Τα βράδια, περιμένουμε. Και, περιμένοντας, κοιτάμε τα φώτα στα άλλα σπίτια, στους απέναντι. Παντού έχει φώτα, και είναι όλα τους μια στάλα χαμηλά, βαριά, λίγο θολά. Είναι φθινοπωρινά φώτα, από λάμπες, πολύφωτα, προβολάκια, led, οθόνες υπολογιστών, επιτραπέζια και επιδαπέδια πορτατίφ, από κινητά και από τάμπλετ: είναι όλων των ειδών τα φώτα: χαμηλά, βαριά, θολά. Βρίσκονται σε σαλόνια, σε καθιστικά, σε κουζίνες, σε γραφεία. Στο χολ. Παντού στα σπίτια μας. Αυτό: όλη μας η ζωή, το βράδυ, τις ώρες που είμαστε μόνοι, με τον εαυτό μας ή με τους ανθρώπους μας, περιστρέφεται γύρω από αυτά τα λογής-λογής φώτα. Τα δικά μας φώτα, και των απέναντι. Περιμένουμε, όλοι μας. Και, περιμένοντας, δεν κάνουμε πολλά. Προπαντός αυτό: να περιμένουμε. Περιμένουμε το βράδυ της 20ής Σεπτεμβρίου. Κυρίως, μάλιστα, περιμένουμε την 21η. Και δεν τις περιμένουμε για να πανηγυρίσουμε, για να δικαιωθούμε, για να χαρούμε, για να βγάλουμε τη γλώσσα στον «αντίπαλο», στον άλλο. Όχι: τις περιμένουμε για να ξαναρχίσουμε να ζούμε — για να κλείσουμε τα φώτα και, επιτέλους, πάνω απ’ όλα, να κοιμηθούμε.
Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015
Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2015 22:24
Κυριάκος Αθανασιάδης
Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.
Τελευταία άρθρα από τον/την Κυριάκος Αθανασιάδης
Προσθήκη σχολίου
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.