με τέτοια απρόβλεπτα παθήματα· και οι πολλοί γέροι, βέβαια, με τα γεμάτα ουλές πρόσωπα, όπου χάνονται τα μάτια, οι μύτες, και όλα τα χαρακτηριστικά, μέσα στις ρυτίδες και τις παλιές πληγές που μοιάζουν φτιαγμένες με σαδισμό αυτόχειρα — οι ζητιάνοι έχουν αλλάξει, και μοιάζει να περιμένουν, δεν ξέρω τι. Δεν ξέρω ούτε από πού ήρθαν. Είναι λες και ένας περιοδεύων θίασος παραδοξοτήτων να φαλίρισε και να άδειασε εδώ τις ατραξιόν του. Δεν ξέρω, δεν ξέρω. [§] Βέβαια, όλο αυτό, αυτό το συμπέρασμα εννοώ, που δεν είναι καν συμπέρασμα, είναι κάτι που γέννησε ο νους μου. Δεν είναι αλήθεια. Δεν ξέρω την αλήθεια γύρω από τους καινούριους ζητιάνους της πόλης. Άλλωστε, δεν ζητιανεύουν καν.
Η στήλη δεν θα ανεβάσει περιεχόμενο σήμερα, αντιδρώντας στο διορισμό της Ξουλίδου στο υπουργείο Παιδείας. Θα μπορούσε, και ενδεχομένως θα έπρεπε, να το κάνει και για άλλους διορισμούς στην εθνικοσιαλιστική Κυβέρνηση, αλλά νισάφι — ώς εδώ. Ντροπή. Ουαί!
Έχουμε μία Κυβέρνηση δραχμική, αντιδυτική και απροκάλυπτα συντηρητική και οπισθοδρομική, και φυσικά ικανότατη να πάρει από το χέρι (ή μάλλον: από το σβέρκο) την Ελλάδα και να τη βγάλει από το επάρατο ευρώ, από την καπιταλιστική Ευρωπαϊκή Ένωση και από την ιμπεριαλιστική Δύση την ίδια βάσει του οργανωμένου της σχεδίου — ικανότατη, επαναλαμβάνω (σαν βλάκας εδώ και μήνες, με κάτι άλλους γραφικούς), εξαιρετικά ικανή ως προς αυτό, και ταυτόχρονα τόσο ηλίθια, τόσο αγράμματη και απολίτιστη, που δεν ήξερε καν πως ό,τι γράφει δεν ξεγράφει στο Ίντερνετ. (Αν και στην περίπτωση του καρτουνίστικου φασιστομπετόβλακα Χαϊκάλη το είχε αντιπαρέλθει). Αναφορικά με το πρώτο, με την προσάρτηση στο ρωσικό άρμα δηλαδή, του στρατηλάτη μαφιόζου Πούτιν, ευελπιστώ πάντα στη βοήθεια των Μεγάλων Δυνάμεων: είναι οι ίδιες που μας κρατούν πάντα στα πόδια μας, και εν ζωή, εδώ και κοντά δυο αιώνες τώρα (όσο υπάρχουμε δηλαδή: γιατί πριν δεν υπήρχαμε — λυπάμαι για τη διαδεδομένη παρανόηση), με κάποια διαλείμματα, βεβαίως-βεβαίως, ελληνικότατης λεβεντιάς. Όσον αφορά, πάλι, το δεύτερο… όσον αφορά το δεύτερο δεν ξέρω τι να πω. Οτιδήποτε μπορεί να συμβεί, ανά πάσα ώρα και στιγμή. Οτιδήποτε. Το freak show του Τσίπρα και του Καμμένου είναι δω, ενωμένο-δυνατό. Από δαύτους, και από τη συνδυασμένη μωρία τους, και απ’ την αμορφωσιά τους, όχι οι Μεγάλες Δυνάμεις, ούτε ο ίδιος ο Κύριος των Δυνάμεων μπορεί να μας σώσει.
Το παν στη ζωή είναι να ελπίζει κανείς, σωστά; Οπότε καλά κάνετε και ελπίζετε κι εσείς. Ότι αυτή τη φορά, δεν μπορεί, τα πράγματα θα πάνε καλύτερα — πολύ-πολύ καλύτερα. Ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ωρίμασε μετά από όλα αυτά τα χρόνια, και ιδίως μετά την επτάμηνη διακυβέρνηση — χώρια η διαπραγμάτευση. Ότι ο Τσίπρας έπαθε, ναι, όντως, αλλά έμαθε. Ότι τα στελέχη του πήραν κι αυτά το σκληρό μάθημά τους και πια δεν θα σκέφτονται νομισματοκοπεία και δεν θα μηχανεύονται Δεύτερα Πλάνα και Σχέδια Εκτάκτου Ανάγκης. Ότι, δόξα Σοι, Κύριε, δόξα Σοι, έφυγε ο σατανάς Λαφαζάνης από το κόμμα, έκανε το δικό του, ένα μικρό εκεί χάμω, για τόσο ήτανε, και, πέραν τούτων, έφυγε και από τη Βουλή, τον καταψήφισε ο σοφός Λαός, οπότε οι δραχμιστές πάει μάς τελείωσαν. Ότι πια, χωρίς βαρίδια, το Μνημόνιο θα εφαρμοστεί. Ότι… χμμμ… για την ακρίβεια, δεν θα εφαρμοστεί, ή δεν θα εφαρμοστεί όλο, αλλά ίσα-ίσα θα προσαρμοστεί στα μέτρα μας: στα μέτρα τα ελληνικά, στα μέτρα τα Αριστερά, στα μέτρα τα λαϊκά. Ότι, αυτή τη φορά, όλοι μαζί, κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου και εταίροι… ουπς, συγγνώμη: και δανειστές, θα σκύψουν πάνω από το πρόβλημα της χώρας, πάνω από το πρόβλημα του Έλληνα, και —ανένδοτη και αποφασισμένη η πρώτη, στριμωγμένοι στη γωνία και κολλημένοι στα σχοινιά οι δεύτεροι— θα τον απαλλάξουν από τα πολλά-πολλά δυσβάσταχτα μέτρα — απ’ αυτά τα Μνημόνια, τέλος πάντων. Ότι θα στέρξουν και θα καταλάβουν οι Ευρωπαίοι, οι ξένοι, την ελληνική ιδιαιτερότητα, το ελληνικό δίκιο, και θα πουν, Και να θέλαμε, τι να κάναμε; Το γαλατικό αυτό χωριό επιμένει. Ας το αφήσουμε λοιπόν στην ησυχία του. Ότι γλιτώσαμε διά παντός απ’ αυτό το φοβερό και τρομερό Grexit, που φυσικά ποτέ (απαπά), ποτέ μα ποτέ δεν υπήρξε επιλογή του όμορφου και λαμπερού πρωθυπουργού μας. Ότι ο ELAθα ρέει σαν μέλι στε τούρκικο Παράδεισο. Ότι… ότι όλα θα πάνε καλά. Σε μια τελική… Το παν στη ζωή είναι να ελπίζει κανείς, σωστά; Οπότε καλά κάνετε και ελπίζετε κι εσείς. Αλλιώς η ζωή σοβαρεύει και σμίγει τα φρύδια, και πρέπει κι εσύ να τα ’χεις σμιχτά.
Κανείς δεν έχασε λοιπόν. Ούτε οι νικητές, ούτε οι χαμένοι. Οι τελευταίοι λένε πως θα ανασυνταχτούν και πως θα συνεχίσουν, αναγνωρίζοντας τα λάθη τους, βλέποντας τι έφταιξε, μπλα-μπλα-μπλα. Λογικό είναι: από το παραγοντιλίκι στο ποδόσφαιρο και στα πέριξ του και από την πολιτική δεν έφυγε κανείς άπαξ και έμπλεξε — κανείς, και ποτέ. Μίλησα με φίλους μου από το Ποτάμι, τον πιο χαμένο όλων. Τίποτα. Όλα καλά. Πάθαμε, μάθαμε, συνεχίζουμε, χτύπημα στην πλάτη με το ίδιο τους το χέρι. Βρε πουλάκι μου, του λέω τού ενός, μα είναι δυνατόν τώρα; Δηλαδή… σοβαρά; Σοβαρά, μου λέει, γιατί, ρε, τι έγινε; Όλα καλά. [§] Θα ’χουν δίκιο, να δεις. Κανείς δεν έχασε σ’ αυτές τις Εκλογές. Εκτός από μας. Λίγο εγώ, λίγο εσύ, εμείς οι δυο χάσαμε. Μόνο που δεν χάσαμε την Κυριακή το βράδυ: χάσαμε όλο τον καιρό μέχρι την Κυριακή το πρωί. Όλο τον καιρό, Και θα εξακολουθούμε, φυσικά, να χάνουμε ες αεί. Από την άλλη, έχουμε και κέρδη βέβαια. Ασφαλώς και έχουμε. Αλλά ξέρεις τι κέρδη είναι αυτά: είναι κέρδη που απλώς κάνουν τη χασούρα να φαίνεται πιο βαριά, πιο πικρή, πιο χασούρα. Και πιο γεμάτη από πάνω ώς κάτω ειρωνεία.
Δεν θα περιμένω να δω τα τελικά αποτελέσματα για να γράψω το σημερινό Ημερολόγιο Γεφύρας, το οποίο θα είναι και σύντομο. Αυτή η αστεία Βουλή (η απεχθέστερη που υπήρξε ποτέ στην Ιστορία μας, ένα λαϊκό υπερθέαμα ποικιλιών) δεν θα σταθεί για πολύ. Κυβέρνηση δεν βγαίνει. Και σίγουρα όχι Κυβέρνηση που θα… τρέξει το Μνημόνιο, με τον Λεβέντη και τον Καμμένο να παριστάνουν τις Καρυάτιδες του Τσίπρα. Ας είμαστε σοβαροί. Οι επιλογές είναι δύο: ή Grexitκαι καταστροφή, να τελειώνουμε με τις αυταπάτες μας (η αποφυγή τού Grexitμοιάζει αδύναμη σήμερα, πιο αδύναμη από ποτέ), ή Εκλογές πολύ-πολύ σύντομα — ή καλύτερα: άμεσα, πριν τις Γιορτές. Το Μνημόνιο θα εφαρμοστεί μόνο από συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-Ποταμιού, τα άλλα όλα είναι λόγια για να γεμίζουμε τσάμπα τις ώρες μας. [§] Οι ψηφοφόροι των ναζί είναι συνένοχοι των εγκλημάτων τους. [§] Συνασπιστείτε, εσείς του φιλοευρωπαϊκού τόξου, να σωθεί η χώρα. Μάλλιασε η γλώσσα μας.
Σήμερα ψηφίζουν εκείνοι οι δύο νεαροί άντρες που τους μνημείωσε ο φακός καθώς εκτελούσαν μία χορευτική φιγούρα με γροθιές —γροθιές σαν χάδια και σαν φιλιά που δεν δόθηκαν ποτέ, σταματημένες στον αέρα από τον βάναυσο φωτογράφο— σε μια παραλία ενός νησιού απέναντι από τα δαντελωτά παράλια της Τουρκίας. Θα μπορούσε να ήταν πράγματι κομμάτι χορογραφίας αυτό: ενός παραδοσιακού χορού, φέρ’ ειπείν, ή μιας ταινίας δράσης, πολεμικών τεχνών ή κάτι παρόμοιου. Μονομαχούσαν γιατί αμφισβητήθηκε η κυριότητα μιας εξωλέμβιας μηχανής κάποιων ίππων, άγνωστο πόσων: τον τελευταίο καιρό, δεκάδες τέτοιες μηχανές γίνονται κτήμα των νησιωτών, ένα ολόκληρο γκαράζ γεμάτο μηχανές, ένα ολόκληρο γκαράζ, αφού οι ίδιες οι βάρκες —δεν λες που έφτασαν ώς εκεί; πάλι καλά να λες— δεν είναι πια κανενός. Όπως κανενός δεν είναι, προφανώς, και οι μηχανές. Όπως κανενός δεν είναι και οι άνθρωποι που πέρασαν εδώ από απέναντι. Από τα δαντελωτά παράλια της Τουρκίας. Και τι να τις κάνουν; Δεν έχει νερό παραπέρα ο δρόμος τους. Μαζί τους φέρουν ένα σακ βουαγιάζ, ένα φάκελο με φωτογραφίες, ένα κινητό, ένα μασούρι με τα τελευταία τους χρήματα, κάτι τέτοια. Φτάνουν αυτά για μια καινούρια ζωή. Άρα —στο προκείμενο— οι εξωλέμβιες ανήκουν στον ευρόντα. Και, αν οι ευρόντες (φαντάσου λίγο: βούτηξαν αυτοί οι νεαροί άντρες, έστω στα ρηχά, για να ανασύρουν την εξωλέμβιο) είναι δύο και πάνω — ε, τότε έχουμε χορογραφία. Ο νικητής, αυτός που δίνει τις πιο παθιασμένες γροθιές, τα πιο βαθιά φιλιά, απ’ αυτά που κάνουν μελανιά στο λαιμό του αγαπημένου, του ερωμένου, μια πιπιλιά-σφραγίδα κτήσης και υπεροχής (όμως ποιος ανήκει σε ποιον σε ένα τέτοιο ερωτικό παιχνίδι;), ο νικητής τέλος πάντων θα ’χει για πάντα αυτό το σουβενίρ: την ωραία μικρή εξωλέμβιο. Θα την κοιτά, θα αναθυμάται τα γεγονότα που ποίκιλαν τη ζωή του, θα στοχάζεται πάνω στην ιστορία εκείνων των ξένων που έφτασαν ώς εκεί από τα δαντελωτά παράλια της Τουρκίας, και θα κάνει βόλτες με τη δική του λέμβο: στη θάλασσα, και στα κύματά της, χαμογελώντας που αυτός, αυτός κι όχι ο άλλος, έδινε τα πιο παθιασμένα φιλιά, τις πιο ωραίες γροθιές σε κείνο το χορό. Αυτός, αλλά και ο άλλος, ο χαμένος της χορογραφίας, σήμερα θα ψηφίσουν. Και θα ψηφίσουν, κι ο ένας τους και ο άλλος, τον εαυτό τους.
Κάτι για το οποίο θαυμάζω τον εαυτό μου (τον θαυμάζω πραγματικά και θα τον θαυμάζω πάντα) είναι το εξής: ποτέ κατά τη ζοφερή διάρκεια της Κρίσης δεν πείστηκα από τις φωνές εκείνες μέσα μου που με συμβούλευαν να κάνω κι εγώ έναν ψευδώνυμο λογαριασμό (όλοι έκαναν) για να μπορώ, όχι να βρίζω μόνο και να απειλώ (αλλά κι αυτό ήταν μέγα δέλεαρ: το μεγαλύτερο), αλλά κυρίως να προμοτάρω ανθρώπους και να συκοφαντώ, παράλληλα, αντιπάλους. Δεν μου αρέσει σαν στάση η ανωνυμία, κι ας οφείλουμε να την προστατεύουμε με λύσσα και με πάθος για όποιον την επιλέγει. Είπα με το όνομά μου τι και ποιους πίστευα, και άσκησα σκληρή κριτική στην ομάδα των δραχμιστών συνωμοτών του Τσίπρα. Έχω και γερό στομάχι και βαρύ χέρι, και δεν φοβάμαι ούτε ιδρώνει τ’ αυτί μου από τα επίχειρα της απόφασής μου αυτής. Δεν έβρισα πάντως, και μπράβο μου, τουλάχιστον γραπτώς — με καναδυό εξαιρέσεις, για τις οποίες μεταμελήθηκα στον εαυτό μου οικτρά. Ούτε απείλησα. (Απλώς… αναφορικά με αυτό το τελευταίο… απλώς δεν ξεχνώ. Και μερικά πράγματα θα απαντηθούν όταν θα απαντηθούν). Οπότε έχω κάθε δικαίωμα να πω σήμερα πως όποιος βάζει τον μικρό, απίθανο εαυτό του πάνω από τη χώρα και τον Άλλο —τον ξένο, τον δικό, τον γείτονα, οποιονδήποτε: τον Άλλο—, όποιος νομίζει πως παίζει, ο φουκαράς, κάποιο ρόλο στην Ιστορία που γράφεται και θέλει να κρατήσει το κούτελό του καθαρό και τα κρινοδάχτυλά του αμόλυντα, όποιος δεν θέλει, αχ ο καλός μου, να τον πουν Δεξιό και εξ αυτών συναινεί στην καταστροφή της Ελλάδας και στην υποταγή της στον Μεσαίωνα εκλογικεύοντας την αήθη στάση του με παραμυθάκια που δεν πείθουν ούτε παρκόμετρο, γαμιέται.